Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Σε προηγούμενο άρθρο μας εξηγήσαμε γιατί το Ισραήλ επιδιώκει να παροξύνει την ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και να τη χρησιμοποιήσει για δικούς του λόγους (αύξηση ισχύος έναντι της Άγκυρας, περαιτέρω προτεκτοροποίηση από το ίδιο Ελλάδας και Κύπρου) Γιατί το Ισραήλ πυροδοτεί την ελληνοτουρκική ένταση- Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος – Militaire.gr. Από κει προέρχονται οι αυτοκαταστροφικοί παραλογισμοί περί προληπτικών πληγμάτων που ανακοίνωσε πρόσφατα ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ. (Αλήθεια η κυβέρνηση δεν πρέπει να ενημερώνει και τα άλλα πολιτικά κόμματα και τον ελληνικό λαό για μείζονες αλλαγές στην αμυντική της στρατηγική;).
Σημειωτέον ότι το Ισραήλ κάνει διάφορα σχέδια επί χάρτου κατά της Τουρκίας, δεν έχει όμως ουδέποτε δεσμευθεί για αμυντική συνδρομή σε Ελλάδα και Κύπρο, αντίθετα διαβεβαιώνει παγίως την ‘Αγκυρα ότι η όποια συνεργασία με Αθήνα και Λευκωσία δεν στρέφεται εναντίον της. Αφήνω την αξιοπιστία οποιασδήποτε τέτοιας δέσμευσης, ακόμα κι αν υπήρχε, από το συγκεκριμένο κράτος (όρα και το πρόσφατο κατατοπιστικό και τραγικό παράδειγμα των Κούρδων της Συρίας).
‘Όμως δεν είναι αυτή η μόνη πίεση που ασκείται επί της Αθήνας, ούτε και η μόνη τάση στο πολιτικό μας προσωπικό. Εδώ και δεκαετίες υφίσταται η αγγλοαμερικανική στρατηγική ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ και, βεβαίως, σε οποιοδήποτε αμυντικό σχήμα της, στρατηγική στην οποία αρχικά αντιστάθηκαν Γερμανία και Γαλλία εν συνεχεία όμως, ως συνήθως, παραδόθηκαν στις ΗΠΑ. Αυτή η πίεση προκάλεσε στο παρελθόν την πολιτική κατευνασμού της Τουρκίας από την κυβέρνηση Σημίτη (S300, Οτσαλάν, Μαδρίτη), αλλά και το σχέδιο Ανάν, κατά παραγγελία των Αμερικανών, ώστε να λυθούν οι ελληνοτουρκικές διαφορές και το κυπριακό, κυριότερα εναπομένοντα εμπόδια στην ένταξη της Τουρκίας.
Οι ΗΠΑ και η ΕΕ θέλουν τώρα την ευόδωση αυτής της πολιτικής, ιδίως στον στρατιωτικό τομέα (SAFEκλπ.) γιατί θέλουν να δέσουν αποφασιστικά την Τουρκία στο δυτικό άρμα, αλλά και για να χρησιμοποιήσουν το όλο στρατιωτικό και εξοπλιστικό δυναμικό της στη σύγκρουση με την Ανατολή και τον Νότο του κόσμου μας, όπως τη βλέπουμε π.χ. στα μέτωπα της Ουκρανίας και του Ιράν. Τα περίφημα προγράμματα για τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης έδωσαν τη μεγάλη ευκαιρία να αρχίσει αυτή η αμυντική συνεργασία ΕΕ και Τουρκίας, συνεργασία που αποτελεί πλήρη παραλογισμό για την Ελλάδα που απειλείται από το 1973 και ξοδεύει ότι έχει και δεν έχει για την άμυνά της από αυτή τη χώρα και, ακόμα περισσότερο, από την Κύπρο μεγάλο τμήμα της οποίας κατέχεται από την Τουρκία! Το ότι γίνονται τέτοιες συζητήσεις, το ότι η Αθήνα και η Λευκωσία δεν αντιδρούν στις αμυντικές συνεργασίες των μελών της ΕΕ με την Τουρκία είναι μια ακόμα ένδειξη του ακραίου αυτοεξευτελισμού και εκφυλισμού των ελληνικών «ελίτ».
Θυμίζουμε ότι πριν από ένα χρόνο Μητσοτάκης και Χριστοδουλίδης συμφώνησαν στην ΕΕ, όπου διέθεταν βέτο, σε συνεργασίες με την Τουρκία σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα κατά το ένα τρίτο του προϋπολογισμού τους, συμφωνία που απέκρυψαν βεβαίως από την ελληνική και κυπριακή κοινή γνώμη και η οποία δεν προκάλεσε καμμιά αξιοσημείωτη αντίδραση, πιθανώς γιατί καμμιά ελληνική πολιτική δύναμη, της «αριστεράς», ή της «εθνικοφρόνου» δεξιάς δεν θέλει να ενοχλήσει τους Αμερικανούς.
Συμφωνία για εννιά μίλια;
Αυτές οι πιέσεις εξηγούν και τη διαφαινόμενη πρεμούρα τώρα του Κυριάκου Μητσοτάκη να κλείσει οπωσδήποτε τα θέματα με την Τουρκία. Στο Μέγαρο Μαξίμου μάλιστα είναι τρομοκρατημένοι με την πιθανότητα να έρθει ο Τραμπ και με το έτσι θέλω να επιβάλλει μια ρύθμιση της αρεσκείας του στα ελληνοτουρκικά που δεν θα μπορούν να «πουλήσουν» στο ελληνικό κοινό. Με τη φόρα που έχει πάρει ο νέος «Χίτλερ» μας, δεν αποκλείεται να ζητήσει να πάρει ο ίδιος τη διακυβέρνηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, όπως ήδη έκανε με τη Γροιλανδία!
Ο κ. Φιντάν άφησε να εννοηθεί ότι μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να «κλείσει» με την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 9 και όχι στα 12 μίλια.
Αρκετοί θα πούνε ότι τρία μίλια χωρικών υδάτων δεν είναι σπουδαίο «αντίτιμο» αν πρόκειται να εξασφαλίσουμε την ειρήνη και μείωση των εξοπλισμών που, στο σημερινό τους επίπεδο, οδηγούν πιθανότατα την Ελλάδα σε νέα χρεωκοπία.
Θα εξασφαλίσει όμως μια τέτοια συμφωνία την καντιανή «αιώνια ειρήνη»; ‘Η μήπως αποτελέσει εφαλτήριο ενός νέου γύρου τουρκικών διεκδικήσεων και απειλών από καλύτερες θέσεις;
Είναι εντελώς απίθανο η Τουρκία να αντιμετωπίσει με ικανοποιητικό τρόπο τις δυσκολίες οριοθέτησης στο αρχιπέλαγος, εγκαταλείποντας ρητά τις διεκδικήσεις της και την απαίτηση αποστρατιωτικοποίησης του ανατολικού Αιγαίου, όπου είναι απαραίτητος σε κάθε περίπτωση ο πλήρης εξοπλισμός τους. Δεν έχει όμως νόημα να συμφωνήσουμε σε ένα θέμα και να αφήσουμε τα υπόλοιπα.
Ακόμα άλλωστε κι αν αυτά γίνονταν, θα επρόκειτο βέβαια για το άνοιγμα του δρόμου της Τουρκίας προς την ευρωάμυνα και την ΕΕ. Κι αυτό με τη σειρά του θα συνεπαγόταν μια περαιτέρω κολοσσιαία ανατροπή του συσχετισμού ισχύος στρατιωτικής, διπλωματικής και πολιτικής, μεταξύ Αθήνας και ‘Αγκυρας.
Χωρίς μάλιστα να είμαστε βέβαιοι ότι μπαίνουμε στη «διαρκή ειρήνη» με την Τουρκία.
Το Αιγαίο εξάλλου είναι μόνο ένα από τα ελληνοτουρκικά «μέτωπα». Τα άλλα δύο είναι η Κύπρος και η Θράκη. Πως είναι δυνατό να κλείσουμε το ένα κατά τρόπο που θα ευνοήσει την Τουρκία στην Ευρώπη και να αφήσουμε ανοιχτά τα δύο άλλα, επιτρέποντας στην ‘Αγκυρα να μας πιέζει από ισχυρότερες θέσεις;
Χωρικά ύδατα: το «πυρηνικό όπλο» της ελληνικής διπλωματίας
‘Εχω υπογραμμίσει σε πολλά προηγούμενα άρθρα ότι η σημασία των χωρικών υδάτων είναι διαφορετική για την Ελλάδα και για την Τουρκία. Στη στρατηγική σκέψη της ‘Αγκυρας επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων συνεπάγεται τον «αποκλεισμό» σε μεγάλο βαθμό των κέντρων της Τουρκίας (Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη) από τη Μεσόγειο.
Αυτός είναι και ο λόγος που η Τουρκία ψήφισε το διαβόητο casus belli.
Η απειλή επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων είναι κατά συνέπεια ένα πολύ ισχυρό πολιτικό και διπλωματικό όπλο της Αθήνας. ‘Ένα είδος διπλωματικού «πυρηνικού όπλου». Και όπως όλα τα πυρηνικά όπλα είναι καλό να μην το χρησιμοποιείς (μονομερής επέκταση των χωρικών υδάτων), ούτε να το εξουδετερώνεις όσο συνεχίζει να υπάρχει απειλή (επέκταση κατόπιν συμφωνίας με την Τουρκία), πριν δηλαδή υπάρξει μια ικανοποιητική συμφωνία για το σύνολο των διαφορών.
Το δικαίωμα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 μίλια πρέπει να διατηρηθεί όσο διατηρείται η αντιπαράθεση με την Τουρκία γιατί είναι το ισχυρότερο διπλωματικό όπλο αποτροπής, το τελευταίο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ως απειλή ή υλοποίηση, πριν από μια στρατιωτική αναμέτρηση.
Προηγείται η Κύπρος
Οι περισσότερς κυβερνήσεις μετά το 1974 έδωσαν προτεραιότητα στο κυπριακό. Δυστυχώς δεν είναι η περίπτωση του κ. Μητσοτάκη που μοιάζει να επιθυμεί να μην υπάρχει η Κύπρος.
Η Κύπρος όμως είναι το πιο τρωτό σημείο της ελληνικής αμυντικής γραμμής που είναι ενιαία και εκτείνεται από την Ορεστιάδα έως την Αμμόχωστο. Και είναι ενιαία όχι γιατί κάποιος την έχει αυθαίρετα χαρακτηρίσει έτσι, αλλά γιατί είναι προφανές ότι καμία κυβέρνηση στην Ελλάδα δεν μπορεί να αδιαφορήσει για το τι συμβαίνει στην Κύπρο, ούτε η Κύπρος μπορεί να αμυνθεί χωρίς τη συνδρομή της Ελλάδας.
Είτε μας αρέσει, είτε όχι, είμαστε «όμηροι» του Κυπριακού, ως αποτέλεσμα των ενεργειών διαφόρων ελληνικών κυβερνήσεων στο παρελθόν που ενεργούσαν ως όργανα των Αγγλοαμερικανών.
Γι’ αυτό και πρέπει η σταθερή και βιώσιμη επίλυση του κυπριακού (όχι βέβαια με παραλλαγές του σχεδίου Ανάν) και η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων να γίνουν πριν ή ταυτόχρονα πάντως με την επίλυση των κυρίως θεμάτων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (Αιγαίο και Θράκη).
Αλλοιώς δεν ξεμπερδεύουμε με την Τουρκία, ούτε και με τους υπόλοιπους διεθνείς νταβατζήδες που θα μπορούν στο μέλλον να εκβιάζουν την Ελλάδα χρησιμοποιώντας την επιρροή τους στο νησί. ‘Οσο και αν φαίνεται τώρα πολύ δύσκολο, ο ελληνικός λαός θα έχει μέλλον μόνο αν αγωνιστεί να ανακτήσει κάποια στοιχεία έστω της κυριαρχίας και στη χώρα του και στην Κύπρο, κυριαρχίας που έχει χάσει σε μεγάλο βαθμό.
