του Γεωργίου Τσουκαλά, Δικηγόρου
Επίκειται μια ανατροπή του ακρογωνιαίου λίθου των κανόνων του μεταπολεμικού διεθνούς δικαίου σχετικά με την άσκηση ένοπλης βίας, ώστε να νομιμοποιηθεί ο πόλεμος; Καθώς η μετανεωτερική Οικουμένη βρίσκεται σε έναν πρόδηλο πλην γενικό αναβρασμό, που ίσως πυροδοτήσει μια παγκόσμια σύρραξη, αν ο θερμός πόλεμος μεταξύ των υπερδυνάμεων δεν έχει ήδη ξεσπάσει, ξεπροβάλλει αμείλικτο το ερώτημα για την σχετικοποίηση της απαγόρευσης του πολέμου.
Στις 3 Ιανουαρίου 2026, προς γενική καταπληξία της Ανθρωπότητας, έλαβε χώρα μια «χειρουργική» επέμβαση των Η.Π.Α. στην Βενεζουέλα. Ενεοί και κεχηνότες, οι διεθνείς παράγοντες, επιλήσμονες του παλιού επεισοδίου της αιφνιδιαστικής σύλληψης από τις Η.Π.Α. του δικτάτορα του Παναμά, Μανουέλ Νοριέγκα (1990), παρατηρούσαν τις Η.Π.Α., πρόμαχο των αξιών του Δυτικού Κόσμου, να εισβάλει σε μία χώρα της Λατινικής Αμερικής, στην πλούσια σε πετρέλαιο Βενεζουέλα.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προέβη στην σύλληψη ενός κατά πολλοὺς δικτάτορα, του Νικολάς Μαδούρο, μια έξωθεν στρατιωτική επέμβαση των Η.Π.Α. στις εσωτερικές υποθέσεις της Βενεζουέλας που ταυτοχρόνως συνιστά την παράνομη απαγωγή του επί κεφαλής ενός Κράτους, πράξη πράγματι ωμή, ακόμη και για τα αναχρονιστικά δεδομένα του περιώνυμου «δόγματος Μονρόε» (1823), που τρέπει παρανόμως την αμερικανική ήπειρο σε ενδοχώρα και ζωτικό χώρο των Η.Π.Α.
Ως γνωστόν, μετά την τρομακτική ανθρωποσφαγή του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, ο πόλεμος είναι παράνομος. Μεταπολεμικά, όλες οι στρατιωτικές επιθέσεις που δεν ενέπιπταν στις εξαιρέσεις του απαγορευτικού του πολέμου, εθιμικού κανόνα, όπως τελικά μορφοποιήθηκε στο άρθρο 2 παρ. 4 του Χάρτη του Ο.Η.Ε. έχουν καταδικαστεί από την παγκόσμια κοινότητα ως παράνομες.
Από τους πλέον δύσφημους πολέμους, όπως την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο (1974), την εισβολή των Η.Π.Α. στο Ιράκ (2003) ή την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία (2022), έως τους λιγότερο γνωστούς, όλες οι στρατιωτικές εισβολές σε ξένες χώρες καταδικάστηκαν αυτόχρημα από την διεθνή κοινότητα ως παράνομες.
Έτι περαιτέρω, τούτος ο κανόνας δικαίου δεν κάμφθηκε μέχρι σήμερα ούτε για την προαγωγή της δημοκρατίας (Pro-democratic intervention) ούτε για ανθρωπιστικούς λόγους (Humanitarian intervention) καθώς ο σκοπός ουδέποτε αγιάζει τα μέσα, κατ’ αντιστροφή του κυνικού ρητού του ρεαλιστή Μακιαβέλλι.
Αν και το μεταπολεμικό διεθνές δίκαιο απαγορεύει την ένοπλη επίθεση ενός Κράτους κατά ενός άλλου, παρ’ όλα αυτά τα Κράτη αποδύθηκαν σε άοκνες προσπάθειες να εφεύρουν νομικές φόρμουλες για την υπέρβαση του απαγορευτικού κανόνα, κυρίως εργαλειοποιώντας την προβλεπόμενη εξαίρεση της νόμιμης άμυνας — ούτως ώστε «βαφτίζοντας το κρέας, ψάρι», να απολογηθούν διεθνώς για τις εισβολές τους, παρουσιάζοντάς αυτές παραπειστικά ως δήθεν άμυνα, δίχως όμως καμιά επιτυχία.
Μπορεί πλέον να αλλάξει αυτός ο θεμελιώδης κανόνας της απαγόρευσης του πολέμου, τον οποίο η Ανθρωπότητα έχει πεισμόνως δηλώσει ως ισχύοντα επί οκτώ δεκαετίες (1945-2025); Προς ώρας τέτοια πανανθρώπινη συλλογικὴ βούληση δεν διαφαίνεται.
Μπορεί αρκετοί δυτικοί σύμμαχοι των Η.Π.Α. φοβούμενοι την μήνιν του υπερατλαντικού ηγεμόνα τους και συμπαρατασσόμενοι με αυτόν, να επικροτούν κατά την περίσταση, την εισβολή των Η.Π.Α. στην Βενεζουέλα τον Ιανουάριο 2026, όμως ακόμη η πλειοψηφία της παγκόσμιας κοινωνίας καταδικάζει την πράξη ως παράνομη.
Επίσης, ακόμη και όσα ευρωπαϊκὰ κράτη αποδέχθηκαν την σύλληψη του δικτάτορα της Βενεζουέλας, το καθεστώς του οποίου ευρενάται από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ως μια πράξη εν δυνάμει προωθητική της παγκόσμιας προόδου, αν και αμφισβητούμενης νομιμότητας, όπως εν προκειμένω έπραξαν η Γαλλία και η Ελλάδα, δεν θέτουν εκ ποδών την καταδίκη της επέμβασης ως παράνομης. Άλλωστε, η διεθνής αναγνώριση της ίδιας της Ελλάδας βασίζεται στην πρώτη ανθρωπιστική επέμβαση στην ιστορία του διεθνούς δικαίου, στην ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827), για την οποία εκ των υστέρων οι Μεγάλες Δυνάμεις ζήτησαν συγγνώμη από την Οθωμανική Πόρτα.
«Τὰ πάντα ῥεῖ, μηδέποτε κατά τ’ αὐτὸ μένειν», όλα αλλάζουν και τίποτε δεν μένει ίδιο, κατά την ρήση του Ηρακλείτου, του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου, του προσονομαζόμενου και «σκοτεινού». Κατά την φιλοσοφία του δικαίου, τούτο το προσωκρατικὸ θεώρημα ισχύει ασφαλώς και για τους νόμους των ανθρώπων.
Μπορεί το δίκαιο, κατά την ιδεαλιστική σχολή, να στέκει αιώνιο και άφθαρτο στους Ουρανούς, πλην όμως οι ανθρώπινοι νόμοι επί Γης συνιστούν μια αέναη προσπάθεια σύλληψής του, διαρκώς εξελισσόμενη και ουδέποτε τελειούμενη. Ανεξαρτήτως αυτών των υψηλοφρόνων ιδεαλιστικών φιλοσοφικών παρατηρήσεων, το διεθνές δίκαιο είναι πραγματικὸ γέννημα της θετικής βούλησης της Ανθρωπότητας. Εάν τα Κράτη, ως Παγκόσμια Κοινωνία, δεν προασπιστούν το ισχύον διεθνές δίκαιο, τότε οι τεθειμένοι κανόνες του απλώς δεν θα εφαρμοστούν.
Προσέτι, αν τα Κράτη αλλάξουν γνώμη για το ισχύον διεθνές δίκαιο, τότε ετούτο αναμφίβολα συν τω χρόνω θα μεταβληθεί. Άλλωστε οι κανόνες του διεθνούς δικαίου αν και είναι ενεργοί, δεν αποτρέπουν τα Κράτη να σκέφτονται διεθνοπολιτικά αντί για διεθνοδικαιϊκά, καθώς η διεθνής έννομος τάξη, δίχως μια «παγκόσμια αστυνομία» και υποχρεωτική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της, δεν είναι ολοκληρωμένη σαν την εσωτερική.
Εν κατακλείδι, οι κανόνες του διεθνούς δικαίου είναι εθιμικοί, ερείδονται στις ρυθμιστικές επιλογές της Ανθρωπότητας, υπέρ των οποίων τα Κράτη εν συνόλω επιδεικνύουν μια αταλάντευτη προσήλωση επί μακρόν, ούτως ώστε να δημιουργείται έθιμο. Φευ της κακίας, εάν η Ανθρωπότητα αποφάσιζε οψέποτε να καταργήσει το μεταπολεμικό διεθνές δίκαιο, ειδικά ως προς την απαγόρευση του πολέμου, κανείς κανόνας δεν θα την εμπόδιζε. Παρόλα αυτά το τέλος του διεθνούς δικαίου δεν φαίνεται πουθενά και μάλλον θα συμπέσει με τον αφανισμό της Ανθρωπότητας ως είδους κατά την Συντέλεια του Κόσμου.