του Γιώργου Τσουκαλά, Δικηγόρου
Ἀλίμονο! Οἱ ἄνθρωποι λὲς συνήθισαν στὶς δύστηνες ἡμέρες μας τὴν φοβερὴ ἰδέα πὼς οἱ πόλεμοι καὶ οἱ εἰσβολὲς τάχατες ἐπιτρέπονται· καὶ ὁ κόσμος ὅλος σὰν νὰ ἐθίστηκε στὸ φρικῶδες πρόσωπο τῶν αἱματοχυσιῶν, ὥστε τὸ κανιβαλιστικὸ θέαμα τοῦ πολέμου νὰ μὴν συγκλονίζει τοὺς πολλοὺς πιά, ὅπως παλιά. Ποιά διεθνὴς κοινότητα ἐπικαλεῖται πλέον τὸν μάλλον λησμονημένο κανόνα τῆς ἀπαγόρευσης τοῦ πολέμου, τοῦ ἄρθρου 2 παρ. 4 τοῦ Χάρτη του Ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν (1945), ποὺ ἀκόμη ὁρίζει πὼς ὅλα τὰ κράτη πρέπει νὰ ἀπέχουν στὶς διεθνεῖς τους σχέσεις ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ ἢ τὴν χρήση βίας κατὰ τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητας ἢ τῆς πολιτικῆς ἀνεξαρτησίας ὁποιουδήποτε κράτους;
Ποιός θυμᾶται, πὼς μόλις πρὶν μιὰ γενιά, ἡ ἀνθρωπότητα εἶχε κατέβει σὲ ἕνα παγκόσμιο συλλαλητήριο κατὰ τῆς παράνομης εἰσβολῆς στὸ Ἰράκ (2003); Μερικοὶ μάλιστα κυνικὰ καὶ ἀνήθικα παριστάνουν τοὺς ρεαλιστές, καὶ διατείνονται πὼς ἡ ἀπαγόρευση τοῦ πολέμου συμβόλισε μόνον μιὰ παγκόσμια τάξη ποὺ ἐπιβλήθηκε μετὰ τὸ τέλος τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ποὺ ἔληξε. Συνάμα, ἀνερυθρίαστα διατυμπανίζουν πὼς ὁ Ἄνθρωπος ἔχει βία ἔμφυτη καὶ πὼς ὁ παγκόσμιος νόμος εἶναι ἁπλῶς μιὰ ἐπιβολὴ τῶν συμφερόντων τοῦ ἰσχυροτέρου, ἄσχετων μὲ ἰδεαλισμοὺς καὶ ἠθική. Ἐπικίνδυνες ἰδέες ξεπροβάλλουν, γιὰ προληπτικοὺς πολέμους, γιὰ ἀλλαγὲς καθεστώτων μέσῳ στρατιωτικῶν ἐπιθέσεων, καὶ ὑπὲρ τῆς ἔξωθεν βίαιης ἐπιβολῆς τῆς δημοκρατίας, προκειμένου νὰ μασκαρευτεῖ ἡ ἀνομία καὶ νὰ δικαιολογηθοῦν οἱ αἱματοχυσίες.
Μά, ἄν οἱ πόλεμοι γίνουν ἁπλῆ συνήθεια, τότε ἡ ἀνθρωπότητα θὰ εἰσέλθει σὲ μιὰ φοβερή, ἔκνομη φάση ποὺ ὅλα τὰ συλλογικὰ εἰδεχθῆ ἐγκλήματα θὰ διαπράττονται, καθὼς τὰ κράτη χωρὶς κὰν νομιμοφανῆ προσχήματα θὰ εἰσβάλλουν τὸ ἕνα στὸ ἄλλο, σὲ ἕναν θανάσιμο ἀγῶνα βίαιης ὑπεροχῆς καὶ αἱματηρῆς κατίσχυσης. Εἴτε οἱ ἄνθρωποι ξέχασαν πὼς ὅλες οἱ διαφορές τους μποροῦν καὶ πρέπει νὰ ἐπιλύονται μὲ εἰρηνικό τρόπο, μὲ διαπραγματεύσεις, μὲ καλὲς ὑπηρεσίες, μὲ διαμεσολάβηση, μὲ διαιτησία καὶ μὲ προσφυγὴ στὸ διεθνὲς δικαστήριο, εἴτε στὶς ἡγεσίες τους δὲν ἀρέσει πλέον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν εἰρηνικῶν λύσεων, ποὺ τούς μοιάζει ἀσύμφορο ἐν συγκρίσει πρὸς τὶς ἐπιδιώξεις τους.
Ἐν τέλει, φαίνεται πὼς μετὰ τὴν εἰσβολὴ τῆς Ρωσίας στὴν Οὐκρανία (2022) καὶ τὴν πολλαπλῆ πολεμικὴ ἀνάφλεξη στὴν Μέση Ἀνατολή (2023), οἱ κοινωνίες ἔχουν θεωρήσει πὼς διεξάγεται μιὰ παγκόσμια σύρραξη ποὺ ἔχει θέσει ἤδη ἐκ ποδῶν κάθε ἀπαγορευτικὸ τοῦ πολέμου κανόνα· πὼς τὸ ὅραμα τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἔχει ξεθωριάσει πιά· πὼς οἱ ἄνθρωποι γλεντοῦν οἱ δυστυχεῖς τὴν ἀπωθημένη παλιανθρωπιά τους, καὶ πὼς εὑρισκόμενοι ἐκ νέου στὸ σταυροδρόμι τῆς Ἀρετῆς καὶ τῆς Κακίας, ὁδεύουν τώρα κατ’ εὐθείαν πρὸς τοῦ Κακοῦ τὴν Σκάλα, πρόθυμοι γιὰ ἄγνωστες, καταλυτικὲς καὶ ἀνυπολόγιστες συμφορές, δίχως νὰ συλλογίζονται πώς, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, μπορεῖ ἀκόμη, μοιραῖοι καὶ ἄβουλοι, νὰ αὐτοκαταστραφοῦν.

