Έντυ Ράμα: αγοραίος, φθηνός εθνικιστής

Είναι αδιανόητο ένας εν ενεργεία πρωθυπουργός, σε δημόσιο λόγο, να επιτίθεται στον λαό και την ιστορική ταυτότητα μιας γειτονικής χώρας με τον τρόπο που επέλεξε ο Έντι Ράμα. Όχι επειδή «παρεξηγήθηκε», όχι επειδή «χάθηκε η μετάφραση», αλλά επειδή συνειδητά μετατόπισε τη συζήτηση από το πεδίο της πολιτικής στο πεδίο της πολιτισμικής απαξίωσης. Αυτό δεν είναι διπλωματική αστοχία· είναι πολιτική επιλογή.

Το αν οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν ή δεν έχουν άμεση σχέση με τους αρχαίους φιλοσόφους είναι ζήτημα της ακαδημαϊκής κοινότητας, όχι αντικείμενο ειρωνείας ή αξιολόγησης από έναν πρωθυπουργό που εκπροσωπεί κράτος το οποίο επιδιώκει ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όταν ένας κυβερνητικός ηγέτης παρεμβαίνει αυθαίρετα σε ζητήματα ιστορίας και ταυτότητας άλλου λαού, δεν ασκεί πολιτική· εργαλειοποιεί τον εθνικισμό.

Η πρακτική αυτή δεν είναι καινούργια. Στην Αλβανία, κάθε φορά που η εσωτερική πολιτική πίεση αυξάνεται ή που απαιτείται συσπείρωση εθνικιστικού ακροατηρίου, η Ελλάδα, οι Έλληνες και η ελληνική μειονότητα μετατρέπονται σε εύκολο σάκο του μποξ. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο αλβανικό. Είναι και ελληνικό.

Η στάση του Ράμα δεν θα ήταν δυνατή χωρίς το πολιτικό περιβάλλον που του επέτρεψε να λειτουργεί χωρίς κόστος. Από την εποχή Σημίτη έως σήμερα, η ελληνική εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται από μια διαρκή φοβικότητα απέναντι στην Αλβανία, μια αντίληψη «χαμηλών τόνων» που συχνά εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Ούτε η σημερινή κυβέρνηση ούτε η κυβέρνηση Τσίπρα —ιδίως στην υπόθεση Κατσίφα— έστειλαν ποτέ το μήνυμα ότι υπάρχουν σαφή όρια, κόκκινες γραμμές και συνέπειες.

Σε αυτό προστίθεται και κάτι βαθύτερο: η ιδεολογική κυριαρχία ενός αποδομητικού μπλοκ στο εσωτερικό της Ελλάδας, το οποίο αντιμετωπίζει κάθε αναφορά στην ιστορική συνέχεια, στην εθνική αυτοσυνειδησία ή στην πολιτισμική ταυτότητα ως περίπου «ύποπτη». Αυτή η εσωτερική αποδυνάμωση μειώνει τις κοινωνικές αντιστάσεις και διευκολύνει τρίτους να μιλούν για την Ελλάδα χωρίς σεβασμό, γνωρίζοντας ότι δεν θα υπάρξει σοβαρή αντίδραση.

Όμως εδώ τίθεται ένα ξεκάθαρο ευρωπαϊκό ζήτημα. Δεν μπορεί μια χώρα που επιδιώκει να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση να επιτίθεται με χυδαίο και απαξιωτικό λόγο σε κράτος-μέλος της. Η Ελλάδα οφείλει να προχωρήσει σε επίσημη, αυστηρή διαμαρτυρία, συνοδευόμενη από σαφή προειδοποίηση επιπτώσεων. Όχι για λόγους «εθνικής ευαισθησίας», αλλά για λόγους θεσμικής αξιοπρέπειας και ευρωπαϊκής συνέπειας.

Η Ευρώπη δεν είναι λέσχη επιλεκτικής μνήμης και εργαλειακού εθνικισμού. Και αν ο Ράμα επιλέγει να μιλά σαν εσωτερικός τακτικιστής και όχι σαν Ευρωπαίος ηγέτης, τότε η Ελλάδα οφείλει να του το υπενθυμίσει — όχι με σιωπή, αλλά με πολιτικό κόστος.

Η ανοχή τελείωσε. Όχι γιατί «προσβληθήκαμε», αλλά γιατί η σιωπή παράγει επανάληψη. Και η επανάληψη, τελικά, παράγει κανονικότητα. Αυτό ακριβώς πρέπει να σπάσει.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
48,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα