Ιρανός βουλευτής δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με ακόμη μεγαλύτερες διαδηλώσεις, εάν δεν αντιμετωπίσει τα αιτήματα και την αγανάκτηση της κοινωνίας, μετά από περισσότερες από δύο εβδομάδες πανεθνικών κινητοποιήσεων. Αξιωματούχοι αναφέρουν ότι περίπου 2.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στις ταραχές.
Παρά τις διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα και έπειτα απο χρόνια εξωτερικής πίεσης, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ρήγματος στις δυνάμεις ασφαλείας της Ισλαμικής Δημοκρατίας που θα μπορούσε να οδηγήσει στο τέλος ενός από τα πιο ανθεκτικά καθεστώτα παγκοσμίως.
Της Samia Nakhoul
13 Ιανουαρίου 2026, 14:52 (GMT+2)
Διαμαρτυρία για την κατάρρευση της αξίας του νομίσματος, στην Τεχεράνη
Ιρανοί διαδηλωτές συγκεντρώνονται σε δρόμο κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας για την κατάρρευση της αξίας του νομίσματος, στην Τεχεράνη, Ιράν, 8 Ιανουαρίου 2026. Stringer/WANA (West Asia News Agency) μέσω REUTERS.
Σύνοψη
- Οι διαδηλωτές έρχονται αντιμέτωποι με το «βαθύ κράτος» και παγιωμένους μηχανισμούς ασφαλείας πιστούς στο καθεστώς
- Περίπου 2.000 νεκροί στις διαδηλώσεις, σύμφωνα με αξιωματούχο
- Οι απειλές του Τραμπ ανεβάζουν το διακύβευμα, αλλά –σύμφωνα με αναλυτές– δεν υπάρχουν ακόμη ρήγματα στην κορυφή
ΝΤΟΥΜΠΑΪ, 13 Ιανουαρίου (Reuters) – Παρά τις πανεθνικές διαδηλώσεις στο Ιράν και τα χρόνια εξωτερικής πίεσης, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ρήγματος στις ελίτ ασφαλείας της Ισλαμικής Δημοκρατίας που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο τέλος ενός από τα πιο ανθεκτικά καθεστώτα παγκοσμίως.
Προσθέτοντας πίεση στους θρησκευτικούς ηγέτες του Ιράν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα απειλήσει με στρατιωτική δράση λόγω της σκληρής καταστολής των διαδηλώσεων από την Τεχεράνη, οι οποίες ακολουθούν ισραηλινή και αμερικανική εκστρατεία βομβαρδισμών πέρυσι κατά του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και κορυφαίων αξιωματούχων.
Ωστόσο, εκτός εάν η λαϊκή αναταραχή και η εξωτερική πίεση οδηγήσουν σε αποσκίρτηση στελεχών στην κορυφή, το κατεστημένο –αν και αποδυναμωμένο– πιθανότατα θα αντέξει, δήλωσαν στο Reuters δύο διπλωμάτες, δύο κυβερνητικές πηγές στη Μέση Ανατολή και δύο αναλυτές.
Περίπου 2.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στις διαδηλώσεις, δήλωσε Ιρανός αξιωματούχος στο Reuters, αποδίδοντας τους θανάτους αμάχων και στελεχών των δυνάμεων ασφαλείας σε άτομα που χαρακτήρισε «τρομοκράτες». Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων είχαν προηγουμένως καταγράψει περίπου 600 θανάτους.
Η πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική ασφαλείας του Ιράν, με πυρήνα τους Φρουρούς της Επανάστασης και την παραστρατιωτική δύναμη Basij —που μαζί αριθμούν σχεδόν ένα εκατομμύριο άτομα— καθιστά την εξωτερική εξαναγκαστική πίεση χωρίς εσωτερικό ρήγμα εξαιρετικά δύσκολη, δήλωσε ο Βαλί Νασρ, Ιρανοαμερικανός ακαδημαϊκός και ειδικός στις περιφερειακές συγκρούσεις και την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
«Για να πετύχει κάτι τέτοιο, πρέπει να υπάρχουν πλήθη στους δρόμους για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Και πρέπει να υπάρξει διάσπαση του κράτους. Τμήματα του κράτους —και ιδίως οι δυνάμεις ασφαλείας— πρέπει να αποσκιρτήσουν», είπε.