Ρεαλιστικές προσδοκίες
Παίρνοντας υπόψιν μας την πραγματική κατάσταση της χώρας μας, την απουσία επεξεργασμένης ελλαδικής και κυπριακής στρατηγικής, τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων με την Τουρκία και τις διεθνείς συνθήκες εύκολα γίνεται σαφές ότι το καλύτερο που μπορούμε να ελπίζουμε ρεαλιστικά είναι η διατήρηση του στάτους κβο.
Πρέπει να ελιχθούμε ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη της γεωπολιτικής πίεσης από την Τουρκία και από το Ισραήλ.
Παρά άλλωστε τις μεγάλες διαφορές και την εχθρότητα μεταξύ τους, Ελλάδα και Τουρκία έχουν κοινό συμφέρον να διατηρήσουν το μεταξύ τους ειρηνικό κλίμα και να μην παρασυρθούν σε σύγκρουση που θα αποβεί εις βλάβη τους και προς όφελος τρίτων.
‘Αλλωστε οι θέσεις Ελλάδας και Τουρκίας για τις μεταξύ τους διαφορές είναι τόσο βαθειά ριζωμένες στις αντίστοιχες εθνικές συνειδήσεις και ιδεολογίες των δύο κρατών που πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να τροποποιηθούν και να προσεγγίσουν.
Ούτε φυσικά η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν τη δυνατότητα σήμερα και για το προβλέψιμο μέλλον να επιβάλλουν τις απόψεις τους στην Τουρκία.
Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια μακρά περίοδος ειρηνικής συνύπαρξης, χωρίς ανάμειξη τρίτων και υστερόβουλων δυνάμεων και μια βαθμιαία έστω και σταδιακή διόρθωση της εξωτερικής μας πολιτικής σε όλες τις υπόλοιπες κατευθύνσεις γιατί η μονοφαγία μας από ΗΠΑ και Ισραήλ έχει εκμηδενίσει το διεθνές αποτύπωμα της Αθήνας και την ισχύ της, παρά τις παραγγελίες πανάκριβων όπλων, καταλληλότερων για να βουλιάξουν την Ελλάδα από ότι να αντιμετωπίσουν την Τουρκία. ‘Όπως και γενικότερα μια ανόρθωση της χώρας μας σε όλα τα επίπεδα. Για να έχουν βρε αδερφέ και κάτι να υπερασπιστούν οι νέοι μας, όχι ένα «άδειο πουκάμισο, μια Ελένη…»
Τυχόν συμφωνία μπορεί να εγκριθεί μόνο με δημοψήφισμα
Το τι θα πράξει ασφαλώς ο κ. Μητσοτάκης δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Στην κυβέρνησή του δεν έχουμε την παραμικρή εμπιστοσύνη, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Μπορεί να θεωρήσει ότι πρέπει να υπογράψει μια συμφωνία με την Τουρκία, χωρίς μάλιστα να έχει καν συνεννοηθεί με τα υπόλοιπα κόμματα.
Μια τέτοια συμφωνία είναι όμως κατ’ ουσίαν συντακτική πράξη ως προς το διεθνές στάτους κβο του ελληνικού κράτους. Δεν είναι μια οποιαδήποτε ρύθμιση. Θα επηρεάσει καθοριστικά το μέλλον του ελληνισμού.
Γι’ αυτό και οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία οφείλει, προτού γίνει οριστική, να τεθεί στην κρίση του ελληνικού λαού με δημοψήφισμα και μόνο μετά να ισχύσει. Δεν αρκούν οι εκλογές για να την νομιμοποιήσουν, όπως ισχυρίζονται παραπλανητικά διάφοροι κύκλοι στο Μαξίμου, υπόπτως προσπαθώντας να αποσείσουν προκαταβολικά ευθύνες και υποψίες.
Αυτή είναι μια θέση που πρέπει από τώρα να υιοθετήσουν και να υπερασπιστούν όλα τα ελληνικά κόμματα. Είναι το πιο ζωτικό θέμα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής για το ελληνικό κράτος και για το μέλλον του ελληνικού λαού.
https://www.militaire.gr/apo-ton-tychodioktismo-ston-endotismo-giati-den-prepei-na-ginei-tora-symfonia-me-tin-toyrkia/


