του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη*
Η κ. Καρυστιανού υποστήριξε πρόσφατα ότι «η άσκηση των δικαιωμάτων της χώρας από το Διεθνές Δίκαιο είναι αδιαπραγμάτευτη» και ότι τυχόν απεμπόλησή τους συνιστά «εθνική προδοσία». Η δήλωση αυτή προκάλεσε δημόσια αντιπαράθεση, με την κυβέρνηση να αντιδρά μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου κ. Μαρινάκη, ο οποίος σημείωσε: «Και αν οι απόψεις της, ειδικά επί των εθνικών θεμάτων, είναι αυτές που φαίνεται ότι έχει, τότε δεν τη βλέπω να μακροημερεύει πολιτικά». Η δημόσια αυτή αντιπαράθεση αποτυπώνει μια κατανοητή ανησυχία της κοινής γνώμης, σε ένα πεδίο όπου οι νομικοί όροι συχνά χρησιμοποιούνται με απόλυτο ή και λανθασμένο τρόπο. Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι να αξιολογήσει πρόσωπα ή προθέσεις, αλλά να δώσει το αναγκαίο ιστορικό και νομικό υπόβαθρο για βασικές έννοιες του Δικαίου της Θάλασσας, ώστε ο μη ειδικός πολίτης να κατανοήσει τι ακριβώς διακυβεύεται στο Αιγαίο τα τελευταία 50+ χρόνια
Ενόψει της επικείμενης συνάντησης Μητσοτάκη–Ερντογάν στην Άγκυρα, ανακύπτει ένα βασικό αναλυτικό ερώτημα: όταν γίνεται λόγος για «δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο», σε ποια συγκεκριμένα δικαιώματα αναφερόμαστε (π.χ. χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα, αποκλειστική οικονομική ζώνη), ποιο είναι το ακριβές κανονιστικό τους περιεχόμενο κατά το ισχύον Δίκαιο της Θάλασσας και ποια είναι τα αναγνωρισμένα όρια, οι εξαιρέσεις και τα περιθώρια ερμηνείας που μπορεί να επηρεάσουν την πρακτική τους εφαρμογή.
Πέραν της συγκυριακής διάστασης, το αντικείμενο της συζήτησης εντάσσεται σε μια μακροχρόνια ελληνοτουρκική διαφορά που έχει αποκτήσει ιδιαίτερη ένταση από το 1974 και εξής, με επίκεντρο την κατανομή δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων στο θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι οι συνθήκες Λωζάννης και Παρισίων που ρυθμίζουν την εδαφική κυριαρχία δεν αναφέρονται στις σύγχρονες θαλάσσιες ζώνες, όπως αυτές αναπτύχθηκαν στο μεταπολεμικό διεθνές δίκαιο. Κεντρική θέση κατέχει η έννοια της υφαλοκρηπίδας, η οποία αναδείχθηκε ήδη από τα μέσα του 20ού αιώνα, μεταξύ άλλων μέσω της Διακήρυξης Τρούμαν του 1945 (Truman Proclamation), και στη συνέχεια ενσωματώθηκε στην ευρύτερη έννοια της ΑΟΖ.
Οι εξελίξεις αυτές δημιούργησαν ένα παράθυρο ευκαιρίας το οποίο η Τουρκία επιχείρησε να αξιοποιήσει για να επανακτήσει τον έλεγχο του Αιγαίου, όχι πρωτίστως μέσω της εδαφικής κυριαρχίας, αλλά μέσω της ανάδειξης και εργαλειοποίησης των εννοιών των θαλασσίων ζωνών. Ταυτόχρονα, είναι κρίσιμο να επισημανθεί ότι το Δίκαιο της Θάλασσας δεν λειτουργεί πάντοτε με πλήρως αυτοματοποιημένα ή μονοσήμαντα αποτελέσματα. Η εφαρμογή του, ιδίως σε ζητήματα οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών, προϋποθέτει συχνά ερμηνευτικές επιλογές και στάθμιση ειδικών περιστάσεων, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί στη διεθνή νομολογία.

Αιγαίο: γιατί η «μέση γραμμή» δεν είναι πλέον ο βασικός κανόνας
Η συζήτηση για την ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, ειδικά όταν συνδέεται με τον ελληνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό (ως θεσμική χαρτογράφηση που εκπέμπει προς τα έξω ποια γραμμή θεωρούμε αφετηρία), συχνά ξεκινά από μια παραδοχή: ότι η «μέση γραμμή» αποτελεί τον φυσικό, σχεδόν αυτόματο κανόνα οριοθέτησης. Αυτή η παραδοχή, όμως, είναι περισσότερο κληρονομιά της προηγούμενης εκδοχής του Δικαίου της Θάλασσας (του 1958) και μιας παλαιότερης ελληνικής «σκληρής γραμμής», η οποία κορυφώθηκε πολιτικά από τη Χούντα του Ιωαννίδη το 1974 όταν η Τουρκία ξεκίνησε να διεκδικεί τη μισή υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου.
Από τη στιγμή που τα ελληνικά νησιά «αγγίζουν» τις ακτές της Μικράς Ασίας, είναι προφανές ότι, αν εφαρμοστεί αυτή η λογική χωρίς ουσιαστικές προσαρμογές, η Τουρκία θα κατέληγε να δικαιούται από ελάχιστα έως σχεδόν τίποτα στο Αιγαίο. Παρατηρούμε ότι η σκληρή ελληνική γραμμή επανέρχεται σήμερα, με θεσμικό τρόπο, στους χάρτες που συνοδεύουν τον ελληνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, ως αποτύπωση μιας αυστηρής εφαρμογής του κανόνα της μέσης γραμμής. Με άλλα λόγια, μοιάζει να έχουμε επιστρέψει σε πιο μαξιμαλιστικές αφετηρίες—σε μεγάλο βαθμό ως πολιτική αντίδραση στον τουρκικό αναθεωρητισμό και σε θέσεις όπως η «Γαλάζια Πατρίδα», που στην Αθήνα εκλαμβάνονται ως «παράλογες» και νομικά ανυπόστατες.
Από το 1969, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (υπόθεση North Sea Continental Shelf) έθεσε μια κρίσιμη παράμετρο: η μέση γραμμή δεν θεωρείται κανόνας εθιμικού δικαίου που επιβάλλεται αυτομάτως. Και στη συνέχεια, καθώς η διεθνής νομολογία ωρίμαζε (με χαρακτηριστικό παράδειγμα το 1977, στην υπόθεση Anglo-French Continental Shelf Case/Channel Islands), η έννοια της «δίκαιης λύσης» και η πρακτική της ευθυδικίας οδήγησαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε μειωμένη επήρεια νησιών σε σχέση με τη μέση γραμμή ή ακόμη και σε λύσεις τύπου ενθυλάκωσης (enclaving). Αυτό το νομολογιακό περιβάλλον ήταν που άρχισε να πιέζει—αργά αλλά σταθερά—και την ελληνική διπλωματία να αποδεχτεί προσαρμογές πέρα από την αυστηρή λογική της μέσης γραμμής. Τέλος, η αρχή της «δίκαιης λύσης» (equitable solution), ως έκφραση της ευθυδικίας, ενσωματώθηκε ρητά στην UNCLOS III του 1982 στα άρθρα 74.1 και 83.1 για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας
Αυτό έχει σημασία, διότι η σημερινή παρουσίαση της ελληνικής θέσης—από τμήμα του δημόσιου λόγου, ιδίως της ακροδεξιάς—ως απολύτως προσδεδεμένης στον κανόνα της μέσης γραμμής και ως νομικά ακλόνητης βάσει του διεθνούς δικαίου (με τη συνακόλουθη ρητορική ότι κάθε διαφοροποίηση συνιστά απεμπόληση δικαιωμάτων), παραβλέπει ότι η ίδια η ελληνική πλευρά είχε ήδη από το 1976 καταγράψει, σε επίπεδο διαπραγμάτευσης, πιο σύνθετες παραδοχές.

Από τη «σκληρή γραμμή» (1974–76) στον ρεαλισμό των διαπραγματεύσεων: Καραμανλής, Βέρνη και το αδιέξοδο της Χάγης
Μετά την κυπριακή τραγωδία του 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν διέθετε κανένα πολιτικό περιθώριο να εμφανιστεί ότι «παραχωρεί/υποχωρεί» στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Σε εκείνη τη συγκυρία, ήταν σχεδόν μονόδρομος να υιοθετηθεί αρχικά η σκληρή γραμμή, αυτό που ο ίδιος ο Χένρι Κίσινγκερ χαρακτήριζε ως «εθνικιστική θέση της Χούντας», η οποία θεωρούσε αποκλειστικό κανόνα εφαρμογής για τον διαμερισμό της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου τη μέση γραμμή. Η θέση αυτή είχε χαρακτηριστεί εξαρχής (επί Ιωαννίδη) «ανέφικτη» από το State Department, το οποίο δεν προσέγγιζε το ζήτημα αποκλειστικά με στενά νομικούς όρους, αλλά συνεκτιμούσε και την πολιτική πραγματικότητα και τους συσχετισμούς της περιόδου.
Ο Καραμανλής, όμως, είχε μια μακρόπνοη στρατηγική ανάγνωση: στη δική του οπτική ο διαχρονικός κίνδυνος δεν ήταν πρωτίστως η Τουρκία, αλλά «ο εκ Βορρά κίνδυνος» — και, παράλληλα, ο φόβος ότι ο διαφαινόμενος θάνατος του χρονίως ασθενούς Στρατάρχη Τίτο θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιστροφή της Γιουγκοσλαβίας στη σφαίρα επιρροής της ΕΣΣΔ. Αυτή η οπτική του Καραμανλή θυμίζει την πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου στις αρχές του 1914, όταν προσπαθούσε να πείσει τους Οθωμανούς διπλωμάτες που συναντούσε στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες —αναζητώντας χρήματα και εγγυήσεις για τα νησιά του Αιγαίου— ότι Ελλάδα και Τουρκία δεν θα έπρεπε να είναι εχθροί, αλλά να σταθούν ως σύμμαχες χώρες απέναντι στη Βουλγαρία. Στο πλαίσιο αυτό, ο Καραμανλής φερόταν διατεθειμένος να δώσει «κάτι» στους Τούρκους μέσα στο πλαίσιο του λογικού, ώστε να υπάρξει ομαλοποίηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων — πάντα σε συνάρτηση με την προσδοκία μιας λύσης στο Κυπριακό, η οποία τελικά δεν ήρθε ποτέ.
Μετά το Πρακτικό της Βέρνης, η Ελλάδα δεν επέμεινε στην απόλυτη λογική της μέσης γραμμής, αλλά πρότεινε μια προσαρμοσμένη μέση γραμμή που συνυπολόγιζε τη «φυσική προέκταση» της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο. Η πρόταση αυτή καταγράφεται ως σημαντική παραχώρηση από την ελληνική διπλωματία, επειδή εκτιμήθηκε ότι θα υπερδιπλασίαζε την έκταση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου που θα αντιστοιχούσε στην Τουρκία σε σχέση με την αρχική ελληνική θέση. Η πρόταση είχε κατεξοχήν νομική βάση: το λεγόμενο maritime façade concept (δηλ. προσαρμογή της μέσης γραμμής με βάση τη «θαλάσσια πρόσοψη» των ακτών) παρουσιαζόταν ως συγγενές με τη λογική που είχε χρησιμοποιηθεί στην υπόθεση North Sea (1969) και σε άλλες υποθέσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου. Άρα βλέπουμε ότι ήδη από το καλοκαίρι του 1977 η ελληνική διπλωματία είχε αρχίσει να διαφοροποιείται από τη σκληρή γραμμή του 1974-76, αποδεχόμενη τις νέες εξελίξεις στη νομολογία του Δικαίου της Θάλασσας.

Στο ίδιο πλαίσιο, δηλαδή στην αναζήτηση προσαρμοσμένων γεωμετρικών λύσεων που να ανταποκρίνονται στην ιδιαίτερη γεωγραφία του Αιγαίου φαίνεται ότι εκπονήθηκαν ως τεχνικά σενάρια οριοθέτησης που στη σχετική συζήτηση έχουν αποτυπωθεί ως «σχέδιο των δακτύλων (fingers)»: μια σχηματοποίηση κατά την οποία γραμμές θαλάσσιας δικαιοδοσίας προβάλλουν από την τουρκική ακτή προς δυσμάς, σε «λωρίδες», μεταξύ των ελληνικών νησιωτικών συμπλεγμάτων, ως τρόπος να αποδοθεί λειτουργικά μια μορφή «πρόσβασης» ή «συμμετοχής» της Τουρκίας σε τμήματα του θαλάσσιου χώρου του Αιγαίου.
Η ίδια η ιστορία των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση του συνυποσχετικού από τον Ιανουάριο του 1975 δείχνει γιατί η πρόταση του Καραμανλή για προσφυγή στη Χάγη απέτυχε. Στη διεθνή νομική ορολογία το συνυποσχετικό αποδίδεται ως compromis d’arbitrage, δηλαδή ένα συμφωνητικό που ορίζει εκ των προτέρων το αντικείμενο, τους όρους και τα όρια της προσφυγής. Με απλά λόγια: το κείμενο που ορίζει τι ακριβώς επιδιώκεις να κριθεί στη Χάγη. Στα αρχεία της περιόδου, όμως, διαφαίνεται ότι η τουρκική πλευρά δεν ήθελε απλώς μια ουδέτερη/τυπική διατύπωση, αλλά επιδίωκε να «κλειδώσει» μέσα στο συνυποσχετικό μια ελληνική παραδοχή ότι τα ελληνικά νησιά «κάθονται» πάνω στην τουρκική υφαλοκρηπίδα και μόνο μετά να υπάρξει παραπομπή της υπόθεσης για κρίση στο Διεθνές Δικαστήριο—μια παραδοχή που, από ελληνική σκοπιά, θα ισοδυναμούσε με διπλωματική αυτοκτονία, γιατί θα προκαθόριζε το αποτέλεσμα πριν καν ξεκινήσει η διαδικασία.
Παράλληλα, η τουρκική διαπραγματευτική στάση περιλάμβανε μια ακόμη αιχμή: την προειδοποίηση ότι, αν η Ελλάδα επέμενε στη θέση πως όλα τα νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα, η Άγκυρα ήταν διατεθειμένη να μετατρέψει τη νομική διαμάχη σε εδαφική διένεξη, αμφισβητώντας ακόμη και την ελληνική κυριαρχία σε μικρότερα νησιά/νησίδες. Στον τουρκικό Τύπο της περιόδου η θέση αυτή αποτυπώθηκε ωμά: δεν μπορεί, έλεγαν, να ζητείται από την Τουρκία να «δώσει» στην Ελλάδα τη φυσική προέκταση της Ανατολίας για χάρη μικρών νησιών, σε μέγεθος φακής, δίπλα στις τουρκικές ακτές.
Με άλλα λόγια, η Άγκυρα εμφανίζεται διαχρονικά συνεπής στις βασικές επιδιώξεις της. Οι θεωρίες των Γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο δεν ξεκίνησαν με τα Ίμια, ούτε η «Γαλάζια Πατρίδα» προέκυψε ξαφνικά το 2018.

