ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

 

 

 

Του Δαμιανού Βασιλειάδη, εκπαιδευτικού, συγγραφέα

                                                                                                       

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Α. Το Παλιό Ανατολικό Ζήτημα

 

Πρόλογος

Εισαγωγή

Ι. Το Ανατολικό Ζήτημα κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα

ΙΙ. Το ζήτημα των Στενών.

ΙΙΙ. Ο Κριμαϊκός Πόλεμος.

ΙV. Οι επιπτώσεις του Κριμαϊκού Πολέμου στην ελληνική πολιτική αντίληψη

  1. V. Η επανάσταση του 1854
  2. VI. Η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων.

VII. Κατάρρευση

 

Β. Το Νέο Ανατολικό Ζήτημα

 

Εισαγωγή

 

Ι. Το διεθνές γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό περιβάλλον

  1. II. Τα κριτήρια ανάλυσης

ΙΙI. Η στρατηγική των ΗΠΑ και των συμμάχων τους

  1. IV. Η πολιτική του εβραϊκού λόμπι
  2. V. Ποια θα πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη στρατηγική Κύπρου και Ελλάδας
  3. VI. Συμφέρει στο Ισραήλ μια συμμαχία με την Ελλάδα και Κύπρο;

VII. Αναγκαία συμπεράσματα που προκύπτουν από την ανάλυση και προτάσεις

 

Πρόλογος

 

«Οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική-όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός».[1]

Παναγιώτης Κονδύλης

 

Κατωτέρω ακολουθούν δύο αναλύσεις που αφορούν πρώτον, το Παλιό Ανατολικό Ζήτημα, που αποτελεί μια απλή ιστορική αναδρομή. Προέρχεται από ένα ερμηνευτικό κείμενο για το θέμα, το οποίο και παραθέτω κατωτέρω και δεύτερον, το Νέο Ανατολικό Ζήτημα, που επεξεργάζομαι στο δεύτερο μέρος αυτής της ιστορικής ανάλυσης. Η παράθεση του παλιού βοηθάει στην καλύτερη κατανόηση του καινούργιου. Μέσα στα πλαίσια του Παλιού και του Καινούργιου Ανατολικού Ζητήματος εντάσσεται και η Ελλάδα.

 

Α. Το Παλιό Ανατολικό Ζήτημα

 

Εισαγωγή

Το «Ανατολικό Ζήτημα» ως ιστορικός όρος. Ανατολικό Ζήτημα ονομάζεται το διεθνές ζήτημα που προκλήθηκε από τη βαθμιαία υποχώρηση της ισχύος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την πλήρωση του κενού που προέκυψε από αυτή την υποχώρηση στην Εγγύς Ανατολή και ιδίως στη Χερσόνησο του Αίμου. Η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χρονολογείται από τον 17ο αιώνα, όταν τερματίστηκαν οι οθωμανικές κατακτήσεις και εκδηλώθηκαν προβλήματα στην οικονομία και στη διοίκηση της αχανούς αυτοκρατορίας. Η κατάκτηση της Κρήτης (1669) από τους Οθωμανούς Τούρκους ήταν η τελευταία μεγάλη επιτυχία τους, ενώ η αποτυχία της δεύτερης -και τελευταίας- πολιορκίας της Βιέννης (1683) σήμανε το τέρμα των επιτυχιών τους σε βάρος των Ευρωπαίων. Την ίδια εποχή στους Αψβούργους προστέθηκε νέος μεγάλος αντίπαλος των Οθωμανών Τούρκων, οι Ρώσοι.

Ι. Το Ανατολικό Ζήτημα κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα.

Κατά τους αιώνες αυτούς άρχισε μια νέα φάση του Ανατολικού Ζητήματος: την προέλαση των Οθωμανών Τούρκων εναντίον της χριστιανικής Ευρώπης διαδέχτηκε η περίοδος των σχεδίων για την εκδίωξή τους από τη γηραιά ήπειρο και για τη διανομή των ευρωπαϊκών τους κτήσεων, ενώ η πρωτοβουλία για την υλοποίηση αυτών των σχεδίων ανήκε, όχι πλέον στην Ισπανία, τη Βενετία ή τον Πάπα, αλλά στην Αυστρία και τη Ρωσία. Επί Μεγάλης Αικατερίνης της Ρωσίας (βασίλεψε από το 1762 έως το1796) καταβλήθηκε σοβαρή προσπάθεια από τη Ρωσία να εκδιωχθούν οι Οθωμανοί Τούρκοι από την Ευρώπη.

Η κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους το 1797 και η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798 αποτελούν την αφετηρία μιας νέας φάσης του Ανατολικού Ζητήματος. Η Πύλη κάλεσε τότε τους Ρώσους σε βοήθεια εναντίον των Γάλλων. Για πρώτη φορά ο ρωσικός πολεμικός στόλος πέρασε από τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, το 1798, στο Αιγαίο, έπλευσε στο Ιόνιο και κατέλαβε τα Επτάνησα.

Οι εξελίξεις υπήρξαν στο εξής ραγδαίες. Οι Βρετανοί έσπευσαν αρωγοί της Πύλης στην Αίγυπτο, όπου ο βρετανικός στόλος καταναυμάχησε τον γαλλικό στο Αμπουκίρ (1798), και αποκατέστησαν την εξουσία του σουλτάνου στην Αίγυπτο.

Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828-1829 άσκησε την απαιτούμενη πίεση στην Πύλη να αναγνωρίσει με τη Συνθήκη Ειρήνης της Αδριανούπολης (1829) την αυτονομία της Σερβίας. Την ίδια περίπου εποχή η Ελλάδα εξασφάλισε την ανεξαρτησία της (1830).

ΙΙ. Το ζήτημα των Στενών.

Την κυριότερη ανησυχία των Βρετανών ωστόσο προκαλούσε η διέλευση του ρωσικού στόλου από τα Στενά στη Μεσόγειο. Το ενδεχόμενο να καταλάβει η Ρωσία τη στρατηγική θέση των Στενών και να επιδιώξει τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου, απειλώντας έτσι τα συμφέροντα της Βρετανίας πρωτίστως, αλλά και της Γαλλίας, ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο απέκτησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία τη σημασία αναχώματος και αναβλήθηκε επ’ αόριστον το ενδεχόμενο διαμελισμού της. Το ζήτημα των Στενών οξύνθηκε, όταν ο Μεχμέτ Αλή πασάς της Αιγύπτου ενεπλάκη σε πόλεμο με τον σουλτάνο και ο τελευταίος ζήτησε τη βοήθεια της Ρωσίας εναντίον του.

Στις αρχές του 1833 ο ρωσικός στόλος κατέπλευσε και αγκυροβόλησε στον Κεράτιο Κόλπο. Η ισχυρή παρουσία των Ρώσων στον Βόσπορο οδήγησε τον σουλτάνο και τον Αιγύπτιο πασά στη σύναψη της Συνθήκης Ειρήνης της Κιουτάχειας (4 Μαΐου 1833). Ο ρωσικός στόλος εγκατέλειψε τον Βόσπορο, αφού όμως υπογράφτηκε προηγουμένως μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η Συνθήκη του Χουνκιάρ Ισκελεσί (8 Ιουλίου 1833).

 

Η ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ (1815-1871)

Με τη συνθήκη αυτή αφενός καθίστατο ο Εύξεινος Πόντος κλειστή και ασφαλής θάλασσα της Ρωσίας, αφετέρου αναγνωριζόταν σιωπηρώς στη Ρωσία το δικαίωμα εξόδου των πολεμικών σκαφών της στο Αιγαίο.

Νέος γύρος ένοπλης αναμέτρησης μεταξύ του σουλτάνου Μαχμούτ Β’ και του Μεχμέτ Αλή πασά (1839) κατέληξε με τη Σύμβαση των Στενών (13 Ιουλίου 1841), την οποία υπέγραψαν οι πέντε μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης στο Λονδίνο. Με τη σύμβαση αυτή τερματίστηκε η προνομιακή θέση της Ρωσίας στο ζήτημα των Στενών, που της εξασφάλιζε η Συνθήκη του Χουνκιάρ Ισκελεσί. Ήταν η πρώτη συνθήκη των ευρωπαϊκών μεγάλων δυνάμεων στην οποία μετείχε και η Πύλη.

Νέα παρέμβαση της Ρωσίας στα ζητήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σημειώθηκε το 1850, με αφορμή έριδα μεταξύ ορθόδοξων και καθολικών μοναχών για την κατοχή των ιερών προσκυνημάτων των Αγίων Τόπων. Υποστηρικτής των ορθόδοξων μοναχών προβλήθηκε ο Ρώσος αυτοκράτορας Νικόλαος Ά, ενώ των καθολικών ο Γάλλος αυτοκράτορας Ναπολέων Γ. Η Πύλη ενέδωσε στην αρχή στις πιέσεις του Γάλλου αυτοκράτορα, αλλά υπό την πίεση του Ρώσου τσάρου αθέτησε τις υποσχέσεις της προς τους καθολικούς. Εκατέρωθεν πιέσεις στον σουλτάνο Αβδούλ Μετζίτ είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση έκρυθμης κατάστασης. Η Ρωσία, ιδιαίτερα, απαιτούσε από τον σουλτάνο να της αναγνωρίσει το δικαίωμα προστασίας των ορθοδόξων που απέρρεε, κατά τη δική της ερμηνεία, από τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774).

ΙΙΙ. Ο Κριμαϊκός Πόλεμος.

Η ικανοποίηση αυτής της απαίτησης της Ρωσίας, δεδομένου ότι οι ορθόδοξοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανέρχονταν σε μερικά εκατομμύρια κατοίκων, ισοδυναμούσε με απαίτηση για συγκυριαρχία του Ρώσου αυτοκράτορα με τον σουλτάνο. Με την ενθάρρυνση της Γαλλίας κυρίως, αλλά και της Βρετανίας, η Πύλη αρνήθηκε να ικανοποιήσει αυτή την αξίωση της Ρωσίας, με συνέπεια τον Μάιο του 1853 να εισέλθουν τα ρωσικά στρατεύματα στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, χωρίς την κήρυξη πολέμου εναντίον της Πύλης.

Ο πόλεμος άρχισε, αφού πρώτα υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας με την Πύλη, τον Μάρτιο του 1854, η Βρετανία και η Γαλλία. Ήταν ο Κριμαϊκός Πόλεμος, ο οποίος διεξήχθη στη Χερσόνησο της Κριμαίας, στη νότια Ρωσία, όπου οι Ρώσοι αντιμετώπισαν τις στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις της Βρετανίας και της Γαλλίας.

Την έκρηξη του πολέμου συνόδευαν εκκλήσεις των Ρώσων προς τους ορθόδοξους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να εκδιώξουν τους Οθωμανούς από την Ευρώπη. Οι εκκλήσεις αυτές είχαν απήχηση και παρατηρήθηκαν επαναστατικές ζυμώσεις.

ΙV. Οι επιπτώσεις του Κριμαϊκού Πολέμου στην ελληνική πολιτική αντίληψη

«Ο Κριμαϊκός Πόλεμος ήταν η αποφασιστική καμπή για τη γνωριμία του ελληνικού έθνους με τα γειτονικά του, γιατί απέδειξε μ’ έναν τρόπο που δεν χωρούσε διάψευση ότι τα συμφέροντα των υποδούλων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν εκείνα που θεωρούσε δεδομένα η φιλοπόλεμη μερίδα στην Ελλάδα, αφού τίποτε το αντίστοιχο με την κινητοποίηση του Αγώνα δεν σημειώθηκε το 1854. Επιπλέον ο φιλορωσισμός δέχεται βαρύ πλήγμα. Στο εξής δεν παύει βέβαια να συνδέεται αόριστα με την προοπτική της γενικής απελευθέρωσης της Ανατολής, η ήδη υποτυπώδης όμως επιχειρηματολογία του στερείται οριστικά τη δυνατότητα εμπλουτισμού ή ανανέωσης της, κι αυτό σε αντίθεση με τον αντιρωσισμό, για τον οποίο αρχίζει περίοδος σταθερής ανόδου. Ο θρίαμβος της αγγλικής πολιτικής στην Ελλάδα αφήνει στον αντιρωσισμό ένα πεδίο τελείως ελεύθερο, ενώ η σύμπτωση της έγερσης βουλγαρικού ζητήματος αμέσως μετά τον Κριμαϊκό δίνει την απαραίτητη αφορμή για την αμετάκλητη πλέον μετατροπή του αντιρωσισμού σε αντισλαβισμό».

Έλλη Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα (1830-1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988, σ. 331.

Χάρτης επιχειρήσεων του Κριμαϊκού Πολέμου.

 

V. Η επανάσταση του 1854

«Η επανάσταση του 1854 ξέσπασε με την ευκαιρία του Κριμαϊκού Πολέμου κατά τα μέσα του Ιανουαρίου, πρώτα στην Ήπειρο (Ραδοβίζι), με αφορμή τη φορολογική καταπίεση, και σχεδόν ταυτόχρονα στη Θεσσαλία (Άγραφα). Από την πρώτη στιγμή οι βασιλείς, η ελληνική κυβέρνηση, ο Τύπος και πολλές προσωπικότητες ενίσχυσαν την επανάσταση ηθικά και υλικά, ενώ οι περισσότεροι από τους επιζώντες αγωνιστές του 1821, πολλοί αξιωματικοί του ελληνικού στρατού και πλήθος εθελοντών από όλη την Ελλάδα έσπευσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εξορμώντας από πόλεις της Αιτωλοακαρνανίας και από τη Λαμία, όπου και γινόταν συγκέντρωση του πολεμικού υλικού […]. Παρά την εξάπλωση όμως της επαναστάσεως και τις πρώτες επιτυχίες της, δεν έγινε δυνατόν να επιτευχθούν οι βασικοί στόχοι των επαναστατών, οι καταλήψεις δηλαδή των στρατιωτικών κέντρων του εχθρού. Και τούτο γιατί η Πύλη από τον Φεβρουάριο είχε αρχίσει να ενισχύει τα κέντρα αυτά με ισχυρές δυνάμεις […]. Αλλά αυτό που καθόρισε την τύχη της επαναστάσεως ήταν προπαντός η στάση της Αγγλίας και της Γαλλίας, που πήραν ανεπιφύλακτα το μέρος των Τούρκων, τους βοήθησαν πολλαπλά, ανέπτυξαν έντονη διπλωματική δράση για την καταστολή της και έφθασαν ως τον ναυτικό αποκλεισμό και την κατοχή του Πειραιά. Έτσι αναγκάστηκε η ελληνική κυβέρνηση να σταματήσει τη βοήθεια που χορηγούσε ανεπίσημα στους επαναστάτες και να διατάξει την αποχώρηση των Ελλήνων αξιωματικών».

Στέφανος Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός πόλεμος και ο Ελληνισμός», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σ.163.

Στη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου οι συνθήκες αντιμετώπισης των τραυματιών και από τις δύο πλευρές ήταν άθλιες. Μέσα σε αυτή την απάνθρωπη κατάσταση, αναδείχθηκε η ηρωική μορφή της Αγγλίδας νοσοκόμας Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ (Florence Nightingale, 1820-1901, η οποία ανέλαβε με αυταπάρνηση να οργανώσει την περίθαλψη των Άγγλων τραυματιών και ασθενών.

Στην Ελλάδα υπήρξε σαφής προσανατολισμός της κοινής γνώμης υπέρ της Ρωσίας και υποκινήθηκαν εξεγέρσεις στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στη Χαλκιδική. Ωστόσο, η Βρετανία και η Γαλλία εξανάγκασαν τον Όθωνα να αποπέμψει τη φιλορωσική κυβέρνηση της Ελλάδας και να διορίσει φιλοδυτική κυβέρνηση, καθώς και να ανακαλέσει τους Έλληνες αξιωματικούς που είχαν περάσει επικεφαλής ανταρτών στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στη Μακεδονία.

VI. Η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων.

Τον Σεπτέμβριο του 1855 οι Βρετανοί και οι Γάλλοι εκπόρθησαν τη Σεβαστούπολη. Οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν τον Ιανουάριο του 1856, ενώ τον Μάρτιο του ίδιου έτους υπογράφτηκε η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (30 Μαρτίου 1856). Με τη συνθήκη αυτή η Πύλη εξασφάλισε το δικαίωμα συμμετοχής της στο σύστημα ασφάλειας των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης (Concert of Europe), ο Εύξεινος Πόντος κατέστη ουδέτερη θάλασσα, απαλλαγμένη από πολεμικά σκάφη, οι εκβολές του Δούναβη δόθηκαν και πάλι στην Πύλη και επιβεβαιώθηκε η αυτονομία των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών υπό την προστασία των μεγάλων δυνάμεων. Ο σουλτάνος είχε ήδη εκδώσει, στις 18 Φεβρουαρίου 1856, το περίφημο αυτοκρατορικό διάταγμα «Χάτι Χουμαγιούν»*, με το οποίο υποσχόταν πλήρη ισότητα των υπηκόων του ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή καταγωγής. Με το διάταγμα αυτό εγκαινιάστηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η περίοδος του Τανζιμάτ* (μεταρρυθμίσεων). Ο Κριμαϊκός Πόλεμος, ο οποίος έληξε με την ήττα και την ταπείνωση της Ρωσίας, συνέβαλε στην αποδοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη λέσχη των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, υπό την προστασία της Βρετανίας.

 

VII. Κατάρρευση

To 1908 το κίνημα των Νεοτούρκων, εθνικιστικής ομάδας με ισχυρές προσβάσεις στις τάξεις του στρατού, επανέφερε σε ισχύ το σύνταγμα του 1876, και το 1909 το κοινοβούλιο εκθρόνισε τον σουλτάνο για να ενθρονίσει στη θέση του τον Μεχμέτ Ε’. Στους δύο Βαλκανικούς πολέμους (1912-13) η οθωμανική αυτοκρατορία έχασε σχεδόν όλες τις περιοχές της στην Ευρώπη, τη Βουλγαρία, τη Σερβία, την Ελλάδα και την Αλβανία. Ο εθνικισμός των Νεοτούρκων, των οποίων ο αρχηγός Εμβέρ Πασά απέκτησε δικτατορική ισχύ, ανταγωνιζόταν τις εναπομείνασες μειονότητες στην επικράτεια της αυτοκρατορίας.

Το ξέσπασμα του Α’ παγκοσμίου πολέμου βρήκε την Τουρκία ευθυγραμμισμένη με τις δυνάμεις της κεντρικής Ευρώπης. Ωστόσο, αν και τα τουρκικά στρατεύματα επέτυχαν νίκη εναντίον των Συμμάχων στην εκστρατεία της Καλλίπολης (1915), η Αραβία εξεγέρθηκε και οι βρετανικές δυνάμεις κατέλαβαν (1917) τη Βαγδάτη και την Ιερουσαλήμ. Το 1918 η τουρκική αντίσταση κατέρρευσε σε Ασία και Ευρώπη και η οθωμανική αυτοκρατορία έφτασε στο τέλος της. Η Συνθήκη των Σεβρών ήταν απλά η τυπική επιβεβαίωση μιας προγενέστερης κατάρρευσης. Με την νίκη των Τούρκων εθνικιστών που αρνήθηκαν να δεχθούν τους όρους της ειρήνης και εκθρόνισαν τον σουλτάνο το 1922, άρχισε η ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας.

Μετά τη Σύμβαση υποχρεωτικής Ανταλλαγής των Ελληνικών πληθυσμών της Λωζάννης (30-1-1923 και την Ελληνοτουρκική Συνθήκη Ειρήνης, Φιλίας και Συνεργασίας της Άγκυρας (1930) φάνηκε να κλείνουν οριστικά οι εκκρεμότητες της Ελλάδας με την Τουρκία σε ότι αφορά τις εκατέρωθεν αξιώσεις για πληθυσμούς, εδάφη και αποζημιώσεις. Αυτός άλλωστε ήταν και ο σκοπός του Βενιζέλου, ο οποίος έκτοτε έστρεψε τις προτεραιότητες του στα εσωτερικά προβλήματα της Χώρας.
Με άλλα λόγια το Ανατολικό Ζήτημα αφορούσε τις Μεγάλες Δυνάμεις και οι όποιες εθνικές διεκδικήσεις των μικρών,  τελούσαν σε ευθεία συνάρτηση με τα συμφέροντα εκείνων. [2]

Σε κάθε περίπτωση το Παλιό Ανατολικό Ζήτημα φαίνεται ότι είχε κλείσει οριστικά με την Συνθήκη της Λωζάννης.  Όμως φαίνεται ότι τελικά δεν έκλεισε, αλλά βιώνουμε στην σημερινή εποχή το Νέο Ανατολικό Ζήτημα.

 

Β. Το Νέο Ανατολικό Ζήτημα

«Κάθε φορά που κάναμε κάτι, μου λες ότι η Αμερική θα κάνει αυτό, θα κάνει εκείνο…

Θέλω να σου πω κάτι πολύ ξεκάθαρο: Μην ανησυχείς για τις αμερικανικές πιέσεις των ΗΠΑ προς το Ισραήλ.

Εμείς, οι Εβραίοι, ελέγχουμε την Αμερική και οι Αμερικανοί το γνωρίζουν»[3]   

                                                                                                                   Αριέλ Σαρόν

 

Εισαγωγή

 

Η αναφορά στο εβραϊκό λόμπι και στο Ισραήλ δεν γίνεται τυχαία. Ούτε έχει σχέση με αντισημιτισμούς ή οτιδήποτε άλλο, που θέλει με πλάγια μέσα να  αναιρέσει την επιχειρηματολογία που καταθέτω.

Δε χρειάζεται να ανακαλύψουμε συνωμοσίες, τη στιγμή που τα πράγματα αποδεικνύονται αφ’ εαυτών (μιλούν από μόνα τους), ή λέγονται ξεκάθαρα από κάποιους που καθορίζουν τις γεωστρατηγικές και γεωπολιτικές εξελίξεις στην υφήλιο, βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Εδώ πρόκειται για διάλυση και σύσταση νέων κρατών, καθώς και για την χάραξη, επαναχάραξη και αλλαγή συνόρων στα πλαίσια του Νέου Ανατολικού Ζητήματος, όπως συνέβη και στο παλιό, αν αναφερθούμε μόνο στο χώρο, που εκτείνεται από την Ουκρανία έως την Μέση Ανατολή και κυρίως στο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.[4] Όλα αυτά έχουν σχέση κυρίως με την ανελέητη σύγκρουση συμφερόντων των δύο μεγάλων πλανητικών δυνάμεων Αμερικής –Ρωσίας στην περιοχή μας, που έχουν άμεσες σοβαρές επιπτώσεις και στην Ελλάδα. Και φαίνεται ότι όσο θα αυξάνεται η ισχύς της Ρωσίας, τόσο αυτή η σύγκρουση θα αυξάνει.  Από την εποχή του Παλαιού Ανατολικού Ζητήματος δεν έχουν αλλάξει πολλά σε ότι αφορά την αντίθεση και σύγκρουση ανάμεσα στην Δύση και την Ρωσία (τσαρική ή σοβιετική) και τις ανακατατάξεις και αλλαγές, σε σχέση με τα κράτη της περιοχής. Η αντιπαλότητα αυτή παραμένει διαχρονικά ως σταθερά ανάμεσα στην Δύση και την Ανατολή.

Για να κατανοήσουμε τα γεγονότα και να έχουν οι απόψεις μας μια κάποια επιστημονική προσέγγιση της αλήθειας, με τα αναλυτικά εργαλεία που χρησιμοποιούμε, πρέπει να καταγράψουμε τη στρατηγική των δυνάμεων που καθορίζουν αυτές τις εξελίξεις, κυρίως σε ότι μας αφορά, δηλαδή των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ κατ’ επέκταση, των οποίων η γεωστρατηγική και γεωπολιτική παρουσία στην Ευρώπη είναι καθοριστική. Αλλιώς μπλέκουμε σε έναν φαύλο κύκλο ερμηνειών που και σύγχυση δημιουργούν και περιπτωσιολογικές είναι. Δεν αντιμετωπίζουν δηλαδή τα γεγονότα με μια αντικειμενική δυναμική, την οποία καθορίζουν δυνάμεις, που πρέπει να ερευνήσουμε σε τι αποσκοπούν και πια στρατηγική επιλέγουν για την υλοποίησή της, εφαρμόζοντας το σενάριο ή τα σενάρια, που θα έχουν τι μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία.

Θα ξεκινήσω την ανάλυσή μου για την έρευνα της αλήθειας από μια βασική τοποθέτηση που διατύπωσα στο έργο μου Παγκοσμιοποίηση, Νέα Τάξη, Ελληνισμός, που επιβεβαιώνεται καθημερινά.

Θα ξεκινήσω από τα κριτήρια της ανάλυσης, για να είναι αυτή η ανάλυση, ει δυνατόν, έγκυρη και να έχει τα επιστημονικά κατά προσέγγιση εχέγγυα της αλήθειας και της αντικειμενικότητας, πέρα από παρωπίδες, στερεότυπα, κλισέ, ιδεοληψίες και δογματισμούς του παρελθόντος και του παρόντος, που συσκοτίζουν την αλήθεια. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι  η ανεξάρτητη και ελεύθερη από κάθε επηρεασμό και σκοπιμότητα κριτική σκέψη, για την ανακάλυψη και αποκάλυψη της αλήθειας. Καθοριστικό ρόλο στην έρευνα αυτή παίζουν τα κριτήρια που θέτει κανείς για την έρευνα του. Χωρίς κριτήρια καμία ανάλυση δεν μπορεί να είναι αυθεντική και έγκυρη.

Ευσταθούν τα κριτήρια, ως επιστημονικά εργαλεία ανάλυσης, ευσταθεί και η ανάλυση. Έτσι έχουν τα πράγματα.

 

Ι. Το διεθνές γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό περιβάλλον

 

Η διάσταση του προβλήματος

 

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ενέργεια αποτελεί την κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας και ότι το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο στο κοντινό και το απώτερο μέλλον συνιστούν τις βασικές ενεργειακές πηγές, από τις οποίες εξαρτάται η παγκόσμια οικονομία. Ασφαλώς και οι άλλες μορφές ενέργειας, όπως η ατομική και υδροηλεκτρική, καθώς και οι ανανεώσιμες,  παίζουν σημαντικό ρόλο. Όμως τον κυρίαρχο και καθοριστικό έχουν  έως τώρα οι πρώτες.[5]

Χωρίς ενέργεια δεν υπάρχει παραγωγή, χωρίς παραγωγή δεν υπάρχουν προϊόντα, χωρίς προϊόντα δεν μπορεί να επιβιώσει η ανθρώπινη κοινωνία, πόσο μάλλον οι καπιταλιστικές χώρες με την προηγμένη τεχνολογία. Μπορεί, αν και φαίνεται ανέφικτο, να γυρίσουμε στην πρωτόγονη κοινωνία.

Τόσο απλά είναι τα πράγματα. Και συνήθως τα πιο απλά πράγματα είναι τα πιο σύνθετα και τα πιο σύνθετα τα πιο απλά. Γι’ αυτό δεν γίνονται εύκολα καταληπτά.

Συνεπώς ο έλεγχος τόσο των ενεργειακών πηγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, όσο και η ασφάλεια της διακίνησής τους από τους παραγωγούς στους καταναλωτές μέσω των αγωγών για την απρόσκοπτη ροή του, έχει καθοριστική γεωστρατηγική και γεωπολιτική σημασία.

Η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η διεθνοποίηση της διακίνησης κεφαλαίων, αγαθών (εμπορευμάτων) και υπηρεσιών θα είχε πάθει έμφραγμα και τα μονοπώλια θα είχαν καταρρεύσει, χωρίς το πολύτιμο αγαθό της ενέργειας, που προέρχεται στην εποχή μας τουλάχιστον ακόμη από τους υδατάνθρακες.

Όποιος κατέχει ή ελέγχει τα αποθέματα και την διακίνηση του μαύρου χρυσού καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την παγκόσμια αγορά.

Οι ενδοϊμπεριαλιστικές διενέξεις και οι πόλεμοι για την εξασφάλιση ενεργειακών πόρων, καθώς και των χερσαίων ή θαλασσίων οδών και ο άμεσος ή έμμεσος έλεγχος τους, για την ασφαλή μεταφορά τους, αποτελούν τον προσδιοριστικό παράγοντα για τη στρατηγική των μεγάλων δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα στον πολυπολικό κόσμο που δημιουργήθηκε.  Καθορίζουν συνάμα, σ’ ένα μικρό ή μεγάλο βαθμό και την τύχη των μικρών κρατών που εμπλέκονται, όπως τονίσαμε, λόγω στρατηγικής θέσης στο παιχνίδι των ζωνών επιρροής. Οι πολιτικές δυνάμεις των κρατών αυτών, για να έχουν προοπτική επιτυχίας, πρέπει να λαμβάνουν πολύ σοβαρά υπόψη αυτόν τον διεθνή παράγοντα και να κινούνται στα πλαίσια που επιτρέπουν και διαμορφώνουν οι διεθνείς συνθήκες και συσχετισμοί. Αλλιώς οι κίνδυνοι είναι άμεσοι. Ισχύει στην περίπτωση αυτή η ρήση του Κλαούσεβιτς ότι «τα μικρά κράτη έχουν τόση δύναμη, όση η στήριξή τους από τα μεγάλα». Εδώ υπεισέρχεται το θέμα των συμμαχιών, οι οποίες τόσο για τα μικρά όσο και για τα μεγάλα κράτη είναι απαραίτητες.

Στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης ο απομονωτισμός αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο, αλλά και η επιλογή στρατοπέδου. Η εγκληματική παράληψη ή αγνόηση αυτής της πραγματικότητας, όπως συμβαίνει κυρίως στην Ελλάδα, έχει αρνητικές συνέπειες για την χάραξη οποιασδήποτε εθνικής στρατηγικής, με την έννοια της εξυπηρέτησης των καλώς εννοούμενων εθνικών συμφερόντων.

Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι, όποιος ελέγχει την ενέργεια, ελέγχει και τον κόσμον όλο[6]. Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και των καθεστώτων του Ανατολικού Μπλoκ οδήγησε, σε πρώτη φάση, στην επικράτηση των ΗΠΑ, ως την πρώτη πλανητική υπερδύναμη, κυρίως στον στρατιωτικό τομέα.

Η ξαφνική πλεονεκτική της θέση την οδήγησε στην αλαζονική στάση να διεξαγάγει πολέμους σε πολλά μέτωπα, για να αποκλείσει εγκαίρως άλλες δυνάμεις από τον έλεγχο των στρατηγικών ορυκτών και κατοχυρώσει γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα για μελλοντικές εξελίξεις. Τα γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά της συμφέροντα με αυτά των άλλων δυτικοευρωπαϊκών χωρών, βασικά των χωρών του ΝΑΤΟ, τις αναγκάζουν σε αποκλεισμό των άλλων ανταγωνιστικών δυνάμεων, όπως είναι η Ρωσία και η Κίνα και στο μέλλον άλλων ανταγωνιστών, από τις πηγές και τη διακίνηση του μαύρου χρυσού.[7] Έτσι εξηγούνται και οι περιφερειακές διενέξεις και πόλεμοι. Έτσι εξηγείται και η προσπάθεια ανακάλυψης και εκμετάλλευσης νέων ενεργειακών πηγών, όπως τώρα γίνεται στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, με σκοπό την τροφοδοσία της Ευρώπης με πετρέλαιο και φυσικό αέριο,  για την απεξάρτησή της από την Ρωσία.

Έτσι εξηγείται η εισβολή στο Ιράκ[8], η διάλυση και ο βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας[9], ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, η καταστροφή της Λιβύης, η προσπάθεια επέκτασης του ΝΑΤΟ, ως του στρατιωτικού βραχίονα της ιμπεριαλιστικής αυτής πολιτικής, στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες, που διατηρούν άσβεστο το μίσος τους απέναντι στους Ρώσους, για την καταπίεση και εκμετάλλευση των χωρών τους κατά την σταλινική περίοδο και όχι μόνο. Έτσι εξηγείται και η εύνοια που δείχνουν οι δυτικές δυνάμεις στην Τουρκία, ως βασικό ανάχωμα προς την Ρωσία.

 Όλες αυτές οι χώρες, που προαναφέραμε διατηρούσαν λίγο έως πολύ στενές σχέσεις με την Ρωσία, κυρίως στον στρατιωτικό τομέα. Έτσι εξηγείται η πρόσδεση των λεγόμενων Νέων Χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο άρμα της Αμερικής και η δημιουργία μιας σειράς κρατών προτεκτοράτων για την εξυπηρέτηση αυτής της στρατηγικής[10]. Έτσι εξηγούνται κατά βάση και οι εξελίξεις στη Βόρειο Αφρική και οι εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην ευαίσθητη περιοχή της Μέσης Ανατολής, αλλά και της Άπω Ανατολής ως τα σύνορα της Ρωσίας και της Κίνας, με μόνο εναπομείναν εμπόδιο το Ιράν, παρ’ όλη την προσωρινή διευθέτηση του πυρηνικού προγράμματος του, και εν μέρει τη Συρία. Έτσι εξηγείται η επέμβαση της Δύσης στην Ουκρανία και η δράση του ισλαμικού κράτους στην Μέση Ανατολή έως σήμερα, που υπηρετούσαν τα συμφέροντα των ΗΠΑ και τω συμμάχων τους στην Αραβική Χερσόνησος και όχι μόνο.

Έτσι εξηγείται και η προσπάθειά της να διαλύσει έθνη -κράτη που αντιστέκονται στην ηγεμονία της, αλλά και να δημιουργήσει κράτη – προτεκτοράτα, που υπηρετούν  τους στρατηγικούς στόχους της πλανητικής της κυριαρχίας. Το πρόσφατο σχετικά εγχείρημα διάλυσης της Συρίας, εντάσσεται σ’ αυτά τα σχέδια, που όπως φαίνεται ακυρώθηκαν μετά την δυναμική επέμβαση της Ρωσίας, διαμορφώνοντας νέα δεδομένα και νέες ισορροπίες.

Παρ’ όλη την παγκόσμια οικονομική κρίση και τις αρνητικές συνέπειες που είχε αυτή η κρίση στην ίδια την Αμερική, οι ΗΠΑ, αλλά και οι ισχυρές χώρες της Δύσης, δεν απόσχουν από τον στρατηγικό τους στόχο, δηλαδή τον έλεγχο των πηγών και των αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου και τον αποκλεισμό της Ρωσίας και των συμμάχων της. Μέσα στο ίδιο γεωστρατηγικό σχέδιο εντάσσεται και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, ως δυνητικού συμμάχου της Ρωσίας. Την πραγματικότητα αυτή ήρθε να ομολογήσει πρόσφατα σε άρθρο του ο πρώην πράκτορας της CIA και νυν δημοσιογράφος Ρομπέρ Μπέιρ, λέγοντας κυνικά: «Εμείς διαλύσαμε την Γιουγκοσλαβία».[11]

Κάτω από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να αναλύσουμε την συνολική κατάσταση που διαμορφώνεται με ραγδαίο ρυθμό στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, αλλά και της Άπω Ανατολής, βασικά της Κίνας, και που ανατρέπει άρδην τα έως τώρα δεδομένα της διεθνούς πολιτικής. Ο στρατιωτικός αναλυτής και Διεθνολόγος Αθανάσιος Δρούγος επισημαίνει για την Άπω Ανατολή από καιρό ότι «στον ΚΟΛΠΟ των ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ και στη ΝΟΤΙΑ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΘΑΛΑΣΣΑ θα παιχτεί το μέλλον του κόσμου».[12] Το θέμα όμως αυτό ξεφεύγει από τα πλαίσια της παρούσας ανάλυσης.

Αυτά που έως τώρα ξέραμε, καλό είναι να τα ξεχάσουμε και καθαρίσουμε τις σκέψεις μας από τις ιδεολογικές «σκουριές», που έχουν δημιουργήσει αρτηριοσκλήρωση στην ανεξάρτητη κριτική μας σκέψη, κυρίως για λόγους προσωπικής ή κομματικής ιδιοτέλειας, με μόνο κριτήριο τα δίκαια της πατρίδας μας.

Ο πρωτοπόρος της ελληνικής επανάστασης του 1821, Ρήγας Βελεστινλής, το είπε ξεκάθαρα και δεν το είπε τυχαία: «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά». Και κατά την άποψή μας συλλογάται καλά, όποιος στοχάζεται και δρα εθνικά και όχι προσωπικά η κομματικά.

Δεν υπάρχουν πια στο διεθνές περιβάλλον, αλλά και δεν υπήρχαν βασικά ποτέ, αυτό που λέγαμε «παραδοσιακές σχέσεις». Το μόνο κριτήριο ήταν, είναι και θα είναι το συμφέρον, μέσω της επιβολής των ισχυρών επί των αδυνάτων, όπως το ανέλυσε πολύ σωστά και ο Θουκυδίδης, με τη γνωστή λογική ότι «ο ισχυρός επιβάλλει, ό, τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί, όσο του επιβάλλει η αδυναμία του».[13] 

 

Όμως σχετικά με την Νοτιοανατολική Ευρώπη και  την Μέση Ανατολή το πρόβλημα για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ μακροπρόθεσμα είναι η Ρωσία. Η πλανητική υπερδύναμη σκέπτεται και δρα πλανητικά, για να προλάβει δυσάρεστες εξελίξεις στο μέλλον, όσο ακόμη τις επιτρέπουν οι δυνάμεις της.[14]

Τίποτε σήμερα δεν είναι πια όπως χθες και ότι ίσχυε έως τώρα ανατρέπεται ριζικά από την νέα πραγματικότητα, την οποία θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, όπως είναι και όχι όπως ευχόμαστε ή προσδοκούμε να είναι, εάν θέλουμε να προασπίσουμε τα  καλώς εννοούμενα συμφέροντα του Ελληνισμού. Και όταν λέμε «Ελληνισμό» ασφαλώς εννοούμε και συμπεριλαμβάνουμε την Ελλάδα, την Κύπρο και τους απανταχού Έλληνες. Γι’ αυτό και μιλούμε για Ελληνισμό και όχι μόνο για Ελλάδα. 

Οι ελληνικές κυβερνήσεις και τα ελληνικά κόμματα ήταν ανέκαθεν υπό εξάρτηση, η οποία ξεκινά βασικά μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, του πρώτου πατριώτη πολιτικού της Ελλάδας. Πολλοί παραγνωρίζουν αυτήν την πραγματικότητα, ισχυριζόμενοι ότι η εξάρτηση ξεκινάει με την σημερινή κρίση, που φυσικά δεν είναι μόνο οικονομική. Αυτή η άποψη οδηγεί από την μια σε λάθος συμπεράσματα και κατά συνέπεια σε λάθος και συνάμα καταστροφική πολιτική.[15] Η Ελλάδα από τον θάνατο του Καποδίστρια έως το 1947 ήταν βασικά εξαρτημένη από τους Άγγλους και από τότε έως σήμερα από τις ΗΠΑ. Όταν δεν βλέπεις ποια είναι η πραγματικότητα, φυσικά και δεν μπορείς να την αντιμετωπίσεις και πολύ περισσότερο να την αλλάξεις. Η παραδοχή αυτή δεν σημαίνει ότι δεν κάνεις τον αγώνα απεξάρτησης. Αλλά άλλο αυτό και άλλο να μην θέλεις για πολλούς και διάφορους λόγους, να βλέπεις ποια είναι η πραγματικότητα, για να μπορείς να την αλλάξεις. Ασφαλώς θα υπάρχουν καλοθελητές να ισχυριστούν ότι μια τέτοια αντίληψη οδηγεί στην παθητικότητα και την υποταγή. Ουδέν ψευδέστερον τούτου.

Η ελληνική πολιτική από την άλλη ποτέ δεν ήταν – και αυτή είναι η αλήθεια –  ελληνοκεντρική. Υπηρετούσε πάντοτε είτε τα συμφέροντας της Δύσης (οι συντηρητικές δυνάμεις), είτε της Ανατολής (οι αριστερές δυνάμεις). Πολιτική των κυβερνήσεων και των κομμάτων που να αποβλέπει τουλάχιστον πρωταρχικά και με γνώμονα στην εξυπηρέτηση των ελληνικών συμφερόντων, δεν υπήρξε μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό ποτέ ή εν πάση περιπτώσει ελάχιστες φορές, που κι αυτές τελικά λόγω δικών μας τραγικών λαθών, ήταν ατελέσφορες ή οδήγησαν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Η πολιτική των ελληνικών κομμάτων ήταν πάντοτε ετεροπροσδιοριζόμενη και ετερόφωτη σε όλα τα επίπεδα, εκτός από κάποιες τυχόν μικρές αναλαμπές, ελευθερίας κινήσεων[16]. Μια απλή ανασκόπηση της ελληνικής ιστορίας το αποδεικνύει. Οι αιτίες γι’ αυτό το φαινόμενο είναι πολλές, μερικές από τις οποίες θα αναφέρουμε κατωτέρω.

Αυτή η πολιτική ακολουθείται έως σήμερα απαράγραπτα τόσο από τις κυβερνήσεις, όσο και από τα κόμματα της Ελλάδας και της Κύπρου. Η εξάρτηση από τα εξωθεσμικά κέντρα εντός και εκτός Ελλάδας και από παρωχημένες ιδεολογίες είναι ο καθοριστικός παράγοντας της πολιτικής τους. Η σημερινή ιδιότυπη δικτατορία των δανειστών μας, με την αφαίρεση κάθε κυριαρχικού δικαιώματος επί της εθνικής οικονομίας και της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας και όχι μόνο, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Οι αιτίες της κακοδαιμονίας βρίσκονται εντός των τειχών και η αναγωγή τους οδηγεί στο παρελθόν. Δεν μας φταίνε οι ξένοι για την δική μας ανεπάρκεια, ανικανότητα και ανωριμότητα, να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα.

Την πραγματικότητα αυτή τονίζουμε εκ προοιμίου, γιατί στα ακόλουθα θα αναδείξουμε τα καταστρεπτικά της αποτελέσματα για την πατρίδα μας.

Ποια είναι ωστόσο η γεωστρατηγική κατάσταση της περιοχής και ποιοι «παίκτες» καθορίζουν τις εξελίξεις σ’ αυτήν;

Είναι ένα θέμα που πρέπει να αναλύσουμε, πρώτ’ απ’ όλα για να το καταλάβουμε οι ίδιοι και κατά δεύτερο λόγο, μετά τη διάγνωση, να καθορίσουμε τη στρατηγική μας που υπηρετεί επιτέλους – για να δώσουμε τη δέουσα έμφαση – αποκλειστικά τα δικά μας συμφέροντα..[17] Γιατί, όπως απ’ όλους αναγνωρίζεται και αποτελεί αξίωμα, δεν υπάρχουν φιλίες ανάμεσα στους λαούς, αλλά μόνο συμφέροντα. Τίποτε εξάλλου δεν είναι μόνιμο στις διεθνείς σχέσεις.

Με την έννοια αυτή θα προβούμε πρώτον στην ανάλυση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής σε συσχέτιση με την πολιτική των κρατών που εμπλέκονται σ’ αυτήν. Δεύτερον στις γεωστρατηγικές και γεωπολιτικές επιδιώξεις και συμφέροντα στο χώρο της Βορείου Αφρικής, καθώς και της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής, χωρίς να παραβλέπουμε και τις παγκόσμιες γεωστρατηγικές παραμέτρους.[18]

Βασικά θα προσδιορίσουμε το διεθνές περιβάλλον, μέσα στο οποίο εντάσσεται και η όποια πολιτική της Ελλάδας και Κύπρου, που επηρεάζεται άμεσα και καθοριστικά απ’ αυτό το περιβάλλον. Δεν ζούμε μετέωροι στο κενό, ούτε είμαστε σε θέση να καθορίσουμε τις τύχες αυτής της χώρας, αγνοώντας την γεωστρατηγική και γεωπολιτική στρατηγική των μεγάλων δυνάμεων, αλλά και των περιφερειακών, που διαμορφώνουν σε μεγάλο και καθοριστικό βαθμό τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και προοπτικές.

 

  1. II. Τα κριτήρια ανάλυσης

 

Πριν όμως από την όποια ανάλυση, για να είναι αυτή η ανάλυση έγκυρη και να έχει τα επιστημονικά κατά προσέγγιση εχέγγυα της αλήθειας και της αντικειμενικότητας, θα πρέπει να προσδιορίσουμε  τα κριτήρια με βάση τα οποία θα κρίνουμε και θα αποφανθούμε για τα τεκταινόμενα στην προαναφερθείσα περιοχή, που ξεκινάει, για να το διευκρινίσουμε καλύτερα, από την Ουκρανία, τα Βαλκάνια, την Ανατολική Μεσόγειο και φτάνει ως την Μέση Ανατολή.

Τα κριτήρια είναι απαραίτητα, για έναν κυρίως λόγο, τον εξής: Στο βαθμό που τα κριτήριά μας ευσταθούν, όπως έχουμε τονίσει, μπορεί να ευσταθεί και η ανάλυσή μας. Αν δηλαδή τα κριτήρια είναι λάθος, τότε είναι λάθος και η ανάλυσή μας ή εν πάση περιπτώσει τυχαία ή περιπτωσιολογική και ευκαιριακή.  Από την άλλη γνωρίζοντας ο μελετητής τα δικά μας κριτήρια μπορεί να αντιπαραθέσει τα δικά του ή να συμφωνήσει ή διαφωνήσει με τα δικά μας και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Οπότε τίθεται το ερώτημα: Ποια είναι αυτά τα κριτήρια;

Ήδη στην εισαγωγή αυτή τα έχουμε αναφέρει, αλλά τα συγκεκριμενοποιούμε καλύτερα.

  1. Η ενέργεια με βάση την εξασφάλιση των πηγών και αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, συνιστά τον ύψιστο στρατηγικό στόχο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που καθορίζει την πολιτική τους και επικαθορίζει και τους άλλους επί μέρους στόχους. Αυτό σε συσχέτιση με την εξάντληση όχι μόνο των ενεργειακών πόρων του πλανήτη, αλλά και όλων των άλλων πλουτοπαραγωγικών πηγών και σε συσχέτιση με την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού.
  2. Το πρώτο αυτό κριτήριο ρυθμίζει τις σχέσεις των κρατών και την ανάπτυξη συμμαχιών ή αντιπαλοτήτων. Δεν υπάρχουν φιλίες, όπως τονίσαμε και πιο πάνω με σαφήνεια, παρά μόνο συμφέροντα που καθορίζουν τις σχέσεις αυτές με βάση το νόμο της ισχύος. Με την έννοια αυτή καμία σχέση ανάμεσα στα κράτη δεν είναι μόνιμη και σταθερή.

Αυτό μας το επιβεβαιώνει η ιστορία και δε χρήζει απόδειξης.[19]

  1. Όπως είπε και ο Κλαούζεβιτς «Τα μικρά κράτη έχουν τόση δύναμη, όση η ταύτισή τους με τα συμφέροντα των μεγάλων». Η αναφορά στα μικρά κράτη έχει τη σημασία της, όταν ασχοληθούμε με την Ελλάδα και την Κύπρο και λάβουμε υπόψη μας τη «νομοτελειακή» λογική της ισχύος και την αναγκαιότητα σύναψης συμμαχιών. Αποτελεί σχεδόν νομοτέλεια η εμπειρική αυτή διαπίστωση ότι τα μικρά κράτη πρέπει να δημιουργήσουν ισχυρές συμμαχίες, που χωρίς αυτές είναι έκθετα σε κάθε εκβιασμό. Το παράδειγμα στην περίπτωση αυτή του Ελευθέριου Βενιζέλου είναι πολύ διδακτικό. Φυσικά η επιλογή των συμμαχιών είναι καθοριστική, για οποιαδήποτε επιτυχία ή αποτυχία. Το πρόβλημα στην περίπτωση αυτή είναι κατά πόσο η οποιαδήποτε συμμαχία είναι αμοιβαία ή ετεροβαρής.
  2. Παρ’ όλη τη συχνή αντιφατικότητα της εξωτερικής πολιτικής της Αμερικής, ως της κατ’ εξοχήν ηγεμονικής δύναμης της υφηλίου, τουλάχιστον σ’ αυτήν την φάση, για να ακριβολογούμε, η εξωτερική της πολιτική καθορίζεται, σε τ ε λ ε υ τ α ί α  α ν ά- λ υ σ η  από το εβραϊκό λόμπι.
  3. Το εβραϊκό λόμπι στηρίζει και καθορίζει με τη σειρά του την ύπαρξη και πολιτική του Ισραήλ. Στο πλαίσιο αυτό μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το ελληνικό λόμπι στο βαθμό που υπάρχει είναι πολυδιασπασμένο, εξαιτίας κυρίως της αλλοπρόσαλλης πολιτικούς του ελλαδικού κέντρου.
  4. Το Ισραήλ αποτελεί την ισχυρότερη πολιτικοστρατιωτική δύναμη στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, στον οποίο, εκτός των άλλων χωρών, εμπλέκεται η Τουρκία, η Κύπρος και η Ελλάδα και τα άλλα κράτη της περιοχής.

Αυτά είναι τα κύρια κριτήρια που καθορίζουν, τρόπον τινά, και τα εργαλεία ανάλυσης.

Ο καθορισμός κριτηρίων, όπως τονίσαμε,, είναι ο γενικός κανόνας κάθε επιστημονικής ανάλυσης, που έχει αξιώσεις προσέγγισης της αλήθειας.

Στο πρόβλημα των διαπιστώσεων δεν μπορεί να υπεισέρχεται ο ιδεολογικός ή υποκειμενικός παράγοντας. Μόνο στην αξιολόγηση παρεμβαίνουν οι ανωτέρω παράγοντες και ενδεχομένως και άλλοι. Άλλο διαπίστωση της αντικειμενικής πραγματικότητας και άλλο ερμηνεία και εκτίμησή της.

Για να υπάρξει διάλογος και αντίλογος με ουσιαστικό περιεχόμενο ο κάθε συζητητής πρέπει να τοποθετηθεί πάνω σ’ αυτά τα κριτήρια και να δηλώσει, αν συμφωνεί ή διαφωνεί, και αν διαφωνεί, να καταθέσει τα δικά του κριτήρια, έως ότου υπάρξει συμφωνία ή ασυμφωνία κριτηρίων. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε μια διαφορετική ανάλυση της πραγματικότητας, που καταλήγει αναγκαστικά σε διαφορετικά συμπεράσματα καθ’ όλα ή εν μέρει.

Τελικό κριτήριο της αλήθειας είναι η πράξη, που θα επαληθεύσει ή θα διαψεύσει τις αναλύσεις και της προβλέψεις μας, γιατί ακόμη κι αν τα κριτήρια είναι σωστά, υπάρχουν πάντοτε και οι αστάθμητοι παράγοντες.

