Του Αργύρη Μυστακίδη, Φυσικού, Φροντιστή, Εκπαιδευτικού Αναλυτή
Το πολυπόθητο πτυχίο, το «χαρτί», αποτέλεσε και αποτελεί το όνειρο της ελληνικής οικογένειας για τα παιδιά της, σε τέτοιο βαθμό, ώστε σε χρονικό βάθος τουλάχιστον μισού αιώνα, να την ωθήσει στην κινητοποίηση κάθε διαθέσιμου υλικού και ψυχολογικού της πόρου για την κατάκτησή του. Πλείστα όσα βάσανα, ευτράπελα και κωμικοτραγικά γεγονότα συνόδευσαν και συνοδεύουν την «ιερή» αυτή προσπάθεια.

Το συλλογικό ενδιαφέρον για το «χαρτί» παραμένει αμείωτο μέχρι σήμερα, γεγονός που πιστοποιείται από τα αμέτρητα κλικ που συλλέγει κάθε σχετική με τις Πανελλαδικές εξετάσεις είδηση ή κάποια επικείμενη αλλαγή που τις αφορά, κάτι που αξιοποιούν δεόντως όλα τα ψηφιακά μέσα, κάνοντας την τρίχα τριχιά, για οποιαδήποτε σχετική πληροφορία.
Μιας και την τελευταία περίοδο η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις εξαγγελίες της κυβέρνησης για την καθιέρωση του λεγόμενου «Εθνικού Απολυτηρίου» (τις απόψεις μας για αυτό και τον τρόπο που πάει να υλοποιηθεί καταθέσαμε σε παλαιότερο άρθρο μας) θα ήταν ίσως σκόπιμο να επιχειρήσουμε μια προσπάθεια ανίχνευσης των κινήτρων πίσω από το εναγώνιο κυνήγι του «χαρτιού» και αν αυτό άφησε, σε βάθος χρόνου, θετικό αντίκτυπο στην εξέλιξη και ευημερία της κοινωνίας μας.

Είναι γεγονός ότι οι σπουδές, αποτέλεσαν μοχλό ανοδικής κινητικότητας ενός μεγάλου μέρους της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας και οδήγησαν στον σταδιακό μετασχηματισμό της, αποδίδοντας απτό όφελος στους κατόχους πανεπιστημιακών τίτλων και στον περίγυρό τους. Όφελος υλικό και όχι μόνο, αφού η παράμετρος της κοινωνικής καταξίωσης δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υποτιμηθεί. Το φαινόμενο ήταν φυσικό να ωθήσει τη νεολαία των επόμενων γενεών, και τις οικογένειές τους, στην επένδυση ακόμη μεγαλύτερου ζήλου και πόρων προς την διεκδίκηση ενός πανεπιστημιακού τίτλου.
Τα πράγματα άρχισαν όμως να λαμβάνουν μια διαφορετική τροπή μετά την μεταπολίτευση, καθώς αυτή σηματοδότησε την ξέφρενη ρουσφετολογική χρήση του κρατικού μηχανισμού, που παρείχε πρόσθετους λόγους για την απόκτηση του «χαρτιού». Το «χαρτί» ήταν πλέον το διαβατήριο για το βόλεμα, για το μικρό ή μεγαλύτερο ρουσφέτι. Με το «χαρτί» η πόρτα του ποθητού «δημοσίου» άνοιγε πολύ πιο εύκολα. Και δεν ήταν λίγα τα οφέλη για όσους τα κατάφερναν μιας και η ανισότητα -για εκείνες τις «χρυσές» εποχές- μεταξύ κόπου και απολαβής, ανάμεσα στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, ήταν εξόφθαλμη.

Το φαινόμενο δεν ήταν δυνατό να αφήσει αλώβητο το Πανεπιστήμιο, το οποίο προσαρμόστηκε, ταχύτατα και εντυπωσιακά, στις λαϊκές προσταγές: «δώσε το χαρτί κι άσε τις λεπτομέρειες για τους σχολαστικούς», τη βοηθεία όλων των κυβερνήσεων. Η λογική του «χαρτιού για το χαρτί» αλλοίωσε πλήρως το νόημα και τον χαρακτήρα τόσο των σπουδών -ως διαδρομής προσωπικής εξέλιξης και κατάκτησης ανταγωνιστικών δεξιοτήτων-, αλλά και του ίδιου του Πανεπιστημίου ως φορέα προαγωγής και παραγωγής γνώσης, καινοτομίας και κατ’ επέκταση κοινωνικής ευημερίας.
Η αρνητική τροφοδότηση λειτούργησε αμφίδρομα:
Η ανάγκη για το «χαρτί» -και όχι για την ουσία που το συνοδεύει, την πνευματική δηλαδή αφύπνιση και εξέλιξη του κατόχου του ώστε να αποτελέσει κύτταρο κοινωνικής εξέλιξης- ώθησε τις κυβερνήσεις σε μια καθαρά λαϊκίστικη προσέγγιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δημιουργώντας ένα πληθωριστικό πανεπιστημιακό τοπίο, προσανατολισμένο αποκλειστικά στην ικανοποίηση του στρεβλού κοινωνικού αιτήματος για το «χαρτί» και όχι για τις ουσιαστικές σπουδές. Ο διεκπεραιωτικός χαρακτήρας, ως φορέα παροχής -πρωτίστως- τίτλων, εδραιώθηκε στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλοιώνοντας και καταστρέφοντας πολλά από τα ζωτικά της χαρακτηριστικά.

Από την άλλη μεριά, η πληθώρα πανεπιστημιακών τμημάτων, και η συνακόλουθη ευκολότερη εισαγωγή σε αυτά , άνοιξε περισσότερο την όρεξη για το «χαρτί» σε μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας.
Η κατάληξη γνωστή: Εκατοντάδες τα πανεπιστημιακά τμήματα, χιλιάδες οι πτυχιούχοι, λίγοι οι ουσιαστικά μορφωμένοι και πολλοί οι παραμορφωμένοι από την ψυχοφθόρα διαδικασία εισαγωγής. Ένα άναρχο τοπίο σχολών και τμημάτων, με τίτλους, που πολλές φορές καθιστούν γρίφο την αναγνώριση του αντικειμένου σπουδών τους, δομημένο χωρίς κεντρικό σχεδιασμό και στόχευση.
Εξέλιξη αριθμού πτυχιούχων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, 1973-2013