12 ν.μ. και διεθνή στενά: το νομικό αγκάθι που συχνά παραλείπεται
Η Ελλάδα θα μπορούσε να διασφαλίσει την ενότητα του εθνικού χώρου και τον έλεγχο του Αιγαίου με την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης από τα 6 στα 12 ν.μ. Πρόκειται για επιλογή που είχε ήδη τεθεί στο τραπέζι από το καλοκαίρι του 1974, επί Ιωαννίδη, και τυπικά παραμένει διαθέσιμη και σήμερα. Το βασικό της πλεονέκτημα είναι ότι επιτρέπει μια λύση χωρίς να απαιτείται μια συνολική ελληνοτουρκική συμφωνία για το Αιγαίο και χωρίς η χώρα να εισέλθει στο πεδίο των σύνθετων σταθμίσεων και ερμηνειών της ευθυδικίας που χαρακτηρίζουν τη μεταγενέστερη διεθνή πρακτική—σταθμίσεων που θα μπορούσαν να παράγουν απρόβλεπτες, και δυνητικά δυσάρεστες, εξελίξεις.
Τα 12 ν.μ. αποτελούν μονομερές δικαίωμα του παράκτιου κράτους ως προς τη χωρική θάλασσα. Υπάρχει όμως ένας κρίσιμος «νομικός» περιορισμός—πέρα από τα γνωστά πολιτικοστρατιωτικά δεδομένα και την απειλή χρήσης βίας που η Τουρκία διατύπωσε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970: όπου, μετά την επέκταση, προκύπτουν «διεθνή στενά» κατά την UNCLOS ΙΙΙ (straits used for international navigation), ενδέχεται να ενεργοποιηθεί το προβλεπόμενο ειδικό καθεστώς διέλευσης (transit passage), το οποίο μειώνει τις δυνατότητες του παράκτιου κράτους να ελέγχει/ρυθμίζει τη διέλευση σε σύγκριση με ένα καθεστώς απλής αβλαβούς διέλευσης.
Αυτό προέκυψε μετά από συμβιβασμό στο πλαίσιο της UNCLOS ΙΙΙ ανάμεσα στις ναυτικές υπερδυνάμεις (ΗΠΑ–ΕΣΣΔ) και στα παράκτια κράτη που ζητούσαν μεγαλύτερο έλεγχο/«κρατικοποίηση» των στενών. Η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων στο Αιγαίο δεν είναι αυτονόητη και θα κριθεί από το αν και ποια περάσματα θα θεωρηθούν ως διεθνή στενά. Γι’ αυτό η Ελλάδα ήταν εξαρχής αντίθετη σε αυτή τη λογική (επιδίωκε αβλαβή διέλευση στο Αιγαίο, ώστε να διατηρεί αυξημένες δυνατότητες ρύθμισης/εποπτείας και ασφάλειας αναφορικά με τις κινήσεις της τότε ΕΣΣΔ αλλά κυρίως της Τουρκίας). Επίσης, είναι αμφίβολο κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί μονομερώς να καθορίσει (δεσμευτικά για τρίτους) από ποια συγκεκριμένα περάσματα θα διέρχονται τα πλοία και τα αεροσκάφη τρίτων κρατών (πολεμικά και μη) στο Αιγαίο—παρότι έχει καταθέσει επίσημη ερμηνευτική δήλωση στον ΟΗΕ για το καθεστώς των «στενών διεθνούς ναυσιπλοΐας», η οποία αποτυπώνει τη θέση της Ελλάδας για την πρακτική εφαρμογή των σχετικών άρθρων. Άρα, ακόμη και μια κίνηση που είναι τυπικά μονομερές δικαίωμα μπορεί να ανοίξει σύνθετα νομικά και επιχειρησιακά ζητήματα, και η επέκταση στα 12 ν.μ. απαιτεί πρωτίστως συντονισμό με τα κράτη που χρησιμοποιούν το Αιγαίο και ειδικά με τις δύο υπερδυνάμεις, ΗΠΑ και Ρωσία.

Ο Διαχρονικός στόχος της Τουρκίας
Σήμερα, ποιος είναι ο κεντρικός στόχος της Άγκυρας; Ο Murat Sümer (Σουμέρ), πρώην επικεφαλής του ναυτικού τομέα στο τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, διατυπώνει μια σαφή θέση: εφόσον το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο παραμένει άλυτο από το 1974, η ρεαλιστική διέξοδος είναι η συνεκμετάλλευση (Joint Development).
Η συλλογιστική αυτή δεν εμφανίζεται ως εντελώς νέα. Ήδη από το 2005, ο αμερικανός καθηγητής Δικαίου της Θάλασσας Van Dyke είχε υποστηρίξει ότι η παρατεταμένη καθυστέρηση στην οριοθέτηση μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της Τουρκίας, επιτρέποντάς της να παγιώσει την ιδέα πως οι περιοχές ανοικτής θάλασσας του Αιγαίου (high seas) τείνουν να αντιμετωπίζονται, στην πράξη, ως ζώνες κοινής δικαιοδοσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, είχε επίσης επισημάνει ότι η Τουρκία θα μπορούσε να προβάλει «ιστορικά δικαιώματα» στα συγκεκριμένα ύδατα, τα οποία δεν θα ήταν εύκολο να παρακαμφθούν σε μια μελλοντική διαδικασία οριοθέτησης. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, ο Van Dyke κατέληγε στην πρόταση της συνεκμετάλλευσης, ακόμη και με τη μορφή μιας αρχικά άτυπης ή σταδιακής ρύθμισης, ως τρόπου διαχείρισης του αδιεξόδου και δημιουργίας ενός πρακτικού πλαισίου συνεργασίας πριν από (ή ανεξάρτητα από) την τελική νομική οριοθέτηση.
Από εκεί και πέρα, διακρίνεται ένα σταθερό μοτίβο: ήδη από το 1975 η Τουρκία επανέφερε προτάσεις που κινούνταν στη λογική της «συνεκμετάλλευσης/συνδιαχείρισης» στο Αιγαίο—μια κατεύθυνση που, κατά την εκτίμησή μου, συνιστά διαχρονικό στρατηγικό της στόχο. Η πιο χαρακτηριστική τουρκική εκδοχή προέβλεπε να διατηρηθεί το 70% του Αιγαίου ως ανοικτή θάλασσα και να εγκαθιδρυθεί καθεστώς συνεκμετάλλευσης με αναλογία 50-50, ενώ Ελλάδα και Τουρκία θα διατηρούσαν αποκλειστικότητα σε θαλάσσιες ζώνες της τάξης του 15% έκαστη.
Ο Καραμανλής απέρριψε εξαρχής μια τέτοια προοπτική για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, τη θεωρούσε ουσιαστικά άδικη ως προς την κατανομή: υπό το ισχύον τότε πλαίσιο (και ιδίως αν η Ελλάδα παρέμενε στα 6 ν.μ.), το μέγιστο μερίδιο που θα μπορούσε να διεκδικήσει ρεαλιστικά η Τουρκία εκτιμάται ότι θα ήταν αισθητά χαμηλότερο από το 50%—περίπου στο επίπεδο του 27%—εκτός εάν επιχειρείτο μια ριζική ανατροπή του νομικού καθεστώτος που θεμελίωνε την ελληνική κυριαρχία, ιδίως στο σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων. Δεύτερον, ο Καραμανλής εκτιμούσε ότι η «συνδιαχείριση», ακόμη και αν παρουσιαζόταν ως ένας λειτουργικός συμβιβασμός, θα μπορούσε να οδηγήσει σταδιακά σε τουρκική πρωτοκαθεδρία στο Αιγαίο και τελικά να δημιουργήσει έμμεσες δυναμικές αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας επί των νησιών.
Στο υπόβαθρο αυτών των επιλογών βρισκόταν και ένα δομικό έλλειμμα εμπιστοσύνης της ελληνικής πλευράς απέναντι στην Τουρκία, το οποίο περιόριζε τα περιθώρια αποδοχής «ενδιάμεσων» λύσεων. Παράλληλα, έχει σημασία να σημειωθεί ότι τόσο ο Καραμανλής όσο και ο διάδοχός του στην εξουσία Ανδρέας Παπανδρέου διέθεταν την επιλογή της διακοπής των διαπραγματεύσεων με την Άγκυρα, καθώς η ελληνική αποτρεπτική ικανότητα είχε ενισχυθεί αισθητά από το 1975 (με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ένταξη 65 αεροσκαφών A-7 Corsair). Επιπλέον, η Ελλάδα προχώρησε σε ενίσχυση της άμυνας των νησιών, συμπεριλαμβανομένων των Δωδεκανήσων, σε μια πρακτική που παρουσιαζόταν ως αναγκαία για λόγους ασφάλειας, παρότι ερχόταν σε αντίθεση με την πρόβλεψη περί αποστρατιωτικοποίησης που περιλαμβάνεται στη Συνθήκη των Παρισίων του 1947.

Συμπέρασμα
Όσο η Τουρκία μεταφέρει τη διαφορά πέρα από την οριοθέτηση και θέτει ζητήματα κυριαρχίας, αποστρατιωτικοποίησης και «συνδιαχείρισης», μια συνολική συμφωνία στο Αιγαίο μοιάζει πρακτικά εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι απίθανη. Ακόμη όμως κι αν κάποια στιγμή τεθεί στο τραπέζι μια «θεωρητική» λύση διαμερισμού ή ένας συμβιβασμός, ο δημόσιος διάλογος δεν μπορεί να γίνει σοβαρά χωρίς να έχουν προηγηθεί καθαρές εξηγήσεις για το τι επιβάλλει, τι επιτρέπει και τι δεν εγγυάται το Δίκαιο της Θάλασσας, και ποια είναι τα πραγματικά διλήμματα.
Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, ακόμη και μεταξύ ειδικών στο Δίκαιο της Θάλασσας, ιδίως μετά το 1982, δεν υπάρχει πάντοτε σύγκλιση απόψεων ως προς την ερμηνεία και την πρακτική εφαρμογή κρίσιμων εννοιών. Δεν είναι τυχαίο: η τελική μορφή της Σύμβασης του UNCLOS III υπήρξε προϊόν μακρόχρονων διαπραγματεύσεων και ισορροπιών ανάμεσα στις υπερδυνάμεις και στα λοιπά κράτη, και σε αρκετά σημεία κατέστη δυνατός ο συμβιβασμός ακριβώς επειδή το κείμενο (και κατόπιν η νομολογία) άφηνε περιθώρια «δημιουργικής ασάφειας».
Σε αυτό το σημείο αξίζει ένα καταληκτικό σχόλιο: η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» πατά ακριβώς πάνω σε μια συγκεκριμένη, τουρκική ερμηνεία του Δικαίου της Θάλασσας—και εκεί βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος. Όταν οι βασικές έννοιες του δικαίου (ευθυδικία, «δίκαιη λύση», ειδικές περιστάσεις, επήρεια νησιών κ.λπ.) δεν λειτουργούν ως μαθηματικοί κανόνες αλλά επιδέχονται ερμηνεία, τότε ανοίγει χώρος ώστε το διεθνές δίκαιο να εργαλειοποιηθεί πολιτικά και, στην πράξη, να διολισθήσει προς «το δίκαιο του ισχυρού».
*Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.


