του Πλάμεν Τόντσεφ8
Την ώρα που φλέγεται η Μέση Ανατολή και πολιορκείται το Ιράν, είναι εντυπωσιακή η προσεκτική στάση της Κίνας, σημαντικού εταίρου της Τεχεράνης. Ενώ το Πεκίνο κατακεραυνώνει την στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ, αποφεύγει να στηρίξει το Ιράν εμπράκτως, παρά την στενή εταιρική σχέση μαζί του. Υπενθυμίζεται ότι, με την υποστήριξη της Κίνας και της Ρωσίας, το Ιράν κατέστη πλήρες μέλος του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης το 2023 και της ομάδας BRICS ένα χρόνο αργότερα.
H παθητική στάση της Ρωσίας είναι εν πολλοίς αναμενόμενη – η Μόσχα είναι απασχολημένη με τον τετραετή πλέον πόλεμο της Ουκρανίας, στον οποίον δεν έχει καταγάγει την νίκη που θεωρούσε δεδομένη τον Φεβρουάριο του 2022. Ως αποτέλεσμα, έχει παραγκωνιστεί σε μεγάλο βαθμό από το μωσαϊκό της Μέσης Ανατολής. Πού οφείλεται, όμως, η αδράνεια του Πεκίνου σ’ αυτόν τον πόλεμο που ενδέχεται να αναδιατάξει τον συσχετισμό δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο και την Ανατολική Μεσόγειο;
Προνομιακός συνομιλητής του Πεκίνου η Τεχεράνη
Παρά τις πολυετείς οικονομικές κυρώσεις που υφίσταται από την Δύση, η Τεχεράνη πάντα ήταν προνομιακός συνομιλητής και πολύτιμος εταίρος του Πεκίνου. Μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα, η Κίνα αγόραζε από το Ιράν πάνω από 1 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως – ποσότητες που αντιστοιχούν σε τουλάχιστον 13% του συνόλου των κινεζικών εισαγωγών αργού πετρελαίου.
Την ίδια στιγμή, όμως, το Πεκίνο είναι αναγκασμένο να κρατήσει λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο Ιράν και τις μοναρχίες του Κόλπου, από τις οποίες προμηθεύεται δεκαπλάσιες ποσότητες πετρελαίου σε σύγκριση με τις εισαγωγές από το Ιράν.
Ταυτόχρονα, οι σχέσεις της Τεχεράνης και του Πεκίνου δεν είναι ακριβώς ανέφελες. Τον Μάιο του 2021, οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία 25ετούς διάρκειας για κινεζικές επενδύσεις στο Ιράν αξίας 400 δισ. δολαρίων. Φαίνεται, όμως, πως οι Ιρανοί δυσανασχετούν με πολλούς επαχθείς όρους που επιβλήθηκαν από την κινεζική πλευρά, με αποτέλεσμα η υλοποίηση της συμφωνίας να είναι δυσχερής και με πενιχρά αποτελέσματα. Πέντε χρόνια αργότερα, η αξία των κινεζικών επενδύσεων στο Ιράν θα έπρεπε να είχε ανέλθει στα 80 δισ. δολάρια, ενώ στις αρχές του 2026 ο όγκος τους δεν φαίνεται να ξεπέρασε το ποσό των 3 δισ. δολαρίων.
Μειούμενη η επιρροή της Κίνας στην Μέση Ανατολή
Tην τελευταία τριετία η Κίνα έχει δει την επιρροή της τόσο στο Ιράν όσο και στην ευρύτερη περιοχή να μειώνεται αισθητά. Μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ τον Οκτώβριο του 2023 και όσα ακολούθησαν στην Μέση Ανατολή, το Πεκίνο αναγκάστηκε να καταπιεί απανωτά πικρά χάπια. Η διαμεσολαβητική πρωτοβουλία της Κίνας τον Ιούλιο του 2024 για συμφιλίωση 14 παλαιστινιακών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων ήταν η Χαμάς και η Φατάχ, αποδείχθηκε μια διπλωματική πομφόλυγα, με μηδαμινό πρακτικό αποτέλεσμα.
Τις δε αρχικές επικριτικές δηλώσεις των Κινέζων αξιωματούχων για τις εχθροπραξίες στην Γάζα και τα ισραηλινά πλήγματα στην Χεζμπολάχ διαδέχθηκε μια πιο ισορροπημένη θέση και η δημόσια αναγνώριση ότι το Ισραήλ δικαιούται να αναδεικνύει την εθνική του ασφάλεια ως ύψιστη προτεραιότητα.
Τον Δεκέμβριο του 2024, η κινεζική ηγεσία αιφνιδιάστηκε με την ανατροπή του Σύρου προέδρου Άσαντ, ο οποίος μόλις το προηγούμενο έτος είχε επισκεφθεί την Κίνα και είχε υπογράψει μνημόνιο για την προσχώρηση της χώρας του στην εμβληματική πρωτοβουλία για τον νέο Δρόμο του Μεταξιού (Belt and Road Initiative). Σ’ αυτήν την εξέλιξη προστέθηκαν και οι ανησυχίες που προκάλεσε στο Πεκίνο η παρουσία μαχητών Ουιγούρων στην μεταβατική κυβέρνηση της Συρίας.
Η επιτυχία του Ισραήλ στο ξεδόντιασμα του λεγόμενου “άξονα της αντίστασης”, τον οποίον απαρτίζουν οι αντιπρόσωποι (proxies) της Τεχεράνης στην Μέση Ανατολή, έπεισε τους Κινέζους ιθύνοντες ότι το βάρος του Ιράν ως περιφερειακής δύναμης βαίνει μειούμενο. Στην συνέχεια, ο πόλεμος των 12 ημερών και ο βομβαρδισμός των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων από τις ΗΠΑ τον Ιούνιο του 2025 επιβεβαίωσε την διαπίστωση ότι η Τεχεράνη δεν είναι υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη. Χείριστη εντύπωση έχει κάνει στο Πεκίνο και η διείσδυση των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών στα ανώτατα κλιμάκια του ιρανικού καθεστώτος.
Από πέρυσι το Ιράν χρησιμοποιεί το κινεζικό σύστημα γεοεντοπισμού και πλοήγησης BeiDou, αλλά το Πεκίνο αρνείται – επισήμως, τουλάχιστον – να πουλήσει όπλα στις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις. Αναφέρεται πως οι Κινέζοι αναλυτές δυσκολεύονται να καταλάβουν την λογική των ιρανικών πληγμάτων σε γειτονικές χώρες ή το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ ως απάντηση στην αμερικανοϊσραηλινή επίθεση. Ερμηνεύουν αυτήν την επιλογή τόσο ως ένδειξη αδυναμίας και απελπισίας των Φρουρών της Επανάστασης όσο και ως τελείως αντιπαραγωγική κίνηση.
Αλλά η αποδυνάμωση και η απομόνωση του Ιράν δεν είναι ο μόνος λόγος, για τον οποίον η Κίνα δείχνει να αποστασιοποιείται από την Τεχεράνη. Παρά την παραδοσιακή προσήλωσή του σε “πραγματιστική” εξωτερική πολιτική, το Πεκίνο καλείται εκ των πραγμάτων να επανεξετάσει την συνεργασία του μ’ ένα θεοκρατικό καθεστώς που θέτει ως διακηρυγμένο στόχο του την εξάλειψη του Ισραήλ κι έχει ως αποστολή του την εξαγωγή σιιτικού φονταμενταλισμού στην κατά πλειοψηφία σουνιτική Μέση Ανατολή.
Το Πεκίνο βλέπει ότι ακυρώνεται η διαμεσολάβησή του μεταξύ του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας τον Μάρτιο του 2023, η οποία διατυμπανίστηκε ως μεγάλη επιτυχία της κινεζικής διπλωματίας. Ο ρόλος του Ιράν ως μόνιμης πηγής εντάσεων και περιφερειακής αστάθειας δεν συνάδει με τα συμφέροντα της Κίνας, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την σταθερότητα στην περιοχή και την εγγυημένη ροή υδρογονανθράκων του Κόλπου.
Η επιτήδεια ουδετερότητα του Πεκίνου στην σημερινή κρίση εγείρει το ερώτημα αν η Κίνα είναι απλά προσεκτική ή κατ’ ουσίαν ανήμπορη να διαδραματίσει ρόλο στην επίλυση των περιφερειακών συγκρούσεων, αφήνοντας τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να έχουν τον πρώτο λόγο στην περιοχή. Σίγουρα, πάντως, το βάρος του Πεκίνου έχει περιοριστεί στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Εμπεδώνεται η πεποίθηση ότι η Κίνα είναι στην καλύτερη περίπτωση οικονομικός εταίρος, ως πηγή επενδυτικών κεφαλαίων (ως επί το πλείστον, εν είδει δανεισμού) και τεχνολογιών και, πάντως, όχι πάροχος ή εγγυητής ασφάλειας.
Πώς βλέπει το Πεκίνο την επόμενη μέρα;
Ενώ η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν δεν είναι εύκολη υπόθεση και δεν θεωρείται πιθανή σ’ αυτό το στάδιο, η συζήτηση και μόνο γι’ αυτό το ενδεχόμενο θέτει σοβαρό δίλημμα για το Πεκίνο. Βέβαια, την Κίνα θα την βόλευε να συνεργάζεται με έναν εταίρο λιγότερο συγκρουσιακό και πιο προβλέψιμο. Σίγουρα, όμως, δεν θα ήθελε να δει στην Τεχεράνη μια κυβέρνηση φιλοδυτική και, επομένως, αντίθετη στην “σταυροφορία” του Πεκίνου κατά της Δύσης.
Το δεύτερο σενάριο που φαντάζει και πιο πιθανό προς το παρόν είναι ένα Ιράν με το ίδιο θεοκρατικό καθεστώς, ηττημένο και διεθνώς απομονωμένο, με το οποίο το Πεκίνο θα διατηρήσει την εταιρική σχέση του, αλλά με χαμηλότερους ρυθμούς και πιο χαμηλούς τόνους. Συγχρόνως, θα έχει συναλλαγές με όλους στην περιοχή, αναγνωρίζοντας όμως την υπεροχή του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Στην περίπτωση αυτή, η Κίνα θα κληθεί να ασκήσει την “στρατηγική υπομονή” που συχνά τής αποδίδεται, περιμένοντας μια πιο ευνοϊκή διάταξη στην Μέση Ανατολή, η οποία ούτως ή άλλως δεν φημίζεται για την σταθερότητά της.
Το τρίτο σενάριο – και το χειρότερο όλων – είναι αυτό που σχετίζεται με την πλήρη κατάρρευση του Ιράν ως κρατικής οντότητας, με απρόβλεπτες συνέπειες για την περιοχή. Πρόκειται για ένα σενάριο που θα παραπέμπει στο Ιράκ μετά το 2003 ή την Συρία και την Λιβύη μετά την Αραβική Άνοιξη, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Ενώ το ενδεχόμενο αυτό δεν θεωρείται το πιο πιθανό υπό τις σημερινές συνθήκες, θα αποτελούσε εξαιρετικά σοβαρή πρόκληση για το σύνολο της διεθνούς κοινότητας και η Κίνα θα πρέπει να αποδείξει ότι όντως είναι ένας από τους πυλώνες της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Όχι μόνο σε επίπεδο επιδεικτικού και ανούσιου διπλωματικού ακτιβισμού, αλλά ως πραγματική στρατιωτική ειρηνευτική δύναμη και ως πηγή χρηματοδότησης για την ανοικοδόμηση του Ιράν.
(*) Ο Πλάμεν Τόντσεφ είναι Επικεφαλής του Τμήματος Ασιατικών Σπουδών, Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
*Η φωτογραφία είναι επιλογή των Ανιχνεύσεων