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ
Μετά το 2008, και καθώς οι συνθήκες που τροφοδότησαν τον πανεπιστημιακό πληθωρισμό, άρχισαν σταδιακά να εκλείπουν, ελέω της οικονομικής -και όχι μόνο- κρίσης, θα περίμενε κανείς να επέλθει μια εκλογίκευση τόσο στη σκέψη της ελληνικής κοινωνίας για τους λόγους επιλογής των σπουδών, όσο και στο ίδιο το Πανεπιστήμιο ώστε να αποτελέσει ουσιαστικό μοχλό για την ανάταξη της λαβωμένης -και όχι αναίτια- εθνικής μας αξιοπρέπειας. Δυστυχώς, όμως, κάτι τέτοιο δε συνέβη, τουλάχιστον στο βαθμό, που θα ήταν ευδιάκριτο και θα συνέβαλλε στην αναπλαισίωση της συλλογικής μας σκέψης για τον πραγματικό λόγο των σπουδών και το ρόλο του Πανεπιστημίου.
Φτάνουμε έτσι στο σήμερα, στην εποχή της 4ης Βιομηχανικής επανάστασης, στην εποχή της εκρηκτικής εμφάνισης της τεχνητής νοημοσύνης και της συνακόλουθης κοσμογονίας που επιφέρει, με τη δημόσια συζήτηση να στρέφεται —εθελοτυφλώντας για ακόμη μία φορά— στις διαδικαστικές λεπτομέρειες που αφορούν τον τρόπο πιστοποίησης της γνώσης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Πρόκειται για άλλη μια παταγώδη συλλογική αποτυχία, ενδεικτική της υφέρπουσας πολυεπίπεδης παθογένειας που μας εμποδίζει να δράσουμε ουσιαστικά και να επιλύσουμε θεμελιώδη εκπαιδευτικά, και όχι μόνο, ζητήματα. Αγνοούμε έτσι τον «ελέφαντα στο δωμάτιο»: την ουσία των σπουδών στον 21ο αιώνα και τον ρόλο του Πανεπιστημίου ως φορέα αναζωογόνησης της βαλτωμένης και αποπροσανατολισμένης πορείας της ελληνικής κοινωνίας, σε έναν κόσμο όπου η καινοτόμος σκέψη αποτελεί το κλειδί για την επιβίωση και την πρόοδο κάθε κοινωνίας.
Είναι, τω όντι, λογική πρόκληση να παρουσιάζεται ως καινοτομία —και ακόμη πιο προκλητική η επίκληση στη δήθεν αντικειμενικοποίηση της διαδικασίας— η προαγωγή και απόλυση των μαθητών με εξετάσεις στις οποίες τα θέματα θα είναι γνωστά εκ των προτέρων. Όταν οι καιροί επιτάσσουν προσαρμογή σε ραγδαία εξελισσόμενες μεταβολές, μέσω πρωτότυπης και ευέλικτης σκέψης, εμείς επιλέγουμε να εκπαιδεύσουμε τους νέους μας με τη «λογική» της εκ των προτέρων γνωστής απάντησης, υπονομεύοντας την εκπαιδευτική διαδικασία και δίδοντάς της ως μοναδικό στόχο την αποστήθιση των απαντήσεων και όχι την κατάκτηση της υποκείμενης γνώσης.

Εντύπωση, πάντως, προκαλεί και το γεγονός ότι ούτε η αφορμή της ίδρυσης και λειτουργίας των ιδιωτικών Πανεπιστημίων, με όλους τους νομικούς -και όχι μόνο- προβληματισμούς που τη συνοδεύουν, στάθηκε ικανή για μια επί της ουσίας δημόσια συζήτηση για τον πραγματικό ρόλο των σπουδών και του Πανεπιστημίου στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.
Συμπέρασμα:
Το ελληνικό Πανεπιστήμιο στην ιστορική του διαδρομή και ουσιαστική αξία απέδωσε στην ελληνική κοινωνία, αλλά και μοχλό ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας αποτέλεσε. Στην πορεία του όμως, ειδικά μετά τη μεταπολίτευση, εξυπηρέτησε κυρίως το λαϊκό αίτημα για το «χαρτί», το τυπικό δηλαδή προσόν, ως μέσο για το «βόλεμα» και όχι για την προσωπική και συλλογική πρόοδο. Και ενώ σταδιακά το «χαρτί» έπαψε να εξασφαλίζει το «βόλεμα», η ελληνική κοινωνία επέδειξε μια απίστευτη αδράνεια στο να συλλάβει και να επεξεργαστεί τα μηνύματα των καιρών, ώστε και τις επιλογές της να αναθεωρήσει και ένα νέο συλλογικό αίτημα για το ρόλο των σπουδών και του Πανεπιστημίου, ικανό να οδηγήσει σε γενναίες πολιτικές αποφάσεις, να εγείρει μετ’ επιτάσεως.

Ενώ η επιστήμη προχωρά μαθαίνοντας από τα λάθη της, δια της δοκιμής και του σφάλματος, (“by trial and error”), η ελληνική κοινωνία επιμένει να παθαίνει χωρίς να μαθαίνει, με αποτέλεσμα να βυθίζεται, έτι περαιτέρω, σε αδιέξοδα, ανακυκλώνοντας παθογένειες και κυρίως ναρκοθετώντας το μέλλον της. Τα Πανεπιστήμιά μας είναι, επί της αρχής, φορείς προσωπικής και πρωτίστως συλλογικής ανάπτυξης και ευημερίας, αλλά μόνο όταν η κοινωνία τους αναθέτει το ρόλο αυτό και όταν τα ίδια προασπίζονται με σθένος την υψηλή, αυτή τους, αποστολή.
Υπάρχει ελπίδα;
Θέλουμε να πιστεύουμε πως ναι, αρκεί να εστιάσουμε στην ουσία που καλείται να υπηρετήσει η τριτοβάθμια εκπαίδευση και όχι στο περίβλημα.
Είναι καιρός να συμβάλουμε όλοι στην οικοδόμηση ενός Πανεπιστημίου της ουσίας και όχι της διεκπεραιωτικής πιστοποίησης· ενός Πανεπιστημίου που θα συνδεθεί οργανικά με τις σύγχρονες και μελλοντικές ανάγκες της κοινωνίας, θα τις διαγνώσει και θα τις υπηρετήσει δυναμικά και πρωτοπόρα. Δημόσιο ή Ιδιωτικό οφείλει να αποδώσει και πάλι πραγματική αξία στην κοινωνία.

Έργο δύσκολο και σίγουρα επίπονο, που θα απαιτήσει πολιτική αποφασιστικότητα, ρίξεις με ισχυρά παγιωμένες νοοτροπίες και εξόχως αδρανείς μηχανισμούς, και πάνω απ’ όλα μακρόπνοο σχεδιασμό. Έργο, όμως, απολύτως αναγκαίο, αν θέλουμε η γνώση να ξαναγίνει κινητήριος δύναμη προόδου και ευημερίας της χώρας και της κοινωνίας μας.



Και φθάνουμε στο τέλος του άρθρου ,του με λεπτομερή περιγραφή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε στην Μεταπολίτευση (την περιλαμβάνουν ολόκληρη όσοι θέλουν να κρύψουν την ”θεογονία” των αλλαγών στην εκπαίδευση από τις κυβερνήσεις της πρώτης και δευτέρας φοράς Αριστεράς) για ”το χαρτί” και το ”βόλεμα” στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση στα Πανεπιστήμια ,-τα οποία δυστυχώς -δεν έδιναν και καλά ”χαρτιά” για το βόλεμα ,γιαυτό και έχουμε το κάτω του μετρίου -πλην εξαιρέσεων – υπαλληλικό (με πτυχία ”χαρτιά’) προσωπικό στις κρατικές υπηρεσίες , που ταλαιπωρούν τους Έλληνες, με άστοχες και παράλογες ενέργειές τους ή ”κουφές” παραλείψεις τους .
Καταλήγει- ο εξαίρετος αρθρογράφος -κ. Μυστακίδης ”θα απαιτηθεί πολιτική αποφασιστικότητα , ρήξεις με ισχυρά παγιωμένες νοοτροπίες…” -χωρίς να αναφέρει από ποιους πολιτικούς και πολιτικά κόμματα -,γιατί οι όποιες αλλαγές γίνονται με νόμους που ψηφίζονται στη Βουλή.
Να θυμίζουμε νόμους για την εκπαίδευση , που δεν ψηφίσθηκαν μετά το 1990 όταν είχαμε κυβερνήσεις τις Νέας Δημοκρατίας , που ήθελαν να αλλάξουν την νοοτροπία ”του πανεπιστημιακού χαρτιού και του βολέματος στο κράτος ” ;;;.
Δεν αλλάζει η νοοτροπία της Αριστεράς , που θεωρεί την Αριστεία ντροπή και την αξιολόγηση περιττή και στα Δημοτικά Σχολεία ”κάνει σημαιοφόρους ” τους τυχερούς από κλήρωση .
Πόσα άλλαξαν από την δική μας εποχή που και τα Δημοτικά και τα Γυμνάσια και τα Πανεπιστήμια έδιναν στην ελληνική κοινωνία άξιους και χρήσιμους νέους;;;.
Υ.Γ Ασχέτως ποιοι μας κυβερνούν ,σκεπτόμενους Έλληνες θέλουμε για να ανεβάσουμε την πατρίδα .