Τέλος με βάση την ανάλυση πρέπει να καθοριστεί και η ανάλογη πολιτική. Δεν μπορεί ένας πολιτικός φορέας, πολλώ μάλλον μια κυβέρνηση, να αναμένει τις εξελίξεις και μετά να καθορίζει την πολιτική της ή το χειρότερο, να μην αντιλαμβάνεται και προβλέπει ότι όλα κινούνται μέσα στα γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων. Η εγκληματική παράληψη ή αγνόηση αυτής της πραγματικότητας, όπως τονίσαμε κατά κόρον, θα έχει αρνητικές συνέπειες για την χάραξη οποιασδήποτε πολιτικής. Υπάρχει μάλιστα μια πιο προχωρημένη άποψη που λέει ότι όποιος θέλει να προβλέψει το μέλλον, πρέπει να το δημιουργήσει κιόλας,  αλλά να το δημιουργήσει όχι φαντασιακά, αλλά μέσα στους διεθνείς συσχετισμούς ισχύος.[20]

Οφείλει συνάμα να διαθέτει διορατικότητα, να διαμορφώνει και αναπτύσσει σχέδια δράσης για όλες τις εξελίξεις, στα πλαίσια μιας μακροχρόνιας και μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής, με κύριο άξονα, όπως είπαμε, το εθνικό συμφέρον. Αλλιώς η αποτυχία της είναι εκ προοιμίου δεδομένη. Εκτός φυσικά, αν άγεται και φέρεται από εξωθεσμικά κέντρα και τους ντόπιους συνεργάτες τους, όπως αποδεικνύει έως σήμερα η ελληνική πραγματικότητα.

Με βάση όλα τα ανωτέρω θα ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας, που κεντρικός της άξονας είναι αυτό που οφείλει να ενδιαφέρει εμάς ως Έλληνες, δηλαδή η ενδεδειγμένη πολιτική της Ελλάδας, της Κύπρου αλλά και του Ελληνισμού ολόκληρου, για την εξυπηρέτηση των πρωταρχικά δικών μας καλώς εννοούμενων συμφερόντων, μέσα στο άμεσο και διεθνές πολιτικό περιβάλλον.[21] Κάτι ανάλογο με αυτό που εφαρμόζει το Ισραήλ σε αγαστή συνεργασία με το εβραϊκό λόμπι παγκόσμια, άσχετα με την κριτική για την εξωτερική του πολιτική.

 

ΙΙI. Η στρατηγική των ΗΠΑ και των συμμάχων τους

 

Ξεκινούμε από μια διαπίστωση που επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα γεγονότα. Το άλφα και το ωμέγα της στρατηγικής των Αμερικανών και κατ’ επέκταση του ΝΑΤΟ γενικότερα, αποτελεί ο έλεγχος και η ασφάλεια των ενεργειακών πηγών. Βασικά του μαύρου χρυσού, είτε λέγεται πετρέλαιο είτε φυσικό αέριο.

Μέσα σ’ αυτή τη στρατηγική γίνεται προσπάθεια αποκλεισμού της Ρωσίας από τις ενεργειακές πηγές στο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Κίνας κατά δεύτερο λόγο.[22] Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού στρατοπέδου η Ρωσία αποτελεί τον βασικό στρατηγικό αντίπαλο και εχθρό της Αμερικής και του ΝΑΤΟ γενικότερα στην περιοχή μας. Αυτή η διαπίστωση αποτελεί μια διαχρονική σταθερά που δεν αλλάζει με τους τακτικούς ελιγμούς ανάλογα με τις συνθήκες.

Η ανακάλυψη ή μάλλον η εκμετάλλευση σ’ αυτή την ιστορική συγκυρία του φυσικού αερίου της περιοχής της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, που περιλαμβάνει το Ισραήλ, την Κύπρο, την Αίγυπτο, την Ελλάδα και την Μέση Ανατολή, στόχο έχει να δημιουργήσει προϋποθέσεις απεξάρτησης της Ευρώπης από το φυσικό αέριο και πετρέλαιο της Ρωσίας.

Και μιλούμε όχι για ανακάλυψη, γιατί τα κοιτάσματα ήταν γνωστά από δεκαετίες, αλλά λόγω στρατηγικής σκοπιμότητας, η εξόρυξή τους έπρεπε να γίνει την κατάλληλη στιγμή, όπως συμβαίνει τώρα. Στην Ελλάδα, ενώ από το 1937 ήταν γνωστά τα πλούσια κοιτάσματα φυσικού αερίου, η εξόρυξή τους ήταν απαγορευμένη από τους Αμερικανούς. Ούτε υπήρξε πρόθεση εκμετάλλευσής τους και μετά την καθιέρωση των συνθηκών για τις ΑΟΖ του 1982.

Τα γεγονότα που συνέβησαν και συμβαίνουν στο χώρο της Βορείου Αφρικής και την Μέσης Ανατολής μόνο κάτω απ’ αυτό το πρίσμα μπορούν να κατανοηθούν αντικειμενικά. Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα και ας απαιτεί ποταμούς αίματος στα εμπλεκόμενα κράτη. Αυτό ισχυρίζεται και ο Ισπανός φιλόσοφος, συγγραφέας και δοκιμιογράφος Σαντιάγκο Άλμπα Ρίκο, επιβεβαιώνοντας το αυτονόητο: «Ο καπιταλισμός επιβιώνει, ή ακόμα και ενισχύεται με τις ανθρώπινες συμφορές, ακριβώς επειδή δεν εμφανίστηκε στην ιστορία για να τις απαλύνει». Πρόσφατο παράδειγμα η Συρία και όχι μόνο.

Αν θέλουμε να αναφερθούμε στις συνέπειες αυτής της στρατηγικής στο δικό μας χώρο, δηλαδή Κύπρο και Ελλάδα, μπορούμε χωρίς να απέχουμε διόλου από την αλήθεια να ισχυριστούμε ότι τόσο για την Κύπρο, όσο και για την Ελλάδα, η οποιαδήποτε ενεργειακή ή στρατιωτική προσέγγισή τους προς την Ρωσία ήταν και είναι και στον τομέα αυτόν απαγορευτική και έχει επικίνδυνες συνέπειες για τα εθνικά μας θέματα. Βλέπε περίπτωση Κώστα Καραμανλή, του νεώτερου. Η προσέγγισή του προς την Ρωσία με τον αγωγό Νοβοροσίσκ – Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη και η άρνηση της εισδοχής των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το καλοκαίρι του 2008 θα του κόστιζε τη ζωή και του ιδίου και της οικογένειάς του και θα είχε γενικότερες καταστροφικές συνέπειες και για την Ελλάδα. Η ΗΠΑ δεν θα συγχωρούσαν μια ενεργειακή ή και στρατιωτική προσέγγιση της Ελλάδας προς την Ρωσία και θα έκαναν το παν για την εμποδίσουν, όπως και το έπραξαν εξάλλου.

Ο λόγος είναι απλός. Η Κύπρος και η Ελλάδα κατέχουν τεράστια γεωπολιτική και γεωστρατηγική σημασία για τη Δύση. Ο χώρος αυτός εντάσσεται στη ζώνη επιρροής του αγγλοσαξονικού χώρου ανέκαθεν.[23] Μπορούμε να πούμε ότι εντάσσονταν από την εποχή των αγώνων της εθνεγερσίας το 1821 κι εντεύθεν. Το γεγονός ότι από την εποχή της συνθήκης του Βερολίνου του 1878, δημιουργήθηκε ένας απαγορευτικός φραγμός για την κάθοδο της Ρωσίας στα θερμά ύδατα της Μεσογείου, αλλά και με την συνθήκη της Λωζάννης, εξασφαλίστηκε ανάχωμα στις επιδιώξεις της Ρωσίας για την πρόσβασή της στην Μεσόγειο, για την υλοποίηση των πανσλαβιστικών της σχεδίων που προέβλεπε η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, με την μεγάλη Βουλγαρία, είναι ενδεικτικό στοιχείο της πολιτικής η οποία ακολουθείται από την Δύση απέναντι στην Ρωσία. Ας μην ξεχνούμε σ’ αυτό το πλέγμα ότι ακόμη και ο Μαρξ είχε ταχθεί υπέρ της ακεραιότητας της Τουρκίας, ως ανάχωμα απέναντι στην δεσποτική Ρωσία, που κατά την άποψή του θα έμπαινε φραγμός για την παγκόσμια επανάσταση στην που θα ξεσπούσε στην Δύση. Ότι παραχωρήθηκε η Ανατολική Θράκη από τις δυτικές δυνάμεις δεν έχει άλλο νόημα εκτός από τον έλεγχο των στενών από μια εχθρική προς την Ρωσία χώρα, όπως η Τουρκία. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε τέτοια εμπιστοσύνη, λόγω των συναισθηματικών, θρησκευτικών και παραδοσιακών της δεσμών με την Ρωσία.

Γι’ αυτό ο εμφύλιος, που αποτελεί την βασική αιτία των σημερινών δεινών, αν κάνουμε αναγωγή στις αιτίες της κακοδαιμονίας,  δεν είχε απολύτως κανένα νόημα, γιατί ποτέ οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί, μετά το 1947 με το δόγμα Τρούμαν, δεν θα επέτρεπαν να υπαχθεί η Ελλάδα στο ανατολικό στρατόπεδο. Όποιος εφαρμόζει μόνο την ψυχρή λογική και όχι ιδεοληψίες ή ευχολόγια μπορεί να παραδεχτεί αυτήν την αλήθεια, όσο σκληρή και κυνική κι αν είναι. Η πραγματική ιστορία το επιβεβαιώνει. Απ’ ότι φαίνεται η γνωστή συμφωνία Τσόρτσιλ – Στάλιν του 1943 και της Γιάλτας αργότερα, ισχύει ακόμη, χωρίς καμία παρέκκλιση.

Αυτά που υφίσταται σήμερα η Κύπρος και η Ελλάδα είναι αποτελέσματα σε «τελευταία ανάλυση», όπως συνήθιζε να λέει ο Ένγκελς, του εμφυλίου. Βέβαια πολλοί στην Ελλάδα ζουν ακόμη με καταστροφικές φαντασιώσεις και ψευδαιστήσεις. Αυτοί ή είναι αθεράπευτα ρομαντικοί ή αθεράπευτα βλάκες, όπως όρισε τη βλακεία ο Αϊνστάιν ή τελικά υπηρετούν άνομα συμφέροντα.[24]

 

  1. IV. Η πολιτική του εβραϊκού λόμπι

 

Το πρώτο πρόβλημα που πρέπει να εξετάσουμε μέσα στο γενικότερο πλέγμα της στρατηγικής της Δύσης, αφορά την πολιτική του Ισραήλ και κατ’ επέκταση των ΗΠΑ, ως καθοριστικού παράγοντα των γεωστρατηγικών και γεωπολιτικών εξελίξεων στο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Παραμένει η πολιτική του Ισραήλ η ίδια, όπως πριν από την εφαρμογή του δόγματος του στρατηγικού βάθους του Νταβούτογλου, που την αφετηρία εφαρμογής του διαπιστώνουμε στο επεισόδιο του Νταβός, ανάμεσα στον Ερντογάν και τον Σίμον Πέρες;

Ας θυμηθούμε τι έγινε τότε, γιατί έχει σημασία, για τις εξελίξεις και τις ριζικές ανακατατάξεις στο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, που ακολούθησαν. Ας δούμε τα παράδοξα στα γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά τεκταινόμενα και πώς αυτά αλλάζουν.

«Ο Ερντογάν δεν θα έβλεπε την καρέκλα του πρωθυπουργού και δεν θα νικούσε τους στρατηγούς ούτε στον ύπνο του, αν δεν είχε τη στήριξη του εβραϊκού παράγοντα. Εδώ, το 2005 βραβεύεται από την ADL στις ΗΠΑ, που είναι μια από τις ισχυρές εβραϊκές οργανώσεις, με τεράστια επιρροή!

Στις 29 Ιανουαρίου 2009, σε εκδήλωση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, στο Νταβός, ο Ταγίπ Ερντογάν, παραβαίνοντας και ξεπερνώντας κατά πολύ πολιτικά και διπλωματικά ειωθότα, ξιφούλκησε με οργή εναντίον του προέδρου, μα και του κράτους του Ισραήλ, αφήνοντας σύξυλο το κοινό, αλλά και την παγκόσμια κοινότητα, για την κατά τα άλλα αδικαιολόγητη και «παράλογη» αυτή ενέργεια του Ερντογάν.

Το γεγονός αυτό δεν ήταν φυσικά τυχαίο, αλλά προσχεδιασμένο και προσέβλεπε σε πολλούς αποδέκτες. Ας προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε το φαινόμενο, γιατί έχει τεράστια σημασία για Κύπρο και Ελλάδα. Μας αφορά δηλαδή άμεσα.

Ας αναψηλαφήσουμε λίγο την πρόσφατη ιστορία.

Ενώ μέχρι του επεισοδίου στο Νταβός υπήρχε άριστη συνεργασία Ισραήλ – Τουρκία και όχι μόνο στο στρατιωτικό επίπεδο και στο επίπεδο των μυστικών υπηρεσιών και σε πολλά άλλα επίπεδα, από τη μία στιγμή στην άλλη τα πράγματα πήραν άλλη τροπή. Άλλαξαν, όπως φαίνεται, ριζικά, αλλ’ όμως παρ’ όλα αυτά μέσα στα πλαίσια της γενικότερης στρατηγικής απομόνωσης της Ρωσίας. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να σχηματίσουν ένα τοίχος απέναντι στην Ρωσία, που θα περιλαμβάνει το Ισραήλ, τους Κούρδους, την Τουρκία και την Ελλάδα. Η λυκοφιλία ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία το αποδεικνύει.

Τι συνέβη πραγματικά, αναρωτιέται κάποιος ειλικρινά. Τρελάθηκε ξαφνικά ο Ερντογάν, διασπώντας με τόσο προκλητικό τρόπο μια συμμαχία δεκαετιών;

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι αυτή η συμμαχία ήταν πολύ παλιά και περιελάμβανε και το Ιράν. Φυσικά πριν αναλάβει την εξουσία ο Χομεϊνί. Η τριμερής αυτή συμμαχία, την οποία περιγράφουν ισραηλινοί αναλυτές, αποτελούσε το ανάχωμα της Δύσης προς την Σοβιετική Ένωση και λόγω θρησκείας, πριν ακόμη καταρρεύσει το καθεστώς και αλλάξει άρδην το γεωστρατηγικό τοπίο στην περιοχή.

Η υπερφίαλη και αλαζονική πρόθεση του μέντορα του Ερντογάν Αχμέτ Νταβούτογλου οδήγησε την τουρκική κυβέρνηση του σε ένα ολίσθημα, αν πραγματικά είναι ολίσθημα, να βάλει μπρος τη στρατηγική αναβίωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κάτω από τα μοντέρνα δεδομένα και με βάση αυτήν να αναδειχτεί σε μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη, αγνοώντας την πραγματικότητα, η οποία τον ξεπερνάει.

Αυτή η θεωρηθείσα μεγαλοφυής ιδέα του στρατηγικού βάθους του Νταβούτογλου, αποτέλεσε την πραγματική ταφόπλακα του σχεδίου αυτού.

Εμείς ως Έλληνες πρέπει να τον ευγνωμονούμε!

Πιθανόν όμως να μην ήταν ολίσθημα, παρά πράξη απελπισίας με την έννοια ότι δεν υπήρχε άλλη λύση στον ορίζοντα, εκτός από την προσπάθεια της «φυγής» προς τα μπρος. Πιθανόν, τουλάχιστον αυτή είναι η δική μου ερμηνεία, το εβραϊκό λόμπι προσανατολίστηκε να δημιουργήσει τη βάση μιας άλλης πιο σταθερής στρατηγικής συμμαχίας, που ακούει στο όνομα Μεγάλο Κουρδιστάν.

Εάν αυτή η στρατηγική μπήκε σε εφαρμογή από αρκετό καιρό πριν δημιουργηθεί το κατά τα φαινόμενα τεχνητό επεισόδιο στο Νταβός, τότε μπορούμε να εξηγήσουμε λογικά την κατά τα άλλα «παράλογη» στάση του Ερντογάν.

Κάνοντας μια παρένθεση στο σημείο αυτό, χρήσιμο είναι να τονίσουμε ότι για την Κύπρο και την Ελλάδα, αυτή η διάσταση ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία, αποτελεί, όπως δείχνουν τα πράγματα «μάνα εξ ουρανού», παρ’ όλη την προσπάθεια του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να κολλήσει το γυαλί ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία, που έχει ραγίσει. Και όπως είναι φυσικό ένα γυαλί που ράγισε δύσκολα μπορεί κανείς να το συγκολλήσει. Όσο κι αν προσπαθούν κάποιοι παράγοντες στην Αμερική να το πράξουν. Ας θυμηθούμε την προσπάθεια το Ομπάμα.

Ένα είναι βέβαιο και αφορά την νοοτροπία των Ισραηλινών: «Οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος» και πολλαπλά χτυπήματα, αντί απλού χτυπήματος. Ισχύει δηλαδή για τους Ισραηλινούς η Παλαιά Διαθήκη ακόμη και στην πολιτική  τους.

Οπωσδήποτε στη ζωή δεν μπορεί και δεν πρέπει ποτέ να πει κανείς  «ποτέ», αλλά να μελετάει τις δυνατότητες των αλλαγών και να αξιοποιεί τις ευκαιρίες που προσφέρουν οι περιστάσεις και οι συνθήκες, όσο αυτές επικρατούν, γιατί, αν δεν τις αξιοποιήσει κανείς την κατάλληλη στιγμή, μπορεί και να εκλείψουν.

Το σημαντικό είναι ότι ο ίδιος ο Μαρξ και Έγκελς, εφαρμόζοντας τη διαλεκτική μέθοδο δεν αποδέχονται αιώνιες αλήθειες. Η αλήθεια για τους δυο γενάρχες της υλιστικής θεωρίας είναι διαλεκτική. Συνίσταται πάντοτε στη συσχέτιση τους με το χρόνο και το χώρο. Οι αμετάβλητες εννοιολογικές κατηγορίες, πρεσβεύει ο Μαρξ και Έγκελς. αναπαράγουν την ίδια οικονομική και κοινωνική οργάνωση. Με την έννοια αυτή και αυτά που διακήρυττε και ο Μαρξ και Ένγκελς δεν αποτελούσαν δογματικά αιώνιες αλήθειες, γιατί αντιστρατεύονταν, κατά την άποψή τους, την ίδια της θεωρία της διαλεκτικής εξέλιξης της ιστορίας.

Οι δογματικοί μαρξιστές δεν μπορούν αν αποδεχτούν την αλήθεια ότι αυτά που διακήρυττε ο Μαρξ ίσχυαν για την εποχή του και για τις συνθήκες της εποχής του και ότι οι νέοι καιροί και οι νέες συνθήκες απαιτούν τουλάχιστον επαναστοχασμό των εννοιολογικών εργαλείων της θεωρίας και όχι σώνει και καλά απόρριψή τους, αλλά τυχόν αλλαγή τους, σύμφωνα με το αριστοτελικό «ορθώς απορείν». O Ένγκελς το εκφράζει με πλήρη σαφήνεια: «Έχουμε πάντα συνείδηση ότι οι γνώσεις που αποχτούμε είναι αναγκαστικά περιορισμένες, ότι καθορίζονται από τις συνθήκες, όπου τις αποκτήσαμε».[25] Οι δογματικοί αριστεροί (νεοσταλινικοί κατά βάση) φυσικά δεν μπορούν να δεχτούν ότι οι αλήθειες που εξέφρασε ο Μαρξ και Ένγκελς δεν είναι αιώνιες. Ο Στάλιν μπορεί να πέθανε, στην Ελλάδα όμως ζει και βασιλεύει σε ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς και όχι μόνο. Η Αριστερά παραμένει σε παρωχημένες αντιλήψεις  τόσο στη θεωρία όσο και την πρακτική που ακολουθεί έως τώρα, παρ’ όλο που ο Λένιν τόνιζε την συγκεκριμένη ανάλυση στις συγκεκριμένες συνθήκες.  Αυτό είναι βέβαιο. Πολλοί πιστεύουν στη θεωρία του μαρξισμού, ωσάν να πρόκειται για αιώνιες και αναλλοίωτες αλήθειες. Μια τέτοια αντίληψη δεν έχει καμία σχέση με την επιστήμη, παρά μόνο με θρησκεία. Ο θεωρία, όπως λέει ο Καστοριάδης «πρέπει να απαλλαγεί από τη κληρονομιά χιλιετηρίδων, που βλέπει μέσα στη θεωρία την υπέρτατη αρχή και την ίδια τη θεωρία σαν κατοχή ενός συστήματος από αλήθειες, δοσμένες μια για πάντα. Να καταλάβει ότι η θεωρία δεν είναι τίποτε λιγότερο, αλλά επίσης τίποτε περισσότερο από ένα πρόταγμα, ένα πράττειν, η πάντοτε αβέβαιη προσπάθεια να φτάσουμε σε μια διαύγαση».[26]

Λαμβάνοντας πιθανόν αυτά υπόψη τους οι Ισραηλινοί, δεν γνωρίζουν πόσο θα κρατήσει και αντέξει η υποστήριξη των ΗΠΑ. Αυτοκρατορίες έρχονται και παρέρχονται, όπως διδάσκει η ιστορία. Οι αλλαγές στη σημερινή ιστορική φάση είναι πολύ γρήγορες. Κάτι που θεωρούσαμε ότι ίσχυε χθες, δεν ισχύει κυριολεκτικά σήμερα. Δεν πρέπει μια τέτοια ανάλυση σε βάθος να αποκλείουμε. Υπάρχουν βέβαια μέσα στο θολό και εναλλασσόμενο διεθνές περιβάλλον και σταθερές και μεταβλητές, τις οποίες πρέπει να ερευνούμε και ανακαλύπτουμε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση στον χώρο και τον χρόνο.

Φαίνεται ότι αυτές οι αλλαγές συνθηκών ευνοούν την Κύπρο και την Ελλάδα και θα τις περιγράψουμε στο μέτρο του δυνατού, με την προϋπόθεση πάντοτε ότι μπορούν οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Κύπρου να τις αξιοποιήσουν θετικά.

Θα πρέπει όμως στο σημείο αυτό να τονίσουμε ότι η προσπάθεια της τουρκικής κυβέρνησης να εναγκαλιστεί τον αραβικό κόσμο, με τακτικό όπλο την αντίθεσή του προς το Ισραήλ, απέτυχε παταγωδώς. Οι αντιθέσεις, αντιπαλότητες και εχθρότητες, εθνοτικές, θρησκευτικές, μειονοτικές, οικονομικές, πολιτιστικές και άλλες, είναι τέτοιες, που ποτέ δεν μπορούμε να μιλάμε για έναν ενιαίο αραβικό κόσμο. Η αντιπαράθεση Σιιτών και Σουνιτών είναι αγεφύρωτη. Δεν υπήρχε και ήταν στην φαντασία και ιδεοληψία ορισμένων κύκλων στην Ελλάδα, κυρίως της αριστεράς και όχι μόνο, ο λεγόμενος «αραβικός κόσμος», με τον οποίο είχαμε άριστες σχέσεις. Στις κρίσιμες καταστάσεις οι αραβικές χώρες, πέρα από τα φαινόμενα και εξαιρέσεις, τάσσονταν και πολύ περισσότερο τώρα εναντίον των δικών μας συμφερόντων. Αν παρ’ όλα αυτά υπήρχε αγαστή συνεργασία της Ελλάδας με τον αραβικό κόσμο σε κάποια φάση, αυτή η συνεργασία έχει σταματήσει προ πολλού. Παράδειγμα και η Παλαιστίνη που παίρνει το μέρος της Τουρκίας στο θέμα του ψευδοκράτους.

Η εξόρυξη του φυσικού αερίου και πετρελαίου, που προωθείται στο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και στο χώρο της Κύπρου και της  Ελλάδας, άλλαξε σε ένα τεράστιο βαθμό τα γεωστρατηγικά δεδομένα στην περιοχή.

Το Ισραήλ προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα, τα οποία αντιμετωπίζει με μια λογική που καθορίζει ο νόμος της ισχύος, αυτή είναι η φιλοσοφία του, που εκφράζεται και στην Παλαιά Διαθήκη με το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». Τον νόμο της ισχύος τον οποίο και εφαρμόζει σε ένα μακρόπνοο πρόγραμμα που έχει ορίζοντα όχι δεκαετιών, αλλά ίσως και εκατονταετιών.

Τα στοιχεία που το προσδιορίζουν είναι:

  1. Η ανάπτυξή του πληθυσμιακά. Το Ισραήλ, ως σοβαρό κράτος σε αντίθεση με τα καθ’ ημάς, γνωρίζει πολύ καλά ότι κανένα στρατηγικό σχέδιο δεν μπορεί να έχει δυνατότητες επιτυχίας χωρίς κατάλληλο έμψυχο υλικό, γεγονός που παραγνωρίζουμε εμείς εγκληματικά. Αρκεί να σκεφτούμε ότι πριν αρκετά χρόνια είχε πληθυσμό γύρω στα τρία εκατομμύρια και τώρα ξεπερνά τα οκτώμισι και ο ρυθμός αυτός αυξάνεται συνεχώς. Εφαρμόζει για το λόγο αυτό μια δημογραφική πολιτική, η οποία αποσκοπεί, ώστε κάθε οικογένεια να αποκτά πάνω από τρία παιδιά, για να αυξηθεί ο πληθυσμός απέναντι στους Άραβες που το περιβάλουν.
  2. Για το λόγο αυτό χρειάζεται ζωτικό χώρο. Το Ισραήλ όχι μόνο δεν θα παραδώσει «ποτέ» την Δυτική Όχθη, αλλά θα την εποικήσει σταδιακά με Ισραηλινούς. Ήδη μετάνιωσε για την συμφωνία του Καπ Ντέιβιντ και την παραχώρηση της Χερσονήσου του Σινά στους Αιγύπτιους. Το ίδιο ισχύει και για τα υψώματα του Γκολάν της Συρίας, που κατέχει το Ισραήλ

Το Ισραήλ ποτέ δεν θα παραδώσει τη υψώματα του Γκολάν που απέκτησε από τους Σύριους. Είναι τεράστιας στρατηγικής σημασίας για την εδαφική ύπαρξη και ασφάλεια του Ισραήλ. Όποιος έχει πάει στην περιοχή μπορεί να το αντιληφθεί αμέσως.

Από κει και πέρα το Ισραήλ χρειάζεται ζωτικό χώρο, τον οποίο προσπαθεί να αποκτήσει σε βάρος των αραβικών χωρών και στην παρούσα φάση σε βάρος της Συρίας, της οποίας επιδιώκει, χωρίς η ίδια να εμφανίζεται, την διάλυση, γιατί θεωρεί ότι η συμμαχία της Συρίας με τον κύριο εχθρό της στην περιοχή που είναι το Ιράν, απειλεί την ύπαρξή του.

Λόγω παρέμβασης της Ρωσίας, αποφεύγεται προς το παρόν αυτός ο κίνδυνος. Υπάρχουν μάλιστα φωνές που λένε ότι κάποια στιγμή το Ισραήλ θα μετακινήσει τους Παλαιστίνιους στο Λίβανο, που θα μετατραπεί σε Παλαιστινιακό Κράτος. Αυτά που παραθέτω δεν είναι αποκυήματα φαντασίας, αλλά είναι σκέψεις ορισμένων καθοριστικών κύκλων του think tank της χώρας και των ΗΠΑ. Ας σκεφτεί κανείς ότι το Ισλαμικό Κράτος ποτέ δεν έκανε αναφορά εναντίον του Ισραήλ. Αυτή η πραγματικότητα και μόνο πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις.

  1. Το Ισραήλ για να επιζήσει και αναπτυχθεί, όπως αναφέραμε πιο πάνω χρειάζεται επιπλέον το καινούργιο, ίσως και παλιό, στρατηγικό όπλο, που λέγεται «νερό». Μόνο έτσι μπορεί να μετατρέψει την έρημο σε επίγειο παράδεισο και να διαθρέψει τον διαρκώς αυξανόμενο πληθυσμό του, τον οποίο προγραμματικά επιδιώκει. Χρειάζεται επί πλέον, όπως είπαμε και νέα εδάφη, για να διαθρέψει τον πληθυσμό του, για να αντεπεξέλθει την πληθυσμιακή έκρηξη του ισλαμικού κόσμου.

Για το λόγο αυτό θέλει να φτάσει με οποιοδήποτε κόστος στα νερά του Ευφράτη, για να προμηθευτεί το απαραίτητο νερό που χρειάζεται για την ανάπτυξή του, είτε απευθείας είτε μέσω της στρατηγικής του συμμαχίας με τους Κούρδους, μια μακρόπνοη στρατηγική που βλέπει σε βάθος δεκαετιών ή ακόμη και αιώνων.

Αυτό μπορεί να γίνει με δύο τρόπους. Είτε με την διάλυση του Λιβάνου και της Συρίας, το γνωστό διαίρει και βασίλευε, ώστε να αποκτήσει καθεστώτα, προτεκτοράτα, που δεν θα του φέρουν στο μέλλον εμπόδια, ή το πιο πιθανό να ενισχύσει τον αγώνα των Κούρδων για τη δημιουργία, όπως προαναφέραμε του Μεγάλου Κουρδιστάν που θα ελέγχει τα δύο μεγάλα ποτάμια Τίγρη και Ευφράτη και θα έχει πρόσβαση στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα καντόνια των Κούρδων στα βόρεια σύνορα της Συρίας, υπηρετούν μάλλον την μακρόπνοη εφαρμογή αυτής της στρατηγικής. Ένα σχέδιο που  βλέπουμε να υλοποιείται σταδιακά, παρ’ όλες τις περιστασιακές ίσως παλινδρομήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που αντιδρά η Τουρκία δυναμικά, ώστε να αποτρέψει την υλοποίηση αυτού του σχεδίου. Στόχος είναι, παρ’ όλες τις παλινωδίες την αμερικανικής πολιτικής, να αποτελέσουν οι Κούρδοι τον νέο, σταθερό στρατηγικό εταίρο στην περιοχή της Μέσης Ανατολής αντί για την Τουρκία, μιας και η συμμαχία με την Τουρκία και ασταθής είναι και δημιουργεί ασφυκτικό κλοιό από αραβικά κράτη, αν είχε η τουρκική κυβέρνηση τη δυνατότητα υλοποίησης, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο του Αχμέτ Νταβούτογλου. Παρ’ όλα αυτά γίνεται προσπάθεια, λόγω Ρωσίας, να γεφυρωθεί το χάσμα με την μεσολάβηση κύκλων του υπουργείου Εξωτερικών της Αμερικής ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ. Πάντως ένα γυαλί που ράγισε κάποια στιγμή είναι δύσκολο να επανασυγκολληθεί με σταθερότητα. Η προοπτική να δημιουργηθεί ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος ή ένα ομοσπονδιακό με την Τουρκία και τα δύο μαζί να αποτελέσουν στο μέλλον ανάχωμα προς την Ρωσία είναι μια προοπτική που δεν πρέπει να διαφεύγει της διορατικότητας για μια εξέλιξη στο απώτερο μέλλον.

Η αναβίωση του Ανατολικού Ζητήματος είναι ήδη σε ενέργεια, όπως ήταν ανέκαθεν και δε λογαριάζει ούτε χώρες ούτε λαούς, ούτε έθνη. Ποια κατάληξη θα έχει, δεν είμαστε σε θέση ακόμη να προβλέψουμε. Μάλλον όμως η Τουρκία και ορισμένα αραβικά κράτη θα είναι οι χαμένοι σ’ αυτή την επαναχάραξη και αλλαγή συνόρων, όπως συνέβη στα πλαίσια του παλιού Ανατολικού Ζητήματος, αλλά και χώρες της Βαλκανικής όπως συνέβη με την πρώην Γιουγκοσλαβία και θα μπορούσε να συμβεί με την Ελλάδα, αν δεν ήταν στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πολλή αποκαλυπτική για την αλήθεια αυτή είναι η ομολογία του προέδρου Δημήτρη Παξινού, τέως προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Σε μια επίσκεψή  αντιπροσωπείας του ΣΔΑ υπό την προεδρία του στην πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία, άκουσε από το στόμα του ομολόγου του Γιουγκοσλάβου το εξής αποκαλυπτικό:  “Οι συμφωνίες διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας υπήρχαν και περίμεναν την ώρα. Υπάρχουν όμως και για εσάς!!”. Σήμερα οι εξελίξεις στην Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή, με την εφαρμογή του οικονομικού στραγγαλισμού από μέρους των «άσπονδων φίλων και συμμάχων μας» και των άμεσων επεκτατικών βλέψεων των γειτόνων μας με τον αναθεωρητισμό που τις διακατέχει, αντί για τον βομβαρδισμό, μόνο ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας δεν το κάνουν να ακούγεται.

Όμως οι επεκτατικές και αναθεωρητικές διεκδικήσεις των γειτόνων μας εντάσσονται στην αλλαγή των συνθηκών και κυρίως της συνθήκης της Λωζάννης. Η αλλαγή όμως της συνθήκης της Λωζάννης σημαίνει και αλλαγή συνόρων στην Βόρειο Ελλάδα και κάθοδο του σλαβικού παράγοντα στην Μεσόγειο. Με άλλα λόγια επέκταση των πανσλαβιστικών σχεδίων στον χώρο του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου γενικότερα.

Παρ’ όλα αυτά διατύπωνα επανειλημμένα στις αναλύσεις μου ότι η Τουρκία είναι ένας γίγαντας με πήλινα πόδια.[27] Αν εκδημοκρατιστεί θα διαλυθεί κι αν δεν εκδημοκρατιστεί δεν θα μπορέσει με την εξέλιξη των γεγονότων στην Μέση Ανατολή να αντισταθεί στη δημιουργία ενός μεγάλου κουρδικού κράτους.

  1. Είναι αλήθεια ακόμη ότι, αν κινδυνέψει το Ισραήλ από την ανάδειξη του Ιράν σε πυρηνική δύναμη, δεν θα διστάσει το ίδιο ή οι ΗΠΑ για το Ισραήλ, να βομβαρδίσουν τις πυρηνικές του εγκαταστάσεις. Αυτό είναι πέραν οποιασδήποτε αμφιβολίας ότι θα συμβεί, εφόσον προκύψει ένας τέτοιος κίνδυνος στο μέλλον. Καμία δύναμη, όταν διακυβεύεται η ύπαρξή και επιβίωσή του δεν θα το εμποδίσει από μια τέτοια ενέργεια. Προς το παρόν υπάρχει η συμφωνία της Διεθνούς Κοινότητας με την κυβέρνηση του Ιράν, για τον έλεγχο των πυρηνικών εγκαταστάσεών του, αλλά είναι άγνωστο πόσο αυτό χρονικά θα κρατήσει. Το Ισραήλ διατηρεί τις επιφυλάξεις του.

