του Αθανάσιου Μπούνταλη, Χημικού- Ερευνητή
Το ναυάγιο στην Χίο πυροδότησε άλλη μια φορτισμένη συζήτηση γύρω από το πώς και το αν πρέπει γίνεται η φύλαξη των εθνικών συνόρων, αλλά και γύρω από την ευθύνη για την ναυτική τραγωδία. Μια γραμμή κριτικής ήταν ότι η προστασία της ανθρώπινης ζωής και η προστασία της εθνικής επικράτειας είναι δύο στόχοι αμοιβαίως αποκλειόμενοι και ότι όποιος υποστηρίζει την ακεραιότητα των συνόρων δεν μπορεί με ειλικρίνεια να θρηνεί και τον χαμό των νεκρών στην Χίο. Π.χ. η κα Καρυστιανού υπήρξε στόχος τέτοιων επιθέσεων μετά την ανακοίνωσή της.
Η κριτική ήταν: πώς μπορεί να μιλά για «εισβολή» και ταυτοχρόνως να ισχυρίζεται ότι νοιάζεται για τις ζωές επίδοξων εισβολέων;
Λίγο νωρίτερα, την Ελλάδα είχε συγκλονίσει το τροχαίο δυστύχημα των οπαδών του ΠΑΟΚ στην Ρουμανία, με την ύπαρξη βιντεοληπτικού υλικού να προσθέτει στην οδύνη για τον χαμό τους. Αφού η εικασία δυσλειτουργίας του συστήματος lane assist καραρρίφθηκε – το όχημα δεν ήταν εφοδιασμένο με τέτοιο σύστημα – η προσοχή εστράφη στον οδηγό, ιδίως κατόπιν ανακοίνωσης της εισαγγελίας του Λουγκόζ περί ιχνών ναρκωτικών και οινοπνεύματος στο αίμα του. Πολύ ορθώς, αυτό το ζήτημα δεν έγινε πρωτοσέλιδο τις αμέσως επόμενες ημέρες ως ελάχιστος σεβασμός στους νεκρούς και στις οικογένειές τους. Όμως, το ότι αυτά δεν έχουν διαψευσθεί μας αφήνει να συμπεράνουμε ότι υπαίτιος για το δυστύχημα ήταν πράγματι ο οδηγός.
Ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν σημαίνει ότι επιχαίρουμε για αυτούς τους θανάτους, ούτε μειώνει την συμπόνια μας στους συγγενείς και φίλους των νεκρών. Μπορούμε να αναγνωρίζουμε την ευθύνη του οδηγού και την ανάγκη αυστηρότερης αστυνόμευσης, και ταυτοχρόνως να θρηνούμε τον χαμό τόσο του ιδίου όσο και των φίλων του. Αλλά όσο τα αισθήματα καταλαγιάζουν, η λογική επιβάλλει την αναζήτηση ευθυνών για την αποφυγή άλλων τέτοιων – ή χειρότερων – τραγωδιών. Αντιστοίχως, μπορούμε να θρηνούμε τους νεκρούς του ναυτικού δυστυχήματος, αλλά και να κάνουμε ορθολογική απόδοση ευθυνών.
Αυτό πρέπει να ξεκινήσει από μια βασική παραδοχή: Νομιμοποιείται ένα κράτος να περιφρουρεί την επικράτειά του, ή όχι;
Αν συμφωνήσουμε ότι το κράτος νομιμοποιείται σε αυτή την αποστολή του, τότε αυτή η νομιμοποίηση δεν μπορεί προϋποθέτει και την σύμφωνη γνώμη των λαθροδιακινητών, συμφέρον των οποίων είναι να την αμφισβητήσουν στην πράξη. Η ύπαρξη δύο αντιδιαμετρικώς αντιθέτων κινήτρων νομοτελειακά θα οδηγήσει σε αντιπαραθέσεις, οι οποίες δυστυχώς μπορεί να έχουν και θύματα. Άρα μαζί με την αποστολή αποδεχόμαστε και το εγγενές της ρίσκο.
Από την άλλη, μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν το αποδεχόμαστε και ότι η πιθανότητα τέτοιων δυστυχημάτων πρέπει να μηδενισθεί. Αφενός, αυτό συνεπάγεται ότι η φύλαξη των συνόρων θα επιτελείται μόνον αν οι λαθροδιακινητές και το τουρκικό κράτος έχουν την ευγενή καλοσύνη να συναινέσουν σε έλεγχο, καταργώντας έτσι τα σύνορα στην πράξη. Αφετέρου, αν γενικεύσουμε την αρχή μηδενικού ρίσκου, θα πρέπει να την εφαρμόσουμε και πέραν της λαθρομετανάστευσης. Π.χ. δεν θα πρέπει να διενεργείται κανένας τροχαίος έλεγχος και καταδίωξη, αφού ένας μη συμμορφούμενος οδηγός μπορεί να προκαλέσει τροχαίο.
Δυστυχώς, η ετερογονία των σκοπών καθιστά και την απουσία κρατικής επιβολής αιματηρή, απλώς σε δεύτερο χρόνο, σε άλλο σημείο και με άλλα θύματα. Ένας αυστηρός τροχαίος ή συνοριακός έλεγχος μπορεί να είχε αποτρέψει τον θάνατο των οπαδών του ΠΑΟΚ, όπως και μια πιο επιτυχής φύλαξη συνόρων θα είχε αποτρέψει την κακοποίηση της Μυρτούς Παπαδομιχελάκη στην Πάρο από τον παρανόμως εισελθέντα Αχμέτ Βακάς, ή την διέλευση μέσω Λέρου των τρομοκρατών της επίθεσης του Bataclan (ICCT, 2025, σελ. 13).
Είναι αφελές, ίσως και λίγο μεσσιανικό εκ μέρους μας, να πιστεύουμε ότι μπορούμε να τους προστατεύσουμε όλους, ακόμα και από τις ίδιες τις αποφάσεις τους. Αναγνωρίζοντας την ανεπάρκειά μας αναγκαζόμαστε να αποφασίσουμε τίνος την ασφάλεια θέτουμε ως πρώτιστη ευθύνη: των Ελλήνων πολιτών και όσων νομίμως διαμένουν στην Ελλάδα, ή όσων αποφασίζουν μια επικίνδυνη διάβαση, εισερχόμενοι παρανόμως, με αδιευκρίνιστα κίνητρα και ανεξακρίβωτη ταυτότητα; Οι ακτιβιστές των ανοιχτών συνόρων έχουν δώσει απάντηση στο ερώτημα, και αυτή φαίνεται από την απουσία αγανάκτησης για την Μυρτώ και άλλες σαν εκείνη. Αυτό είναι δικαίωμά τους, και χαρακτηρίζει τους ιδίους. Αλλά ένα κράτος έχει θεσμική υποχρέωση να προστατεύει την ασφάλεια των πολιτών του και όσων βρίσκονται στην επικράτειά του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι του εκχωρούμε την εξουσία σκοπίμως να θέτει ζωές σε κίνδυνο, αφού μια τέτοια υπερεξουσία θα γυρνούσε μελλοντικά εναντίον μας. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, οι συγκεκριμένες ζωές ήταν ήδη σε κίνδυνο, από την αγαστή συνεργασία λαθροδιακινητών και τουρκικού κράτους, ενώ το δικό μας λιμενικό είχε να χειρισθεί μια ήδη περίπλοκη κατάσταση την οποία δεν δημιούργησε. Αντανακλαστικές κατηγορίες για «δολοφονία», απλώς προδίδουν μια εκ προοιμίου προκατάληψη κατά της αποστολής του λιμενικού. Αλλά, σαν τον Πέτρο και τον λύκο, τείνουν πλέον να καταστούν αναξιόπιστες – βλ. την «Μαρία του Έβρου» – πολλώ δε μάλλον όταν εκτοξεύονται από ΜΚΟ και ακτιβιστές που αντλούν οικονομικά οφέλη από την παράνομη μετανάστευση. Ίσως δε είναι και ύποπτες αφού ξεπλένουν τον πραγματικό εγκληματία: δολοφονεί το κράτος που φρουρεί την επικράτειά του, ή εκείνο που χρησιμοποιεί ανθρώπους ως πυρομαχικά σε μια μάχη θαλάσσιας κυριαρχίας; Κυρίως όμως, αποτελούν μια έκδοση του «κορώνα κερδίζω, γράμματα χάνεις»: το λιμενικό κατηγορείται για δολοφονία είτε παρέμβει (ναυάγιο Χίου) είτε δεν παρέμβει (ναυάγιο Πύλου, 2023), και ο μόνος θεμιτός ρόλος που θα του αναγνωριζόταν θα ήταν του διευκολυντή των λαθροδιακινητών.
Πέραν λιμενικού, λαθροδιακινητών και τουρκικού κράτους, πρέπει να εξετάσουμε και τους ίδιους τους παράνομους μετανάστες, και τις αυταπάτες μας για τα κίνητρά τους. Είτε από συμπόνια είτε από μεσσιανικό σύνδρομο, συχνά δεν τους αποδίδουμε τον σεβασμό που τους αξίζει και τείνουμε να τους βλέπουμε, ίσως κάπως υπεροπτικά, ως απελπισμένα θύματα, άβουλα έρμαια των συνθηκών που περιμένουν από εμάς την σωτηρία τους. Αρνούμαστε να τους δούμε ως ορθολογικώς δρώντα υποκείμενα που επιδιώκουν το συμφέρον τους. Ακόμη κι αν για μερικούς η πρώτη φυγή από την χώρα τους ήταν προϊόν απόγνωσης, το μακρύ ταξίδι που τους έφερε στην πόρτα της Ευρώπης – όχι άλλων πλουσίων χωρών του Κόλπου, την Κίνα, ή την Ρωσία – ήταν προϊόν σχεδιασμού και υπολογισμού ρίσκου-οφέλους. Βάσει αυτού του υπολογισμού, οι εκτιμώμενες οικονομικές απολαβές σε μια Δυτική χώρα, μαζί με την πεποίθηση ανυπαρξίας ελέγχου κατά την είσοδο, δικαιολογούσαν την ανάληψη του ρίσκου μιας θαλάσσιας διάβασης, έστω και χωρίς σωσίβια, σε ένα υπερφορτωμένο σαπιοκάραβο.
Αν θέλουμε πραγματικά να εξαλείψουμε τέτοιες τραγωδίες δύο είναι οι επιλογές: είτε να οργανώσουμε με ίδια μέσα την ασφαλή μεταφορά όλων όσων θέλουν να μεταναστεύσουν στην χώρα μας – και να αποδεχθούμε τις αυτονόητες συνέπειες – ή να μετατοπίσουμε τον υπολογισμό ρίσκου-οφέλους σε τέτοιο σημείο που οι ορθολογικώς σκεπτόμενοι να μην επιθυμούν να κάνουν την διάβαση, όπως ένας οδηγός υπό την επήρεια ουσιών θα επέλεγε να μην καθίσει στο τιμόνι αν θεωρούσε βέβαιο τον τροχαίο έλεγχο. Υπ’ αυτό το πρίσμα, μεγαλύτερη ευθύνη για την τραγωδία έχουν όσοι δημιουργούν ψευδαισθήσεις ότι ο συνοριακός έλεγχος και η επιβολή του νόμου είναι απίθανα ενδεχόμενα, οδηγώντας αυτούς τους ανθρώπους στην ανάληψη ενός απαράδεκτου ρίσκου.
Συνεπώς, ναι… μπορούμε και να θρηνούμε τον χαμό κάποιου και να αναλύουμε ορθολογικά τις ευθύνες για τον χαμό του. Ακόμα καλύτερα, μπορούμε να παίρνουμε μέτρα που θα προστατεύουν και τον ίδιο και τους άλλους από τις επιλογές του.
Και ένα τέτοιο παραμένει η φύλαξη των συνόρων.