Η ιρανική αποστολή στον ΟΗΕ στη Γενεύη, το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών και ο Λευκός Οίκος δεν απάντησαν άμεσα σε αιτήματα για σχόλιο που εστάλησαν εκτός ωραρίου.
Ο Ανώτατος Ηγέτης αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, 86 ετών, έχει επιβιώσει από αρκετά προηγούμενα κύματα αναταραχών. Πρόκειται για την πέμπτη μεγάλη εξέγερση από το 2009, ένδειξη ανθεκτικότητας και συνοχής, ακόμη κι αν η κυβέρνηση αντιμετωπίζει μια βαθιά και άλυτη εσωτερική κρίση, δήλωσε ο Πολ Σάλεμ του Middle East Institute.
Για να αλλάξει αυτό, οι διαδηλωτές θα έπρεπε να δημιουργήσουν αρκετή δυναμική ώστε να υπερνικήσουν τα παγιωμένα πλεονεκτήματα του κράτους: ισχυρούς θεσμούς, μια σημαντική κοινωνική βάση πιστή στη θεοκρατική εξουσία, καθώς και τη γεωγραφική και δημογραφική κλίμακα μιας χώρας 90 εκατομμυρίων ανθρώπων, δήλωσε ο Άλαν Άιρ, πρώην Αμερικανός διπλωμάτης και ειδικός στο Ιράν.
Η επιβίωση, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με σταθερότητα, σημείωσαν οι αναλυτές. Η Ισλαμική Δημοκρατία αντιμετωπίζει μία από τις σοβαρότερες προκλήσεις της από το 1979. Οι κυρώσεις έχουν στραγγαλίσει την οικονομία χωρίς σαφή οδό ανάκαμψης. Στρατηγικά, δέχεται πιέσεις από το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, το πυρηνικό της πρόγραμμα έχει υποβαθμιστεί και ο περιφερειακός «Άξονας της Αντίστασης» —οι σύμμαχες ένοπλες οργανώσεις-πληρεξούσιοι— έχει αποδυναμωθεί από βαριές απώλειες σε Λίβανο, Συρία και Γάζα.
Ο Νασρ δήλωσε ότι, αν και δεν θεωρεί πως η Ισλαμική Δημοκρατία έχει φτάσει στη «στιγμή της πτώσης», βρίσκεται πλέον «σε μια κατάσταση μεγάλης δυσκολίας για το μέλλον».
Οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν στις 28 Δεκεμβρίου ως αντίδραση στην εκτίναξη των τιμών, πριν στραφούν ανοιχτά κατά της θεοκρατικής εξουσίας. Πολιτικά, η βίαιη καταστολή έχει διαβρώσει περαιτέρω ό,τι είχε απομείνει από τη νομιμοποίηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Η οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων HRANA, με έδρα τις ΗΠΑ, αναφέρει ότι έχει επιβεβαιώσει τον θάνατο 573 ανθρώπων —503 διαδηλωτών και 69 στελεχών των δυνάμεων ασφαλείας. Περισσότερα από 10.000 άτομα έχουν συλληφθεί, σύμφωνα με την οργάνωση.
Το Ιράν δεν έχει ανακοινώσει επίσημο απολογισμό θυμάτων και το Reuters δεν μπόρεσε να επαληθεύσει ανεξάρτητα τα στοιχεία.
Ο Τραμπ εξετάζει επιλογές εν μέσω της καταστολής στο Ιράν
Αυτό που διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία και ανεβάζει το διακύβευμα, όπως επισημαίνουν αναλυτές, είναι οι ρητές προειδοποιήσεις του Τραμπ ότι η δολοφονία διαδηλωτών θα μπορούσε να πυροδοτήσει αμερικανική παρέμβαση.
Ο Τραμπ θα συναντηθεί την Τρίτη με ανώτερους συμβούλους για να συζητήσει επιλογές σχετικά με το Ιράν, δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος στο Reuters την Κυριακή. Η Τεχεράνη ανέφερε ότι διατηρεί ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ, ο οποίος δηλώνει ότι ενδέχεται να συναντηθεί με Ιρανούς αξιωματούχους, απείλησε τη Δευτέρα με επιβολή δασμών σε χώρες που συναλλάσσονται με το Ιράν. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τεχεράνης.
Σε τηλεφωνική επικοινωνία το Σάββατο, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο συζήτησαν το ενδεχόμενο αμερικανικής παρέμβασης στο Ιράν, σύμφωνα με ισραηλινή πηγή που ήταν παρούσα στη συνομιλία.
Το ενδιαφέρον του Τραμπ για τις διαδηλώσεις, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι πιθανό να είναι περισσότερο τακτικό παρά ιδεολογικό, ανέφερε ο Σάλεμ. Στόχος θα μπορούσε να είναι η αύξηση της «ευκαμψίας» του καθεστώτος — η αποδυνάμωση του κράτους σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποσπαστούν παραχωρήσεις, όπως περιορισμοί στο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε αίτημα σχολιασμού σχετικά με τους στόχους του Τραμπ στο Ιράν.
Η ιδέα ενός «μοντέλου Βενεζουέλας» κερδίζει έδαφος σε ορισμένους κύκλους στην Ουάσιγκτον και την Ιερουσαλήμ, ανέφεραν ένας διπλωμάτης και τρεις από τους αναλυτές. Το σενάριο αυτό προβλέπει την απομάκρυνση της ανώτατης εξουσίας του Ιράν, με ταυτόχρονο μήνυμα προς τον υπόλοιπο κρατικό μηχανισμό: παραμείνετε στη θέση σας, εφόσον συνεργαστείτε.
Η εφαρμογή ενός τέτοιου μοντέλου στο Ιράν, ωστόσο, προσκρούει σε σοβαρά εμπόδια: ένα κράτος ασφάλειας εδραιωμένο εδώ και δεκαετίες, βαθιά θεσμική συνοχή και μια χώρα πολύ μεγαλύτερη και εθνοτικά πιο σύνθετη.
Δύο περιφερειακοί αξιωματούχοι και δύο από τους αναλυτές δήλωσαν στο Reuters ότι μια ξένη στρατιωτική επέμβαση θα μπορούσε να διαρρήξει το Ιράν κατά μήκος εθνοτικών και θρησκευτικών γραμμών, ιδιαίτερα σε κουρδικές και σουνιτικές περιοχές των Μπαλούχων, οι οποίες έχουν ιστορικό αντίστασης.
Προς το παρόν, υπάρχουν περιορισμοί. Τα αμερικανικά στρατιωτικά μέσα είναι δεσμευμένα αλλού, αν και διπλωμάτες σημείωσαν ότι οι αναπτύξεις θα μπορούσαν να αλλάξουν γρήγορα.
Ο Ντέιβιντ Μακόφσκι του The Washington Institute, δεξαμενής σκέψης, δήλωσε ότι εάν ο Τραμπ κινηθεί, αναμένει μια ταχεία ενέργεια υψηλού αντίκτυπου, και όχι μια παρατεταμένη εκστρατεία — σε συμφωνία με την προτίμηση του προέδρου σε πρόσφατες συγκρούσεις για μία και μόνη αποφασιστική κίνηση, αντί για ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων.
«Αναζητά αυτή τη μία κίνηση που θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα· αλλά ποια είναι αυτή;» διερωτήθηκε ο Μακόφσκι.
Οι επιλογές κυμαίνονται από θαλάσσια πίεση στις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου έως στοχευμένα στρατιωτικά ή κυβερνοχτυπήματα — όλες όμως ενέχουν σοβαρούς κινδύνους.
Ορισμένα μέτρα, σύμφωνα με όλες τις πηγές, θα μπορούσαν να μείνουν κάτω από το όριο της χρήσης βίας, όπως η αποκατάσταση της πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω Starlink, ώστε να διευκολυνθεί η επικοινωνία των διαδηλωτών.
Ο Λευκός Οίκος και το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ δεν απάντησαν στις ερωτήσεις του Reuters σχετικά με το αν και ποια δράση ενδέχεται να αναλάβει ο Τραμπ.
«Ο Τραμπ μερικές φορές χρησιμοποιεί τις απειλές για να καθυστερήσει αποφάσεις, άλλες φορές για να αποτρέψει αντιπάλους και άλλες για να σηματοδοτήσει ότι πράγματι ετοιμάζεται να παρέμβει», δήλωσε ο Μακόφσκι. «Απλώς δεν γνωρίζουμε ακόμη ποιο από αυτά ισχύει εδώ».
Ρεπορτάζ: Samia Nakhoul
Επιμέλεια: Frank Jack Daniel