Το ισλαμικό κράτος που προέκυψε εκ του πουθενά, υπηρέτησε τα σχέδια των Αμερικανών και της Τουρκίας για την αποσταθεροποίηση της περιοχής και την διάλυση της Συρίας, που έμμεσα θα εξυπηρετούσε το Ισραήλ. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει από μέρους του ισλαμικού κράτους καμία επιθετική αναφορά εναντίον του Ισραήλ είναι τουλάχιστον απορίας άξιον. Από την άλλη είναι δεδομένο ότι οι ΗΠΑ, αν υπήρχε η θέληση, θα μπορούσαν με τα μοντέρνα όπλα που διαθέτουν να εξοντώσουν τους θύλακες του ισλαμικού κράτους και το εξαφανίσουν τελικά. Η πρόσφατη ωστόσο ενεργή ανάμειξη της Ρωσίας στην διένεξη στη Συρία δημιουργεί καινούργια δεδομένα, που είναι ακόμη δύσκολο να αναλυθούν για το ποια αποτελέσματα θα φέρουν.

Λίγο ως πολύ αυτές είναι οι προβλέψεις μου για τον γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό χώρο αυτό, μέσα στον οποίο εντάσσεται η Κύπρος και η Ελλάδα. Βασική διαπίστωση τελικά είναι ότι επιδιώκεται η αλλαγή συνόρων, που αφορά και την Ελλάδα. Οι γείτονές μας προσπαθούν με μια μακρόχρονη συνεπή πολιτική να αλλάξουν τα δεδομένα των συνθηκών ντε φάκτο και μετά, όταν έρθει η κατάλυση στιγμή και ντε γιούρε. Εξ ου και οι επεκτατικές βλέψεις των γειτόνων μας απ’ Ανατολάς και από Βορράν.

 

  1. V. Ποια θα πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη στρατηγική Κύπρου και Ελλάδας

 

Με τα ανωτέρω δεδομένα, αν ευσταθούν οι αναλύσεις και προβλέψεις μας, η τοποθέτηση της Ελλάδας, ξεκινώντας απ’ αυτήν, πριν πάμε στην Κύπρο, έχει πολλές παραμέτρους που οφείλουμε να αναλύσουμε.
Εδώ ανακύπτουν ορισμένα ερωτηματικά ιδεολογικής και πολιτικής μορφής, τα οποία χρήζουν απάντησης.

Η πρώτη βασική ερώτηση αφορά τη στάση της Ελλάδας απέναντι στην Ρωσία και δευτερευόντως προς το Ισραήλ.

  1. Οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν ποτέ, όσο διατηρούν την στρατιωτική τους ισχύ, οποιαδήποτε προσέγγιση της Ελλάδας προς την Ρωσία, που έχει σχέση με την ενέργεια και οποιαδήποτε προοπτική στρατιωτικής συνεργασίας η παραχώρησης στρατιωτικών βάσεων. Χώρες, όπως προανέφερα ανωτέρω, που είχαν ή επεδίωκαν παραδοσιακές σχέσεις με την Ρωσία καταστράφηκαν με την ωμή επέμβαση της Αμερικής και του ΝΑΤΟ, ως στρατιωτικός βραχίονας των Αμερικανών. Αυτό συνέβη εκτός των άλλων με την Κύπρο (τον Κάστρο της Μεσογείου) και την πρώην Γιουγκοσλαβία, μια χώρα φιλικά διακείμενη προς την Ρωσία. Το παράδειγμα του εμφυλίου πολέμου, που μας οδήγησε η άφρον απόφαση του Ζαχαριάδη, όπως ομολογούν κα παλιοί σύντροφοί του, όπως ο Πάνος Δημητρίου και άλλοι, ενός φανατικού σταλινιστή, αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή. Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα έχει άμεση σχέση με την πολιτική των ΗΠΑ να αποδυναμώσουν την Ελλάδα και την κρατήσουν σε απόλυτη εξάρτηση, ώστε να μην έχει την δύναμη να κινηθεί σε μια συμμαχία με την Ρωσία, ακολουθώντας μια ανεξάρτητη πολιτική. Η γεωστρατηγική και γεωπολιτική θέση της Ελλάδας, ναυτικής χώρας και με το αρχιπέλαγό της, είναι τόσο σημαντική για τους Αμερικανούς και για την Νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ γενικά, που μια προσέγγιση της Ελλάδας προς την Ρωσία μπορεί να αποβεί μοιραία, αν επιχειρηθεί ποτέ, όπως το επιθυμεί και το επιδιώκει ένα κομμάτι της αριστεράς, (βλ. «ΛΑΕ» του Π. Λαφαζάνη, «Ελληνική Λύση» του Βελόπουλου κ.λπ ) που θέλει να αγνοεί αυτήν την πραγματικότητα και μπορεί να μας οδηγήσει σε περιπέτειες, όπως αυτές του εμφυλίου, που παρεμπιπτόντως είναι και αποτελεί την αιτία των σημερινών δεινών της πατρίδας μας, όπως τονίσαμε επανειλημμένα. Ορισμένοι κύκλοι της αριστεράς, αλλά και της δεξιάς, για να μιλήσουμε με συμβατικούς όρους, που αντικειμενικά έχασαν την αξία τους, δεν διδάσκονται τίποτε από την ιστορία.
  2. Δεδομένων όλων αυτών των καταστάσεων που αναφέραμε και που σχετίζονται και με το Ισραήλ, πρέπει να κάνουμε συμμαχία μαζί του ή να το καταδικάσουμε και να δημιουργήσουμε αγεφύρωτη αντιπαλότητα, υποστηρίζοντας τον αραβικό κόσμο, ιδιαίτερα φυσικά τους Παλαιστίνιους;
  3. Μπορούμε να κάνουμε χωρίς συμμαχίες και αν ναι, ποιες είναι αυτές και πώς υπηρετούν τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της πατρίδας μας; Είναι γεγονός ότι η Τουρκία για παράδειγμα δεν κάνει ποτέ κάτι σε τελευταία ανάλυση χωρίς να έχει εξασφαλίσει συμμάχους ή να προσπαθεί με τακτικούς ελιγμούς να επιτύχει συμμάχους.
  4. Μια έξοδο μας από την Ευρωζώνη και πολύ περισσότερο από την Ευρωπαϊκή Ένωση από μόνοι μας τι αποτελέσματα θα είχε όχι μόνο για τα ανοιχτά εθνικά μας θέματα, αλλά και για την οικονομία;
  5. Είναι άραγε ασύνδετα τα εθνικά θέματα από τα οικονομικά;

Στο πρώτο ερώτημα για τις συμμαχίες δεν χρειάζεται να φέρουμε επιχειρήματα για την αναγκαιότητά τους. Δεν γίνεται χωρίς συμμαχίες. Αυτό είναι και αυτονόητο και αυταπόδεικτο. Βρισκόμαστε ομολογουμένως στην πιο αδύναμη φάση που διέρχεται ο Ελληνισμός, λόγω της κρίσης που δεν έχει μόνο οικονομικά χαρακτηριστικά ή κατ’ εμέ όχι πρωταρχικά.

Η κρίση είναι βαθύτατα κρίση αξιών, που προέκυψε από την παρασιτική μας νοοτροπία κατά την διάρκεια της μεταπολίτευσης. Κοντεύουμε να χάσουμε την ταυτότητά μας ως Έλληνες, να χάσουμε την ιστορική μας μνήμη και να γίνουμε ραγιάδες του οποιουδήποτε επιβουλάτορα, ή Ανθέλληνες εθνομηδενιστές, που είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Η οικονομική κρίση ακολουθεί, αλλά δεν προηγείται. Αυτό για πολλούς «περισπούδαστους» πολιτικούς και οικονομολόγους δεν έχει γίνει συνείδηση. Ακόμη στην Ελλάδα επικρατεί και προπαγανδίζεται το παρασιτικό καταναλωτικό μοντέλο, που εφάρμοσαν τα κόμματα εξουσίας, που εκμαύλισε συνειδήσεις και μας έφερε στα όρια της πλήρους εξαθλίωσης και καταστροφής. Η σημερινή κρίση, που δεν είναι πρωταρχικά οικονομική έχει τις ρίζες της, κυρίως στην πολιτική των κομμάτων μετά την μεταπολίτευση, αλλά και σε άλλους παράγοντες που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε.

  1. Αν αφαιρέσουμε την συμμαχία με την Ρωσία, στο στρατιωτικό και ενεργειακό τομέα, όπως τόνισα πιο πάνω, παρ’ όλη την επιθυμία μας και τη δική μου διακαή επιθυμία προσωπικά, για να μην υπάρξει παρεξήγηση, ποια άλλη απαραίτητη για την επιβίωση και την ασφάλειά μας είναι δυνατή, εκτός από αυτήν του Ισραήλ; Είναι ένα θέμα γεωστρατηγικής σημασίας που δεν πρέπει να το αφήσουμε τουλάχιστον εκτός έρευνας.

Μήπως η Τουρκία, στην οποία προσβλέπουν αρκετοί Τουρκολάγνοι, είτε από ραγιαδισμό είτε από «μαλάκυνση εγκεφάλου» είτε από καθαρό προσωπικό και επιχειρηματικό συμφέρον σε βάρος των λοιπών Ελλήνων;  Μήπως μπορεί να μας αναφέρει κανείς κάποια άλλη χώρα; Μήπως τάχα η Γερμανία, που ήταν σ’ όλη μας την ιστορική φάση, εναντίον μας, στηρίζοντας τους Τούρκους και τους άλλους γείτονές μας εναντίον μας, ανέκαθεν;

  1. Είναι σε θέση το Ισραήλ να μας συμπαρασταθεί στα προβλήματα εξωτερικής πολιτικής και κάτω από ποιές προϋποθέσεις, αν υποτεθεί ότι συναινούμε με όρους αμοιβαιότητας και όχι υποταγής στη συνεργασία αυτή; Και τη σημαίνει συμμαχία. Είναι απαραίτητο για να μην υπάρχει σκόπιμη παρερμηνεία να ορίσουμε την συμμαχία ως εξής: Συμμαχία σημαίνει τακτική ταύτιση συμφερόντων σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή και όσο ισχύει η κατοχύρωση αυτών των αμοιβαίων συμφερόντων. Η συμμαχία εδράζεται για να είναι πραγματική συμμαχία στην αρχή της αμοιβαιότητας. Αλλιώς μιλάμε για υποτέλεια, πιθανόν ενδοτικότητα, πιθανόν υποταγή κ.λπ. Συμφέρει στον Ισραήλ να διοχετεύσει ή να συνεναίσει στην μεταφοφορά των ανακαλυφθέντων κοιτασμάτων μέσω της Τουρκίας ή μέσω Κύπρου και Ελλάδας;
  2. Απορρίπτουμε λοιπόν αυτή τη συμμαχία εκ προοιμίου και χωρίς συζήτηση, για λόγους ηθικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς κ.λπ;

Τι θα πράξουμε τελικά, εφόσον καταλήξουμε ότι η σωτηρία της πατρίδας μας και η επιβίωσή της σ’ αυτή την τραγική περίοδο που διανύουμε έχει πιθανή διέξοδο μια συμμαχία μας με το Ισραήλ, κατ’ επέκταση – για να ακριβολογούμε -με το εβραϊκό λόμπι και πιο πέρα με τους Αμερικανούς αναγκαστικά, τουλάχιστον σ’ αυτή την κρίσιμη φάση που διανύουμε; Ή μήπως υπάρχει κάποια άλλη ρεαλιστική επιλογή που δεν ξέρουμε, που να εξυπηρετεί τα δικά μας καλώς εννοούμενα συμφέροντα και όχι των ξένων;

Ο στρατηγικός αναλυτής Ιωάννης Μπαλτζώης τονίζει στην περίπτωση της αναγκαιότητας της στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ τα εξής:

«Η στρατηγική  συμμαχία Ελλάδος – Ισραήλ θεωρούμε ότι είναι δεδομένη και επωφελής για τα εθνικά μας θέματα και τις αναμενόμενες εξελίξεις στην περιοχή με πλείστα όσα θέματα εν εξελίξει. Θεωρούμε ότι θα πρέπει να συνεχιστεί και να ενδυναμωθεί για το εθνικό μας συμφέρον, καθόσον είναι επωφελής και για τα δύο μέρη. Από την δική μας πλευρά και για τους σκεπτικιστές και εν αμφιβολία για την συμμαχία μας αυτή,  ας αναλογιστούμε για λίγο με ποιο γειτονικό κράτος θα μπορούσαμε να κάνουμε στρατιωτική συμφωνία και στρατηγική συμμαχία, που θα είναι επωφελής  για τα εθνικά θέματα, καθώς θα  εγγυάται έναν ισχυρό σύμμαχο σε περίπτωση ανάγκης. Και ας θυμηθούμε την κατάσταση προ των Βαλκανικών πολέμων και την στρατηγική συμφωνία της Ελλάδας με τα Βαλκανικά κράτη, που οραματίστηκε και υλοποίησε  ο Ελευθέριος Βενιζέλος και τα επακόλουθα αυτής της συμμαχίας με τον υπερδιπλασιασμό της Ελλάδος. Μήπως με τα ανύπαρκτα στρατιωτικά κράτη στα βόρεια σύνορα μας; Με την Τουρκία, την αιματούσα Συρία ή το Λίβανο; Ή μήπως με τα διαλυμένα από τις «ευεργετικές επιπτώσεις» της Αραβικής Άνοιξης κράτη της Βορείου Αφρικής; Η απάντηση είναι ένα καθαρό και ξάστερο Όχι. Άρα το μόνο που απομένει είναι το Ισραήλ και είναι η ευκαιρία μας. Ας μην την κλωτσήσουμε αφρόνως. Με δύο όμως προϋποθέσεις: Η συμμαχία μας αυτή να είναι ισοβαρής και να μην είναι λεόντειος, υπέρ του Ισραήλ και η δεύτερη και πολύ σημαντική. Να μην διαταραχθούν οι πολύ καλές σχέσεις μας με τον Αραβικό κόσμο και ιδιαίτερα με τον Παλαιστινιακό λαό, που οι σχέσεις μας είναι ιστορικές και θα λέγαμε «αδελφικές» από παλιά. Και εκτιμούμε ότι έτσι η Ελλάδα θα είναι χρήσιμη και στις δύο πλευρές, την Ισραηλινή και την Παλαιστινιακή, τώρα που το Παλαιστινιακό βρίσκεται σε τέλμα, αλλά σύντομα το θέμα θα «ανοίξει» και δεν μπορεί, αυτό το χρονίζον θέμα θα λυθεί.

 

Η διεθνής κοινότητα το οφείλει στον Παλαιστινιακό λαό, ίσως τον πιο αδικημένο λαό στην Μέση Ανατολή. Και ο ρόλος της πατρίδος μας; Μα ο έντιμος ενδιάμεσος που θα εμπιστεύονται και οι δύο πλευρές στις μελλοντικές συνομιλίες που αναγκαστικά θα ακολουθήσουν. Ιδού ο διεθνής σημαντικός ρόλος της Ελλάδος, που θα την βγάλει εξάλλου και από την  διεθνή  ανυποληψία και διπλωματική ανυπαρξία.  Έτσι η τοποθέτηση του Ισραηλινού ΑΚΑΜ στην Ελλάδα είναι θετικό μήνυμα  για τις Ελληνο-Ισραηλινές σχέσεις και απόδειξη ότι η Ισραηλινή πλευρά επιθυμεί την συνέχιση και την βελτίωση αυτών το σχέσεων και για το μέλλον,  προσβλέποντας στην στρατηγική συμμαχία με την Ελλάδα και όχι στην Τουρκία για το μέλλον. Και έρχονται δύσκολοι καιροί και καταστάσεις και η πατρίδα θα πρέπει να βρίσκεται με τους ισχυρούς, αφήνοντας  στην άκρη εσφαλμένες ιδεοληψίες και αντιλήψεις, συμπάθειες και αντιπάθειες και γνώμονα μόνο το εθνικό συμφέρον».

Γνωρίζω από άμεση εμπειρία, ως μέλος του Εθνικού Συμβουλίου διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, ότι δεν υπάρχει Ισραηλινός, που να μην μισεί την Γερμανία, για τους γνωστούς λόγους. Το ολοκαύτωμα δεν πρόκειται να το ξεχάσουν στον αιώνα τον άπαντα, που λέει ο λόγος. Αυτή η διαπίστωση παρεμπιπτόντως.

Αυτά είναι νομίζω τα βασικά ερωτήματα, κατά την άποψή μου.

Πώς απαντούμε σ’ αυτά εκεί είναι το κρίσιμο θέμα και χρειάζεται «αρετήν και τόλμην», όπως είπε ο ποιητής Κάλβος και βέβαια απαλλαγή από οποιανδήποτε εξάρτηση.

Πριν όμως δώσουμε τις απαντήσεις μας θα πρέπει να τονίσουμε με έμφαση ότι το Ισραήλ και το εβραϊκό λόμπι, πριν από την αντιπαλότητα Τουρκίας προς αυτό, είχε στηρίξει όλα τα σχέδια καταστροφής μας. Όλα τα σχέδια των «άσπονδων φίλων και συμμάχων μας» και των μη συμμάχων μας. Τα αναφέραμε σε άλλη μου ανάλυση, αλλά ο καθένας μπορεί με τη φαντασία του να περιγράψει πως, ό,τι κακό συνέβη στην Ελλάδα, το υποστήριζε το Ισραήλ, αν δεν το σχεδίαζε το ίδιο ή εβραϊκές προσωπικότητες, όπως  ο Χένρυ Κίσινγκερ, για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα.

Και παρ’ όλα αυτά τολμούμε να μιλούμε για συμμαχία με το Ισραήλ;

Θα απαντούσα: Και όμως τολμώ!

Τι έκανε ο Μάο; Τι έκανε ο Λένιν, για να πετύχουν τους στόχους τους; Συμμάχησαν και οι δύο με τις πλέον αντιδραστικές δυνάμεις της εποχής τους προκειμένου να πετύχουν τους στρατηγικούς τους στόχους, χρησιμοποιώντας τακτικούς ελιγμούς που εξυπηρετούσαν αυτήν την εθνική τους στρατηγική.

Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τους λόγους.

Θα ξεκινήσουμε ανάποδα, τρόπος του λέγειν. Δεν θα καταγράψουμε, αν συμφέρει μια συμφωνία της Ελλάδας με το Ισραήλ, αλλά αν συμφέρει μια συμμαχία του Ισραήλ με την Ελλάδα και Κύπρο. Και το λέμε αυτό γιατί πιστεύουμε ότι δεν υπάρχουν ηγέτες, όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος, για να σχεδιάσουν μια τέτοια σωτήρια στρατηγική.[28]

Ας δούμε, αν συμφέρει στους Ισραηλινούς σε αντίθεση με το πρόσφατο και απώτερο παρελθόν μια συμμαχία του μ’ εμάς.

 

  1. VI. Συμφέρει στο Ισραήλ μια συμμαχία με την Ελλάδα και Κύπρο;

 

Το Ισραήλ ομολογουμένως είναι περικυκλωμένο από ισλαμικά κράτη, ήπια ή σκληρά, δεν έχει σημασία, και διατρέχει τον κίνδυνο να απομονωθεί από τη Δύση. Η ανασφάλειά του λόγω της περικύκλωσής του από ασταθή ισλαμικά κράτη είναι δεδομένη. Όλα αυτά που συμβαίνουν με τόσο τραγικό τρόπο στο άμεσό του περιβάλλον, του δημιουργούν ένα αίσθημα ανασφάλειας, που προσπαθεί με διάφορους τρόπους να καλύψει, παρ’ όλη την ισχύ του. Ορισμένους τους έχουμε ήδη αναφέρει. Όμως τώρα θα μιλήσουμε για την περίπτωση τη δική μας. Το Ισραήλ για να αποφύγει αυτόν το επικίνδυνο ασφυκτικό κλοιό, μία διέξοδο έχει, να προσανατολιστεί δηλαδή προς την Κύπρο και την Ελλάδα για επαφή και διέξοδο προς τη Δύση. Αυτές είναι οι μη μουσουλμανικές χώρες, από τις οποίες και μόνο δεν διατρέχει κίνδυνο η επιβίωση και η ασφάλεια του ως έθνος και ως κράτος.

Η Ελλάδα και η Κύπρος ποτέ δεν αποτέλεσε απειλή για το Ισραήλ, άσχετα από τις διακυμάνσεις στις σχέσεις των δύο χωρών. Το αντίθετο μάλιστα, όπως εξηγήσαμε προηγουμένως. Αυτό είναι καθοριστικό στρατηγικό όπλο για το Ισραήλ, όπως και η στρατηγική σχέση που προσπαθεί να οικοδομήσει με τους Κούρδους στην Ανατολή. Κούρδοι και Έλληνες είναι οι εν δυνάμει σύμμαχοί του. Σήμερα το Ισραήλ, όχι χθες, έχει μεγαλύτερη ανάγκη να αναπτύξει τις σχέσεις του με την Κύπρο και την Ελλάδα και όχι το αντίθετο. Αν φυσικά ευοδωθεί μια τέτοια στρατηγική εξαρτάται και από παράγοντες και εκτός Ισραήλ. Δεν υπάρχει πάντοτε ενιαία γραμμή ακόμη και στο ισραηλινό λόμπυ. Η εξωτερική πολιτική της Αμερικής, που θέλει να δημιουργήσει ένα ανάχωμα προς την Ρωσία με την συνεργασία Ισραήλ, Τουρκίας, Ελλάδας, αποτελεί ασφαλώς έναν ανασχετικό παράγοντα προς την κατεύθυνση συνεργασίας Ισραήλ –Κύπρου –Ελλάδας.

Πάντως η νέα κατάσταση στην οποία βρίσκεται το Ισραήλ αποτελεί μεγάλη ευκαιρία για τον Ελληνισμό, αρκεί να έχει την ικανότητα να την αξιοποιήσει δεόντως. Θα μπορούσε το ελληνικό λόμπι απανταχού της υφηλίου και κυρίως στις ΗΠΑ, που διέλυσαν οι ελληνικές κυβερνήσεις, κομματικοποιώντας και διασπώντας το, να αποτελέσουν έναν παράγοντα δύναμης μέσα στην αδυναμία μας, εξαιτίας της κρίσης. Και αντί να περιμένει πρωτοβουλίες του εβραϊκού λόμπι να αρπάξει την ευκαιρία και να έρθει σε συνεννόηση μαζί του. Ακόμη δεν έχει εκτιμηθεί για τα εθνικά μας συμφέροντα η δυνατότητα του ελληνικού λόμπυ στην Αμερική, που θα μπορούσε να συμβάλει αποφασιστικά σ’ όλα αυτά τα θέματα.

Είναι ντροπή να βλέπουμε Έλληνες κυβερνήτες σε επισκέψεις τους στην Αμερική στο τέλος της επίσκεψής τους να δίνουν τα διαπιστευτήριά τους στο εβραϊκό λόμπι, λες και η πραγματική εξουσία και γιατί όχι είναι το εβραϊκό λόμπι στην Αμερική και αυτό πρέπει σε τελευταία ανάλυση να εγκρίνει ή απορρίπτει την εξωτερική πολιτική της Αμερικής προς την Ελλάδα.

Ας γίνει επιτέλους η αντίστροφη πορεία. Να συγκροτηθεί το ελληνικό λόμπυ και να καλέσει με δική του πρωτοβουλία το εβραϊκό, για να καθορίσει μια ισότιμη συμμαχία με το Ισραήλ.

Από τις ξενόδουλες ελληνικές και κυπριακές κυβερνήσεις φυσικά δεν είναι δυνατό να περιμένει κανείς μια τέτοια πρωτοβουλία. Η πρωτοβουλία, αν ξεκινήσει, απ’ ότι φαίνεται, θα ξεκινήσει μόνο από το Ισραήλ, για τα δικά του καθαρά συμφέροντα που αντικειμενικά υπηρετούν και τα δικά μας. Οι διπλωματικές και λοιπές σχέσεις που αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια της Κύπρου και της Ελλάδας σίγουρα έχουν αυτόν τον προσανατολισμό και ξεκινούν από πρωτοβουλίες του Ισραήλ.

Σ’ αυτό το πλαίσιο επαφών εντάσσονται και οι επαφές με την Αίγυπτο, με πιθανή διερεύνηση της λύσης του προβλήματος της ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου. Πολύ πιθανόν, παρ’ όλες τις μαρτυρίες περί του αντιθέτου, να ξεκινούν διερευνητικές διεργασίες στον τομέα αυτόν, που μάλλον θα έχουν τελικά αίσιο τέλος, παρά την αρνητική κατάσταση στο παρελθόν. Για την Κύπρο τα πράγματα είναι ακόμη πιο ευοίωνα. Το Ισραήλ ήταν υπέρ της διχοτόμησης του νησιού και βοήθησε τα μέγιστα για την υλοποίηση αυτού του σκοπού, για να φύγει από τη μέση ο Μακάριος, ο λεγόμενος «Κάστρο της Μεσογείου», όμως ποτέ δεν θα συγκατανεύσει να ελέγχεται το νησί από την Τουρκία. Να ελέγχεται από το ΝΑΤΟ ναι, από την Τουρκία όχι. Δεν έχει κανένα συμφέρον να έχει απέναντί του ένα επικίνδυνο τουρκικό αεροπλανοφόρο, όπως είναι η Κύπρος στο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Το Ισραήλ, έχω την άποψη ότι με τίποτε δεν θα επιτρέψει τον έλεγχο του νησιού από την Τουρκία, γιατί απλούστατα δεν του συμφέρει. Αυτό επίσης είναι αυτονόητο. Ποια μορφή θα πάρει το νέο σχέδιο Ανάν δεν είναι γνωστό. Όμως τόσο η κυπριακή, όσο και η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να καταβάλουν όλα τα διπλωματικά μέσα που διαθέτουν για να πείσουν το εβραϊκό λόμπι, τους Ισραηλινούς και τους Αμερικανούς ότι ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος σαν την Κύπρο, με απομάκρυνση των τουρκικών δυνάμεων κατοχής από το νησί, συμφέρει τα μέγιστα το Ισραήλ, γιατί εδραιώνει σε πιο στέρεες βάσεις την ασφάλεια και την επιβίωσή του απέναντι στο εχθρικό περιβάλλον των ισλαμικών κρατών, που το περιστοιχίζουν.[29]

 

VII. Αναγκαία συμπεράσματα που προκύπτουν από την ανάλυση και προτάσεις

 

Θα αναφέρω συνοπτικά ποια πρέπει να είναι η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας με βάση την προηγηθείσα ανάλυση

 

  1. Οποιαδήποτε προσέγγιση της Ελλάδας, που αφορά το φυσικό αέριο και την στρατιωτική συνεργασία με την Ρωσία, όχι θα αποβεί, αλλά θα είναι μοιραία για τον τόπο κάτω από τις σημερινές συνθήκες. Αν οι συνθήκες και οι διεθνείς ισορροπίες αλλάξουν, ασφαλώς πρέπει η ελληνική εξωτερική θα πρέπει να το λάβει σοβαρά υπόψη της. Την άφρονα πολιτική του Ζαχαριάδη και των ομοίων του την πληρώσαμε με τον τραγικό εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος είναι η βασική και ουσιαστική αιτία των σημερινών δεινών, για όποιον μελετάει την ιστορία, χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες και δογματισμούς, αλλά και για όποιον έχει το θάρρος να αντικρύσει κατάματα την αλήθεια, που δεν τολμούν πολλοί, γιατί η διακήρυξη της αλήθειας έχει δεινό προσωπικό κόστος.
  2. Ανήκαμε παλιά και ανήκουμε και τώρα στην σφαίρα επιρροής και στον ζωτικό χώρο της Δύσης και κυρίως των ΗΠΑ για λόγους γεωστρατηγικής και γεωπολιτικής σημασίας της χώρας μας, όσο οι διεθνείς συνθήκες παραμένουν αυτές που είναι. Οι ΗΠΑ ποτέ δεν θα επιτρέψουν μια προσχώρηση στο ρωσικό στρατόπεδο, που αποτελεί σήμερα τον άμεσο τους αντίπαλο. Έχουν όλες τις δυνατότητες να την αποτρέψουν, όσο βέβαια έχουν την δύναμη να το πράξουν. Αν αλλάξουν οι συνθήκες στο μέλλον είναι ένα θέμα μελέτης και χάραξης προοπτικής. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που η παράβλεψή της και η άγνοιά της θα έχει τραγικές συνέπειες για την πατρίδα μας. Η Ελλάδα είναι «οικόπεδο των Αμερικανών» και αυτήν την πραγματικότητα δεν την αλλάζεις με ιδεοληψίες, αριστερισμούς, εξορκισμούς και ευχολόγια. Ούτε σημαίνει φυσικά ότι μια τέτοια πραγματικότητα μας εκφράζει, για να μην δημιουργούνται λάθος εντυπώσεις. Απόδειξη περίτρανη του ανωτέρω ισχυρισμού είναι η παρέμβασή τους για την αποτροπή του Grexit, που σχεδίαζαν οι Γερμανοί και οι «σύμμαχοί τους» για την Ελλάδα. Είναι γεγονός πέραν κάθε αμφιβολίας ότι, αν δεν παρενέβαιναν οι Αμερικανοί δυναμικά στην Γερμανία και τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στο Ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση από την κυβέρνηση Ομπάμα, για τα δικά τους συμφέροντα, την Ελλάδα θα την είχαν «πετάξει», πριν ακόμη το πάρει είδηση και προλάβει να αντιδράσει. Αρκεί να μελετήσει κανείς τις επίμονες παρεμβάσεις τους στην Ευρώπη υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στο Ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, για να καταλάβει πώς κινείται ο διεθνής παράγοντας. Η Ελλάδα έχει τεράστια γεωστρατηγική και γεωπολιτική θέση για τη Δύση και το ΝΑΤΟ, για να διακινδυνεύσουν μια αποσταθεροποίηση στην κρίσιμη για τα συμφέροντα τους περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου ή δημιουργηθούν προϋποθέσεις για προσανατολισμό προς την Ρωσία.
  3. Η Ρωσία, διατηρώντας τις στρατηγικές της επιδιώξεις και ακολουθώντας εθνική στρατηγική για τα δικά της συμφέροντα και μόνον, ποτέ δεν θα έλθει σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ γενικότερα, για χάρη της Ελλάδας, όπως δεν το έπραξε απέναντι στην Κύπρο και απέναντι στην πρώην Γιουγκοσλαβία και άλλα κράτη, εκτός ίσως για την Συρία, που αποτελεί εξαίρεση. Θα προτιμήσει να πάρει ανταλλάγματα από την Αμερική και την Γερμανία, θυσιάζοντας την Ελλάδα σε μια δεδομένη στιγμή, όπως το έπραξε αρκετές φορές και στο παρελθόν.[30] Και να το ήθελε παρ’ όλα αυτά δεν θα μπορούσε.

Πρόσφατη είναι η διχοτόμηση της Κύπρου από τις τρεις νατοϊκές δυνάμεις Ελλάδας, Αγγλίας και Τουρκίας, για να ελέγχεται το στρατηγικής σημασίας αεροπλανοφόρο, που λέγεται Κύπρος, από το ΝΑΤΟ. Γνωστή ή θέση της Δύσης απέναντι στον Κάστρο της Μεσογείου, τον Μακάριο. Ο γνωστός ανθέλληνας Τζόρτζ Σώρρος το είπε ξεκάθαρα ότι «Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν τον «Δούρειο Ίππο της Ρωσίας».

Δεν θα ανατρέξουμε στην πολιτική της Ρωσίας στο απώτερο παρελθόν, είτε ως τσαρική Ρωσία, είτε ως Σοβιετική Ένωση. Είναι γνωστή η στάση της απέναντι στην Ελλάδα, για όποιον μπορεί να έχει αντικειμενική γνώμη των ιστορικών γεγονότων και να μην παρασύρεται από τις ιδεοληψίες, τους δογματισμούς και τις παρωπίδες του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να έχουμε σχέσεις με την Ρωσία. Αλλά στον τομέα της ενέργειας και της στρατιωτικής συνεργασίας η όποια προσέγγιση με την Ρωσία είναι, όπως τονίσαμε, απαγορευτική,  για να μην πούμε καταστροφική, εκτός αν έχει την έγκριση των ΗΠΑ. Εξάλλου ισχύουν ακόμη και είναι σεβαστές οι συνθήκη της Γιάλτας για το μοίρασμα της Ευρώπης και η συμφωνία Στάλιν –Τσώρτσιλ τον Οκτώβριο του 43.

  1. Η στρατηγική μας πρέπει να είναι ελληνοκεντρική, να υπηρετεί δηλαδή τα συμφέροντα της Ελλάδας και όχι των ξένων, όπως συνέβαινε στην Ελλάδα πάντοτε από τις πολιτικές της δυνάμεις, που οι συντηρητικές αλληθώριζαν προς την Δύση και οι αριστερές προς την Ανατολή. Λίγο έως πολύ το ίδιο συμβαίνει και τώρα.
  2. Η στρατηγική συμμαχία με την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο είναι ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα. Η αντίθετη στρατηγική μόνο καταστροφικά αποτελέσματα θα έχει. Και όπως είπε πολύ σωστά ο κορυφαίος Έλληνας στοχαστής Παναγιώτης Κονδύλης «η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε “δεξιά” ούτε “αριστερή”, ούτε “εθνικιστική”, ούτε “διεθνιστική”. Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης περίστασης. Αλίμονο στη χώρα και στην πολιτική της ηγεσία, αν ερμηνεύει την συγκεκριμένη κατάσταση με “δεξιές” ή “αριστερές” προτιμήσεις».[31]
  3. Οι ΗΠΑ, για να αποτρέψουν στο μέλλον οποιαδήποτε προσέγγιση της Ελλάδας με την Ρωσία, με την οποία την συνδέουν δεσμοί θρησκευτικοί, ιστορικοί, συναισθηματικοί κ.λπ. επεδίωξε να περάσει μέσω των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας, κυρίως όμως μέσω της πολιτικής του Γιώργου Παπανδρέου, την μετατροπή της Ελλάδας σε μια πολυπολιτισμική χώρα, με προσπάθεια δημιουργίας εθνοτικών, θρησκευτικών (ισλαμικών), φυλετικών μειονοτήτων. Η μελέτη όλων αυτών των δεδομένων είναι απαραίτητη για την χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής.

Η περίπτωση της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής, με την εφαρμογή του οικονομικού στραγγαλισμού από μέρους των «άσπονδων φίλων και συμμάχων μας», αντί για τον βομβαρδισμό, μόνο ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας δεν την κάνουν να ακούγεται. Γι’ αυτό η σωτηρία της Ελλάδας, μπορούμε να πούμε ότι επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, όπως γράφει και το σύνταγμα και τονίζει και ο αρχηγός της Ελληνικής επανάστασης Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως Γενικός Επίτροπος της Αρχής της Φιλικής Εταιρείας, στο ακόλουθο γράμμα, που απευθύνει στις 8 Οκτωβρίου 1820 στους Αρχιερείς, Άρχοντες και Προεστούς, προύχοντες του Γένους, απανταχού εις τα νήσους του Αρχιπελάγους διατρίβοντες με τα εξής λόγια:
«…Ναι αδέλφια ομογενείς,
Έχετε πάντοτε προ οφθαλμών ότι ποτέ ξένος δεν βοηθεί ξένον, χωρίς μεγαλύτερα κέρδη. Το αίμα το οποίον θέλουν χύσει οι ξένοι δι’ ημάς, θέλομεν το πληρώσει ακριβότερα και ουαί εις την Ελλάδα, όταν συστηματική δεσποτεία ενθρονιστεί εις τα σπλάχνα της. Όταν όμως μόνοι μας αποσείσωμεν τον ζυγόν της τυραννίας, τότε της Ευρώπης η πολιτική θέλει βιάσει όλας τα ισχυράς δυνάμεις να κλείσωσι με ημάς συμμαχίας και επιμαχίας αδιαλύτους”.

Εν κατακλείδι όλη η ανάλυση και οι προτάσεις μπορούν να συνοψιστούν σ’ αυτό που είπε ο φιλόσοφος Σωκράτης: «Μητρός τε καὶ  πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἀπάντων τιμιώτερόν ἐστιν ἡ Πατρὶς καὶ σεμνότερον καἁγιώτερον καἐν μείζονι μοίρᾳ καὶ παρὰ θεοῖς καὶ παρ᾿ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσιν»

 

«

[1] Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα, τομές στην πλανητική 2000, εκδ. «Θεμέλιο», Αθήνα 2000, σ. 182. Ο πολιτισμός σε διαφοροποίηση με τους δύο άλλους παράγοντες, παίζει σημαντικό ρόλο με την έννοια της διαμόρφωσης του φρονήματος και της αγωνιστικότητας ενός λαού.

 

 

[2] Πολύ διδακτικές για την σχέση των μεγάλων δυνάμεων καθ’ όλη την διάρκεια του Ανατολικού Ζητήματος είναι όσα καταμαρτυρούν και αποκαλύπτουν οι διεθνείς συνθήκες που αφορούσαν την Ελλάδα, όπως για παράδειγμα η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το 1877, η συνθήκη του Βερολίνου το 1888 και οι επόμενες συνθήκες που αφορούν τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Είναι αποκαλυπτικές σε όποιον θέλει να καταλάβει τις σχέσεις των τότε μεγάλων δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας Ρωσίας. Εκεί θα διαπιστώσει ο αναγνώστης ότι μόνο το εθνικό συμφέρον των χωρών αυτών καθόριζε την πολιτική τους. Κάτι που δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν οι ελληνικές κυβερνήσεις, ή λόγω εξάρτησης δεν ήθελαν αποδεχτούν. Η ελληνική πολιτική ήταν σχεδόν πάντοτε ετεροπροσδιοριζόμενη και ετερόφωτη. Τα κόμματα αλληθώριζαν τα μεν προς την Δύση, τα δε προς την Ανατολή. Ποτέ, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν ήταν ελληνοκεντρικά.

[3] Απάντηση του πρωθυπουργού Αριέλ Σαρόν στις 30 Οκτωβρίου 2001 στον τότε υπουργό Εξωτερικών Σιμών Πέρες.

[4] Για την Ελλάδα η αλλαγή συνόρων αφορά την Κύπρο με την τυχόν ψήφιση της Δικοινοτικής, Διζωνικής Ομοσπονδίας, που ο όρος «διζωνική» βασικά σημαίνει δύο ξεχωριστά κράτη, το μοίρασμα του Αιγαίου, όπως το διεκδικούν οι Τούρκοι και την Βόρεια Ελλάδα, με την Δυτική Θράκη, που διεκδικούν έως τον Στρυμόνα οι Τούρκοι, την ελληνική Μακεδονία που διεκδικούν οι Σκοπιανοί και την Ήπειρο, μαζί με την Κέρκυρα που εποφθαλμιούν οι Αλβανοί. Προς το παρών αποτρέπουν οι Αμερικανοί αυτές τις διεκδικήσεις, έως ότου ρυθμίσουν, όπως φαίνεται, άλλα σημαντικά θέματα που τους απασχολούν.

[5] Προσφάτως γίνεται λόγος και για τους ιδρίτες μεθανίου, οι οποίοι αποτελούν τη νέα μορφή ενεργειακών πόρων που αναδύονται στην παγκόσμια αγορά και αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από γεωπολιτικής και τεχνολογικής πλευράς. Βλ. σχετικά άρθρο του Ιωάννη Μάζη και Γεωργίου Σγουρού, «Κατανομή των ιδριτών μεθανίου και διεθνής γεωπολιτική της ενέργειας», περιοδικό «Επίκαιρα», 21/4/2010. Η Ελλάδα φυσικά διαθέτει και σωρεία άλλων πολύτιμων μετάλλων του φυσικού πλούτου της χώρας μας, όπως ουράνιο, χρυσό, χρώμιο, μαγγάνιο, βωξίτη, στηκτίτες κ.λπ.

[6] Στην περίπτωση αυτή δεν έχει σημασία ποια είναι η συγκεκριμένη πηγή ενέργειας. Σήμερα είναι σαφώς το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αύριο μπορεί να είναι κάποια άλλη. Το ουράνιο κατέχει στην περίπτωση αυτή εξέχουσα θέση. Και διαπιστευμένα υπάρχει ουράνιο στην Κεντρική Μακεδονία και Θράκη, όπως και χρυσός. Για πετρέλαιο μάλλον δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία.

 

[7] Έτσι μόνο μπορούν να εξηγηθούν και τα φαινόμενα στη Βόρεια Αφρική καθώς και στο Αφγανιστάν.

Η προπαγάνδα για δημοκρατικές ευαισθησίες και ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν φτηνή δικαιολογία για όσους από συμφέρον ή ηλιθιότητα είναι επιρρεπείς σε τέτοιες υποκριτικές επιχειρηματολογίες.

[8] Η περίπτωση του Ιράκ έχει και μια άλλη διάσταση, πολύ σημαντική. Η εισβολή και κατοχή του Ιράκ από τα αμερικανικά και αγγλικά στρατεύματα δεν οφειλόταν, όπως αποδείχτηκε, στα υποτιθέμενα όπλα μαζικής καταστροφής, αλλά κυρίως γιατί ο Σαντάμ Χουσεΐν κατείχε ένα σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και επιπλέον επιχειρούσε να το πουλήσει, όχι σε δολάρια, αλλά σε άλλα νομίσματα. Αυτό θα αποτελούσε θανάσιμο πλήγμα για το δολάριο και συνολικότερα για την οικονομία των ΗΠΑ.

[9] Σε γραπτή ομιλία μου στην «Ελληνοκουρδική Ένωση Φιλίας», της οποίας υπήρξα πρόεδρος επί εικοσαετία, είχα γράψει δύο μήνες πριν τον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας, ότι οι ΗΠΑ μετά το Ιράκ θα διαλύσουν την Γιουγκοσλαβία, γιατί ήταν μαζί με την Ελλάδα ευνοϊκά διακείμενες προς την Ρωσία. Ήμουν μάλιστα πεπεισμένος ότι το ίδιο θα έκαναν και στην Ελλάδα, αν οι συνθήκες το επέτρεπαν. Τώρα εφαρμόζουν την καταστροφή της Ελλάδας μέσω της οικονομικής ασφυξίας.

 

[10] Τα Σκόπια -και όχι μόνο- αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κράτους – προτεκτοράτου των ΗΠΑ.

 

[11] Τέτοιες κυνικές δηλώσεις υπάρχουν από μέρους και της Ρωσίας, ανάλογα με τα δικά της συμφέροντα. Ενδιαφέρουσα είναι στην περίπτωση αυτή μια δήλωση του Τσάρου Νικόλαου του Α΄ στον πρεσβευτή της Αγγλίας σερ G. Hamilton Seymour στις 22.2.1853: «…Επίσης δεν θα επιτρέψω ποτέ κάποια προσπάθεια αναβίωσης της βυζαντινής Αυτοκρατορίας ή μια τέτοια επέκταση της Ελλάδας, που θα την έκανε ισχυρό κράτος. Ακόμη λιγότερο θα επιτρέψω έναν κατακερματισμό της Τουρκίας σε μικρές δημοκρατίες…». Βλ. Κ. Μαρξ – Φρ. Ένγκελς, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, μετάφραση Παναγιώτη Κονδύλη, εκδ. «Γνώση», Αθήνα 1985, σ. 318.

[12] Αθανάσιος Δρούγος, «Απειλούμαστε με ολοκαύτωμα», συνέντευξη στην εφημ. «Ελεύθερη Ώρα», 7 Ιουλίου 2012.

[13] Θουκυδίδου, Ιστορία Ε΄ (89-91). Το ανωτέρω χωρίο αναφέρεται από του Αθηναίους εναντίον των κατοίκων της Μήλου. Εκεί αναφέρεται και κάτι ακόμη παρεμφερές, που τείνει να έχει απόλυτη ισχύ, όπως ισχυρίζονταν οι Αθηναίοι: «Απ’ ό,τι μπορεί κανείς να εικάσει για τους θεούς και απ’ ό,τι είναι βέβαιο για τους ανθρώπους, πιστεύουμε ότι και οι θεοί και οι άνθρωποι ακολουθούν πάντα έναν απόλυτο νόμο της φύσης, να επιβάλουν πάντα την εξουσία τους, αν έχουν τη δύναμη να το επιτύχουν».. (Θουκυδίδου, Ιστορία Ε΄ (103-105). Μια τέτοια παραδοχή είναι βέβαια κυνική, αλλά δεν μπορείς να την αγνοήσεις, αν δεν θέλει να δει κανείς την πραγματικότητα όπως είναι και όχι όπως την φαντασιώνεται, οδηγώντας με τις πράξεις του στην καταστροφή.

 

[14] Οποιαδήποτε προμήθεια της Ευρώπης με ρωσικό αέριο και μέσω τη Τουρκίας  είναι απαγορευτικό ακόμη και για τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν΄, ο οποίος αν επιμείνει μπορεί να έχει την τύχη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, κι ας φαίνεται πολύ ισχυρός στο εσωτερικό της χώρας. Μια προειδοποίηση αποτελεί το τρομοκρατικό χτύπημα στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης, που δεν μπορούμε ακόμη να γνωρίζουμε τι σκοπιμότητα είχε.

[15] Το θέμα αυτό το αναλύσαμε στο άρθρο με τίτλο: Ευρωλιγούρηδες και Δραχμολάγνοι.

[16] Το γεγονός του ετεροπροσδιορισμού το αναλύουμε σε άλλη μας μελέτη με τίτλο: Ο Μαρξ, ο Λένιν, ο Γκράμσι και η πολιτισμική ηγεμονία της Αριστεράς, εκδ. “ΚΨΜ”, Αθήνα 2011.

[17] Στο κάτω κάτω της γραφής πιστεύουμε ότι τα δικά μας καλώς εννοούμενα συμφέροντα εντάσσονται στο διεθνές δίκαιο και τους διεθνείς κανόνες, σε αντίθεση με τούς γείτονές μας και τους άλλους εξωτερικούς παράγοντες.

[18] Σχετικά με το θέμα, βλ. Δαμιανός Βασιλειάδης, Παγκοσμιοποίηση, Νέα Τάξη, Ελληνισμός, εκδ. «Στοχαστής», Αθήνα , Χειμώνας 2012-13.

[19] Οι λεγόμενοι παραδοσιακοί δεσμοί, τάχα με τα αραβικά κράτη ή και με οποιαδήποτε άλλα κράτη, είναι απατηλός μύθος.

[20] Μια τέτοια περίπτωση φαίνεται πως αφορά τον Λένιν, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό δημιούργησε και τις συνθήκες, τις οποίες και άλλαξε.

[21] Όταν μιλάμε για «καλώς εννοούμενα συμφέροντα» εννοούμε βασικά τα συμφέροντα εκείνα που συνάδουν με το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες.

[22] Βλ. Δαμιανός Βασιλειάδης, Παγκοσμιοποίηση, Νέα Τάξη, Ελληνισμός. εκδ. «Στοχαστής», Αθήνα 2012, σ. 13.18.

[23] Η συνθήκη της Γιάλτας για το μοίρασμα της Ευρώπης και του κόσμου ισχύει ακόμη και γίνεται σεβαστή από τις ισχυρές δυνάμεις.

[24] Ο Αϊνστάιν είπε κάποτε: «Δύο πράγματα είναι άπειρα. Το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία. Και για το πρώτο έχω κάποια αμφιβολία».

[25] Βλ. Φ. Ένγκελς, «Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας», στο Κ. Μαρξ- Φ. Έγκελς, Διαλεχτά έργα, τόμ. ΙΙ, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, 1951, 449. Για περεταίρω βλ. και: Δαμιανός Βασιλειάδης, Ο Μαρξ, ο Λένιν, ο Γκράμσι και η πολιτισμική ηγεμονία της Αριστεράς, εκδ. «ΚΨΜ», Αθήνα 2011, σ. 11- 14.

[26] Βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Η γραφειοκρατική κοινωνία, Β΄ εκδ., εκδ.  «Ύψιλον/βιβλία», Αθήνα 1985, σ. 56.

[27] Βλ. Δαμιανός Βασιλειάδης, Παγκοσμιοποίηση, Νέα Τάξη, Ελληνισμός, εκδ. «Στοχαστής»,. Αθήνα, Χειμώνας 2012-13.

[28] Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα. Απλώς αναφέρουμε ένα χαρακτηριστικό που αναφέρει ο Παναγιώτης Κονδύλης: «Όταν ο μόνος Έλληνας πολιτικός ολκής, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ζητούσε να συνταχθεί η Ελλάδα με κάθε θυσία, ακόμη και με αντίτιμο τον εμφύλιο πόλεμο, στο πλευρό των Δυτικών Δυνάμεων, το έκανε γιατί διέβλεπε ότι η χώρα μόνον ως τοποτηρητής τους μετά τη νίκη τους θα ήταν σε θέση να πραγματώσει τα μείζονα εθνικά της όνειρα. Και δεν δίστασε να μετατρέψει τον ελληνικό στρατό ακόμη και σε μισθοφόρους των Αγγλογάλλων (π.χ. Ουκρανία) προκειμένου να πάρει ως αντάλλαγμα την Ελλάδα των δύο Ηπείρων και πέντε θαλασσών. Τέτοιες αποφάσεις δεν τις υπαγόρευε η εθελοδουλία, αλλά η πολιτική ιδιοφυΐα και το πολιτικό μεγαλείο· το ένστικτο του μεγάλου παίκτη στο μεγάλο παιχνίδι της πολιτικής».

 

 

[29] Για περισσότερα στο θέμα βλ. Δαμιανός Βασιλειάδης, Παγκοσμιοποίηση, Νέα Τάξη, Ελληνισμός, ό.π. Στα προβλήματα αυτά θα επανέλθουμε  με άλλες σχετικές αναλύσεις μας, γιατί το  θέμα έχει τεράστια σημασία για το σωστό μας γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό προσανατολισμό.

[30] Βλ. Δαμιανός Βασιλειάδης, Παγκοσμιοποίηση, Νέα Τάξη, Ελληνισμός, ό.π. σ. 159-169. Στις σελίδες αυτές καταγράφεται η πολιτική της Ρωσίας απέναντι στην Ελλάδα και Κύπρο, που αποκαλύπτει τον ρόλο της Ρωσίας (τσαρικής ή σοβιετικής) απέναντι τους, που υπηρετούσε τα δικά της συμφέροντα, αλλά όχι τα δικά μας.

[31] Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο αιώνα,, εκδ. «Θεμέλιο», Αθήνα, 1998, σ. 185.

Αθήνα, 25.2.2017

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,656ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
18,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα