Ἡ σφαγὴ στὸν ἱππόδρομο τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 390

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

 

Αναπαράσταση του ιπποδρόμου της Θεσσαλονίκης. Πηγή: galeriuspalace.culture.gr

Γιάννης Ταχόπουλος (Μ.Δ.Ε. Βυζαντινής ιστορίας)

Η Θεσσαλονίκη κατά τον 4ο αι. ήταν μια μεγάλη πόλη της χερσονήσου του Αίμου και είχε σπουδαία πολιτική σημασία για τη ρωμαϊκή και εν συνεχεία την πρωτοβυζαντινή αυτοκρατορία. Ο Γαλέριος, αρχικά Καίσαρας και κατόπιν Αύγουστος, την είχε επιλέξει ως πρωτεύουσά του, και το οικοδομικό του πρόγραμμα είναι εντυπωσιακό: Ροτόντα, η αψίδα της Καμάρας που ανεγέρθηκε για να θυμίζει την νίκη κατά των Περσών, τα ανάκτορα, ο ιππόδρομος. Κάποια από αυτά τα έργα έμειναν κατά τα φαινόμενα ημιτελή και συνεχίστηκαν από τον Μέγα Κωνσταντίνο, όπως η Ροτόντα και τμήμα των ανακτόρων. Ο Κωνσταντίνος δημιούργησε τον τεχνητό λιμένα στη δυτική άκρη των θαλάσσιων τειχών, ο οποίος ήταν σε χρήση για τα επόμενα 1.000 περίπου χρόνια, και επιδόθηκε σε άλλα έργα (υδραγωγεία, λουτρά).

Ένα συνταρακτικό γεγονός ωστόσο στα τέλη του 4ου αι. είναι αυτό που σφράγισε την ιστορία του αιώνα αυτού για τη Θεσσαλονίκη. Αυτό είναι η σφαγή 7.000 ή 15.000 ανθρώπων στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης. Το έτος κατά το οποίο διαπράχθηκε η σφαγή είναι πιθανότερο το 390 χωρίς να αποκλείεται το 389, ενώ το συμβάν τοποθετείται κάπου στην άνοιξη, αφού σύμφωνα με τις πηγές ο Θεοδόσιος έγινε δεκτός ξανά στην εκκλησία τα Χριστούγεννα έπειτα από οκτώ μήνες μετάνοιας που του επιβλήθηκαν[1]. Οι σημαντικότερες πηγές που περιγράφουν τα γεγονότα είναι ο Αμβρόσιος (συγγραφή 390 και 395), ο Αυγουστίνος (αρχές 5ου αι.), ο γραμματέας του Αμβρόσιου Παυλίνος (συγγραφή 412-422 [2]), ο Θεοδώρητος Κύρου (συγγραφή μεταξύ 449-450), ο Σωζομενός (συγγραφή μεταξύ 439-450), ο Ρουφίνος (συγγραφή περί το 402), ο Ιωάννης Μαλάλας (συγγραφή περί το 530), ο Θεοφάνης (9ος αι.), ο Γεώργιος Μοναχός (9ος αι.), ο Συμεών Μάγιστρος και Λογοθέτης (10ος αι.), ο Γεώργιος Κεδρηνός (11ος-12ος αι.), ο Μιχαήλ Γλυκάς (12ος αι.) και ο Ιωάννης Ζωναράς (12ος αι.). Ο χριστιανός Σωκράτης Σχολαστικός, σύγχρονος του Θεοδώρητου και του Σωζομενού (συγγραφή 439-450), όπως και οι εθνικοί Ευνάπιος (περ. 349-420) και Ζώσιμος (συγγραφή 498-518), δεν γράφουν κάτι.

Το ιστορικό πλαίσιο έχει ως εξής. Τη δεκαετία του 370 οι Γότθοι άρχισαν σταδιακά να περνούν τον Δούναβη άλλοτε με την άδεια του αυτοκράτορα Ουάλη και κατόπιν (οι περισσότεροι) χωρίς αυτήν. Κάποια στιγμή, εξαιτίας προστριβών με τους τοπικούς πληθυσμούς και τις κρατικές αρχές, άρχισαν τις επιδρομές στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου του Αίμου. Το 389 ή 390 είχαν περάσει 11-12 έτη από την καταστροφική ήττα του βυζαντινού στρατού στην Αδριανούπολη το 378 από τους Γότθους. Στη μάχη, ο αυτοκράτορας Ουάλης σκοτώθηκε, και τα δύο τρίτα του στρατού εξοντώθηκαν. Ο επόμενος αυτοκράτορας, ο Θεοδόσιος Α΄, εκλεγμένος από τον δυτικό αυτοκράτορα Γρατιανό, αδυνατώντας να τιθασεύσει ή να εκδιώξει οριστικά τους Γότθους ήρθε σε συμφωνία μαζί τους. Συγκεκριμένα, γινόταν δεκτή η εγκατάστασή τους στη Βαλκανική, και είχαν το δικαίωμα να ενταχθούν στο ρωμαϊκό στρατό μαζί με γότθους αξιωματούχους[3]. Παρακάτω, αρχικά παραθέτουμε τα όσα λένε οι πηγές, έπειτα τις απόψεις διάφορων ερευνητών, και κλείνουμε με τα συμπεράσματα τόσο για τα γεγονότα του 390 όσο και για την Θεσσαλονίκη της περιόδου εκείνης.

  1. i. Οι πηγές

Οι εκδοχές των σωζόμενων πηγών για τα γεγονότα έχουν ως εξής. Κατά τον Σωζομενό, ίσως τον πιο αξιόπιστο και περιεκτικό όσον αφορά το ζήτημα, ο Βουθέριχος, αρχηγός των στρατευμάτων της δ. Βαλκανικής («Ιλλυρικού»), ο οποίος βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, φυλάκισε έναν δημοφιλή ηνίοχο. Ο λόγος γι’ αυτό ήταν ότι ο ηνίοχος «αἰσχρῶς ἰδὼν ἐπείρασε» έναν οινοχόο, δηλαδή του επιτέθηκε σεξουαλικά ή του έκανε αντίστοιχες προτάσεις. Επειδή τις επόμενες ημέρες ήταν προγραμματισμένοι επίσημοι αγώνες ιπποδρομίας, ο λαός της Θεσσαλονίκης ζήτησε την αποφυλάκιση του ηνίοχου θεωρώντας απαραίτητη την παρουσία του στους αγώνες. Ο Βουθέριχος αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει στάση και στο τέλος ο Βουθέριχος να φονευθεί. Ο Θεοδόσιος μαθαίνοντας τα νέα, κατελήφθη από «ἄμετρον ὀργήν», και διέταξε να εκτελεσθεί συγκεκριμένος αριθμός. Πολλοί θανατώθηκαν άδικα, ακόμη και ξένοι οι οποίοι ήταν περαστικοί στην πόλη, Ο Σωζομενός, για να τεκμηριώσει την εκδοχή περί συγκεκριμένου αριθμού θυμάτων παραθέτει μια αφήγηση με στρατιώτες που επρόκειτο να εκτελέσουν δυο συλληφθέντες νεαρούς· ο πατέρας τους προσφέρθηκε να εκτελεσθεί στη θέση ενός εκ των δύο, επειδή ωστόσο δεν μπορούσε να επιλέξει μεταξύ των γιων του, εκτελέστηκαν τελικώς και τα δυο παιδιά του. Σε άλλη αφήγηση, ένας δούλος προσφέρθηκε να εκτελεσθεί αντί του κυρίου του. Για τις πράξεις αυτές, ο Αμβρόσιος επέκρινε τον Θεοδόσιο, του απαγόρευσε να εισέλθει στην εκκλησία στο Μιλάνο, και του επέτρεψε την είσοδο μόνο αφού δημόσια ομολόγησε την πράξη του. Ο Θεοδόσιος θέσπισε έναν νόμο με τον οποίο η εφαρμογή διαταγμάτων όσον αφορά εκτέλεση ιδιαίτερα αυστηρών ποινών θα άρχιζε τριάντα μέρες μετά την δημοσίευσή τους και όχι άμεσα[4].

Ο Αμβρόσιος κάνει λόγο για τα γεγονότα σε δύο κείμενά του, σε μία ιδιωτική επιστολή προς τον Θεοδόσιο το 390, και στον επικήδειο λόγο του για τον Θεοδόσιο το 395 στο Μιλάνο. Η επιστολή γράφτηκε μετά τη σφαγή των Θεσσαλονικέων. Δεν περιγράφει τα αίτια της σφαγής και την σφαγή, και του Βουθέριχου και των Θεσσαλονικέων. Ωστόσο, μεταξύ άλλων, παρέχει ενδιαφέροντα στοιχεία για τη στάση του Θεοδόσιου. Αρχικά, ο Αμβρόσιος γράφει ότι έλαβε χώρα μια πράξη στη Θεσσαλονίκη, την οποία ίδιος ο Αμβρόσιος δεν μπόρεσε να εμποδίσει. Όσον αφορά το χαρακτήρα του Θεοδόσιου, ο Αμβρόσιος τού γράφει: «Έχεις γεννηθεί με μια παθιασμένη φύση. Όταν βρίσκεται κάποιος δίπλα σου να σε ηρεμήσει, γρήγορα μεταστρέφεις το πάθος σε ελεημοσύνη, αλλά εάν κάποιος σου υποδαυλίσει το πάθος σου, εσύ το αφήνεις να μεγαλώσει σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν μπορείς να το ελέγξεις». Ο Αμβρόσιος συνεχίζει λέγοντας ότι προσπάθησε να εμποδίσει την πραγματοποίηση της σφαγής κάνοντας πολλά αιτήματα προς τον αυτοκράτορα και καταγγέλλοντάς την ως βάρβαρη πράξη. Προσθέτει ότι ο Θεοδόσιος καταδίκασε την πράξη αυτή και ανακάλεσε την απόφασή του αλλά ήταν πολύ αργά. Έπειτα, ο Αμβρόσιος γράφει ότι όταν μαθεύτηκαν τα νέα της σφαγής των Θεσσαλονικέων στην Ιταλία, ο ίδιος παρίστατο σε μία σύνοδο: Σε αυτήν, από τους επισκόπους «κανείς δεν υπήρχε που να μη θρηνήσει, και κανείς που να μην πάρει στα σοβαρά το συμβάν». Κατόπιν, έπειτα από διάφορα βιβλικά παραδείγματα αμαρτωλών που μετανόησαν, ο Αμβρόσιος γράφει του Θεοδόσιου ότι δεν θα του επιτρέψει να κοινωνήσει έως ότου μετανοήσει[5]. Στον επικήδειο λόγο του Θεοδόσιου, ο Αμβρόσιος γράφει ότι ο Θεοδόσιος ομολόγησε την αμαρτία του, ζήτησε συγγνώμη, κατά το διάστημα της μετάνοιάς του εμφανίστηκε να θρηνεί δημόσια και δεν φορούσε την αυτοκρατορική ενδυμασία σε ένδειξη πένθους. Επίσης ο Αμβρόσιος επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό του ότι το έγκλημα αυτό ο Θεοδόσιος το διέπραξε εξαιτίας της επιρροής τρίτων[6].

Ο Αυγουστίνος στην Πολιτεία του Θεού γράφει απλώς ότι ο Θεοδόσιος είχε αρχικά υποσχεθεί «με παρέμβαση των επισκόπων» να συγχωρέσει τους Θεσσαλονικείς, αλλά εν τέλει διέταξε τη σφαγή[7]. Ο Παυλίνος στο βίο του Αμβροσίου γράφει ότι ο επίσκοπος εθλίβη όταν έμαθε τα νέα για την καταστροφή της Θεσσαλονίκης. Ο Θεοδόσιος του είχε υποσχεθεί ότι θα δώσει συγχώρεση στους κατοίκους της, αλλά εξαιτίας μυστικών διαπραγματεύσεων των συμβούλων του (σε ελληνική μετάφραση του 11ου αι., αυτοί χαρακτηρίζονται κόμητες) με αυτόν τις οποίες δεν γνώριζε ο Αμβρόσιος, έλαβε χώρα σφαγή στη Θεσσαλονίκη επί σχεδόν τρεις ώρες ή για κάτι παραπάνω από μία ώρα, με αποτέλεσμα το θάνατο πολλών αθώων. Ο Αμβρόσιος απαγόρευσε στον Θεοδόσιο να εισέρχεται στην εκκλησία και να συμμετάσχει στα μυστήριά της έως ότου μετανοήσει δημοσίως, πράγμα που ο αυτοκράτορας έκανε[8].

Ο Θεοδώρητος δεν αναφέρει τα αίτια της εξέγερσης των Θεσσαλονικέων. Γράφει μόνο ότι εξαιτίας μιας στάσης ορισμένοι εκ των «αρχόντων» υπέστησαν λιθοβολισμό και κακομεταχείριση. Ο Θεοδόσιος μαθαίνοντας τα νέα, εξοργίστηκε και αδυνατώντας να καταπνίξει την οργή του διέταξε τη σφαγή. Σύμφωνα με τον Θεοδώρητο, ο Αμβρόσιος επέκρινε τον magister officiorum (ένα είδος υπουργού εσωτερικών) Ρουφίνο –όχι τον συνονόματο ιστορικό–, ότι αυτός συμβούλευσε τον Θεοδόσιο να διατάξει τη σφαγή. Αθώοι και ένοχοι εκτελέστηκαν μαζί χωρίς δίκη και καταδίκη των υπαίτιων. Επτά χιλιάδες λέγεται, γράφει ο Θεοδώρητος, ότι εκτελέστηκαν. Ο Αμβρόσιος επέπληξε στο Μιλάνο τον Θεοδόσιο, και του απαγόρευσε την είσοδο στην εκκλησία. Ο Θεοδόσιος επετράπη να εισέλθει στην εκκλησία μετά από οκτώ μήνες μετάνοιας, τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους, και –με προτροπή του Αμβρόσιου– θέσπισε το νόμο που αναφέρει ο Σωζομενός[9].

Ο Ρουφίνος γράφει ότι ένας στρατιωτικός αξιωματούχος δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη από το πλήθος κατά τη διάρκεια ταραχών, χωρίς –ομοίως με τον Θεοδώρητο– να αναφέρει τα αίτια της στάσης. Προσθέτει ωστόσο ότι ο Θεοδόσιος εξοργισμένος διέταξε να προσκληθεί ο λαός σε νέες ιπποδρομίες, να κυκλωθεί ο ιππόδρομος από στρατιώτες, και να εκτελεστούν άμεσα όσοι ήταν εκεί. Όταν αργότερα επικρίθηκε από τον κλήρο της Ιταλίας, παραδέχτηκε το έγκλημα και, εκτός από το διάστημα κατά το οποίο επέδειξε δημόσια μετάνοια, θέσπισε το νόμο που αναφέρει και ο Σωζομενός[10].

Ο μεταγενέστερος Ιωάννης Μαλάλας ισχυρίζεται ότι ο Θεοδόσιος εισήλθε στη Θεσσαλονίκη μαζί με στρατό («στρατιωτικοῦ πλήθους»). Η παραμονή των στρατιωτών στα σπίτια των κατοίκων (με βάση νόμο περί επίταξης-παροχής στρατιωτικών καταλυμάτων, τα «μιτάτα», όπως τα λέει ο Θεοφάνης) προκάλεσε ταραχή στην πόλη. Έτσι, οι κάτοικοι εξεγέρθηκαν και «ὕβρισαν» τον αυτοκράτορα. Κατόπιν, αυτός, ενώ κήρυξε αγώνες ιπποδρομίας, διέταξε να τοξευθούν οι θεατές. Χάθηκαν 15.000 άνθρωποι. Στη συνέχεια, ο Αμβρόσιος τον επιτιμά, αλλά το επιτίμιο χρονικά προσδιορίζεται ως «ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας», και η λήξη του είναι η ημέρα των Χριστουγέννων. Επίσης, επαναλαμβάνεται η είδηση περί καθυστέρησης της εφαρμογής των καταδικαστικών διαταγμάτων για τριάντα ημέρες[11].

Ο αρκετά μεταγενέστερος Θεοφάνης επίσης γράφει ότι ο Θεοδόσιος εισήλθε μαζί με στρατό στην Θεσσαλονίκη, κι ότι οι κάτοικοί της στασίασαν εξαιτίας των καταλυμάτων για τους στρατιώτες («διὰ τὰ μητάτα τοῦ στρατοῦ»), με αφορμή έναν ηνίοχο και τον γιο του έπαρχου. Προσέβαλαν τον αυτοκράτορα και δολοφόνησαν τον έπαρχο. Ο Θεοδόσιος για λίγο κράτησε την ψυχραιμία του και το πλήθος ησύχασε, και αναγγέλθηκαν ιπποδρομικοί αγώνες. Αλλά όταν συγκεντρώθηκε το πλήθος («συναχθέντων τῶν λαῶν καὶ τῶν δήμων εἰς τὴν ἱππικοῦ θέαν»), ο Θεοδόσιος διέταξε αυτοί να τοξευθούν. 15.000 χάθηκαν. Τέλος, επαναλαμβάνεται η ιστορία με τον Αμβρόσιο και τη νομοθεσία[12].

Ο Γεώργιος Μοναχός γράφει ότι ο Θεοδόσιος εισήλθε στη Θεσσαλονίκη, όπου εξαιτίας των καταλυμάτων των στρατιωτών οι Θεσσαλονικείς τον ύβρισαν και λιθοβόλησαν κάποιους άρχοντες. Μη αντέχοντας, ο Θεοδόσιος έγραψε στον «ύπαρχο» της πόλης γνωστοποιώντας την τιμωρία· εκείνος δρώντας αυτόνομα σαν τύραννος εκτέλεσε 7.000, αθώους μαζί με τους υπεύθυνους. Στη συνέχεια, ο Αμβρόσιος του απαγορεύει την είσοδο στο ναό στο Μιλάνο, και του υπαγορεύει την θέσπιση του προαναφερθέντος νόμου[13].

Ο Συμεών Μάγιστρος και Λογοθέτης, τον 10ο αι. γράφει απλώς ότι «Διὰ τοὺς γενομένους φόνους ἐν Θεσσαλονίκῃ σὺν τῷ πλήθει καὶ τοῦ ὑπάρχου καὶ τοῦ παιδὸς αὐτοῦ ἐν Μεδιολάνῳ Θεοδόσιος ἀπιὼν εἴργεται τῆς ἐκκλησίας παρὰ Ἀμβροσίου ἐπὶ πολύ. Μετὰ πολλῆς οὖν ἱκεσίας καὶ μετανοίας μόλις δεχθείς»  κ.λπ.[14].

Ο Ιωάννης Ζωναράς, συγχέοντας τον στασιαστή Μάξιμο με τον κατοπινό σφετεριστή Ευγένιο, γράφει ότι ο Θεοδόσιος πήγε στην Θεσσαλονίκη με στρατό, «ὑβρίσθη» από τους κατοίκους της, κι ο «έπαρχος» φονεύθηκε επειδή ο λαός στασίασε για διάφορες αιτίες. Αρχικά, ο Θεοδόσιος φάνηκε να ξεχνά το συμβάν («τότε μὲν οὖν ἐπὶ τῇ τοῦ λαοῦ κινήσει ἔδοξεν ἀνεξικακῆσαι ὁ βασιλεύς»), ωστόσο μετά ανακοίνωσε τη διεξαγωγή ιπποδρομίας, και «τοῦ λαοῦ ἀθροισθέντος ἐπὶ τὸ θέατρον» ο στρατός περικύκλωσε τους θεατές και με βέλη κι ακόντια τους φόνευσαν· θανατώθηκαν «σχεδόν 15.000». Η συνέχεια περί επίπληξης του Αμβρόσιου, μετάνοιας και θέσπισης νέου νόμου επαναλαμβάνεται[15].

Ο Μιχαήλ Γλυκάς βάζει στην «Χρονική βίβλο» του τους εισερχόμενους στη Θεσσαλονίκη στρατιώτες να στασιάζουν «διά τινα χρείαν»· οι Θεσσαλονικείς ανθιστάμενοι τούς λιθοβόλησαν. Ο Θεοδόσιος γεμάτος θυμό έδωσε εντολή στον τοπικό έπαρχο να εκτελέσει επτά χιλιάδες. Ακολουθεί η ιστορία με τον Αμβρόσιο και τον αφορισμό των 8 μηνών[16].

Ο Γεώργιος Κεδρηνός, γράφει ότι οι Θεσσαλονικείς στασίασαν «διὰ μιτάτα» επειδή οι στρατιώτες «ετάραξαν» την πόλη· οι κάτοικοι ύβρισαν τον Θεοδόσιο και λιθοβόλησαν μερικούς άρχοντες. Ο Θεοδόσιος οργισμένος θανάτωσε 7 ή 15 χιλιάδες κ.ο.κ.[17]

Συνοψίζοντας τις πηγές: Ως αιτία της στάσης των Θεσσαλονικέων δίνεται το ζήτημα των στρατιωτικών καταλυμάτων στην πόλη (Μαλάλας, Θεοφάνης, Γεώργιος Μοναχός, Κεδρηνός) και η άρνηση του Βουθέριχου να αποφυλακίσει τον δημοφιλή ηνίοχο (Σωζομενός), ή αντιθέτως δεν δίνεται κανένα αίτιο για τη στάση (Ρουφίνος, Θεοδώρητος, Ζωναράς). Ως περιεχόμενο των ταραχών θεωρείται ο λιθοβολισμός των αρχόντων (Θεοδώρητος, Γεώργιος Μοναχός, Κεδρηνός), ο φόνος ενός «επάρχου» ή στρατιωτικού αξιωματούχου (Ρουφίνος, Σωζομενός, Θεοφάνης, Ζωναράς), η εξύβριση του Θεοδόσιου από τους πολίτες (Μαλάλας, Θεοφάνης, Γεώργιος Μοναχός, Κεδρηνός, Ζωναράς). Ο Θεοδόσιος βρισκόταν στην Θεσσαλονίκη (Μαλάλας, Θεοφάνης, Γεώργιος Μοναχός, Ζωναράς, Κεδρηνός) ή δεν συνάγεται ότι βρισκόταν σε αυτήν (Ρουφίνος, Σωζομενός, Θεοδώρητος). Η βίαιη αντίδραση του Θεοδόσιου ήταν άμεση (Ρουφίνος, Σωζομενός, Θεοδώρητος, Μαλάλας, Γεώργιος Μοναχός, Κεδρηνός) ή ήταν προϊόν συσκέψεων (Αυγουστίνος, Παυλίνος, Θεοφάνης, Ζωναράς). Υπαίτιος της σφαγής είναι ο ανώτατος αξιωματούχος Ρουφίνος (Θεοδώρητος, Κεδρηνός)· αρκετές πηγές (Αμβρόσιος, Παυλίνος, Αυγουστίνος, Θεοδώρητος) λένε ή υπονοούν ότι ο αυτοκράτορας παραπλανήθηκε από τους αξιωματούχους του ενώ άλλες (Σωζομενός, Ρουφίνος) δεν κατηγορούν κανέναν άλλον. Ως τόπος της σφαγής θεωρείται ο ιππόδρομος (Ρουφίνος, Μαλάλας, Θεοφάνης, Ζωναράς) ή δεν προσδιορίζεται (Σωζομενός, Γεώργιος Μοναχός). Ο αριθμός των θυμάτων είναι 7.000 (Θεοδώρητος, Γεώργιος Μοναχός) ή 15.000 (Μαλάλας, Θεοφάνης, Ζωναράς) ή 7.000 αλλά ενδεχομένως 15.000 (Κεδρηνός). Η διάρκεια της σφαγής ήταν κάτι παραπάνω από μία ώρα ή τρεις ώρες (Παυλίνος). Μόνο ο Σωζομενός κάνει ονομαστικά λόγο για τον Βουθέριχο. Από όλες τις πηγές πάντως αναφέρεται η επίπληξη-τιμωρία εκ μέρους του Αμβρόσιου και η μετάνοια του Θεοδόσιου.

  1. ii. Οι απόψεις των ερευνητών.

Όπως και οι εκδοχές των πηγών, έτσι και οι ερευνητές έχουν κατά περίπτωση αποκλίνουσες και συγκλίνουσες ερμηνείες των γεγονότων.

Το γεγονός ότι οι Εθνικοί ιστορικοί (Ευνάπιος, Ζώσιμος) αποσιωπούν τα γεγονότα, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές πρέπει να αποδοθεί στο φόβο τους ότι εάν επέκριναν το Θεοδόσιο ίσως θα υφίσταντο διάφορες τιμωρίες[18]. Κατ’ άλλους ερευνητές, το να τιμωρήσει ένας αυτοκράτορας τους υπηκόους του επειδή αυτοί σκότωσαν έναν στρατηγό θα πρέπει να φαινόταν απολύτως αυτονόητο για τους Εθνικούς, άρα γεγονός όχι άξιο λόγου[19]. Άλλοι ερευνητές, αντιθέτως, θεωρούν ότι ενώ οι Εθνικοί μπορούσαν να αναφέρουν και να επικρίνουν μορφές χριστιανικής μετάνοιας όπως το βάπτισμα λίγο πριν από το θάνατο ως ανώδυνες και υποκριτικές ενέργειες, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν και να σχολιάσουν επικριτικά μια τόσο αυτοταπεινωτική κι οδυνηρή ενέργεια όπως τη δημόσια μετάνοια του Θεοδόσιου, και έτσι προτίμησαν να μη δώσουν σημασία στο επεισόδιο[20]. Ο Σωκράτης δεν συμπεριέλαβε το επεισόδιο της Θεσσαλονίκης είτε γιατί θεώρησε ότι οι περιγραφές των άλλων προγενέστερων ορθόδοξων συγγραφέων στους οποίους (π.χ. Ρουφίνος) βασίστηκε ήταν μεροληπτικές[21] είτε αντιθέτως γιατί δεν ήθελε να κηλιδώσει την εικόνα ενός «τέλειου, ορθόδοξου ηγεμόνα» όπως ο Θεοδόσιος[22].

Όσον αφορά την αιτία της φυλάκισης του ηνίοχου, ορισμένοι ερευνητές αποδέχονται την εκδοχή περί τιμωρίας της ομοφυλοφιλίας του ηνίοχου[23]. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι ο Θεοδόσιος εκ των υστέρων θεσμοθέτησε τέτοιο νόμο, ώστε «να δικαιολογήσει τη μη απελευθέρωση του ηνίοχου»[24]. Ορισμένοι ερευνητές, που αποδίδουν στο νόμο αυτό τη σύλληψη, θεωρούν ότι η έκδοσή του έγινε πριν από το φόνο του Βουθέριχου[25]. Αντιθέτως, άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο νόμος αυτός του Θεοδόσιου Α΄, πέρα από το γεγονός ότι εκδόθηκε μετά τη σύλληψη του ηνίοχου (άρα δεν ήταν η αιτία της), έχει ως αντικείμενο την ανδρική πορνεία σε οίκους ανοχής και όχι γενικά τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις· συνεπώς, δεν σχετίζεται με τη σύλληψη του ηνίοχου. Το ίδιο ισχύει και για πολύ αρχαιότερους ρωμαϊκούς σχετικούς νόμους, που προφανώς θα αγνοούσε ένας γερμανός στρατιωτικός, και οι οποίοι μάλιστα ως ποινή για βιασμό ελεύθερων Ρωμαίων επέβαλαν χρηματικό πρόστιμο και όχι φυλάκιση. Άλλοι παρόμοιοι νόμοι πάλι δεν συνεπάγονται ως ποινή τη φυλάκιση. Οι ερευνητές αυτοί θεωρούν πιθανότερο ο Βουθέριχος να είδε ως ερωτικό του αντίζηλο τον ηνίοχο παρά να είχε υπόψη του τόσο παλαιούς (αλλά και άσχετους) ρωμαϊκούς νόμους[26]· κι αυτή η πιθανότητα φαίνεται παρατραβηγμένη από άλλους ερευνητές[27].

Όσον αφορά τις αφορμές και τα αίτια της εξέγερσης των Θεσσαλονικέων και του φόνου του Βουθέριχου, ορισμένοι ερευνητές αποδέχονται την εκδοχή για άρνηση αποφυλάκισης του δημοφιλούς ηνίοχου[28], άλλοι τον ελληνικό αντιγερμανισμό[29], το ζήτημα των «μητάτων» (υποχρεωτική παροχή καταλυμάτων σε διερχόμενα στρατεύματα από απλούς πολίτες)[30]. Ορισμένοι θεωρούν ότι οι Θεσσαλονικείς θεώρησαν παράνομη (χωρίς νομική βάση) την φυλάκιση[31]. Άλλοι ερευνητές θεωρούν ότι εκείνοι που προχώρησαν στη στάση και στο φόνο ήταν η ομάδα (Πράσινοι ή Βένετοι) στην οποία ήταν ενταγμένος ο δημοφιλής ηνίοχος, και όχι οι τοπικοί άρχοντες της πόλης[32] (άποψη που αποκλείει και την περίπτωση της πάνδημης εξέγερσης των Θεσσαλονικέων). Επρόκειτο για πράξη χουλιγκανισμού[33]. Σε δύο επιγραφές από τη Θεσσαλονίκη στο α΄ μισό του 4ου αι. και στις αρχές του 5ου αι. αναφέρεται ο «δήμος» των Πρασίνων και ο Ουράνιος, ηνίοχος των Βένετων[34]. Παλαιότερα (1919), ο Ο. Ταφραλή έχει υποστηρίξει ότι οι Εθνικοί της Θεσσαλονίκης (ο λαός της πόλης) εξανάγκασαν τους στρατιώτες του δυτικού αυτοκράτορα Ουαλεντιανού Β΄ ή «την αυτοκρατορική φρουρά της Θεσσαλονίκης» να αναγνωρίσουν ως αυτοκράτορα τον φιλοπαγανιστή Ευγένιο ελπίζοντας ότι αν αυτός γινόταν αυτοκράτορας, «η λατρεία των θεών θα ξανάβρισκε την παλιά της αίγλη»[35]. Άλλοι, θεωρούν ότι όσοι δολοφόνησαν τον Βουθέριχο ήταν Εθνικοί που «ζητούσαν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους» κατά του βίαιου εκχριστιανισμού της αυτοκρατορίας από τον Θεοδόσιο[36]. Αντιθέτως, πιο πρόσφατα, κάποιοι άλλοι ερευνητές θεωρούν ότι το περιστατικό δεν είχε θρησκευτικά αίτια[37].

Όσον αφορά το περιεχόμενο της εξέγερσης των Θεσσαλονικέων, ορισμένοι ερευνητές κάνουν λόγο για δολοφονία του Βουθέριχου και άλλων αξιωματούχων, τα πτώματα των οποίων ίσως σύρθηκαν στους δρόμους· η γοτθική φρουρά ήταν πολύ μικρή για να αντιμετωπίσει τέτοια εξέγερση[38]. Όσον αφορά την εθνοτική καταγωγή των στρατευμάτων του Βουθέριχου στη Θεσσαλονίκη, ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι βάσει των πηγών δεν μπορούμε να την υποθέσουμε, ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε το μέγεθός τους κατά τη στιγμή της δολοφονίας του Βουθέριχου[39]. Άλλοι ερευνητές ισχυρίζονται ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν κατά τις ταραχές σκοτώθηκαν και άλλοι αξιωματούχοι, ή εάν στην πόλη υπήρχαν και άλλες φρουρές με δικούς τους ηγέτες[40].

Όσον αφορά την αμεσότητα ή μη της αντίδρασης του Θεοδόσιου και την πιθανότητα να ανακάλεσε την διαταγή της σφαγής, ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι ο Θεοδόσιος αντέδρασε άμεσα αλλά ανακάλεσε την εντολή χωρίς ωστόσο να προλάβει να αποσοβήσει την εκτέλεσή της[41]. Οι συζητήσεις έως την λήψη της απόφασης για σφαγή κράτησαν κάποιες εβδομάδες[42]. Στο μεσοδιάστημα μεταξύ της δολοφονίας του Βουθέριχου και της σφαγής, το είδος της τιμωρίας που έπρεπε να επιβληθεί στους Θεσσαλονικείς συζητήθηκε στην αυλή, και ο Αμβρόσιος διαμαρτυρήθηκε αρκετές φορές εναντίον του ενδεχομένου της απόφασης για μαζικά αντίποινα. Ο Θεοδόσιος ανακάλεσε την απόφασή του, αλλά ήταν πολύ αργά για να προλάβει την μη εκτέλεσή της[43]. Άλλοι ερευνητές θεωρούν ότι το ενδεχόμενο ανάκλησης την τελευταία στιγμή της απόφασης (που ελήφθη έπειτα από πολλή συζήτηση) δεν μπορεί να αληθεύει[44].

Όσον αφορά τη διαδικασία με την οποία αποφασίστηκε η τιμωρία των Θεσσαλονικέων, ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι δεν έλαβε χώρα δίκη ούτε ελήφθη υπόψη κάποιος συγκεκριμένος νόμος[45]. Άλλοι ερευνητές κάνουν λόγο για απόφαση που ελήφθη μετά από σύσκεψη των στενών συνεργατών του αυτοκράτορα με τον ίδιο, σύσκεψη η οποία ήταν άκρως μυστική, όπως και σε άλλες περιπτώσεις. Θα έλαβε χώρα μια συζήτηση, με υπέρμαχους και ενάντιους στις διάφορες προτάσεις οι οποίες τέθηκαν. Στο αυτοκρατορικό συμβούλιο του Μιλάνου το 390 εκείνοι που πιθανώς συμμετείχαν ήταν ο κοιαίστωρ τοῦ ἱεροῦ παλατίου (νομοθετικές αρμοδιότητες) Εθνικός Βίριος Νικόμαχος Φλαβιανός· ο μάγιστρος τῶν ὀφφικίων Χριστιανός Ρουφίνος (επί των εσωτερικών και πληροφοριών)· ο κόμης τῆς ἰδικῆς περιουσίας (με αρμοδιότητα την ιδιωτική αυτοκρατορική περιουσία) φίλος και πρώην μαθητής του Εθνικού ρήτορα Λιβάνιου Σεβερίνος· ανώτατοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι όπως ο Τιμάσιος (που είχε εναντιωθεί to 388 στον Αμβρόσιο για το θέμα της καμένης συναγωγής στο Καλλίνικον της Συρίας, και είχε κακομεταχειριστεί μοναχούς), ο Πρόμωτος (επαινείται από τον Εθνικό Ζώσιμο, αντίπαλος του Ρουφίνου) και ο φραγκικής καταγωγής, Εθνικός και φίλος του Λιβάνιου, Richomeres («Ριχομήρης»)· ο ύπαρχος Ιταλίας και Ιλλυρικού (ανώτατη πολιτική διοίκηση, στην δικαιοδοσία της οποίας υπαγόταν και η Θεσσαλονίκη) Φέλιξ Ιουνιορίνος Πολέμιος· και οι άγνωστοι σε μας πραιπόζιτος τοῦ εὐσεβεστάτου κοιτῶνος (επί των θεμάτων του ανακτόρου) καθώς και ο κόμης τῶν θείων θησαυρῶν (επί των οικονομικών της Πολιτείας). Έτσι, όποια απόφαση κι αν ελήφθη δεν οφείλεται σε ένα αδιαμεσολάβητο αυτοκρατορικό ξέσπασμα[46].

Όσον αφορά τον πραγματικό υπαίτιο της σφαγής, ορισμένοι ερευνητές θεωρούν τον Θεοδόσιο υπαίτιο, περιορίζουν τον Ρουφίνο στο ρόλο της αναγγελίας της απόφασης του αυτοκράτορα[47], και θεωρούν απίθανο ο Ρουφίνος να είναι ένοχος, αφού δεν υπέστη καμία τιμωρία για τη συμβουλή αυτή[48]. Άλλοι θεωρούν ότι μάλλον ήταν οι σύμβουλοί του αυτοί που τον πίεσαν να τιμωρήσει τους κατοίκους[49], και συγκεκριμένα οι στρατιωτικοί συνεργάτες του[50]. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι ο Αμβρόσιος δεν είχε κατά νου τον Ρουφίνο αλλά τον στρατιωτικό Τιμάσιο ως υπαίτιο[51]. Άλλοι, τέλος, θεωρούν απίθανο ότι το αυτοκρατορικό συμβούλιο θα μπορούσε να έχει λάβει τέτοια θηριώδη απόφαση[52].

Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, όποια και να ήταν η αυτοκρατορική απόφαση, η οποία εκδόθηκε στην Ιταλία, αυτή παρερμηνεύθηκε μάλλον σκόπιμα και πιθανόν από τα στρατεύματα που ανέλαβαν την εκτέλεσή της εκδικούμενα για το φόνο του διοικητή τους[53]. Μερικοί ερευνητές θεωρούν ότι δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της απόφασης του αυτοκρατορικού συμβουλίου, και δεν γνωρίζουμε εάν ο Θεοδόσιος και οι σύμβουλοί του ήθελαν τέτοια σφαγή· ωστόσο, οι επιφορτισμένοι με την εκτέλεση της απόφασης αυτής αξιωματούχοι εξέλαβαν την απόφαση αυτήν ως άδεια να αφεθούν τα στρατεύματα ελεύθερα για να κατασφάξουν τους θεατές[54]. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι τα στρατεύματα που εκτέλεσαν την απόφαση αποτελούνταν από Γότθους[55], κι έτσι τίθεται θέμα εκδίκησης των στρατιωτών για τον αδικοχαμένο ηγέτη τους. Άλλοι, αντιθέτως, θεωρούν ότι τα στρατεύματα που διέπραξαν τη σφαγή δεν ήταν τα ίδια με εκείνα τα οποία διοικούσε ο Βουθέριχος. Ούτε ο Θεοδόσιος τιμώρησε τον στρατιωτικό ο οποίος παρερμήνευσε τις εντολές του. Δεν υπήρξε παρερμηνεία της απόφασης. Κατ’ αυτούς τους ερευνητές, ενώ αρχικά διατάχθηκαν μερικές δεκάδες εκτελέσεις ενόχων στον ιππόδρομο, υπό τα όμματα και τις αγριεμένες διαμαρτυρίες κι εκκλήσεις των θεατών για τις εκτελέσεις αυτές, οι στρατιώτες πανικόβλητοι και νοιώθοντας να απειλούνται συνέχισαν τη σφαγή σε βάρος και των θεατών[56]. Αυτό που αρχικά σχεδιάστηκε ως επιλεκτική εκτέλεση ενόχων νεαρών ταραχοποιών, κατόπιν ξέφυγε από κάθε έλεγχο[57].

Όσον αφορά τον αριθμό των φονευθέντων, ορισμένοι ερευνητές δέχονται (κάποιοι με επιφύλαξη) τον αριθμό των 7.000[58]. Κάποιοι ερευνητές δεν δέχονται ότι ο αριθμός αυτός ήταν ο αριθμός που διέταξε ο Θεοδόσιος, γιατί στο σύνολο των νεκρών σίγουρα συμπεριλαμβάνονται εκτός από τους εκτελεσθέντες όσοι ποδοπατήθηκαν προσπαθώντας να διαφύγουν[59]. Άλλοι ερευνητές κάνουν, πιο συγκεκριμένα, λόγο για αρχικώς περισσότερο συγκεκριμένο κατάλογο των συνολικά προς εκτέλεση προσώπων, κι όχι για συγκεκριμένο αριθμό προς εκτέλεση κατοίκων ανά στρατιώτη, καθώς θεωρούν ότι ήταν εύκολο να εντοπισθούν οι οπαδοί του ενός ή του άλλου ηνίοχου[60].  Οι ίδιοι παρατηρούν ότι οι πηγές στέκονται περισσότερο στο άδικο γεγονός της σφαγής αθώων και λιγότερο στο μεγάλο αριθμό εκτελεσμένων[61].

Όσον αφορά το παρεμφερές ζήτημα για το μέγεθος του ιπποδρόμου της Θεσσαλονίκης σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, αυτός χωρούσε ίσως και 100.000 θεατές[62]. Άλλοι περιορίζουν τη χωρητικότητα σε 8.000-10.000[63]. Σύμφωνα με άλλους ερευνητές, ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης τον 4ο μπορεί να υπολογιστεί σε 140.000[64]. Δεν λείπουν ωστόσο οι ερευνητές οι οποίοι πιστεύουν ότι η σφαγή δεν έλαβε χώρα στον ιππόδρομο, γιατί αυτό θα απαιτούσε απόλυτη μυστικότητα (πράγμα που ήταν αδύνατο, αφού ήδη ο Αμβρόσιος, τουλάχιστον, γνώριζε ότι υπήρχε πρόταση για σφαγή), αλλά και γιατί οι Θεσσαλονικείς θα παραξενεύονταν ή θα υποπτεύονταν το σκοπό μιας αυτοκρατορικής πρόσκλησης για ιπποδρομίες λίγο διάστημα μετά το φόνο του Βουθέριχου[65]. Ακόμη και η περικύκλωση του ιπποδρόμου από το στρατό χωρίς κανείς να το προσέξει φαίνεται αρκετά παράλογη υπόθεση[66]. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι οι πολίτες θα φοβόντουσαν να εμφανιστούν στον Ιππόδρομο, κι έτσι η κατάσταση οδηγήθηκε εκτός ελέγχου[67] με σφαγές παντού. Κατ’ άλλους ερευνητές, το γεγονός ότι τελικά κρατήθηκε η μυστικότητα των προθέσεων του Θεοδόσιου είναι εντυπωσιακό[68].

Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι αυτό που στάθηκε μοιραίο για την Θεσσαλονίκη ήταν η ανάθεση της τιμωρίας των υπαίτιων σε στρατιώτες και στρατιωτικούς δίχως τη συμμετοχή των τοπικών ή αυτοκρατορικών αρχών, σε αντίθεση με ό,τι έγινε στην περίπτωση της στάσης και τιμωρίας της Αντιόχειας. Η πειθαρχία των στρατιωτών κατέρρευσε (βλ. περιπτώσεις δωροδοκίας για την αποσόβηση των εκτελέσεων, και περιπτώσεις εκτελέσεων περαστικών ξένων, που αναφέρει ο Σωζομενός) και παράλληλα φαίνεται ότι οι στρατιώτες γνώριζαν την τοπογραφία της πόλης[69].

Ο νόμος για την αναβολή κατά 30 ημέρες της εφαρμογής  σκληρών τιμωριών, που αναφέρουν σχεδόν όλες οι πηγές, παρουσιάζει το πρόβλημα ότι κατά μία εκδοχή δημοσιεύθηκε το 382 και όχι το 390 (ή 389), και συνεπώς είναι (εάν η δημοσίευση έγινε το 382) άσχετος με όλη την ιστορία αυτήν. Όχι λίγοι ερευνητές δέχονται ότι ο νόμος εκδόθηκε με αφορμή τη σφαγή του 390[70]. Άλλοι είναι αναποφάσιστοι[71]. Σύμφωνα με κάποιους, ο νόμος αφορά τα μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και όχι τον απλό λαό[72].

Όσον αφορά τα κίνητρα του Θεοδόσιου, ορισμένοι ερευνητές υποθέτουν ότι η σφαγή έγινε επειδή ο Θεοδόσιος όχι μόνο βασιζόταν στη στρατιωτική βοήθεια των Γότθων μα και φοβόταν πιθανή εξέγερσή τους σε περίπτωση που δεν τιμωρούσε τους υπαίτιους της δολοφονίας[73]. Η δολοφονία  και η στάση έθεταν σε κίνδυνο το εγχείρημα του Θεοδόσιου να χρησιμοποιήσει τους Γότθους για την υπεράσπιση των Βαλκανίων[74], και ο Βουθέριχος είχε σταθεί πολύτιμος στον αγώνα του Θεοδόσιου κατά όσων υποστήριζαν τον Μάγνο Μάξιμο στα Βαλκάνια[75]. Άλλοι ερευνητές αντιθέτως, θεωρούν ότι ο Θεοδόσιος δεν είχε ανάγκη τους Γότθους ή δεν φοβόταν τις αντιδράσεις τους για το φόνο του Βουθέριχου[76]. Μερικοί ως αιτία προτείνουν την δικαιολογημένη ανησυχία του για την περίπτωση που το στράτευμα (ανεξαρτήτως καταγωγής) θα ήθελε να εκδικηθεί για το φόνο του διοικητή του, καθώς και τον ευέξαπτο χαρακτήρα του[77]. Ορισμένοι θεωρούν ότι αφού ο φόνος ήταν αμφισβήτηση της αυτοκρατορικής εξουσίας, η σφαγή ήταν μια επίδειξη της αυτοκρατορικής ισχύος[78]. Κάποιοι άλλοι ερευνητές θεωρούν απίθανη την περίπτωση ο Θεοδόσιος απλά να θεώρησε τους κατοίκους μιας τόσο μεγάλης πόλης αναλώσιμους και άξιους τέτοιας συλλογικής τιμωρίας ή να «έχασε τα λογικά του»[79].

Ερευνητές έχουν συσχετίσει τη σφαγή με τις λεγόμενες αντιπαγανιστικές διώξεις του Θεοδόσιου. Αυτοί θεωρούν ότι μετά την (για θρησκευτικές, στην πραγματικότητα, αιτίες) σφαγή του Βουθέριχου, ο Θεοδόσιος «έδωσε διαταγή να προπαρασκευαστεί η σφαγή στον ιππόδρομο με την ελπίδα ότι οι χριστιανοί δεν θα πήγαιναν, μια και περιφρονούσαν αυτού του είδους τις διασκεδάσεις. […] Δυστυχώς όμως και χριστιανοί βρήκαν το θάνατο σ’ εκείνη τη σφαγή»[80]. Άλλοι, θεωρούν πως έχοντας υπόψη του ο Θεοδόσιος ότι στον ιππόδρομο σύχναζαν «ως επί το πλείστον Εθνικοί», επέλεξε με την πρόφαση των αγώνων «να εξολοθρεύσει το ισχυρότατο εθνικό στοιχείο της πόλης, έτσι ώστε να επικρατήσει γρηγορότερα η νέα θρησκεία», σφαγιάζοντας «ως επί το πλείστον Εθνικούς»[81].

Όσον αφορά την εμπλοκή του Αμβρόσιου, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, ο επίσκοπος κατέκρινε τον Θεοδόσιο και του απαγόρευσε την συμμετοχή στη εκκλησιαστική λατρεία έως ότου ο δεύτερος μετανοήσει. Ο Θεοδόσιος έγινε ξανά δεκτός τα Χριστούγεννα του 390 έπειτα από μετάνοια οκτώ μηνών[82]. Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αντίθετα από όσα αναφέρουν μεταγενέστεροι εκκλησιαστικοί ιστορικοί, κανείς δεν σταμάτησε τον Θεοδόσιο στην είσοδο του καθεδρικού του Μιλάνου απαγορεύοντάς του να εισέρθει[83]. Άλλοι ερευνητές θεωρούν ότι ο Αμβρόσιος δεν απείλησε τον Θεοδόσιο με γενικό αφορισμό, αλλά απλώς ανακοίνωσε ότι ο ίδιος δεν θα τελούσε τη θεία ευχαριστία υπό την παρουσία του αυτοκράτορα εάν ο τελευταίος δεν μετανοούσε· ο Θεοδόσιος για τουλάχιστον ένα μήνα αφότου είχαν μαθευτεί τα νέα της σφαγής βρισκόταν σε άλλες πόλεις της β. Ιταλίας δίχως εκεί να του έχουν επιβληθεί περιορισμοί στη συμμετοχή του στην εκκλησιαστική λατρεία από τους εκεί ιεράρχες. Ο Αμβρόσιος έστειλε μια ιδιωτική επιστολή, στην οποία ωστόσο είναι φανερές όλες οι τυπικότητες της εποχής. Η ιδιωτικότητα της επιστολής συνεπαγόταν ότι ο Θεοδόσιος είχε κάποια δυνατότητα για ελιγμούς, αλλά οι όροι αυτών των ελιγμών θα έπρεπε πρώτα να αποσαφηνιστούν σε συνεργασία με τους συμβούλους του[84]. Οι  περιστάσεις υπό τις οποίες έγιναν οι διαπραγματεύσεις αυτές μεταξύ επισκόπου και συμβούλων είναι ασαφείς[85]. Επίσης, οι ίδιοι ερευνητές αναφέρουν ότι ο αυτοκράτορας βάσει ενός προκαθορισμένου τυπικού δημόσιας μετάνοιας, με δάκρυα ζήτησε τις προσευχές των πιστών έχοντας βρεθεί έξω από την βασιλική του Αμβρόσιου (μαζί με άλλους Χριστιανούς που είχαν διαπράξει διάφορες αμαρτίες) για να επιδείξει την μετάνοιά του. Ο Θεοδόσιος είχε επίγνωση ότι το εκκλησίασμα που θα παρατηρούσε τη μετάνοιά του ήταν πειθαρχημένο στον Αμβρόσιο. Η διαδικασία της δημόσιας μετάνοιας και η εξαγγελία της ποινής από τον επίσκοπο ή η μη χρήση των αυτοκρατορικών ενδυμάτων ήταν ζητήματα για οποία θα είχε γίνει προσεκτική προετοιμασία. Όσο για τη χρονική διάρκεια του επιτιμίου, αυτή δεν μπορεί να είναι το διάστημα των οκτώ μηνών, το οποίο αναφέρει ο Θεοδώρητος· ωστόσο, φαίνεται (βάσει επιστολής του Αμβρόσιου) ότι η λήξη της εκκλησιαστικής ποινής έλαβε επισήμως χώρα τη Μεγάλη Πέμπτη του 391, τον Απρίλιο[86]. Κατ’ άλλους ερευνητές, η διάρκεια του επιτιμίου ήταν μικρή και συνίστατο απλώς στην μη τέλεση μεγαλοπρεπών αυτοκρατορικών πομπών μέσα στην πόλη (από τα ανάκτορα έως τον καθεδρικό) με όλα τα αυτοκρατορικά εμβλήματα[87] που θα διακήρυσσαν την παντοδυναμία του αυτοκράτορα. Τέλος, κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι κατά κάποιο τρόπο έγινε μια έξυπνη συναλλαγή η οποία συνίστατο στην «ειλικρινή μεταμέλεια» με σκοπό να εξομαλυνθούν οι σχέσεις Θεοδόσιου – Εκκλησίας· ο Θεοδόσιος δεν ζήτησε συγγνώμη από τον επίσκοπο Θεσσαλονίκης αλλά από εκείνον του Μιλάνου, και η σκοπιμότητα κυριάρχησε και στους δύο[88]. Ο Αμβρόσιος εκμεταλλεύτηκε, δηλαδή, την αίσθηση τρόμου που κατέλαβε τους πάντες, ώστε να αναγνωριστεί ως εκκλησία και επίσκοπος από τον αυτοκράτορα ως το ύψιστο πρότυπο Ηθικής. Σε αντάλλαγμα, θα βοηθούσε τον Θεοδόσιο να ξεπεράσει την γενική αντιπάθεια προς το πρόσωπό του, με το να εμφανίσει την πράξη του ως ένα απλό προσωπικό σφάλμα, ως συγχωρήσιμη προσωπική αμαρτία, που μπορούσε να ξεπλυθεί με δημόσια μεταμέλεια· ο Θεοδόσιος δεν είχε παρά να αποδεχτεί την προσφορά[89]. Αντιθέτως, άλλοι ερευνητές παρατηρούν ότι ο Θεοδόσιος δεν ήταν ευχαριστημένος με την τροπή που έλαβε η τιμωρία της Θεσσαλονίκης, γιατί αλλιώς η επιστολή του Αμβρόσιου προς αυτόν θα ήταν μάταιη και η εξέλιξη των γεγονότων μετά από αυτήν ανεξήγητη. Η  βαθιά του θρησκευτικότητα είναι δεδομένη. Όλοι οι αυτοκράτορες ταυτίζονταν με τη δημόσια εικόνα που παρουσίαζαν, έτσι ώστε να μην ισχύει η (σύγχρονης αντίληψης) διχοτομία μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας. Η δημόσια αυτή χειρονομία του Θεοδόσιου δεν μπορεί να αναχθεί, υποστηρίζουν οι ερευνητές αυτοί, σε έναν κυνικό χειρισμό του γεγονότος[90].

Όπως ορισμένοι ερευνητές ισχυρίζονται, ο τρόπος με τον οποίο ο Αμβρόσιος στη σχετική του επιστολή επέκρινε τον Θεοδόσιο και του ζήτησε να μετανοήσει δεν σχετίζεται με τις παραδοσιακές ρωμαϊκές αρετές. Η μομφή του ενάντια στο έγκλημα αυτό είναι αποκλειστικά χριστιανική και βιβλική στη μορφή και τα κίνητρα[91]. Αντίθετα, άλλοι ερευνητές θεωρούν ότι ο Αμβρόσιος, χρησιμοποιώντας την αρχαία αρετή της παρρησίας παρουσιάστηκε στον Θεοδόσιο ως φιλόσοφος των αρχαίων χρόνων[92].

iii. Συμπεράσματα.

Η ενέργεια του Βουθέριχου να φυλακίσει τον ηνίοχο δεν μπορεί να οφείλεται σε κάποιο νόμο που τιμωρούσε την ομοφυλοφιλία με τέτοια ποινή· νόμος με τέτοια ποινή ήταν ανύπαρκτος, και οι σχετικοί ρωμαϊκοί νόμοι, επί Θεοδόσιου και παλαιότεροι, δεν τιμωρούσαν εν γένει την ομοφυλοφιλία, αλλά την ανδρική πορνεία ή το βιασμό ελεύθερων Ρωμαίων ανδρών, κι αυτά όχι με ποινή την φυλάκιση. Θα αρκούσε ο, ίσως «Γότθος» (καμμία πηγή δεν αναφέρεται στην εθνικότητά του), στρατιωτικός να εκλάβει τη συμπεριφορά του ηνίοχου ως προσβολή της αντίληψης που είχε περί ηθικής ο ίδιος ή οι «Γότθοι» (που θα μπορούσαν να είναι Φράγκοι ή άλλοι Γερμανοί μισθοφόροι από διάφορα φύλα) ή οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης. Ίσως ο ηνίοχος στα πλαίσια της πράξης του να «πειράξει αισχρώς» τον οινοχόο, προέβη παράλληλα και σε άλλες πράξεις, κι αυτές ήταν ποινικά κολάσιμες με φυλάκιση. Είναι άγνωστο εάν ο οινοχόος ήταν γνωστό πρόσωπο στον Βουθέριχο· εάν ήταν, ο στρατιωτικός θα είχε ακόμη ένα λόγο να δράσει κατά του ηνίοχου.

Η απαίτηση των «Θεσσαλονικέων» για απελευθέρωση του ηνίοχου δεν είναι απαραίτητο ότι ήταν πάνδημη. Οι ηνίοχοι ήταν μέλη των «δήμων» (Πράσινων, Βένετων, Λευκών κ.ά.). Έτσι, η απουσία ενός ικανού ηνίοχου από κάποια αρματοδρομία δεν θα συνιστούσε πρόβλημα για τους υποστηρικτές του αντίπαλου «δήμου», αφού ο δήμος τους θα επικρατούσε ευκολότερα. Συνεπώς, οι ταραχές και ο φόνος δεν θα ήταν πάνδημη έκφραση της αγανάκτησης των Θεσσαλονικέων επειδή ο ηνίοχος της μιας –ας την αποκαλέσουμε έτσι– ομάδας θα απουσίαζε από τους αγώνες. Ασφαλώς, υπήρχαν λόγοι για να είναι κάποιος δυσαρεστημένος με τη ζωή του, και τον 4ο αιώνα. Η υποχρεωτική χορήγηση καταλύματος στα στρατεύματα από όλους τους πολίτες (τμήμα της οικίας καθενός) προκαλούσε πολλές προστριβές με τους «φιλοξενούμενους». Αλλά ήταν μια γνωστή, παλαιά υποχρέωση των πολιτών, μαζί με άλλες, και όχι κάτι καινούργιο το 390. Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι τα «μιτάτα» ήταν η πραγματική αιτία και η σύλληψη του ηνίοχου μια απλή αφορμή. Ο συγγραφέας που πρώτος κάνει λόγο για τα μιτάτα γράφει 130-140 έτη αργότερα, αν και είχε επισκεφτεί (άγνωστο πότε) τη Θεσσαλονίκη[93]. Ο ίδιος συγγραφέας συγχέει το πέρασμα του Θεοδόσιου από την πόλη (τέλη 387-388) και την πορεία του προς τη Δύση κατά του στασιαστή Μάξιμου, με τα γεγονότα του 390· το 388 θα είχε παραμείνει για κάποιους μήνες στην πόλη πλήθος στρατιωτών. Τα «μιτάτα» θα προκάλεσαν πρόβλημα στους κατοίκους το 388, όχι όμως το 390, όταν δεν βρισκόταν εκεί πλέον η αυλή του Ουαλεντιανού και ο στρατός του Θεοδοσίου. Η υπόθεση ότι στις ταραχές συμμετείχαν σταδιακά και όσοι ήταν αγανακτισμένοι με την υποχρέωση παροχής καταλυμάτων στους στρατιώτες δεν μπορεί να αποκλειστεί, ωστόσο η κύρια αιτία των ταραχών ήταν η φυλάκιση του ηνίοχου. Η εξύβριση του Θεοδόσιου αναφέρεται μόνο από μεταγενέστερες πηγές οι οποίες θεωρούν ότι ο αυτοκράτορας βρισκόταν στην πόλη· πρέπει, επομένως, να αποκλειστεί. Όσες πηγές αναφέρουν ότι ο Θεοδόσιος βρισκόταν στην Θεσσαλονίκη κατά το φόνο του Βουθέριχου, συγχέουν τα γεγονότα του 388, όταν ο αυτοκράτορας πράγματι πέρασε από την πόλη, συναντώντας τον Ουαλεντιανό Β΄, με σκοπό να κατευθυνθεί στη Δύση και να αντιμετωπίσει τον Μάγνο Μάξιμο, με τα γεγονότα του 390, όταν ο Θεοδόσιος βρισκόταν στην Ιταλία.

Το ζήτημα της ακριβούς χρονολόγησης της διεξαγωγής του αγώνα πριν από τον οποίο ο Βουθέριχος δολοφονήθηκε είναι προβληματικό. Η μεγάλη (και απίθανη, αν σκεφτούμε τις ανάγκες του αυτοκρατορικού τελετουργικού) διάρκεια του επιτιμίου του Θεοδόσιου την οποία δίνει ο Θεοδώρητος (οκτώ μήνες) συνεπάγεται, λαμβάνοντας υπόψη τα μεσοδιαστήματα που χρειάζονταν για να μαθευτούν τα νέα στην ιταλική αυλή του Θεοδόσιου και για την μετάβαση των αυτοκρατορικών ταχυδρόμων από Θεσσαλονίκη στο Μιλάνο, ότι ο αγώνας είχε προγραμματιστεί για τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο, πράγμα πολύ δύσκολο λόγω των κλιματικών συνθηκών. Πιθανότερο είναι ότι ο μοιραίος αγώνας επρόκειτο να λάβει χώρα  κατά την άνοιξη του 390.

Πέρα από το φόνο του Βουθέριχου, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το μέγεθος των ταραχών. Οι αξιωματούχοι που υπέστησαν λιθοβολισμό ή κακομεταχείριση, όπως άλλες πηγές (Θεοδώρητος) λεν, μπορεί να είναι απλώς οι υφιστάμενοι αξιωματούχοι του Βουθέριχου, ή ο ίδιος (αφού ο Θεοδώρητος δεν κάνει λόγο για τον Βουθέριχο), ο οποίος θανατώθηκε με λιθοβολισμό ή με λυντσάρισμα από το πλήθος των οπαδών του ηνίοχου. Το μέγεθος της στρατιωτικής δύναμης πρέπει να ήταν μικρό κατά τη στιγμή εκείνη, ειδάλλως αυτή θα μπορούσε να εμποδίσει τις ταραχές. Πράγματι, μαρτυρούνται σε άλλες περιπτώσεις (Αλεξάνδρεια στα μέσα του 5ου αι.) επιθέσεις του πλήθους σε (κατά τα φαινόμενα μικρές) στρατιωτικές μονάδες οι οποίες κυριολεκτικά το έβαλαν στα πόδια[94]. Επίσης στην Αλεξάνδρεια (με πληθυσμό πάνω κάτω ίδιο με τη Θεσσαλονίκη), οι στρατιωτικές δυνάμεις ήταν τόσες μικρές ώστε δεν επαρκούσαν για στρατιωτικές επιχειρήσεις εντός της πόλης. Όσο για την εθνοτική σύνθεση της στρατιωτικής δύναμης, είναι τελείως ατεκμηρίωτο ότι οι «Γότθοι» ήταν η πλειονότητα κατά τη στιγμή του φόνου. Όπως ο Βουθέριχος μετατρέπεται αυθαίρετα από πολλούς σε Γότθο (αντί ισοπίθανα σε Φράγκο, Αλαμανό, κ.λπ.)[95], έτσι συνεπακόλουθα οι υπό τις διαταγές του στρατιώτες το 390 θεωρούνται αυταπόδεικτα κι αυθαίρετα Γότθοι κι όχι π.χ. ένα μεικτό σώμα από Ρωμαίους και «βάρβαρους» μισθοφόρους. Με αυτόν τον τρόπο, και εξίσου αυθαίρετα, επιχειρείται να εξηγηθεί η (μη αναφερόμενη στις πηγές, άλλωστε) αγανάκτηση των στρατιωτών για το φόνο και η θέλησή τους για εκδίκηση: ως φυλετική αλληλεγγύη τους στον Βουθέριχο. Επίσης, παραμένει επίσης άγνωστο κατά πόσο οι στρατιώτες τη στιγμή του φόνου ήταν οι ίδιοι με εκείνους που κατόπιν συμμετείχαν στη σφαγή του λαού.

Η τελική απόφαση για τη σφαγή ήταν αποτέλεσμα συζητήσεων στο αυτοκρατορικό συμβούλιο, και όχι μιας στιγμιαίας έκρηξης οργής του Θεοδόσιου. Οπωσδήποτε, αυτός που πήρε την τελική απόφαση ήταν, όπως σε κάθε κρίσιμη περίπτωση, ο αυτοκράτορας. Ωστόσο δεν πρέπει να υπερβάλουμε για την δυνατότητα των αυτοκρατόρων να αποφασίζουν χωρίς να έχουν ακούσει τους πιο στενούς συμβούλους τους και να έχουν επηρεαστεί από αυτούς. Κάθε  αυτοκράτορας ήταν διαρκώς περικυκλωμένος από διάφορα “λόμπυ”, την οικογένειά του και τους έμπιστούς του. Κάθε απόφασή του για σοβαρά θέματα ήταν αποτέλεσμα της επιρροής του περιβάλλοντός του, όσο κι αν θεωρητικά ήταν ένας απόλυτος μονάρχης.

Η άποψη του Θεοδώρητου ότι ήταν ο Ρουφίνος –όπως ο Θεοδώρητος βάζει τον Αμβρόσιο να τον κατηγορεί– αυτός που συμβούλευσε τον Θεοδόσιο για την εντολή της σφαγής, δεν φαίνεται απίθανη κρίνοντας με βάση τις μηχανορραφίες του Ρουφίνου σε διάφορες μεταγενέστερες περιστάσεις, όπως τις δολοφονίες στρατηγών οι οποίοι τον είχαν προσβάλει και την θανάτωση άλλων ανώτατων αξιωματούχων (π.χ. στρατιωτικός διοικητής της υπαρχίας Ανατολής), την κατοπινή ανάληψη από τον ίδιο του αξιώματος του ύπαρχου της Ανατολής με ατιμωτική εξορία του προηγούμενου υπάρχου, και την σχεδόν προδοτική του στάση, όταν  ως επίτροπος του ανήλικου Αρκάδιου, χειρίστηκε το ζήτημα των επιδρομών του Αλάριχου[96]. Ο Ρουφίνος ανήκε στον στενό κύκλο του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος ως υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος (ένα είδος υπουργού εσωτερικών της εποχής) και σίγουρα θα συμμετείχε σε μια τέτοια σύσκεψη. Εάν ο Ρουφίνος δεν τιμωρήθηκε, ίσως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η εφαρμογή της απόφασης έγινε με τρόπο τελείως ανορθολογικό κι οδήγησε σε μεγαλύτερη αιματοχυσία, πράγμα για το οποίο είχε γίνει σαφές ότι δεν έφταιγε ο Ρουφίνος (βλ. παρακάτω). Άλλες πηγές (Παυλίνος) κάνουν λόγο για εισήγηση των «κομητών» (“comitibus”) στον αυτοκράτορα· αυτοί είτε ήταν οι μη στρατιωτικοί κόμητες του συμβουλίου –τα πιθανά μέλη του οποίου προαναφέραμε παραπάνω– είτε οι 2-3 στρατιωτικοί, που θα είχαν και λόγο να εξοργισθούν με ενέργειες κατά του στρατού. Η πιθανή αυτή σύνθεση του συμβουλίου σημαίνει ότι αυτό δεν ήταν και το πλέον χριστιανικό που θα μπορούσε να υπάρχει σε μια χριστιανική αυτοκρατορία. Εκτός από τον Αμβρόσιο, ο οποίος θα μάθαινε από δεύτερο χέρι για το περιεχόμενο των συζητήσεων του αυτοκρατορικού συμβουλίου (είχε αποκλειστεί για άλλους λόγους), μέσα στο συμβούλιο θα βρίσκονταν οπαδοί της μίας ή της άλλης λύσης. Πάντως, η επισήμανση ορισμένων ερευνητών ότι ίσως ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης ενημέρωσε τον Αμβρόσιο για τα γεγονότα φαίνεται να συμφωνεί με επιστολή του επισκόπου, την οποία παραθέτει ο Θεοδώρητος[97].

Ως προς το περιεχόμενο της απόφασης του Θεοδόσιου, φαίνεται ότι υπάρχει σχετική διάσταση απόψεων μεταξύ του Αμβρόσιου, του Παυλίνου και σύγχρονων ερευνητών. Ο Αμβρόσιος γράφει ότι ο αυτοκράτορας άλλαξε γνώμη την τελευταία στιγμή (αφότου ο στρατός ή το αυτοκρατορικό ταχυδρομείο ήταν καθοδόν προς τη Θεσσαλονίκη ή σχεδόν έφταναν σε αυτήν), και ότι, όσον αφορά τη δεύτερη απόφασή του, αν και αυτή στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη, ο κομιστής της δεν πρόλαβε τον στρατό, που (είχε ήδη φτάσει στην πόλη και) είχε σφαγιάσει τους κατοίκους βάσει της πρώτης εντολής. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι η απόφαση του Θεοδόσιου συνίστατο στην εκτέλεση όσων είχαν συμμετάσχει ή οργανώσει τις ταραχές, οι οποίοι είχαν αναγνωριστεί ως ένοχοι, και όχι στην εκτέλεση 7.000. Κάποιος αριθμός καταδικασμένων σε εκτέλεση θα ήταν ασφαλώς προαποφασισμένος[98], αλλά λογικά θα περιλάμβανε μόνον εκείνους για τους οποίους υπήρχαν υποψίες ή πληροφορίες για την ενοχή τους  στο φόνο του Βουθέριχου, και τη δημιουργία ταραχών. Η πληροφορία για 7.000 νεκρούς πρωτοαναφέρεται στις αρχές του 5ου αι., σε αντίθεση με την πληροφορία για 15.000, που αναφέρεται μόνο από τα μέσα του 6ου αι. και λογικά είναι λιγότερο αξιόπιστη. Όπως ερευνητές έχουν παρατηρήσει, κάποια από τα θύματα θα πρέπει να ποδοπατήθηκαν προσπαθώντας να διαφύγουν από τον ιππόδρομο όταν οι στρατιώτες άρχισαν να θανατώνουν τον κόσμο με ξίφη ή να τοξεύουν τους θεατές. Το ύψος των κερκίδων του ιπποδρόμου παραμένει άγνωστο, συνεπώς δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε ικανοποιητικά τη χωρητικότητα του ιπποδρόμου. Εάν η χωρητικότητα ήταν 8-10 χιλιάδες (πράγμα πιθανότερο, όπως δείχνει η Μ. Μίζα) και τα θύματα 7 χιλιάδες, οπωσδήποτε όχι λίγοι θα πέθαναν από το ποδοπάτημα και την ασφυξία, καθώς και από τις θανατηφόρες πτώσεις. Παλαιότερα αντίστοιχα γεγονότα με πολλούς θανάτους (Χέυζελ, Καραϊσκάκη) λόγω ποδοπατήματος σε γήπεδα (χωρίς άμεση απειλή εναντίον των θεατών από την αστυνομία) είναι ένα σχετικό παράδειγμα του τι θα μπορούσε να είχε συμβεί στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης όπου οι στρατιώτες επιτέθηκαν τους θεατές. Οι αρχαίοι συγγραφείς θεώρησαν ότι ο αρχικός αριθμός, των, με αυτοκρατορική διαταγή, προς εκτέλεση ενόχων (ενόχων σύμφωνα με τα κριτήρια του Θεοδόσιου), ήταν ο ίδιος με τον τελικό αριθμό των θυμάτων (7.000). Δηλαδή, θεώρησαν πως ο Θεοδόσιος υπολόγισε ότι οι ποδοπατούμενοι ή και ριπτόμενοι μόνοι τους από τις ψηλότερες θέσεις θεατές (προκειμένουνα δραπετεύσουν από τον ιππόδρομο) θα συμπλήρωναν τον προαποφασισμένο αριθμό θυμάτων, γινόμενοι έτσι μέρος του αριθμού αυτού των εκτελεσμένων (7.000) που ο ίδιος επεδίωκε. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ευσταθεί.

Και μόνη, πάντως, η διαπίστωση αυτή, ότι οι 7.000 δεν ήταν ο προγραμματισμένος αριθμός (αφού περιλαμβάνει και άλλες απώλειες εντός του ιππόδρομου) αλλά ο τελικός αριθμός, μας οδηγεί στο επόμενο πρόβλημα. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρητά προκαθορισμένος αριθμός εκτελεσμένων; 5.000; Και γιατί 5.000 κι όχι, για παράδειγμα,  2.000; Η εύρεσή του είναι αδύνατη. Το πρόβλημα δεν επιλύεται παρά μόνο μερικώς, κι αυτό είναι δυνατόν πάλι μόνο εάν θεωρήσουμε ότι η απόφαση για τιμωρία των Θεσσαλονικέων είχε κάποιους ορθολογικούς σκοπούς, δηλαδή δεχτούμε ότι σκοπός της ήταν η τιμωρία μόνο των ενόχων. Ήταν η σφαγή αθώων αυτό που προκάλεσε τρομερή εντύπωση στην κοινωνία της εποχής και έκανε εκπροσώπους της να απαιτήσουν την δημόσια μετάνοια του Θεοδόσιου, και όχι απαραίτητα ο αριθμός των θυμάτων αυτός καθεαυτόν. Η τιμωρία των ενόχων δεν θα ενδιέφερε πολλούς, αφού η εναντίωση στον αυτοκράτορα ήταν ηθικά καταδικαστέα έτσι κι αλλιώς. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης δεν αποδέχονταν ως αληθές, δηλαδή, ότι ένοχοι ήταν και οι 7.000 νεκροί· πίστεψαν όμως εσφαλμένα ότι ο Θεοδόσιος διέταξε τη σφαγή όσων τελικά πέθαναν (7.000), δηλαδή νόμισαν εσφαλμένα ότι ο Θεοδόσιος πίστευε ότι οι 7.000 ήταν όλοι τους ένοχοι.

Σύμφωνα με προσπάθειες διάφορων ερευνητών να εξηγήσουν τον μεγάλο αριθμό θυμάτων, η απόφαση του Θεοδόσιου εκτελέστηκε με λάθος τρόπο. Σε αντίθεση με την Αντιόχεια και την τιμωρία της μετά την «στάση των αγαλμάτων» (387), όπου επενέβη ο κόμης Ανατολής (ανώτατος στρατιωτικός διοικητής) για το συντονισμό της τιμωρίας (με ποικιλότροπες εκτελέσεις, πράγμα που μάλλον συνεπάγεται «διασπορά» των σημείων εκτέλεσης σε διάφορα μέρη της πόλης)[99], στη Θεσσαλονίκη οι εκτελέσεις των υπαίτιων του φόνου έγιναν σε ένα περίκλειστο χώρο[100]. Επίσης, φαίνεται ότι την εκτέλεση της απόφασης ανέλαβαν κυρίως τα στρατεύματα χωρίς οι πολιτικές αρχές, τοπικές και αυτοκρατορικές, να έχουν τον πρώτο λόγο[101], χωρίς πάντως κάποιον τόσο υψηλά ιστάμενο όπως έναν comes Orientis, έναν magister militum και έναν magister officiorum να διευθύνει την επιχείρηση· ο αντίστοιχος στρατιωτικός διοικητής του Ιλλυρικού (magister militum) ήταν ο Βουθέριχος. Τα δυο αυτά στοιχεία έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην δραματική αύξηση του αριθμού των θυμάτων.

Όμως γιατί να αποφασιστεί η εκτέλεση των πραγματικά ενόχων μέσα στον ιππόδρομο κι όχι αλλού; Ο ιππόδρομος ήταν τόπος έκφρασης της λαϊκής βούλησης και των επιθυμιών· στον ιππόδρομο μπορούσε να μαζευτεί πολύ μεγάλο (σε σχέση με άλλους χώρους της πόλης ) τμήμα του πληθυσμού, το οποίο θα μετέφερε το μήνυμα του αυτοκράτορα (την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων, που αμφισβήτησαν εμμέσως την εξουσία του) στους λοιπούς κατοίκους· απαρχή των γεγονότων στάθηκε η συμπεριφορά κάποιου ο οποίος αγωνιζόταν στον ιππόδρομο, και εκεί θα έβρισκε κάποιος τους οπαδούς του, που προκάλεσαν τις ταραχές, να συχνάζουν μαζικά. Στην Αντιόχεια, όπου τα επεισόδια δεν άρχισαν εξαιτίας ταραχών στον ιππόδρομο, μία από τις τιμωρίες ήταν το προσωρινό κλείσιμο του ιπποδρόμου. (Οι ποινές που εικαζόταν ότι περίμεναν την Αντιόχεια ήταν να παραδοθεί στη λεηλασία από τα στρατεύματα, οι βουλευτές να εκτελεστούν, να δημευτούν οι περιουσίες κ.λπ.)[102] Δεν είναι απαραίτητο να δεχτούμε την ιδέα ότι ο Θεοδόσιος παγίδευσε τους θεατές με σκοπό το θάνατό τους, παρά μόνο εάν δεχτούμε ότι ήθελε να προσμετρηθούν στον προκαθορισμένο αριθμό των από τον στρατό εκτελεσμένων όλοι οι για άλλες αιτίες θανόντες. Ο Θεοδόσιος σίγουρα όμως ήθελε οι θεατές να παρακολουθήσουν την εκτέλεση των ενόχων. Το να εξηγήσει μετά τη σφαγή το λάθος που έγινε, ή το να τιμωρήσει τους ενόχους αξιωματούχους του για την μη ορθή εφαρμογή της εντολής ώστε να δικαιολογηθεί θα του φάνηκε μάταιο, αφού αυτός είχε δώσει την εντολή αυτή χωρίς να σκεφτεί για την περίπτωση λανθασμένης εφαρμογής της· τα φώτα της αρνητικής δημοσιότητας, επειδή η σφαγή ήταν πολύ μεγάλη, δεν θα μπορούσαν να πέσουν σε έναν ασήμαντο στρατιωτικό διοικητή (η τιμωρία ενός τέτοιου διοικητή δεν θα ικανοποιούσε κανέναν) ή, ακόμη περισσότερο, στους στρατιώτες.

Ο ισχυρισμός του Αμβρόσιου ότι ο Θεοδόσιος ανακάλεσε την εντολή για σφαγή αλλά ο αγγελιοφόρος που κόμιζε την ανάκληση δεν πρόλαβε να αποσοβήσει την εκτέλεση της αρχικής εντολής του Θεοδόσιου, δεν είναι ούτε αδιανόητος ούτε και πρωτάκουστος για την εποχή (4ου αι.). Η αξιοπιστία μιας πληροφορίας σε μια ιδιωτική επιστολή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Εάν ο Αμβρόσιος ψευδόταν στον αυτοκράτορα εκθέτοντας μια φανταστική εκδοχή των γεγονότων (με μη πραγματικές ενέργειες και των δύο προ της σφαγής), η συνέχεια της ιστορίας δεν θα ήταν η αυτοταπείνωση του Θεοδόσιου αλλά πιθανόν η επίπληξη ή τιμωρία του Αμβρόσιου από τον αυτοκράτορα. Επομένως, ο Θεοδόσιος όντως άλλαξε γνώμη, η οποία αφορά την αρχική απόφαση για εκτέλεση των ταραχοποιών. Οι ερευνητές που θεωρούν ότι δεν υπήρξε παλινωδία του Θεοδόσιου αλλά τραγικά λανθασμένη εκτέλεση της μίας και μοναδικής εντολής του, είναι αναγκασμένοι να αρνηθούν τη μαρτυρία μιας ιδιωτικής επιστολής. Αναγκαστικά λοιπόν, η εξήγηση για την επέκταση της σφαγής σε όλο το πλήθος των θεατών πρέπει να συνδυαστεί με την μαρτυρία του Αμβρόσιου, ως εξής: Η εντολή για εκτέλεση κάποιων δεκάδων ή εκατοντάδων (σίγουρα όχι 7.000) δίνεται και μετά μαθεύεται στο Μιλάνο, ο Αμβρόσιος και άλλοι πιέζουν τον Θεοδόσιο για την ανάκλησή της, και ο Θεοδόσιος την ανακαλεί στέλνοντας μια δεύτερη εντολή προς τα στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη, οι κομιστές της οποίας φτάνουν πολύ αργά. Εν τω μεταξύ, στον ιππόδρομο η εκτέλεση ορισμένων ενόχων έχει λάβει χώρα με τρόπο τέτοιο ώστε να υπάρξουν πολλά θύματα: Οι στρατιώτες αρχίζουν τις εκτελέσεις ενόχων με ξίφη ή τόξα, το πλήθος που αρχικά εκπλήσσεται (βλέποντας εκτελέσεις αντί για την έναρξη του αγώνα) κατόπιν διαμαρτύρεται, φωνάζει, οργίζεται, οι μελλοθάνατοι εκλιπαρούν για έλεος μαζί με τους φίλους ή συγγενείς που παρακολουθούν από τις κερκίδες· ίσως οι θεατές εκτοξεύουν αντικείμενα (πέτρες) κατά των στρατιωτών, οι οποίοι ξαφνικά αντιλαμβάνονται ότι είναι ελάχιστοι (σε σχέση με τις χιλιάδες θεατών -ειδάλλως, η εμφάνισή τους θα προκαλούσε ανησυχία στο πλήθος, και δεν θα έμενε μυστική) και ότι, εάν θέλουν να βγουν ζωντανοί από τον ιππόδρομο, πρέπει να επιτεθούν στο μαινόμενο πλήθος (τμήματα του οποίου ίσως είχε κατέβει στο χώρο των εκτελέσεων με απειλητικές διαθέσεις κατά των στρατιωτών) χτυπώντας το στα τυφλά. Ενδεχομένως, μικρές μάχες έλαβαν χώρα στα σημεία των κερκίδων όπου υπήρχαν οι φανατικοί οπαδοί του «δήμου» στον οποίο ανήκε ο ηνίοχος. Μάλιστα, ίσως επιχειρήθηκαν εκείνη τη στιγμή οι συλλήψεις (ή πρόσθετες συλλήψεις) στο τμήμα των κερκίδων όπου βρίσκονταν οι οργανωμένοι οπαδοί (οι δράστες του φόνου του Βουθέριχου). Καθώς ο ιππόδρομος εφαπτόταν στα ανατολικά τείχη (όπου θα βρίσκονταν στρατιώτες), ήταν δίπλα στο γαλεριανό ανάκτορο (από το οποίο τον χώριζε ένας στενός δρόμος), και υπήρχαν δύο είσοδοι σε αυτόν, μία δίπλα στην σημερινή Καμάρα και ίσως μια δεύτερη στο νότιο άκρο του (στη σημερινή οδό Μητροπόλεως)[103], όσοι θεατές κατόρθωσαν να διαφύγουν από τον ιππόδρομο, θα έπεσαν πάνω σε στρατιωτικές δυνάμεις. Σε σχεδόν τρεις ώρες, η σφαγή είχε ολοκληρωθεί[104].

Τι ήθελε να πετύχει ωστόσο ο Θεοδόσιος; Θεωρούμεότι το 390 ήταν μακριά τόσο από την στάση του Μάγνου Μάξιμου (388) όσο και από την στάση του Ευγένιου (392). Ο φόβος μήπως οι Γότθοι μισθοφόροι επαναστατήσουν και έτσι ο Θεοδόσιος χάσει πολύτιμους συμμάχους κατά του Μάξιμου ή του Ευγένιου είναι αναπόδεικτος, γιατί, πέρα από το γεγονός ότι οι δυο πόλεμοι (388, 392) ήταν μακρινά γεγονότα, προϋποθέτει ότι ο Βουθέριχος διοικούσε μια εξολοκλήρου γοτθική φρουρά, πράγμα ανεπιβεβαίωτο. Οι ταραχές ωστόσο συνιστούσαν κίνδυνο για τη σταθερότητα του καθεστώτος και ειδικά τη βασιλεία του Θεοδόσιου. Αν αφηνόταν ατιμώρητες, θα δειχνόταν αδυναμία να ελεγχθούν από τον Θεοδόσιο οι στάσεις, και αυτή η εκδήλωση αδυναμίας θα άνοιγε την όρεξη σε στασιαστές και επίδοξους διεκδικητές του θρόνου στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Ίσως οι ανώτατοι στρατιωτικοί τον προειδοποίησαν ότι οι επιθέσεις κατά του στρατού θα οδηγήσουν σε αντίδραση τμημάτων του, και σε εμφάνιση επίδοξων στασιαστών. Η Αντιόχεια (βλ. παρακάτω) τελικά έλαβε χάρη για τη στάση της το 387 παρά την τιμωρία των πρωταίτιων ενόχων, αν όμως για οποιονδήποτε λόγο οι στάσεις και ταραχές εξαπλώνονταν στην αυτοκρατορία (και οι ταραχές του 390 ίσως εξελήφθησαν έτσι), τότε αυτό έπρεπε να σταματήσει πάση θυσία.

Η άποψη ότι ο Θεοδόσιος με τη σφαγή ήθελε να εξοντώσει Εθνικούς στα πλαίσια της διαμάχης Χριστιανισμού – Παγανιστών ώστε ο εκχριστιανισμός (των σφαγμένων;) να επιταχυνθεί, δεν βασίζεται σε καμμία γραπτή πηγή. Αντίθετα, υπάρχει πλήθος από μαρτυρίες ότι οι Χριστιανοί του 4ου αιώνα παρακολουθούσαν μαζικά τις ιπποδρομίες, όχι μόνο κατά τις απλές ημέρες αλλά και ακόμη και τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας[105]. Κληρικοί και μοναχοί παρακολουθούσαν τις ιπποδρομίες έως και τον 7ο αιώνα, όπως αναφέρει ο σχετικός (ΚΔ΄) κανόνας της Πένθεκτης Συνόδου[106]. Δεν μπορούμε, φυσικά, να ποσοτικοποιήσουμε το βαθμό και τη συχνότητα παρακολούθησης από Χριστιανούς, αλλά ο Χρυσόστομος κάνει λόγο και για μαζική παρακολούθηση («άπαντες») από το εκκλησίασμα. Δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ώστε με βάση το κριτήριο της παρακολούθησης ιπποδρομιών να διαχωρίσουμε το λαό της Θεσσαλονίκης σε Χριστιανούς, που δεν πήγαιναν στον ιππόδρομο, και σε Εθνικούς, οι οποίοι πήγαιναν στον ιππόδρομο και άρα ήταν η πλειονότητα των θεατών σε τέτοιο μεγάλο βαθμό ώστε ο Θεοδόσιος να αποφασίσει τη σφαγή τους στα πλαίσια του αντιπαγανιστικού μένους του. Στην καθημερινή ζωή των Χριστιανών και των μη Χριστιανών της ύστερης Αρχαιότητας, οι λαϊκές τάξεις ζούσαν λίγο πολύ με τον ίδιο τρόπο, και δεν είναι τόσο βέβαιο ότι οι αυστηρότεροι ηθικοί χριστιανικοί κανόνες σχετικά με την καθημερινότητα εσωτερικεύονταν πάντοτε και από όλους τους καθ’ ομολογίαν Χριστιανούς. Ο μόνος διαχωρισμός που θα μπορούσε να γίνει μεταξύ οπαδών και αντιπάλων του ιππόδρομου ήταν μεταξύ λόγιων (Χριστιανών και Εθνικών), κι αυτών πάλι όχι όλων, που ήταν κατά του ιπποδρόμου, και απλού λαού (Χριστιανών και Εθνικών) που πήγαινε στον ιππόδρομο. Παραδείγματα των λογίων εναντίον του ιπποδρόμου ήταν Χριστιανοί ιεράρχες όπως ο Χρυσόστομος, αλλά και Εθνικοί όπως ο Λιβάνιος ή ο Ιουλιανός, ο οποίος γράφει ρητά ότι «μισεί τις ιπποδρομίες»[107]. Εάν η σφαγή ήταν προγραμματισμένη εξόντωση Εθνικών, τότε θα ο Αμβρόσιος θα έπρεπε να είχε χαρεί με μια συντριβή του Παγανισμού, ακόμη και αν επιτεύχθηκε με τέτοιο τρόπο. Οι εκτελούμενοι στον ιππόδρομο από κάποιο σημείο και μετά (όταν οι στρατιώτες επιτέθηκαν στους θεατές) επιλέχθηκαν τυχαία, αφού σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν ακόμη και περαστικοί από την πόλη ξένοι που είχαν έρθει στην πόλη, και πήγαν στον Ιππόδρομο με σκοπό να παρακολουθήσουν τους αγώνες[108]. Δεν μπορεί να διανοηθεί στα σοβαρά κάποιος την περίπτωση ότι κάποιοι συλλαμβάνονταν, ρωτιόντουσαν για το θρήσκευμά τους, και ύστερα εκτελούνταν.

Η άποψη –διατυπωμένη το 1919– του Ο. Ταφραλή (βασιζόμενη σε αποσπάσματα του Ιωάννη Αντιοχείας), ότι οι εναπομείναντες στρατιώτες του δυτικού αυτοκράτορα Ουαλεντιανού Β΄ εξαναγκάστηκαν από Εθνικούς Θεσσαλονικείς να αναγνωρίσουν τον σφετεριστή φιλοπαγανιστή Ευγένιο[109], πράγμα που προκάλεσε την οργή του Θεοδόσιου κατά των Εθνικών της Θεσσαλονίκης, με τελικό αποτέλεσμα τη σφαγή τους στον Ιππόδρομο, ως μέτρο κατά του Παγανισμού, εμπεριέχει πολλές παρανοήσεις. Ο (αν και Χριστιανός) φιλοπαγανιστής Ευγένιος (ο Ταφραλή νομίζει ότι σε αυτόν αναφέρεται ο Ιωάννης Αντιοχείας) ανακηρύχθηκε δυτικός αυτοκράτορας το 392, δυο χρόνια μετά την σφαγή του 390, και δεν θα μπορούσε να έχει κάποια σχέση με προσδοκίες των Εθνικών της Θεσσαλονίκης, κι αυτό συνεπώς δεν δίνει βάση για να ερμηνεύσουμε τη σφαγή του 390 ως εκδίκηση κατά Εθνικών επειδή είχαν τέτοιες προσδοκίες. Ο Ιωάννης Αντιοχείας (που ζούσε τον 6ο ή τον 7ο αι.)[110] δεν κάνει λόγο για τον Ευγένιο στο απόσπασμα που αναφέρει ο Ταφραλή· αντιθέτως, αναφέρεται σε γεγονότα του 388, όταν ο σφετεριστής του δυτικού θρόνου και χριστιανός στο θρήσκευμα Μάξιμος, που κυριαρχούσε στο δυτικό κομμάτι του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας, εισέβαλε στην Ιταλία, όπου βασίλευε ο Ουαλεντιανός Β΄· ο τελευταίος έφυγε από την Ιταλία και κατέφυγε με την αυλή και τη μητέρα του στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας και συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη[111]. Οι «περὶ τὸν Οὐαλεντιανόν» τους οποίους βρήκε ο Θεοδόσιος στη Θεσσαλονίκη να είναι λυπημένοι επειδή «δι’ ἀνάγκην τὸν τύραννον ὡς βασιλέα ἐδέξαντο», είναι οι στενοί συνεργάτες και αυλικοί του Ουαλεντιανού οι οποίοι ως τύραννο εννοούν τον Μάξιμο που έγινε αποδεκτός με ευκολία στην Ιταλία. Είναι άκρως περίεργη η υπόθεση ότι ο Θεοδόσιος αγνοούσε την αρέσκεια των Χριστιανών για τον Ιππόδρομο ή ότι προγραμματίζοντας στα κρυφά τέτοια σφαγή δεν ειδοποίησε τους Χριστιανούς έχοντας απλώς «την ελπίδα ότι οι χριστιανοί δεν θα πήγαιναν». Τέτοια ελπίδα ήταν πασίγνωστο ότι ήταν μάταιη· όλοι γνώριζαν ότι και οι καθ’ ομολογίαν Χριστιανοί παρακολουθούσαν τις ιπποδρομίες. Ρητά οι πηγές διευκρινίζουν ότι ο Θεοδόσιος κάλεσε όλους τους πολίτες της Θεσσαλονίκης, και όχι μερίδα τους[112].

Ώς το 390, η αντιπαγανιστική νομοθεσία του Θεοδόσιου δεν είχε σκληρύνει, και γι’ αυτό η άποψη περί αντιπαγανιστικής εξόντωσης στη Θεσσαλονίκη δεν έχει κάποια βάση. Είναι μετά τη σφαγή, από το 391 και μετά, που με διαδοχικούς νόμους ο αυτοκράτορας προσπαθεί να καταπνίξει τον θεσμικό Παγανισμό κλείνοντας με νόμους τους αρχαίους ναούς. Σε νόμο προ του 391, τα αγάλματα θεωρούνται έργα τέχνης[113]. Το 386, ο Λιβάνιος απευθυνόμενος στον Θεοδόσιο γράφει ότι ο δεύτερος δεν απαγόρευσε την προσφορά θυμιάματος σε ναούς και βωμούς· ότι εκτός από τις θυσίες όλα τα άλλα τα έχει επιτρέψει ελεύθερα· ότι δεν διέταξε το γκρέμισμα ναών· ότι δεν επέβαλε διάταγμα για υποχρεωτικό εκχριστιανισμό και ότι δεν απέκλεισε τους Εθνικούς, με τους οποίους συναναστρέφεται, από αξιώματα. Τίποτε δεν δείχνει αντιπαγανιστική διάθεση τέτοια που θα έφτανε έως τη θανάτωση χιλιάδων Εθνικών[114]. Αλλά ούτε και κατά την περίοδο της δημόσιας μετάνοιας του Θεοδόσιου (Απρίλιος – Δεκέμβριος 390) απουσιάζουν νόμοι όπως η απαγόρευση της εισόδου των μοναχών στις πόλεις (2-9-390)[115]. Γνωστοί Εθνικοί διορίστηκαν από το Θεοδόσιο σε ανώτατες κρατικές θέσεις (ύπαρχοι Ιταλίας, Ανατολής, έπαρχοι Ρώμης, Κωνσταντινούπολης, ύπατοι) σε ανατολή και δύση πριν από την σφαγή της Θεσσαλονίκης αλλά και μετά από αυτήν (Νικόμαχος Φλαβιανός, Ρούφιος Αλβίνος, Σύμμαχος, Τατιανός, Πρόκλος)[116]. Ο Λιβάνιος έχαιρε της εκτίμησης του Θεοδόσιου, ο οποίος τον είχε απαλλάξει από κατηγορίες για προδοσία υπέρ του Μάγνου Μάξιμου[117]· ο εθνικός ρήτορας και συγκλητικός Θεμίστιος ήταν διδάσκαλος του μεγαλύτερου γιου του Θεοδόσιου. Ο Θεοδόσιος, είχε χορηγήσει αμνηστία στους Εθνικούς της Ρώμης οι οποίοι είχαν ταχθεί με το μέρος του ηττημένου φιλοπαγανιστή Ευγενίου[118], αλλά και στους Εθνικούς που είχαν ταχθεί με τον στασιαστή χριστιανό Μάγνο Μάξιμο εναντίον του[119]. Επίσης, είχε χορηγήσει αμνηστία σε Εθνικούς που είχαν δολοφονήσει χριστιανούς καταστροφείς ναών στην Απάμεια της Συρίας, και σε όσους είχαν εκτελέσει χριστιανούς ομήρους στην Αλεξάνδρεια[120]. Ο Θεοδόσιος είχε ζήσει 3 έτη (379 και 380, αλλά και 387-388) στην Θεσσαλονίκη και είχε βαπτιστεί σε αυτήν. Η εντύπωση που θα του είχε προξενήσει η πόλη θα ήταν –κρίνοντας βάσει της συνομιλίας του με τον μη Αρειανιστή επίσκοπό της ο οποίος τον βάπτισε, αλλά και της παραμονής του– όχι μιας πόλης Εθνικών αλλά βασικά μιας πόλης Μη Αρειανιστών[121]. Αντιθέτως, οι Γότθοι ήταν μαζικά Εθνικοί ή Αρειανιστές[122].

Οι σφαγιασθέντες στον Ιππόδρομο ήταν αδιακρίτως Χριστιανοί και Εθνικοί, αδιακρίτως ξένοι και Θεσσαλονικείς, και είναι ατεκμηρίωτη η άποψη για πλειονότητα Εθνικών, και μάλιστα μεγάλη, μεταξύ των θεατών. Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε καν πόσοι ήταν Εθνικοί και πόσοι Χριστιανοί στην Θεσσαλονίκη του 390. Πόσοι από τα θύματα στον ιππόδρομο ήταν Χριστιανοί και πόσοι όχι, δεν θα μάθουμε ποτέ· γι’ αυτό το λόγο, είναι αβάσιμο να συμπεράνουμε ότι έλαβε χώρα μια δίωξη με αντιπαγανιστικό στόχο. Η εκδοχή ότι κάποιοι Χριστιανοί σχεδιαστές του εγκλήματος, προκειμένου να εξοντώσουν Εθνικούς, αρχικά αδιαφόρησαν για την τύχη ακόμη κι εκείνων των ομοθρήσκων τους[123] που θα πήγαιναν στον ιππόδρομο (μη ειδοποιώντας τους να μην πάνε), και κατόπιν επιδόθηκαν σε μία ακραία υποκριτική καταδίκη του γεγονότος (με θλιβερή αυτοταπείνωση του θύτη αυτοκράτορα -που κι αυτός την είχε προγραμματίσει), προϋποθέτει μια διπλή συνωμοσιολογία η οποία απαιτεί αποδείξεις τις οποίες ωστόσο οι υποστηρικτές της εκδοχής αυτής κρατάν αποκλειστικά για τον εαυτό τους ως επτασφράγιστο μυστικό. Όσο λοιπόν αβάσιμη είναι η άποψη περί Εθνικών της Θεσσαλονίκης οι οποίοι στασίασαν με αφορμή τον ηνίοχο, άλλο τόσο αστήριχτη είναι και η άποψη περί αντιπαγανιστικής δίωξης εκ μέρους του Θεοδόσιου.

Όσον αφορά την ειλικρίνεια του Θεοδόσιου, πρέπει να ληφθούν υπόψη πρώτον το ευμετάβλητο του χαρακτήρα του (βλ. παραπάνω), δεύτερον η μαρτυρία του Αμβρόσιου σε δημόσιο λόγο του για την δημόσια αναγνώριση από τον Θεοδόσιο του λάθους του, και ειδικά του τρόπου με τον οποίον επέδειξε την αναγνώριση αυτή. Σε ένα δημόσιο λόγο παρουσία πλήθους κόσμου στην ίδια πόλη όπου ο Θεοδόσιος επέδειξε τη μεταμέλειά του και μόλις 5 χρόνια πριν την εκφορά του λόγου αυτού, ο Αμβρόσιος θα ήταν ανεξήγητο έως αδύνατο να ψεύδεται. Τρίτον, πρέπει να ληφθεί υπόψη η σιωπή των Εθνικών Ευνάπιου και Ζώσιμου. Οι τελευταίοι μπορούσαν να ειρωνευτούν ως ψεύτικη ή ανώδυνη τη μεταμέλεια του Κωνσταντίνου (με τη βάπτισή του λίγο πριν πεθάνει) όσο κι αν δεν είχαν αποδείξεις γι’ αυτό, αλλά σίγουρα βρέθηκαν σε αμηχανία μπροστά στον (κατά την παγανιστική αντίληψή τους) αναξιοπρεπή τρόπο της μεταμέλειας ενός αυτοκράτορα, του Θεοδόσιου, τρόπο που τους φαινόταν ξένος προς κάθε παγανιστική αντίληψη· γι’ αυτό, θα προτίμησαν να μην κάνουν λόγο γι’ αυτήν. Δεν θα μπορούσαν να παραλείψουν το ένα σκέλος των γεγονότων (την μεταμέλεια) προβάλλοντας μόνο το άλλο (τη σφαγή), ώστε να το ερμηνεύσουν με τρόπο ενάντιο στον Θεοδόσιο· και τα δύο σκέλη ήταν πασίγνωστα. Προτίμησαν λοιπόν να αγνοήσουν το γεγονός παρά να συμμετάσχουν άθελα στην ανάδειξη και τον εκθειασμό της εικόνας του «μεταμελημένου Χριστιανού». Ο Ζώσιμος έγραφε στα τέλη του 5ου αι. (498)[124], 110 χρόνια μετά τα συμβάντα. Δεν βασίλευαν τότε μέλη της θεοδοσιανής δυναστείας ώστε να φοβηθεί την οργή τους. Ακόμη, λοιπόν, κι αν, όπως θεωρούν ορισμένοι ερευνητές, δεν μπορούμε να μάθουμε κατά πόσον ο Θεοδόσιος ψευδόταν ή πίστευε όλα όσα έκανε «μετανοώντας», τουλάχιστον είναι σίγουρο ότι η δημόσια μεταμέλειά του έπεισε τους ανθρώπους της εποχής, Εθνικούς και Χριστιανούς, για την ειλικρίνειά της. Ποια εποχή, βέβαια, είναι πιο καχύποπτη ή πιο εύπιστη, και ποια κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια θεωρώντας ότι όλοι οι άνθρωποι σε όλες τις εποχές σκέφτονταν με βάση τα δικά της κριτήρια, είναι άλλο ζήτημα.

Ο Αμβρόσιος στην περιγραφή του διαφέρει από τον Θεοδώρητο και τον Παυλίνο στο γεγονός ότι κάνει λόγο για απαγόρευση της θείας κοινωνίας στον Θεοδόσιο και λέει στον αυτοκράτορα ότι δεν μπορεί ο ίδιος να παρευρίσκεται στην εκκλησία ενόσω θα βρίσκεται και ο Θεοδόσιος· οι άλλοι δύο συγγραφείς  λένε ότι ο Αμβρόσιος είπε στον Θεοδόσιο ότι δεν θα τον αφήσει να μπει στην εκκλησία και να κοινωνήσει (είναι ασαφές εάν αυτό σημαίνει πραγματική απαγόρευση εισόδου στα σκαλιά της εκκλησίας ή όχι), καθώς και ότι ο Αμβρόσιος περιμένοντας στην είσοδο της εκκλησίας απαγόρευσε στον Θεοδόσιο να εισέλθει σε αυτήν, αντίστοιχα. Ο Αμβρόσιος δεν λέει εάν συνάντησε στην είσοδο της εκκλησίας τον αυτοκράτορα, παρά μόνο τι του είχε αρχικώς διαμηνύσει· τα κατοπινά γεγονότα είναι ασαφή. Η ενέργεια του Αμβρόσιου δεν συνεπαγόταν την επιβολή της Εκκλησίας στην Πολιτεία, που έτσι υποτάχθηκε, δηλαδή την απαρχή του παποκαισαρισμού, αλλά την εκκλησιαστική (ως έκφραση της κοινωνίας) εναντίωση στην απόπειρα αυτονόμησης της Πολιτείας από την κοινωνία. Το γεγονός ότι όλες οι πηγές, τόσο η χρονικά πρώτη (Ρουφίνος) όσο και αξιόπιστες (όπως του Σωζομενού), αναφέρουν το νόμο που πρόσταξε ο Θεοδόσιος εξαιτίας της σφαγής του 390, συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι αυτός ο νόμος εκδόθηκε το 390 και όχι το 382.

Οι μαρμάρινες βαθμίδες που έχουν ενσωματωθεί στο δυτικό τείχος της Θεσσαλονίκης προέρχονται όχι από τον ιππόδρομο αλλά από ένα άλλο στάδιο-θέατρο, το οποίο βρισκόταν στην περιοχή βορειοδυτικά του γαλεριανού ανακτόρου[125], πράγμα που επιβεβαιώνεται και από  τις γραπτές μαρτυρίες ότι ο ιππόδρομος της Θεσσαλονίκης συνέχισε να είναι σε λειτουργία έως και τον 6ο αιώνα ή τουλάχιστον τις αρχές του 7ου αι.[126]. Η περίφημη επιγραφή του διοικητή της Θεσσαλονίκης Ορμίσδα στα τείχη της πόλης, στην οποία ο ίδιος λέει ότι έκτισε τα τείχη «έχοντας τα χέρια του καθαρά» («χεῖρας ἔχων καθαράς») δεν αφορά τη μη συμμετοχή του στη σφαγή του 390, όπως έχει υποστηριχθεί[127]. Η παραπάνω έκφραση απαντά συχνά σε επιγραφές της ύστερης Αρχαιότητας, και με αυτήν διάφοροι αξιωματούχοι ισχυρίζονται πως δεν είναι οικονομικά διεφθαρμένοι[128]. Έτσι, τα δύο αυτά υλικά τεκμήρια, δεν λένε απολύτως τίποτε για τη σφαγή του 390.

Σε αντίθεση με δημοφιλείς χολιγουντιανές εκδοχές για τον τρόπο και την ταχύτητα του εκχριστιανισμού, όπου με ένα-δύο βίαια συμβάντα αυτός επιτυγχάνεται αστραπιαία σε κάθε τόπο και όλοι οι Εθνικοί βαπτίζονται από τρόμο ή θαυμασμό, η πρόσφατη έρευνα θεωρεί ότι η διαδικασία του εκχριστιανισμού ήταν σταδιακή. Το ίδιο και η χριστιανική κυριαρχία στις πόλεις. Στη Θεσσαλονίκη, τρεις από τις μεγαλύτερες πρωτοβυζαντινές εκκλησίες (Άγιος Δημήτριος, Αγία Σοφία, Αχειροποίητος) κτίστηκαν όχι πάνω σε αρχαίους ναούς αλλά σε λουτρά[129], κάποια από τα οποία (Αχειροποίητος) συνέχισαν να λειτουργούν. Άλλες κτίστηκαν σε χώρους που ανήκαν σε ιδιώτες χριστιανούς, οι οποίοι δώρισαν την περιουσία τους στην Εκκλησία, ή σε τοποθεσίεςόπου βρίσκονταν κρατικά κτίσματα[130]. Η Ροτόντα είναι άγνωστο εάν προοριζόταν από τον Γαλέριο ως ναός της αρχαίας λατρείας. Σίγουρα, είχε μείνει ημιτελής το 311, έτος θανάτου του Γαλερίου (άρα, τίθεται το ζήτημα πώς θα μπορούσε να έχει λειτουργήσει ως αρχαίος ναός), παρέμεινε ημιτελής και επί Μ. Κωνσταντίνου (306-337), και το κτίσιμό της ολοκληρώθηκε κάπου στον 5ο αι.[131]. Όπως παρατηρείται και σε άλλες περιοχές και πόλεις, ως παράδειγμα μιας (από τις πολλές) χριστιανικής στρατηγικής εκχριστιανισμού του χώρου, στη Θεσσαλονίκη οι πρώτες μεγάλες εκκλησίες (5ος αι.) ανοικοδομήθηκαν γύρω από το κέντρο της πόλης· δεν κτίστηκε δηλαδή εκκλησία στον χώρο της Αρχαίας Αγοράς της πόλης[132]. Η ίδια η Αγορά εγκαταλείπεται σταδιακά ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης διοικητικής σημασίας του γαλεριανού ανακτόρου (που χρησιμοποιήθηκε έως τον 7ο αι.) και όχι λόγω αντιπαγανιστικής στόχευσης· δεν ήταν, άλλωστε, θρησκευτικό κέντρο, με ναούς κ.λπ., ώστε η παρακμή της να προδίδει σκόπιμη επίθεση με θρησκευτικά κίνητρα[133]. Η μοναδική ασβεστοκάμινος στην πόλη χρονολογείται στον 7ο αι.[134], εποχή σεισμών και πολλών επιδρομών, που είχαν συνέπεια την μετατροπή σε ερείπια πολλών κτηρίων μέσα και έξω από την πόλη. Την ίδια σταδιακή διαδικασία εκχριστιανισμού παρατηρούμε και στα νεκροταφεία της Θεσσαλονίκης· αρχικά Χριστιανοί και μη Χριστιανοί θάβονταν στις ίδιες περιοχές και περίπου με τον ίδιο τρόπο, και η χριστιανική ζωγραφική διακόσμηση των τάφων έχει τις ρίζες της στην ελληνική και ρωμαϊκή ζωγραφική της εποχής. Αργότερα, με την σταδιακή ίδρυση μαρτυρίων (προ 312, μετά το 317 κ.λπ.) και βασιλικών, ο χώρος των νεκροταφείων εκχριστιανίζεται[135]. Κατά τον τερματισμό των διωγμών του Γαλέριου, η Θεσσαλονίκη είχε ήδη 50 περίπου γνωστούς μάρτυρες και ομολογητές, πράγμα που δείχνει πόσο ριζωμένος ήταν ο Χριστιανισμός προ Θεοδόσιου. Η έμμεση ταύτιση των «αρχαίων θρησκειών»[136] με τον Ελληνισμό παραγνωρίζει αφενός ότι στον «Ελληνισμό» αυτόν συμπεριλαμβάνονται λατρευόμενες στη Θεσσαλονίκη θεότητες αιγυπτιακές, η λατρεία των οποίων κατέχει την πρώτη θέση στην πόλη (Ίσιδα, Σέραπις, Άνουβις, Αρποκράτης, Όσιρις),  περσικές (Μίθρας), φρυγικές (Κυβέλη), η θεά Ρώμη, κελτικές (Επόνα), κι ότι ο «Ελληνισμός» αυτός μετασκεύαζε αγάλματα ελληνικών θεοτήτων σε αγάλματα συζύγων Ρωμαίων αυτοκρατόρων[137]· αφετέρου, ότι οι λεγόμενοι «Εθνικοί» δεν ήταν μία ομάδα με συναίσθηση κάποιας (ανύπαρκτης) ενότητάς της, ώστε να αντιπαρατεθούν σε μία άλλη ομάδα, τη χριστιανική[138]. Αντί της συγκρουσιακής αντίληψης για τη σχέση αρχαίου πολιτισμού και Χριστιανισμού, μια διαφορετική άποψη εξηγεί καλύτερα τα υφιστάμενα πρωτοβυζαντινά ψηφιδωτά και την χριστιανική αρχιτεκτονική, ως δημιουργήματα τα οποία εμφανίζονται σε δεδομένο πολιτισμικό πλαίσιο (το προχριστιανικό) και εμπεριέχουν, αφομοιώνουν και ενσωματώνουν πολλά στοιχεία από αυτό, με ρήξεις (κυρίως θρησκευτικές) αλλά και πολλές συνέχειες[139].

Οπωσδήποτε, η εποχή για την οποία κάναμε λόγο επεφύλασσε πολλούς κινδύνους. Αρκετοί αυτοκράτορες δεν είχαν συνειδησιακό πρόβλημα να πνίξουν στο αίμα τις πόλεις οι οποίες στασίαζαν[140]. Το 298, η Αλεξάνδρεια πνίγηκε στο αίμα μετά από την πολιορκία της από τον Διοκλητιανό[141]. Δεν είναι δύσκολο πάντως να αντιληφθούμε την διαφορά μεταξύ της δημόσιας αυτοταπείνωσης του χριστιανού αυτοκράτορα Θεοδόσιου το 390 και της επιστολής του παγανιστή αυτοκράτορα Καρακάλλα προς τη ρωμαϊκή σύγκλητο κατά τη διάρκεια της τρομακτικής σφαγής των Αλεξανδρινών από τον ίδιο το 215. Στην επιστολή αυτή ο Καρακάλλας έγραφε ότι δεν είχε σημασία πόσοι ή ποιοι Αλεξανδρινοί είχαν σφαγιαστεί, αφού όλοι τους άξιζαν αυτή την τύχη[142]. Κανείς από τους φιλοσόφους και λόγιους της εποχής, πόσο μάλλον το εθνικό ιερατείο, δεν τόλμησε ποτέ να επιπλήξει τον Καρακάλλα[143]. Οι καιροί όμως είχαν αλλάξει με τον εκχριστιανισμό του αρχαίου κόσμου. Ο βασιλιάς δεν ήταν πια θεός ούτε υπεράνω των ηθικών αντιλήψεων της κοινωνίας της εποχής του.

Βραχυγραφίες

BT Bibliotheca scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana, έκδ. B.G. Teubner – K. G. Saur, Leipzig – Stuttgart 1949 – 2006.
CB Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae,  τ. 1-50, Bonn 1828-1897.
CFHB Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Washington – Berlin – Wien – Bruxelles – Roma – Θεσσαλονίκη 1967 κ.ε.
CSEL Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum Latinorum, Wien 1866 κ.ε.
CUF G. Collection des universités de France, Série Greque, Paris 1919 κ.ε.
GCS Die Griechischen Christlichen Schriftsteller der ersten drei Jahrhunderte, Berlin, Leipzig 1897 κ.ε.
JOC L’ Empereur Julien. Oeuvres Complètes, έκδJ. Bidez – C. Lacombrade – R. Rochefort, [CUF]τ. 11-22, Paris 1924-1964.
LO Libanii Opera, έκδ. R. Foerster, τ. 1-12, Leipzig 1903-1927.
P.G. Patrologiae cursus completus. Series graeca, έκδ. J.-P. Migne, τ. 1-161, Paris 1857-1906.

 

Πηγές

Αμβρόσιος, De obitu Theodosii O. Faller (έκδ.), Sancti Ambrosii Opera pars VII, CSEL 73, Bonn 1955, 371-401 (Αγγλ. Μετ.: J. Liebeschuetz – C. Hill, Ambrose of Milan, σσ. 177-203).
Αμβρόσιος, Επιστολή 51 προς Θεοδόσιο M. Zelzer (έκδ.), Sancti Ambrosi Opera pars X, CSEL 82.3, Bonn 1982, 212-218 (Αγγλ. Μετ.: J. Liebeschuetz – C. Hill, Ambrose of Milan, σσ. 263-269).
Αυγουστίνος, De civitate Dei E. Hoffmann (έκδ.), Sancti Aurelii Augustini epistopi opera (sect. V): De civitate Dei, CSEL 40.1, Bonn 1899. (Αγγλ. Μετ.: D. Zema – G. Walsh, Saint Augustine The City of God Books I-VIII [The Fathers of The Church A New Translation 8], Washington D.C. 1952 (1η Ανατύπωση 1962).
Δίων Κάσσιος, Ρωμαϊκή ιστορία Δίωνος Κασσίου Κοκκηιανοῦ Ρωμαϊκὴ Ἱστορία, έκδ. L. Dinforf, Dionis Cassii Cocceiani Historia Romana, τ. 4, Leipsig 1864.
Ευνάπιος, Αποσπάσματα Ευνάπιος, Αποσπάσματα, έκδ. C. Müller, Fragmenta Historicorum Graecorum, τ. 4, Paris 1851, 7-56.
Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών Σύνοψις ἱστοριῶν ἀρχομένη ἀπὸ κτίσεως κόσμου καὶ μέχρι τῆς βασιλείας Ἰσαακίου τοῦ Κομνηνοῦ συλλεγεῖσα παρὰ κυροῦ Γεωργίου τοῦ Κεδρηνοῦ, έκδ. I. Bekker, Georgius Cedrenus, Ioannis Scylitzae, τ. 1 [CB 8], Bonn 1838.
Γεώργιος Μοναχός Χρονικὸν σύντομον ἐκ διαφόρων χρονογράφων τὲ καὶ ἐξηγητῶν συλλεγὲν καὶ συντεθὲν ὑπὸ Γεωργίου ἁμαρτωλοῦ μοναχοῦ, έκδ. C. de Boor – P. Wirth, Georgii Monachi Chroniconτ. 2 [BT], Leipzig 1904 (1η ανατύπωση Stuttgart 1978).
Ιουλιανός, Αντιοχικός Ἰουλιανοῦ αὐτοκράτορος Ἀντιοχικὸς  ΜισοπώγωνέκδC. Lacombrade, JOC, τ. 22, Paris 1964, 156-199.
Ιωάννης Αντιοχείας Ἀρχαιολογία Ἰωάννου Ἀντιοχέως ἔχουσα καὶ διασάφησιν τῶν μυθευομένων, έκδ. S. Mariev, Ioannis Antiocheni fragmenta qua supersunt omnia [CFHB Series Berolinensis 47], Berlin – New York 2008.
Ιωάννης Χρυσόστομος, Ιπποδρομίες Πρὸς τοὺς καταλείψαντας τὴν ἐκκλησίαν καὶ αὐτομολήσαντας πρὸς τὰς ἱπποδρομίας καὶ τὰ θέατρα, P.G. 56, 263-270.
Ιωάννης Χρυσόστομος, Ομιλία εις την Γένεσιν Στ΄ P.G., 53, 54-61.
Ιωάννης Μαλάλας J. Thurn (έκδ.), Ioannis Malalae Chronographia [CFHB 35], Berlin – New York 2000.
Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών Ἐπιτομὴ ἱστοριῶν συλλεγείσα καὶ συγγραφείσα παρὰ Ἰωάννου μοναχοῦ τοῦ Ζωναρᾶ τοῦ γεγονότος μεγάλου δρουγγαρίου τῆς βίγλας καὶ πρωτοασηκρήτις, έκδ. L. Dindorf, Ioannis Zonarae Epitome Historiarum, τ. 3, Leipzig 1870.
Λιβάνιος, Πρὸς Θεοδόσιον τὸν βασιλέα ἐπὶ ταῖς διαλλαγαῖς Λιβάνιος, Πρὸς Θεοδόσιον τὸν βασιλέα ἐπὶ ταῖς διαλλαγαῖς, LO, τ. 2, Leipzig 1904, 421-444.
Λιβάνιος, Πρὸς Θεοδόσιον τὸν βασιλέα περὶ τῆς στάσεως Λιβάνιος, Πρὸς Θεοδόσιον τὸν βασιλέα περὶ τῆς στάσεως, LO, τ. 2, Leipzig 1904, 385-414.
Λιβάνιος, Υπέρ των ιερών Πρὸς Θεοδόσιον τὸν βασιλέα ὑπὲρ τῶν ἱερῶν, LO, τ. 3, Leipzig 1906, 87-118.
Λιβάνιος, Βίος Βίος ἢ περὶ τῆς ἑαυτοῦ τύχης, LO, τ. 11, Leipzig 1903, 79-206.
Μιχαήλ Γλυκάς, Βίβλος Χρονική Τοῦ κυροῦ Μιχαὴλ τοῦ Γλυκᾶ Σικελιώτου Βίβλος Χρονική, P.G. 158, 27-624.
Παυλίνος, Βίος αγίου Αμβροσίου Paulini, Vita Ambrosii, έκδ. A. Bastiaensen, Vita di Cipriano, Vita di Ambrogio, Vita di Agostino [Scrittori Greci e Latini], Milano 1975, 54-124. (Αγγλ. Μετ. M. Simplicia Kaniecka στο: The Life of Saint Ambrose. Άλλη μετάφραση: J. Lacy, στο R. Deferrari (εκδ.), Early Christian biographies [The Fathers of the Church. A new Translation 15], Washington, D.C., 1952, σσ. 33-66.)
Πρίσκος Περὶ πρέσβεων ἐκ τῆς ἱστορίας Πρίσκου ρήτορος καὶ σοφιστοῦ, έκδ. P. Carolla, Priscus Panita Excerpta [BT], Berlin – New York 2008.
Προκόπιος, Ανέκδοτη Ιστορία Προκοπίου Ἀνέκδοτα, έκδ. J. Haury – G. Wirth, Procopii Caesariensis Opera Omnia, τ. 3 [BT], Leipzig 1963. (Ελλην. μετ. Α. Σιδέρη, Προκοπίου Καισαρέως Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία, Αθήνα 1989.)
Γ. Ράλλης – Μ. Ποτλής, Σύνταγμα Γ. Α. Ράλλης – Μ. Ποτλής, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων τῶν τὲ ἁγίων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἱερῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν κατὰ μέρους ἁγίων Πατέρων ἐκδοθέν, τ. 2, Αθήνα 1853.
Ρουφίνος Rufinus, Historia ecclesiastica, έκδ. E. Schwartz – T. Mommsen – F. Winkelmann, Eusebius Werke, τ. 23 [GCS Neue Folge 63], Berlin 19992, 960-1040. (Αγγλική μετ. P. R. Amidon, The Church History of Rufinus of Aquileia. Books 10 and 11, New York 1997.)
Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία Σωκράτους Σχολαστικοῦ Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, έκδ. G. C. Hansen, Sokrates Kirchengeschichte [GCS Neue Folge 1], Berlin 1995.
Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία Σαλαμάνου Ἑρμείου Σωζομενοῦ Σχολαστικοῦ Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, έκδ. J. Bidez – G. C. Hansen, Sozomenus Kirchengeschichte, Berlin 1960.
Συμεών Μάγιστρος Συμεὼν μαγίστρου καὶ λογοθέτου χρονικόν, έκδ. S. Wahlgren, Symeonis magistri et logothetae chronicon  [CFHB Series Berolinensis 44.1], Berlin – New York 2006.
Θεοφάνης Θεοφάνους ἁμαρτωλοῦ μοναχοῦ καὶ ἡγουμένου τοῦ ἀγροῦ καὶ ὁμολογητοῦ Χρονογραφία ἐτῶν φκη’, έκδ. C. de Boor, Theophanis Chronographia, τ. 1, Leipzig 1883.
Θεοδώρητος, Εκκλησιαστική Ιστορία Θεοδωρήτου ἐπισκόπου Κύρου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, έκδ. L. Parmentier – C. Hansen, Theodoret Kirchengeschichte, Berlin 19983.
Θ.Κ., Codex Theodosianus, έκδ. Th. Mommsen – P. Krueger – P. M. Meyer, τ. 1a-b–2, Berlin 1905 (5η ανατύπωση Hildesheim 1990). (Αγγλ. μετ. C. Pharr – Th. Sherrer Davidson – M. Brown Pharr, The Theodosian Code and Novels and the Sirmondian Constitutions, New York 1969 (1η ανατύπωση)).
Βίος τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀμβροσίου ἐπισκόπου Μεδιολάνων Βίος τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀμβροσίου ἐπισκόπου Μεδιολάνων, έκδ. Α. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Ανάλεκτα ιεροσολυμιτικης σταχυολογίας, τ. 1, (Αγία) Πετρούπολη 1891, 27-88.
Ζώσιμος Ζώσιμου κόμιτος καὶ ἀποφισκοσυνηγόρου Ἱστορία Νέα, έκδ. F. Paschoud, Zosime Histoire Nouvelle, τ. 1-32 [CUF G. 267, 268, 307, 326, 401], Paris 1971-1989. (Ελλην. μετ. Γ. Αβραμίδης – Θ. Καλαϊτζάκης – Α. Σαββίδης, Ζώσιμος Νέα Ιστορία [Οι τελευταίοι έλληνες Εθνικοί 9], Θεσσαλονίκη 2007.)

 

Βιβλιογραφία

Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη, νεράιδα, βασίλισσα, γοργόνα. Αρχαιολογική περιδιάβαση από την προϊστορία έως την ύστερη αρχαιότητα, Θεσσαλονίκη 2001.
Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Πολεοδομία Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Πολεοδομία, στο: Δ. Γραμμένος (εκδ.), Ρωμαϊκή Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 121-176.
Β. Αλλαμανή-Σουρή, Ιστορικό διάγραμμα Β. Αλλαμανή-Σουρή, Ιστορικό διάγραμμα της αυτοκρατορικής Θεσσαλονίκης από επιγραφικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες, στο: Δ. Γραμμένος (εκδ.), Ρωμαϊκή Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 80-91.
A. Antonaras, Arts, Crafts and Trades in Thessaloniki A. Ch. Antonaras, Arts, Crafts and Trades in Ancient and Byzantine Thessaloniki. Archaeological, Literary and Epigraphic Evidence [Byzanz zwischen Orient und Okzident 2], Mainz 2019.
Π. Αθανασιάδη-Fowden, Ο μέγας αιών (324-395) Π. Αθανασιάδη-Fowden, Ο μέγας αιών (324-395), στο (συλλογικό) Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. 7, Αθήνα 1978, σσ. 32-91.
Φ. Αθανασίου – Β. Μάλαμα – Μ. Μίζα – Μ. Σαραντίδου, Ιππόδρομος Φ. Αθανασίου – Β. Μάλαμα – Μ. Μίζα – Μ. Σαραντίδου, Ο Ιππόδρομος των ανακτόρων του Γαλερίου. Νέα στοιχεία από τη μελέτη των αρχιτεκτονικών λειψάνων, στο: Π. Αδάμ-Βελένη (εκδ.), Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη, Θεσσαλονίκη, τ. 25, Θεσσαλονίκη 2011, σσ. 265-271.
Th. Banchich – E. Lane, The History of Zonaras Th. Banchich – E. Lane, The History of Zonaras, from Alexander Severus to the death of Theodosius the Great, Oxon – N. York 2009.
Αικ. Μπόλη – Γ. Σκιαδαρέσεης, Νότια πλευρά Αικ. Μπόλη – Γ. Σκιαδαρέσεης, Η στρωματογραφία στη νότια πλευρά, στο: Π. Αδάμ-Βελένη (εκδ.), Αρχαία Αγορά της Θεσσαλονίκης 1. Πρακτικά διημερίδας για τις εργασίες των ετών 1989-1999, Θεσσαλονίκη 2001.
P. Brown, Power and Persuasion P. Brown, Power and Persuasion, Madison Wisconsin 1992.
Ευ. Χρυσός, Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390 Ευ. Χρυσός, Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390, στο: Αθ. Καραθανάσης (εκδ.), Χριστιανική Θεσσαλονίκη. Από του αποστόλου Παύλου μέχρι και της Κωνσταντινείου εποχής¸Θεσσαλονίκη 1990.
S. Ćurčić, Christianization of Thessalonike S. Ćurčić, Christianization of Thessalonikē: The Making of Christian “Urban Iconography”, στο: L. Nasrallah – Ch. Bakirtzis – S. J. Friesen (εκδ.), From Roman to Early Christian Thessalonikē. Studies in Religion and Archaeology [Harvard Theological Studies 64], Harvard, Massachusetts 2010, σσ. 213-243.
S. Ćurčić, Observations S. Ćurčić, Some Observations and Questions Regarding Early Christian Architecture in Thessaloniki, Θεσσαλονίκη 2000.
J. Curran, From Jovian to Theodosius J. Curran, From Jovian to Theodosius, στο: A. Cameron – P. Garnsey (εκδ.), The Cambridge Ancient History, τ. 13: The Late EmpireA.D. 337-425, New York 20076.
S. Doležal, Rethinking a massacre S. Doležal, Rethinking a massacre: What really happened in Thessalonica and Milan in 390?, Eirene 50.1-2 (2014).
G. Downey, History of Antioch G. Downey, A History of Antioch in Syria from Seleucus to the Arab Conquest, Princeton New Jersey 1961.
R. Frakes, Butheric and the Charioteer R. Frakes, Butheric and the Charioteer, στο: R. Frakes – E. DePalma Digeser – J. Stephens (εκδ.), The Rhetoric of Power in Late Antiquity, London 2010.
L. Gardiner, Intimations of a massacre: Thessalonica, Theodosius I and self-ironization in Socrates Scholasticus’s Historia Ecclesiastica L. Gardiner, Intimations of a massacre: Thessalonica, Theodosius I and self-ironization in Socrates Scholasticus’s Historia Ecclesiastica, Studies in Church History 49 (2013), 29-41.
Σ. Γιάτσης, Η σφαγή στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης το 390 μ.Χ. Σ. Γιάτσης, Η σφαγή στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης το 390 μ.Χ. Ένα πολιτικό έγκλημα του Θεοδόσιου Α΄,  Εώα και Εσπέρια 6 (2004-2006)
Ν. Γκιολές, Παλαιοχριστιανική ζωγραφική Ν. Γκιολές, Παλαιοχριστιανική μνημειακή ζωγραφική (π. 300-726), Αθήνα 2007.
K. Hattersley-Smith, Public Architecture K. M. Hattersley-Smith, Byzantine Public Architecture between the fourth and early eleventh centuries AD, with special reference to the towns of byzantine Macedonia [Μακεδονική Βιβλιοθήκη 83], Θεσσαλονίκη 1996.
P. Heather, Goths and Romans 332-489 P. Heather, Goths and Romans 332-489, Oxford 1994.
Α. Καρπόζηλος, Ιστορικοί και Χρονογράφοι Α. Καρπόζηλος, Ιστορικοί και Χρονογράφοι, τ. 1, Αθήνα 1997.
C. Kelly, Ruling the Later Roman Empire C. Kelly, Ruling the Later Roman Empire, Cambridge Massachusetts 2004.
H. Koester, Egyptian Religion in Thessalonike H. Koester, Egyptian Religion in Thessalonike, στο: L. Nasrallah – Ch. Bakirtzis – S. J. Friesen (εκδ.), From Roman to Early Christian Thessalonikē. Studies in Religion and Archaeology [Harvard Theological Studies 64], Harvard, Massachusetts 2010, σσ. 133-150.
Αρ. Κούντουρας, Τρεις επιγραφές Αρ. Κούντουρας, Τρεις επιγραφές από τα τείχη της Θεσσαλονίκης, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Τρίτο συμπόσιο βυζαντινής και μεταβυζαντινής αρχαιολογίας και τέχνης, πρόγραμμα και περιλήψεις ανακοινώσεων, Αθήνα 1983, σσ. 39-40.
Ε. Κουρκουτίδου-Νικολαΐδου – Α. Τούρτα, Περίπατοι Ε. Κουρκουτίδου-Νικολαΐδου – Α. Τούρτα, Περίπατοι στη Βυζαντινή Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 1997.
J. Liebeschuetz – C. Hill, Ambrose of Milan J. Liebeschuetz – C. Hill, Ambrose of Milan. Political Letters and Speeches, Liverpool 20102
R. Malcolm Errington, Imperial Policy R. Malcolm Errington, Roman Imperial Policy from Julian to Theodosius [Studies in the history of Greece and Rome], Chapel Hill North Carolina 2006.
Ευ. Μαρκή, Νεκρόπολη της Θεσσαλονίκης Ευ. Μαρκή, Η Νεκρόπολη της Θεσσαλονίκης στους υστερορωμαϊκούς και παλαιοχριστιανικούς χρόνους, Αθήνα 2006.
N. McLynn, Ambrosius N. McLynn, Ambrosius of Milan: Church and Court in a Christian Capital, Berkeley California 1994.
Μ. Μίζα, Ιππόδρομος Μ. Μίζα, Αποκατάσταση και ανάδειξη των ερειπίων του ιπποδρόμου και του ανατολικού τείχους της Θεσσαλονίκης, Μεταπτυχιακή Εργασία, ΑΠΘ-Θεσσαλονίκη 2020.
C. Morrisson, Εγκατάσταση πληθυσμού, οικονομία και κοινωνία στη βυζαντινή ανατολή C. Morrisson, Εγκατάσταση πληθυσμού, οικονομία και κοινωνία στη βυζαντινή ανατολή, στο: C. Morrisson κ.ά. (εκδ.), Ο Βυζαντινός κόσμος, τ. 1: Η ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (330-641), Αθήνα 2007 (ελλην. μετάφρ. Α. Καραστάθη), σσ. 279-306.
C. Morrisson, Τα γεγονότα / χρονολογική περιδιάβαση C. Morrisson, Τα γεγονότα / χρονολογική περιδιάβαση, στο: C. Morrisson κ.ά. (εκδ.), Ο Βυζαντινός κόσμος, τ. 1: Η ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (330-641), Αθήνα 2007 (ελλην. μετάφρ. Α. Καραστάθη), σσ. 77-125.
PLRE A. H. M. Jones – J. R. Martindale – J. Morris, The Prosopography of the late Roman Empire, τ. 1 (A.D. 260-395), Cambridge 1971.
E. Rizos, Civic administration in Illyricum and Thrace E. Rizos, Civic administration in Illyricum and Thrace, Antique Tardive 26 (2018) 211-223.
E. Rizos, Modern Greece E. Rizos, The Making of a Christian Society in the Late Antique Civil Diocese of Macedonia – Archaeological Evidence on Christianisation from Modern Greece, στο: O. Heinrich-Tamaska – N. Krohn – S. Ristow (εκδ.), Christianisierung Europas: Entstehung, Entwicklung und Konsolidierung im archäologischen Befund. Internationale Tagung im Dezember 2010 in Bergisch-Gladbach, Regensburg 2012, σσ. 319-342
E. Rizos, Walls of Thessalonica E. Rizos, The late-antique walls of Thessalonica and their place in the development of eastern military architecture, Journal of Roman Archaeology 24 (2011) 450-469.
R. Scott, John of Antioch R. Scott, John of Antioch, στο: O. Nicholson (εκδ.), The Oxford Dictionary of Late Antiquity, τ. 2, Oxford 2018, σσ. 826-827.
Γ. Ταχόπουλος, Όψεις θρησκευτικής βίας στην πρωτοβυζαντινή Αίγυπτο Γ. Ταχόπουλος, Όψεις θρησκευτικής βίας στην πρωτοβυζαντινή Αίγυπτο. Εθνικοί, Χριστιανοί, Ιουδαίοι, Μανιχαίοι, Θεσσαλονίκη 2021.
Ο. Ταφραλή, Η Θεσσαλονίκη από τις απαρχές έως τον 14ο αιώνα Ο. Ταφραλή, Η Θεσσαλονίκη από τις απαρχές έως τον 14ο αιώνα, Θεσσαλονίκη 1994 (ελλην. μετ. Αγγ. Νικολοπούλου).
The Life of Saint Ambrose The Life of Saint Ambrose. A Translation of the Vita Sancti Ambrosii by Paulinus of Milan, translated with an introduction by Sr. Mary Simplicia Kaniecka [Christian Roman Empire Series 13], Merchantville New Jersey 20192
Κ. Τζαναβάρη, Λατρεία θεών και ηρώων Βλ. Κ. Τζαναβάρη, Λατρεία θεών και ηρώων στη Θεσσαλονίκη, στο: Δ. Γραμμένος (εκδ.), Ρωμαϊκή Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 177-262.
Γ. Βελένης – Π. Αδάμ Βελένη, Ρωμαϊκό θέατρο στη Θεσσαλονίκη Γ. Βελένης – Π. Αδάμ Βελένη, Ρωμαϊκό θέατρο στη Θεσσαλονίκη, στο: Π. Αδάμ-Βελένη – Κ. Τσακάλου-Τζαναβάρη – Μ. Τσιμπίδου-Αυλωνίτη (εκδ.), Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, τ. 3, Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 241-256.
M. Vickers, Hippodrome M. Vickers, The Hippodrome at Thessaloniki, The Journal of Roman Studies 62 (1972) 25-32.
S. Williams – G. Friell, Theodosius S. Williams – G. Friell, Theodosius. The Empire at bay, London 19982

 

[1] Βλ. S. Doležal, Rethinking a massacre, 93, που σημειώνει ότι σύμφωνα με πηγές της εποχής η συνάντηση Αμβρόσιου – Θεοδόσιου Α΄ στο Μιλάνο και η εκεί επίπληξη του δεύτερου από τον πρώτο έγινε το 389 και όχι το 390. Βλ. Θεοδώρητος, Εκκλησιαστική Ιστορία, 307.15-309.1 (5.18.2). -Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, 338.24-339.3 (7.25.1-2), που εσφαλμένα βέβαια τοποθετεί τη συνάντηση χρονικά μετά την ήττα του δυτικού σφετεριστή Ευγενίου, το 394. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι η σφαγή έλαβε χώρα τον Απρίλιο. Βλ. J. Curran, From Jovian to Theodosius, σ. 108. Άλλοι ερευνητές θεωρώντας ότι η ιπποδρομία που ακυρώθηκε εξαιτίας του φόνου του Βουθέριχου δεν μπορεί, λόγω χειμερινού κλίματος, να έλαβε χώρα τον Ιανουάριο, θεωρούν πιθανότερο ο φόνος του Βουθέριχου να έγινε τον Απρίλιο, και η σφαγή τον Μάιο-Ιούνιο. Βλ. R. Frakes, Butheric and the Charioteer, σ. 50.

[2] Βλ. M. Simplicia Kaniecka στο: The Life of Saint Ambrose, σ. xix.

[3] Βλ. C. Morrisson, Τα γεγονότα / χρονολογική περιδιάβαση, σσ. 88-89.

[4] Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, 338.24-340.4 (7.25.1-8). Ο νόμος είναι ο Θ.Κ. 9.40.13: «Εάν, ενάντια στο έθιμο, διατάξουμε μια εξαιρετικά αυστηρή τιμωρία κάποιου για κάποια περίπτωση, είναι η θέλησή μας ότι ο εγκληματίας δεν θα υποστεί την τιμωρία ούτε την ποινή άμεσα, αλλά θα υπάρξει διάστημα τριάντα ημερών έως ότου καθοριστεί η τύχη και η μοίρα του, ανάλογα με τη θέση του». 

 [5] Αμβρόσιος, Επιστολή 51 προς Θεοδόσιο, 213.32-34, 213.46-214.53, 216.123 (4, 6, 13, 15). J. Liebeschuetz – C. Hill, Ambrose of Milan, σσ. 265, 268: “An act was committed at Thessalonica … whose perpetration I could not prevent, an act which previously, in so many petitions, I had warned would be an atrocity, an act which you yourself condemned as brutal when you revoked it too late. … When the news was first heard a synod had assembled because of the arrival of the Gallic bishops: no one was there who did not lament, nobody who took it lightly. […] I dare not offer the sacrifice, if you intend to be there … You will make your offering, when you have received permission to sacrifice, when your offering has become acceptable to God”.

[6] Αμβρόσιος, De obitu Theodosii, 27.4-6, 34.2-7. J. Liebeschuetz – C. Hill, Ambrose of Milan, σσ. 190, 193: “He placed his kingdom under God and did penance; and having confessed his sin, asked for pardon. So he attained salvation through humility […] He threw to the ground all the royal attire he was wearing; he wept publicly in church over his sin which had stolen upon hum through the deceit of others; with groans and tears he prayed for forgiveness. What private citizens blush to do the emperor did not blush to do, to perform public penance; and afterwards not a day passed on which he did not grieve for that fault of his”.

[7] Αυγουστίνος, De civitate Dei, 265.2-4 (5.26). D. Zema – G. Walsh, Saint Augustine The City of God Books I-VIII, σσ. 300-301: “[The Thessalonians]. They had committed a grave crime, but he promised pardon at the petition of the bishop. However, under pressure from the members of his retinue, he yielded to vengeance. Thereupon, ecclesiastical authority compelled him to make reparation, and the people who saw him, penitent and prostrate in all his princely trappings, were now more inclined to sob and intercede for him than, when he was angered, they had feared his vengeance”. S. Doležal, Rethinking a massacre, 90, 101.

[8] Παυλίνος, Βίος αγίου Αμβροσίου, 24.1-17. Μετάφραση M. Simplicia Kaniecka, The Life of Saint Ambrose, σ. 26: “At the same time on account of the city of Thessalonica, no little distress came upon the bishop when he learned that the city had been almost wiped out. For the emperor had promised him that he would grand pardon to the citizens of the above mentioned city, but when the counts (“comitibus”) had consulted secretly with the emperor without the knowledge of the bishop, the city was given to the sword for almost three hours and many innocent were slain. Then the bishop learned of this deed he refused the emperor any opportunity of entering the church, nor did he judge him worthy of union with the church or of the participation in the sacraments before he should do public penance. […] When the most merciful emperor heart this so he took it to heart that he did not scorn public penance…”. Παραθέτουμε και μια πιο πρόσφατη μετάφραση, η οποία διαφέρει σε δύο σημεία, α΄ στην λαθεμένη αναφορά σε «αξιωματούχους» αντί «κόμητες», και β΄ στο χρονικό διάστημα της σφαγής (μία ώρα αντί τριών). R. Deferrari (εκδ.), Early Christian biographies, σσ. 47-48: Because of the city of Thessalonica, much distress came upon the bishop when he had discovered that the city had almost been destroyed. The emperor had promised him that he would grant pardon to the citizens of the above-mentioned city, but, because of the secret negotiations of the officers (“comitibus”) with the emperor and without the knowledge of the bishop, the city was put to the sword for more than an hour and very many innocent persons were slain. When the bishop learned that this had been done, he denied the emperor the privilege of entering the church, and he deemed him unworthy of the fellowship of Christ and of partaking of the sacraments, until he should do public penance. […] the emperor… did not shudder at public penance” κ.λπ. Βλ. ελληνική μετάφραση του 11ου αι., αρκετά πιστή στο λατινικό κείμενο, Βίος τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀμβροσίου ἐπισκόπου Μεδιολάνων, 54.17-29 (24): «Περὶ δὲ τὸν αὐτὸν καιρὸν τῆς Θεσσαλονικέων πόλεως χάριν οὐ μικρά τις θλῖψις τῷ ἱερεῖ γέγονεν· ἔμαθεν γὰρ σχεδὸν ἠφανίσθαι τὴν πόλινἤδη τοῦ βασιλέως αὐτῷ συγγνώμην τοῖς πολίταις παρέξειν ὑπεσχημένουΤῶν οὖν κομήτων ἅμα τῷ βασιλεῖ τοῦτο κρυφῇ διαπραττομένων ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἱερέως μέχρι τρίτης ὥρας αὐτοῖς  πόλις ἐξεδόθηπολλοί τε τῶν ἀνευθύνων ἐσφάγησαν».

[9] Θεοδώρητος, Εκκλησιαστική Ιστορία, 306.22-312.12 (5.17.1 – 5.18.18).

[10] Ρουφίνος, 1022.18-1023.11 (11.18).

[11] Ιωάννης Μαλάλας, 268.22-269.33 (13.42). Στον Θ.Κ. και έως το 390, είχε δημοσιευθεί ένας νόμος του Θεοδοσίου, ο 7.8.3 (έτος 384), που υποχρεώνει κάθε ιδιώτη στην παροχή καταλυμάτων, με την εξαίρεση πρώην επάρχων, κομήτων κ.λπ. ανώτατων αξιωματούχων. Πριν από τον Θεοδόσιο, στον Θ.Κ. υπάρχουν και άλλοι νόμοι σχετικοί, του 4ου αι.

[12] Θεοφάνης, ΑΜ 5884.

[13] Γεώργιος Μοναχός, 577.2-579.23.

[14] Συμεών Μάγιστρος, 122.42-47.

[15] Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών, 227.6-27 (13.18).

[16] Μιχαήλ Γλυκάς, Βίβλος Χρονική, 481C-B (257).

[17] Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών, 556-559.

[18] Σ. Γιάτσης, Η σφαγή στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης το 390 μ.Χ., 213.

[19] Βλ. R. Frakes, Butheric and the Charioteer, σ. 53.

[20] Βλ. N. McLynn, Ambrosius, σ. 329.

[21] L. Gardiner, Intimations of a massacre: Thessalonica, Theodosius I and self-ironization in Socrates Scholasticus’s Historia Ecclesiastica, 41.

[22] Βλ. S. Doležal, Rethinking a massacre, 91.

[23] Βλ. Ευ. Χρυσός, Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390, σσ. 95-96. -P. Brown, Power and Persuasion, σ. 109. -S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 48.

[24] Βλ. Σ. Γιάτσης, Η σφαγή στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης το 390 μ.Χ., 226.

[25] Βλ. Π. Αθανασιάδη-Fowden, Ο μέγας αιών (324-395), σ. 86.

[26] Βλ. R. Frakes, Butheric and the Charioteer, σσ. 51-53. Βλ. και τον νόμο του Θεοδόσιου (14-5-390), Legum Collatio, 5.3.1 (σ. 83).

[27] Βλ. S. Doležal, Rethinking a massacre, 95.

[28] Βλ. Π. Αθανασιάδη-Fowden, Ο μέγας αιών (324-395), σ. 87. -Ευ. Χρυσός, Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390, σ.  100. -P. Brown, Power and Persuasion, σ. 109. -S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 47-48. -R. Frakes, Butheric and the Charioteer, σ. 48-49.

[29] Βλ. Π. Αθανασιάδη-Fowden, Ο μέγας αιών (324-395), σ. 87. -S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 48. -Αντίθετα, βλ. Ευ. Χρυσός, Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390, σσ. 98-99, που παρατηρεί ότι η αντίθεση δεν ήταν εθνική αλλά πολιτισμική, θρησκευτική και αντίθεση μεταξύ λαού-στρατευμάτων. -Επίσης, βλ. S. Doležal, Rethinking a massacre, 92, 101, κατά τον οποίον καμμιά πηγή δεν αναφέρει τέτοια αντίθεση, αν και αυτή δεν είναι τελείως απίθανη.

[30] Βλ. Ευ. Χρυσός, Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390, σσ. 97-100. -Αντίθετα, βλ. Σ. Γιάτσης, Η σφαγή στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης το 390 μ.Χ., 225, που θεωρεί ότι η αναγωγή της εξέγερσης στα «μητάτα» δεν τεκμηριώνεται απόλυτα.

[31] Βλ. R. Frakes, Butheric and the Charioteer, σ. 53. -S. Doležal, Rethinking a massacre, 95.

[32] Βλ. N. McLynn, Ambrosius, σ. 320.

[33] Βλ. Ευ. Χρυσός, Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390, σ. 95.

[34] Βλ. Μ. Μίζα, Ιππόδρομος, σ. 15.

[35] Βλ. Ο. Ταφραλή, Η Θεσσαλονίκη από τις απαρχές έως τον 14ο αιώνα, σσ. 65-68.

[36] Βλ. Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη, σ. 176. -Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Πολεοδομία, σ. 171. -Β. Αλλαμανή-Σουρή, Ιστορικό διάγραμμα, σ. 90.

[37] Βλ. R. Malcolm Errington, Imperial Policy, σ. 243.

[38] Βλ. S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 48.

[39] Βλ. S. Doležal, Rethinking a massacre, 91-92. Βλ. και Ευ. Χρυσός, Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390, σ. 100 (σημ. 34), που θεωρεί ότι δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι στη Θεσσαλονίκη στάθμευε γοτθικό στράτευμα υπό τον Βουθέριχο. Ο τελευταίος θα μπορούσε να έχει υπό τις διαταγές του και στρατιώτες μη γοτθικής καταγωγής. -Αντίθετα, βλ. Σ. Γιάτσης, Η σφαγή στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης το 390 μ.Χ., 225, που θεωρεί ότι η Θεσσαλονίκη αποτελούσε τόπο διαμονής χιλιάδων στρατιωτών ξενικής καταγωγής και ιδιαίτερα των Γότθων.

[40] Βλ. S. Doležal, Rethinking a massacre, 94.

[41] Βλ. Π. Αθανασιάδη-Fowden, Ο μέγας αιών (324-395), σ. 87. -S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 48.

[42] P. Brown, Power and Persuasion, σ. 109.

[43] Βλ. J. Liebeschuetz – C. Hill, Ambrose of Milan, 269 (σημ. 4).

[44] Βλ. S. Doležal, Rethinking a massacre, 101-102.

[45] Βλ. S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 48.

[46] Βλ. P. Brown, Power and Persuasion, σ. 109. -N. McLynn, Ambrosius, σ. 316. -R. Malcolm Errington, Imperial Policy, σ. 243. -S. Doležal, Rethinking a massacre, 97-98. Για τα μέλη του συμβουλίου, βλ. PLRE, σσ. 347-349 (Virius Nicomachus Flavianus 15), 710 (Felix Iuniorinus Polemius), 750-751 (Flavius Promotus), 765-766 (Flavius Richomeres), 778-781 (Flavius Rufinus 18), 830-831 (Severinus), 914-915 (Timasius).

[47] Βλ. S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 48.

[48] S. Doležal, Rethinking a massacre, 98-99.

[49] Βλ. R. Frakes, Butheric and the Charioteer, σ. 48.

[50] Βλ. P. Brown, Power and Persuasion, σ. 109.

[51] Βλ. N. McLynn, Ambrosius, σ. 324 (σημ. 113).

[52] S. Doležal, Rethinking a massacre, 99.

[53] Βλ. C. Kelly, Ruling the Later Roman Empire, σ. 223.

[54] R. Malcolm Errington, Imperial Policy, σ. 243.

[55] Βλ. N. McLynn, Ambrosius, σ. 322. -S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 48.

[56] Βλ. S. Doležal, Rethinking a massacre, 102, 104.

[57] P. Brown, Power and Persuasion, σ. 110.

[58] Βλ. S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 48. J. Curran, From Jovian to Theodosius, σ. 108.

[59] Βλ. S. Doležal, Rethinking a massacre, 96.

[60] Βλ. N. McLynn, Ambrosius, σ. 321.

[61] Βλ. N. McLynn, Ambrosius, σ. 321.

[62] Βλ. π.χ. S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 47.

[63] Βλ. Μ. Μίζα, Ιππόδρομος, σσ. 23-24.

[64] C. Morrisson, Εγκατάσταση πληθυσμού, οικονομία και κοινωνία στη βυζαντινή ανατολή, σ. 283.

[65] Βλ. N. McLynn, Ambrosius, σ. 320.

[66] S. Doležal, Rethinking a massacre, 96.

[67] Βλ. R. Frakes, Butheric and the Charioteer, σ. 50.

[68] Βλ. Σ. Γιάτσης, Η σφαγή στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης το 390 μ.Χ., 227.

[69] Βλ. N. McLynn, Ambrosius, σ. 322, κατά τον οποίο οι στρατιώτες ήταν εκείνοι του Βουθέριχου.

[70] Βλ. Π. Αθανασιάδη-Fowden, Ο μέγας αιών (324-395), σ. 87. -N. McLynn, Ambrosius, σ.  322 (σημ. 108), που σημειώνει ότι ο Ρουφίνος (συγγραφή στο 402) αναφέρεται στο νόμο πριν από την κωδικοποίησή του στον Θεοδοσιανό Κώδικα. -S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 48. -Th. Banchich – E. Lane, The History of Zonaras, σ. 262. -R. Frakes, Butheric and the Charioteer, σ. 50.

[71] Ήδη το 1905, οι εκδότες του Θεοδοσιανού Κώδικα (Mommsen κ.ά.) γράφουν «382 [390?]» στον σχετικό νόμο κι όσον αφορά τη χρονολόγησή του, εκφράζοντας το δίλημμα.

[72] P. Brown, Power and Persuasion, σ. 110.

[73] Βλ. Σ. Γιάτσης, Η σφαγή στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης το 390 μ.Χ., 225, 227, 231. -Ευ. Χρυσός, Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390, σ. 99-100.

[74] P. Brown, Power and Persuasion, σ. 109.

[75] Βλ. P. Heather, Goths and Romans 332-489, σσ. 184-185.

[76] Βλ. Σ. Γιάτσης, Η σφαγή στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης το 390 μ.Χ., 225, 226-227, που θεωρεί ότι τέτοια ανησυχία του Θεοδόσιου για την απειλή των αγανακτισμένων Γότθων δεν τεκμηριώνεται απόλυτα.

[77] Βλ. Ευ. Χρυσός, Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390, σ. 100.

[78] R. Frakes, Butheric and the Charioteer, σσ. 48, 53.

[79] S. Doležal, Rethinking a massacre, 90.

[80] Ο. Ταφραλή, Η Θεσσαλονίκη από τις απαρχές έως τον 14ο αιώνα, σσ. 68-69.

[81] Βλ. Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη, σ. 177. -Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Πολεοδομία, σ. 171. -Β. Αλλαμανή-Σουρή, Ιστορικό διάγραμμα, σ. 90.

[82] J. Curran, From Jovian to Theodosius, σ. 108.

[83] P. Brown, Power and Persuasion, σ. 111.

[84] Βλ. N. McLynn, Ambrosius, σσ. 326, 324.

[85] Βλ. N. McLynn, Ambrosius, σ. 326.

[86] Βλ. N. McLynn, Ambrosius, σσ. 323, 327-328.

[87] P. Brown, Power and Persuasion, σ. 112.

[88] Βλ. Σ. Γιάτσης, Η σφαγή στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης το 390 μ.Χ., σ. 230.

[89] Βλ. R. Malcolm Errington, Imperial Policy, σσ. 243-244.

[90] Βλ. N. McLynn, Ambrosius, σσ. 325, 329.

[91] Βλ. S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 49.

[92] Βλ. P. Brown, Power and Persuasion, σσ. 110-112.

[93] Βλ. I. Thurn, εισαγωγή στο Ιωάννης Μαλάλας, σσ. 1* και 3*.

[94] Βλ. Πρίσκος, 61.10-14 (απ. 22).

[95] Ορθά η Π. Αθανασιάδη-Fowden τον αποκαλεί απλά «γερμανικής καταγωγής».

[96] Οι κατηγορίες των σύγχρονων του Ρουφίνου εναντίον του, και οι γνωστές εγκληματικές πράξεις του υπερτερούν των επαίνων εκ μέρους συγχρόνων του. Στην καλύτερη περίπτωση, ήταν μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα.

[97] Βλ. Θεοδώρητος, 307.1-308.29. Ο Θεοδώρητος κάνει λόγο για τον Ανύσιο, ενώ ο Ευ. Χρυσός, Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390, σσ. 101-102, κάνει λόγο για τον Ασχόλιο.

[98] Βλ. Σωζομενός 339.9-10 (7.25.4): «ὁ βασιλεὺς ῥητὸν ἀριθμὸν ἀναιρεθῆναι προσέταξεν».

[99] Άλλοι θανατώθηκαν με ξίφος, άλλοι στην πυρά, άλλοι ρίχτηκαν στα θηρία (θέατρο ή ιππόδρομο). Βλ. Λιβάνιος, Πρὸς Θεοδόσιον τὸν βασιλέα περὶ τῆς στάσεως, 402.8-10 (37). G. Downey, History of Antioch, σ. 429. Τελικά, στην Αντιόχεια δόθηκε αμνηστία.

[100] Πουθενά δεν λέγεται ότι η σφαγή εξαπλώθηκε εκτός ιπποδρόμου.

[101] Ο Γεώργιος Μοναχός πρώτος αναφέρει κάποιον ύπαρχο της πόλης ως επικεφαλής· αλλά γράφει σχεδόν 5 αιώνες αργότερα. Προφανώς, ο πολιτικός αρμόδιος της εφαρμογής της εντολής εάν υπήρξε θα ήταν χαμηλόβαθμος.

[102] Λιβάνιος, Πρὸς Θεοδόσιον τὸν βασιλέα ἐπὶ ταῖς διαλλαγαῖς, 424.3-4 (6). G. Downey, History of Antioch, σ. 430.

[103] Για νέα στοιχεία για τον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης, βλ. Φ. Αθανασίου – Β. Μάλαμα – Μ. Μίζα – Μ. Σαραντίδου, Ιππόδρομος, σσ. 265, 271.

[104] Παρ’ όλο που Lacy και Kaniecka χρησιμοποιούν το ίδιο κείμενο, που κάνει λόγο για “in horam tertiam”, ο πρώτος μεταφράζει «περισσότερο από μία ώρα», ενώ η δεύτερη «σχεδόν τρεις ώρες». Το δεύτερο είναι ορθότερο.

[105] Για παράδειγμα, βλ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Ιπποδρομίες, 263-264 (1) για την εκχριστιανισμένη Κωνσταντινούπολη: «καταλιπόντες ἡμᾶς τινες, πρὸς τὴν θεωρίαν τῶν ἁμιλλητηρίων ἵππων ηὐτομόλησαν, καὶ οὕτως ἐξεβακχεύθησαν […] Οὐδὲ τὴν ἡμέραν αὐτὴν ᾐδέσθητε, ἐν ᾖ τὰ σύμβολα τῆς σωτηρίας τοῦ γένους ἡμῶν ἐτελεῖτο· ἀλλ’ ἐν παρασκευῇ, ὅτε ὁ Δεσπότης σου ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης ἐσταυροῦτο….τότε σὺ καταλιπὼν ἐκκλησίαν…πρὸς τὴν θεωρίαν ἀπηνέχθης ἐκείνην». Βλ. και Ιωάννης Χρυσόστομος, Ομιλία εις την Γένεσιν Στ΄, 54 (1): «πᾶσαν ἡμῶν ἐκείνην τὴν συνεχῆ διδασκαλίαν, καὶ τὴν καθημερινὴν παραίνεσιν λήθῃ παραδόντες, εἰς τὴν σατανικὴν πομπὴν ἐκείνην ἅπαντες δεδραμήκατε, τὴν ἱπποδρομίαν καταλαβόντες».

[106] Βλ. τον κανόνα στο Γ. Ράλλης – Μ. Ποτλής, Σύνταγμα, σ. 356: «Μὴ ἐξέστω τινὶ τῶν ἐν ἱερατικῷ καταλεγομένων τάγματι, ἢ μοναχῶν, ἐν ἱπποδρομίαις ἀνιέναι […] Εἰ δέ τις ἐπὶ τούτῳ ἁλῷ, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω».

[107] Ο Λιβάνιος, Βίος, 82.7-11 (1.5), γράφει ότι σε ηλικία 15 ετών απέρριψε τις ιπποδρομίες. Για το μίσος του Ιουλιανού, βλ. Ιουλιανός, Αντιοχικός, 160.3 (5 (340a)).

[108] Βλ. Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, 339.9 και 11 (7.25.4): «προστυγχανόντων …. ξένοι τε». S. Doležal, Rethinking a massacre, 103.

[109] Ιωάννης Αντιοχείας, 211.1-3, όπου και «Τοῦ τοίνυν Γρατιανοῦ κατὰ τὸν εἰρημένον τρόπον ἀναιρεθέντος, πρειῆλθεν ἡ ἀρχὴ  εἰς Οὐαλεντιανὸν τὸν νέον καὶ Θεοδόσιον. Ὁπηνίκα δὲ τὸν τοῦ βασιλέως φόνον εἰργάσατο Μάξιμος, εὐθέως ἐπὶ τὴν Ῥώμην ἀφίκετο. Τότε δὴ καὶ ὁ βασιλεὺς Θεοδόσιος ἐν φροντίδι μεγίστη καθίστατο δύναμίν τε κατὰ τοῦ τυράννου ηὐτρέπιζεν, εὐλαβούμενος μὴ καὶ τῷ νεωτέρω Οὐαλεντιανῷ ἐπιβουλεύσειεν. Καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς εἰς τὸν κατὰ Μαξίμου πόλεμον ἤλαυνε …. Καὶ καταλαβὼν τὴν Θεσσαλονίκην εὑρίσκει τοὺς περὶ Οὐαλεντιανὸν ἐν πολλῇ ἀθυμίᾳ διάγοντας, ὅτι δι’ ἀνάγκην τὸν τύραννον ὡς βασιλέα ἐδέξαντο».

[110] R. Scott, John of Antioch, σ. 826.

[111] Βλ. C. Morrisson, Τα γεγονότα / χρονολογική περιδιάβαση, σ. 90.

[112] Βλ. Ρουφίνος, 1023.2 (11.18): “ad ludos circenses invitari popolum”. Και Θεοφάνης, 5884: «…ἱππικὸν γενέσθαι ἐκέλευσεν· καὶ συναχθέντων τῶν λαῶν καὶ τῶν δήμων εἰς τὴν τοῦ ἱππικοῦ θέαν».

[113] Αγάλματα ως έργα τέχνης: Θ.Κ. 16.10.8 (έτος 382). Νόμοι του Θεοδόσιου Α΄ (βασιλεία 379-395) κατά των θυσιών, στα έτη 381, 382, 385, 388, και 391 (2), 392 (2). Κατά λατρείας αγαλμάτων: 392. Απουσιάζουν από τη νομοθεσία του Θεοδόσιου νόμοι που προστάζουν την καταστροφή ναών. Αν και η διαφορά είναι μικρή (4 έναντι 5 νόμων), προ του 390 (π.χ. Θ.Κ., 16.10.8) η νομοθεσία ήταν πιο χαλαρή, λ.χ. επιτρεπόταν η είσοδος σε ναούς, ενώ από το 391 αυτό απαγορεύτηκε αυστηρά. Σε έναν από τους πρώτους νόμους του ο Θεοδόσιος όρισε την προστασία του παγανιστικού ιερού άλσους στην Δάφνη της Αντιόχειας. Βλ. Θ.Κ., 10.1.12 (379). S. Williams – G. Friell, Theodosius, σ. 39. Για την αντιπαγανιστική νομοθεσία και την εφαρμογή της στην πρωτοβυζαντινή αυτοκρατορία, βλ. Γ. Ταχόπουλος, Όψεις θρησκευτικής βίας στην πρωτοβυζαντινή Αίγυπτο, σσ. 132-190.

[114] Λιβάνιος, Υπέρ των ιερών, 91.8-12, 97.4-5, 101.10-14, 116.9-117.7 (8, 19, 27, 52-53).

[115] Θ.Κ., 16.3.1.

[116] Βλ. Π. Αθανασιάδη-Fowden, Ο μέγας αιών (324-395), σ. 86.

[117] Βλ. Λιβάνιος, Βίος, 195.16-196.17 (263-265).

[118] Βλ. Ζώσιμος, II2 328.9-13 (4.58.6).

[119] Τον Σύμμαχο, που κρύφτηκε σε μια εκκλησία Νοβατιανών ζητώντας άσυλο· ο επίσκοπος των Νοβατιανών έγραψε επιστολή στον Θεοδόσιο παρακαλώντας τον να χορηγήσει αμνηστία. Βλ. Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, 288.16-25 (5.14.6-9). Ο Μάξιμος όχι απλώς ήταν Χριστιανός, αλλά και φανατικός, αφού προκάλεσε, στην επικράτειά του, την εκτέλεση ορισμένων αιρετικών (Πρισκιλιανιστών), παρά τις έντονες διαμαρτυρίες Ορθόδοξων όπως ο άγιος Μαρτίνος. Το γεγονός ότι τόσο φανατικοί Εθνικοί υποστήριζαν τόσο φανατικούς Χριστιανούς, είναι φυσικά αδύνατον να το κατανοήσουν όσοι σήμερα θέτουν ως απόλυτο κριτήριο δράσης και σκέψης στην ύστερη Αρχαιότητα την υπαρκτή θρησκευτική αντιπαλότητα.

[120] Βλ. Σωζομενός, Εκκλησιαστική Ιστορία, 322.1-16 (7.15.12-15) και 320.27-321.2 (7.15.7).

[121] Βλ. Σωκράτης, Εκκλησιαστική Ιστορία, 277.24-278.11 (5.6.3-6). S. Doležal, Rethinking a massacre, 99.

[122] Οι Γότθοι είχαν αρχίσει να προσηλυτίζονται στο αρειανιστικό δόγμα του αυτοκράτορα Κωνστάντιου Β΄. Για εθνικούς Γότθους που παρίσταναν (κατά την επιδρομή του Αλάριχου στη νότια Ελλάδα, το 395, προκειμένου να εισέλθουν στις ελληνικές πόλεις και να προετοιμάσουν την άλωσή τους) τους Χριστιανούς καλόγερους, βλ. Ευνάπιος, Αποσπάσματα, 38-39 (απ. 55).

[123] Πόσο συμβατό θα ήταν αυτό με στοιχειώδεις χριστιανικές εντολές αλλά και την αλληλοβοήθεια μεταξύ Χριστιανών;

[124] Μάλιστα, τα γραπτά του δημοσιεύθηκαν μόνο μετά το θάνατό του. Βλ. Α. Καρπόζηλος, Ιστορικοί και Χρονογράφοι, σ. 340.

[125] Βλ. Γ. Βελένης – Π. Αδάμ Βελένη, Ρωμαϊκό θέατρο στη Θεσσαλονίκη, σ. 249. Κατ’ άλλους, είναι άγνωστη η προέλευσή τους. Βλ. Σ. Γιάτσης, Η σφαγή στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης το 390 μ.Χ, 228-229. Για προέλευση των μαρμάρινων θέσεων των τειχών από τον ιππόδρομο (βλ. όμως επόμενη σημείωση), βλ. M. Vickers, Hippodrome, 29-30.

[126] Βλ. Προκόπιος, Ανέκδοτη Ιστορία, 6.11-14 (1.11), όπου αναφέρεται ότι ο πατέρας και ο παππούς της συζύγου του Βελισάριου ήταν ηνίοχοι και στην Θεσσαλονίκη. Ευ. Χρυσός, Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390, σ. 105. Μ. Μίζα, Ιππόδρομος, σ. 15.

[127] Βλ. Αρ. Κούντουρας, Τρεις επιγραφές, σ. 40.

[128] Βλ. E. Rizos, Walls of Thessalonica, 455 (και σημ. 14 με παράδειγμα).

[129] Βλ. K. Hattersley-Smith, Public Architecture, σσ. 122, 141, 145-146, 149, 182.

[130] Βλ. S. Ćurčić, Christianization of Thessalonike, σ. 227.

[131] Βλ. S. Ćurčić, Observations, σσ. 10-13. -E. Rizos, Modern Greece, σσ. 324, 340.

[132] Βλ. S. Ćurčić, Christianization of Thessalonike, σσ. 226-231, 236.

[133] Βλ. E. Rizos, Civic administration in Illyricum and Thrace, 209. Εξαίρεση αποτελεί μάλλον ένα κτήριο λατρείας της ρωμαϊκής τριάδας στο ΒΑ της Αγοράς, σχετιζόμενο με το νομισματοκοπείο και την Juno Moneta. Βλ. Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Πολεοδομία, σσ. 148, 151. -Αντίθετα, βλ. Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη, σ. 178, που ερμηνεύει και την μεταφορά του διοικητικού κέντρου στα ΝΑ από τη σκοπιά της θρησκευτικής αντιπαράθεσης. Αλλού, η ίδια, κάνει λόγο για τη μετατόπιση του διοικητικού κέντρου. Βλ. Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Πολεοδομία, σ. 163. Πάντως, η Αγορά συνέχισε να λειτουργεί ως κοινωνικό κέντρο έως τον 7ο αι., τα καταστήματα της νότιας πλευράς έως τον 13ο-14ο, και ο χώρος κάτω από την νότια στοά συνέχισε να είναι ανοιχτός στη μεσοβυζαντινή περίοδο. Βλ. Ε. Κουρκουτίδου-Νικολαΐδου – Α. Τούρτα, Περίπατοι, σ. 151. -Αικ. Μπόλη – Γ. Σκιαδαρέσης, Νότια πλευρά, σ. 96.

[134] Βλ. A. Antonaras, Arts, Crafts and Trades in Thessaloniki, σ. 20.

[135] Ευ. Μαρκή, Νεκρόπολη της Θεσσαλονίκης, σσ. 53, 60, 233, 238, 241.

[136] Για τον αριθμό των μαρτύρων βλ. σχετικά στον ιστότοπο της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης. Βλ. Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη, σ. 176. -Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Πολεοδομία, σ. 170, για τις τιμές της πόλης προς τον «υποστηρικτή του Ελληνισμού» Ιουλιανό, ο οποίος «αναζήτησε στη μακεδονική πρωτεύουσα στηρίγματα της φιλελληνικής του πολιτικής».

[137] Βλ. Κ. Τζαναβάρη, Λατρεία θεών και ηρώων, σσ. 237-262. -Π. Αδάμ-Βελένη, Θεσσαλονίκη: Ιστορία και Πολεοδομία, σ. 161, για την προτεραιότητα των αιγυπτιακών λατρειών. -H. Koester, Egyptian Religion in Thessalonike, σ. 133, που σημειώνει ότι από όλες τις λατρείες στη Θεσσαλονίκη μόνο η αιγυπτιακή λατρεία μαρτυρείται με ευρήματα από αρκετούς αιώνες, ίσως με εξαίρεση τη διονυσιακή. Πολλές από τις θεότητες αυτές είχαν αρχίσει να λατρεύονται πολύ πρόσφατα στην πόλη. Π.χ. ο Κάβειρος (τέλη 1ου αι. μ.Χ.), ο Μίθρας (3ος αι.), η Επόνα (επί Γαλερίου). Βλ. Κ. Τζαναβάρη, Λατρεία θεών και ηρώων, σσ. 229, 259, 262. Για τη μετατροπή αγαλμάτων ελληνικών θεών, βλ. Κ. Τζαναβάρη, Λατρεία θεών και ηρώων, σ. 183. Αυτού του είδος ο Ελληνισμός εκθείαζε, με τον Ιουλιανό, το θεό του μεγαλύτερου εχθρού του ελληνορωμαϊκού κόσμου (που ήταν οι Πέρσες), τον Μίθρα. Για το πόσο (φιλ)ελληνικός ή μη ήταν ο Ελληνισμός των «τελευταίων Εθνικών», βλ. Γ. Ταχόπουλος, Όψεις θρησκευτικής βίας στην πρωτοβυζαντινή Αίγυπτο, σσ. 121-123.

[138] Για παράδειγμα, οι χώροι λατρείας των αιγυπτιακών θεοτήτων στη Θεσσαλονίκη μοιάζουν όχι με τους αρχαιοελληνικούς αλλά με τους κατοπινούς χριστιανικούς στο ότι ο χώρος τους είναι και χώρος συγκέντρωσης πιστών και όχι αποκλειστικά τόπος κατοικίας της θεότητας. Βλ. H. Koester, Egyptian Religion in Thessalonike, σ. 139.

[139] Για παράδειγμα, μεταξύ άλλων, τα ψηφιδωτά της Ροτόντας, κάποια στον Άγιο Δημήτριο, ή η αρχιτεκτονική της Αχειροποίητου κ.ά. Π.χ. για τη Ροτόντα, βλ. Ν. Γκιολές, Παλαιοχριστιανική ζωγραφική, σσ. 82-83, 88-91.

[140] R. Malcolm Errington, Imperial Policy, σ. 243. Ειδικά, τον 3ο αι., αυτοκράτορες και στασιαστές επέτρεπαν στα στρατεύματά τους τη λεηλασία και καταστροφή πόλεων της αυτοκρατορίας, δίχως κανένα συνειδησιακό πρόβλημα.

[141] Βλ. Ιωάννης Μαλάλας, 238.36-39 (12.41).

[142] Δίων Κάσσιος, Ρωμαϊκή ιστορία, 301 (77.22.3).

[143] Οι καταστροφές αυτές της Αλεξάνδρειας ή το ξεθεμελίωμα της Αθήνας και του Πειραιά από τον Σύλλα είναι ευρύτερα άγνωστες, ίσως γιατί δεν διαπράχθηκαν από Χριστιανούς.

tahopy.blogspot.com

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,701ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
19,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα