Το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος της Κίνας.

10/2/21 | 0 | 0 | 305 εμφανίσεις

Από το βιβλίο του Kishore Mahbubani “Έχει κερδίσει η Κίνα;”.

Επιμέλεια: Βασίλης Τσακρακλίδης*

σ.σ.Το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον λόγω της αίσθησης της αμεσότητας που δίνει. Εκδόθηκε τον περασμένο χρόνο. Είναι, επίσης, σημαντικό λόγω του συγγραφέα του. Είναι ο άνθρωπος που γνώρισε προσωπικά πολλούς πρωταγωνιστές και συνέβαλε στη δημιουργία του θαύματος της Σιγκαπούρης. Ένα πρότυπο που ακολουθεί κατά γράμμα η Κίνα για να γίνει η υπ αριθμόν ένα δύναμη στον κόσμο.

Το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος της Κίνας είναι η αποξένωσή της από πολλούς  θεσμούς της Αμερικής, χωρίς να σκεφθεί σοβαρά τις συνέπειες αυτής της ενέργειάς της. Η καθηγήτρια Susan Shirk, μία από τις γνωστότερες αμερικανίδες Σινολόγους, παρατήρησε ότι όταν ο Πρόεδρος Τραμπ ανήγγειλε τον εμπορικό πόλεμο εναντίον της Κίνας, κανείς δεν έλαβε τον λόγο να υπερασπισθεί την Κίνα. «Με τις ΗΠΑ και την Κίνα στο χείλος του γκρεμού μιας αρνητικής σχέσης, κανείς δεν υπερασπίστηκε την Κίνα. Ούτε επιχειρηματίες, ούτε μελετητές της Κίνας, και βέβαια ούτε ένας στο Κογκρέσο» .Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1990, όταν είχαν γίνει προσπάθειες απομάκρυνσης της Κίνας από το καθεστώς του Πλέον Ευνοουμένου Κράτους (ΜΕΝ), πολλές επαγγελματικές ομάδες είχαν διαμαρτυρηθεί.

Η αποξένωση της Κίνας από την επιχειρηματική κοινότητα της Αμερικής προκαλεί έκπληξη. Θεωρητικά, καθώς η αμερικανική κοινότητα επιχειρηματιών μπορεί να αποκομίσει, και έχει αποκομίσει τεράστια κέρδη από την Κίνα, θα έπρεπε να είναι οι θερμότεροι υποστηρικτές των σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας. Οι αμερικανοί επιχειρηματίες δεν έχουν ιδεολογική ατζέντα. Ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνο για τα κέρδη των επιχειρήσεών τους. Θέλουν μόνο να έχουν εύκολη πρόσβαση στη μεγάλη κινεζική αγορά για να αυξήσουν τις πωλήσεις και τα κέρδη τους. Πραγματικά πολλές αμερικανικές επιχειρήσεις έχουν ωφεληθεί από την Κίνα. Όμως, καμιά αμερικανική εταιρία δεν υπερασπίσθηκε την Κίνα στην επίθεση του Τραμπ. Τι πήγε στραβά; Για να κατανοήσουμε την αποξένωση της αμερικανικής επιχειρηματικής κοινότητας είναι χρήσιμο να αρχίσουμε με τις ιστορίες επιτυχίας των αμερικανικών εταιριών στην Κίνα, όπως η Boeing, η General motors (GM), η Ford. 

H Boeing ωφελήθηκε πάρα πολύ από την κινεζική αγορά. Πούλησε πάνω από χίλια αεροσκάφη στην Κίνα και τα κέρδη της από την Κίνα σημείωσαν κατακόρυφη άνοδο, αφού δεκαπλασιάστηκαν «από $ 1,2 δις το 1993 σε $ 11,9 το 2017, ή από το 5,7% στο 21% των συνολικών κερδών της Boeing από τα εμπορικά αεροσκάφη». Το Νοέμβριο του 2018, η Βoeing  ανήγγειλε ότι ο εμπορικός στόλος της Κίνας αναμένεται να υπερδιπλασιασθεί την επόμενη εικοσαετία. Η   Boeing προβλέπει ότι η Kίνα θα χρειαστεί 7.690 αεροσκάφη αξίας $1,2  τρισεκατομμυρίου μέχρι το 2038. Εντελώς φυσιολογικά, η Boeing προσκόμισε τεράστια κέρδη από την Κίνα και δημιούργησε θέσεις εργασίας για αμερικανούς εργάτες. Εξ ίσου σημαντικό, η ζήτηση από την Kίνα βοήθησε την Boeing  να υπερισχύσει σε δύσκολες αγορές, όπως δείχνει η ακόλουθη αναφορά: «Η Κίνα έγινε ακόμα πιο στρατηγικά σπουδαία για την Boeing   καθώς η παγκόσμια οικονομική κρίση της δεκαετίας 1990 υποχρέωσε την Βoeing  να επιβραδύνει την παραγωγή και να ελαττώσει το εργατικό δυναμικό της. Εν μέσω της οικονομικής κρίσης, οι αγορές διατηρήθηκαν στον Κίνα, καθώς η Boeing έλαβε μια παραγγελία αγοράς αξίας $ 9 δισεκατομμυρίων το 1990 και παρέδωσε το 100ο αεροσκάφος στην Κίνα το 1992 και το 200ο μετά από δυο χρόνια. Περί το 1993, η  Κίνα αγόρασε το ένα έκτο των αεροσκαφών που πούλησε η Boeing».

Η Boeing είχε μόνο μια σοβαρή ανταγωνίστρια, την Airbus. Έτσι η επιτυχία της στην Κινεζική αγορά δεν προκαλεί έκπληξη, σε αντίθεση με την επιτυχία της αμερικανικής βιομηχανίας αυτοκινήτων στην Κίνα. Οι αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες δεν είναι από τις πλέον επιτυχημένες στον κόσμο. Τα πήγαν τόσο άσχημα  απέναντι στους ιάπωνες ανταγωνιστές τους στην εγχώρια αγορά τη δεκαετία του 1980, ώστε ακόμα ένας αναγνωρισμένος έμπορος της ελεύθερης αγοράς, που απέρριπτε την κρατική παρέμβαση, ο Πρόεδρος Ρόναλντ Ρήγγαν, αναγκάστηκε να πιέσει ασφυκτικά του ιάπωνες να συμφωνήσουν σε εθελούσιο περιορισμό των εξαγωγών. Αν ο Ρήγκαν παρέμενε πιστός στην ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς, έπρεπε να επιτρέψει  στους ιάπωνες εμπόρους αυτοκινήτων την ελεύθερη πρόσβαση στην αμερικανική αγορά. Και αν το είχε επιτρέψει, οι αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες θα είχαν καταστραφεί ολοσχερώς.

Έτσι, γιατί οι σχετικά τόσο  λίγο ανταγωνιστικές αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες τα πήγαν τόσο καλά στην Κίνα; Η επιτυχία τους είναι  σπουδαία και ακόμα πιο απίθανη από αυτήν της Boeing. H GM έχει ξεχωριστή ιστορία επιτυχίας.   Πούλησε 3,64 εκατομμύρια οχήματα στην Κίνα το 2018 και η Κίνα αποτελούσε το 42% των πωλήσεων της GM το 2017. To περιοδικό Formes και ο Jonathan Brookfield του Πανεπιστημίου Tafts αναγνώρισαν έναν κοινό παρονομαστή για την επιτυχία της GM στην Κίνα: τη στενή συνεργασία με τους τοπικούς κατασκευαστές. ¨Όπως σημείωνε, οι τοπικές συνεργασίες έχουν μεγάλη σημασία για κάθε εταιρία που επεκτείνει την παρουσία της στο Εξωτερικό. Αυτό είναι ιδιαίτερα σπουδαίο για την Κίνα, όπου οι τοπικοί συνεταίροι έχουν στενές σχέσεις με το Κομμουνιστικό Κόμμα…το οποίο αποφασίζει ποιος θα είναι, σε ποια επιχείρηση και για πόσο χρόνο. Ο Brookfield, παρατήρησε ότι ο εταίρος της  GM βιομηχανίας αυτοκινήτων στη Σαγκάη ήταν κομβικής σημασίας για τη μακρόχρονη επιτυχία της GM  στην Κίνα. Η συμφωνία ήταν τόσο σημαντική, ώστε κατά τη συνάντηση του Al Gore και του κινέζου πρωθυπουργού Li Peng, που ηγείτο της τελετής για το 50/50  της μικτής εταιρίας το 1992 και το 1999, η GM  της Σαγκάης πουλούσε Buick  τόσο γρήγορα όσο τις κατασκεύαζε.

Δεδομένης της αδυναμίας  των αυτοκινητοβιομηχανιών να διεισδύσουν στις παγκοσμίως ανταγωνιστικές αγορές αυτοκινήτων, γιατί επέτυχαν στην Κίνα; Ο πλέον αξιόπιστος λόγος επιτυχίας στην κινεζική αγορά είναι ότι η κινεζική κυβέρνηση προέβη σε μια πολιτική απόφαση να μη στηρίζεται μόνο στις ευρωπαϊκές  και ιαπωνικές αγορές αυτοκινήτων να προμηθεύουν  αυτοκίνητα στους κινέζους πολίτες. Με δεδομένες τις περίπλοκες και συχνά δυσμενείς σχέσεις μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας, η εξάρτηση  από τα ιαπωνικά αυτοκίνητα θα ήταν πολιτικά ανέφικτη. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν έκπληξη εάν η κινεζική κυβέρνηση έστρεφε την προσοχή της στο πεδίο της αγοράς αυτοκινήτων για να παραχωρήσει ειδικά πλεονεκτήματα στις αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες.

Ως αποτέλεσμα της απόφασης της κινεζικής κυβέρνησης να παραχωρήσει χώρο στα αμερικανικά αυτοκίνητα, η GM  και η Ford   αποκόμισαν τεράστια κέρδη, δημιουργώντας περισσότερα κέρδη από τις πωλήσεις τους στην Κίνα παρά στην αμερικανική αγορά. Τo CNN  ανήγγειλε στις 7 Φεβρουαρίου του 2017: Η Κίνα είναι τώρα η μεγαλύτερη αγορά για την GM. Η αύξηση των κερδών εκεί ανύψωσε το μέγεθος τους σε ύψη που δεν έφθασαν ποτέ όταν ήταν ο μεγαλύτερος κατασκευαστής αυτοκινήτων στον κόσμο. Η GM  σημείωσε το τέταρτο συνεχόμενο έτος ρεκόρ πωλήσεων, ακόμα και όταν οι πωλήσεις στις ΗΠΑ μειώθηκαν αισθητά, η πρώτη πτώση της εγχώριας αγοράς για την GM  από το 2009. Η αγορά αυτοκινήτων στις ΗΠΑ, η οποία αυξήθηκε επτά συνεχόμενα έτη στα δικά της ύψη ρεκόρ το 2016….Τα κέρδη ρεκόρ του προηγουμένου έτους ανύψωσαν την GM  σε ρεκόρ τα λειτουργικά έσοδα των $ 12,5 εκατομμυρίων κατά 16%. Μόνο επτά χρόνια νωρίτερα η GM δεινοπάθησε λόγω της ομοσπονδιακής διάσωσης και της χρεοκοπίας. Εν συντομία, η Κίνα βοήθησε μια από τις πλέον εμβληματικές αμερικανικές εταιρίες, την GM, να ευδοκιμήσει.

H Βoeing και η GM είναι οι μεγαλύτερες βιομηχανικές εταιρίες στην Αμερική. Καθώς αποκόμισαν τεράστια κέρδη από την κινεζική αγορά, θα πρέπει να ήταν από τις πιο δυναμικές φωνές, καλώντας για μια θετική 50/50 σχέση μεταξύ Αμερικής και Κίνας. Πράγματι, στα πρώτα χρόνια της Σινο-αμερικανικής διένεξης, η αμερικανική επιχειρηματική  κοινότητα υποστήριξε σταθερά  και αισιόδοξα την Κίνα. Όταν ο Πρόεδρος Bill Clinton, προσπάθησε να συνδέσει την ανανέωση του καθεστώτος της Κίνας ως του πλέον ευνοουμένου κράτους, με το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  το 1993, οι Τάιμς της Νέας Υόρκης ανακοίνωσαν ότι πολλές αμερικανικές εταιρίες  συνηγόρησαν ζωηρά στον Λευκό Οίκο και στο Κογκρέσο για ανανέωση των εμπορικών προνομίων της Κίνας, τονίζοντας ότι εκατομμύρια δολάρια από εξαγωγές διακυβεύονται, καθώς και χιλιάδες θέσεις εργασίας. Επιπλέον, ισχυρίσθηκαν  ότι χρησιμοποιώντας τα εμπορικά προνόμια, για να αντιμετωπίσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη διάδοση των πολεμικών εξοπλισμών, ελάχιστα θα πείσουν τους κινέζους να προβούν σε μεταρρυθμίσεις. Και πολλοί αξιωματούχοι ισχυρίστηκαν  ότι οι πωλήσεις στην Κίνα μπορεί να βοηθήσουν τις ΗΠΑ να πραγματοποιήσουν τους πολιτικούς στόχους τους.

Άλλη μια αναφορά έδειξε πώς η Βoeing έπαιξε κομβικό ρόλο στην υπεράσπιση της Κίνας στο καθεστώς του πλέον ευνοουμένου κράτους (ΜΕΝ): (Στη δεκαετία του 1990), καθώς αυξάνονταν οι εκλογικές περιφέρειες που ευνοούσαν την αποβολή, η Βoeing και πολυάριθμες άλλες εταιρίες έπαιξαν κομβικό ρόλο  για να πεισθεί το Κογκρέσο να διατηρήσει το καθεστώς του ΜΕΝ για την Κίνα. Η Βoeing  είναι γνωστή ως η πρωτοπόρος της εταιρικής εξωτερικής πολιτικής και από πολλούς ως η πλέον ευνοούσα την Κίνα εταιρία και ο πρωταγωνιστής αυτών των ενεργειών. Στέλεχος της Συγκλήτου σημείωσε ότι η Βoeing πίεσε πολύ τον δικαστικό τύπο για το ΜΕΝ στο Καπιτώλιο.

Eναντίον της ιστορικής πίεσης των αμερικανικών εταιριών να παίζουν κομβικό ρόλο στην υπεράσπιση των Σινο-Αμερικανικών σχέσεων, είναι πραγματικά τρομακτικό ότι όταν ο Τραμπ εξαπέλυσε ξαφνικά τον εμπορικό πόλεμο εναντίον της Κίνας τον Ιανουάριο του 2018, καμιά αμερικανική επιχειρηματική φωνή δεν προσπάθησε να τον συγκρατήσει. Πράγματι, σχεδόν καμιά αμερικανική φωνή δεν προσπάθησε να συγκρατήσει τον Τραμπ. Αντίθετα, ο Τραμπ ανακάλυψε (πιθανώς με μεγάλη έκπληξη), ότι έτυχε ευρείας και θερμής δικομματικής υποστήριξης. Μέχρι και οι δημοκρατικοί ηγέτες τον υποστήριξαν. Ο γερουσιαστής Chuck Schumer είπε ότι «όταν πρόκειται να γίνεις σκληρός στις εμπορικές πρακτικές της Κίνας, είμαι πιο κοντά στον Τραμπ, παρά στον Ομπάμα ή τον Μπους». H γερουσιαστής Nancy Pelosi είπε: «Οι ΗΠΑ πρέπει να προβούν σε  αυστηρές, έξυπνες στρατηγικές ενέργειες εναντίον  των αδικαιολόγητα άδικων  εμπορικών ενεργειών της Κίνας…. πολύ περισσότερα απαιτούνται για να αντιμετωπισθεί η συνολική κακή συμπεριφορά της Κίνας. Ακόμα και ο   μετριοπαθής και κεντρώος  με σημαντική επιρροή πολιτικός σχολιαστής Thomas Friedman έγειρε προς την πλευρά των υποστηρικτών του Τραμπ, συμφωνώντας ότι η Κίνα δεν τήρησε τους κανόνες του παιχνιδιού, γράφοντας «νά γιατί  είναι μια μάχη που αξίζει να κερδηθεί. Μην αφήσεις το γεγονός ότι ο Τραμπ ηγείται της επίθεσης. να σε παραπλανήσει για τη ζωτική σημασία των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Κίνας που συμφωνούν με τους ίδιους κανόνες για το 2025 – πριν είναι πραγματικά πολύ αργά».

Έκπληξη αποτελεί το γεγονός ότι τα αμερικανικά εμπορικά επιμελητήρια στη Σαγκάη και το Πεκίνο έβγαλαν ανακοινώσεις το 1018 που εξέφραζαν τις ανησυχίες τους. Το αμερικανικό εμπορικό επιμελητήριο της Σαγκάης στο China Business Report του 2018 έγραφε: « Αναλυτές διαπιστώνουν ότι οι κινεζικές πολιτικές ευνοούν τις τοπικές εταιρίες (54,5%), 60% έδειξαν ότι το κινεζικό ρυθμιστικό περιβάλλον στερείται διαφάνειας, δεν βελτιώθηκε τον τελευταίο χρόνο και δεν προστατεύει τα πνευματικά δικαιώματα (61,6%), καμιά βελτίωση στην έγκριση των αδειών έναρξης λειτουργίας (59,5%), η ασφάλεια των δεδομένων και η προστασία των επαγγελματικών μυστικών (52%) παραμένουν τα κύρια ρυθμιστικά εμπόδια».  

Στην ίδια ανακοίνωση προσθέτουν: «παρά τη σχετική αισιοδοξία τους τα μέλη μας είναι επιφυλακτικά για το μέλλον. Οι κυβερνητικές πολιτικές προμηθειών εξακολουθούν να ευνοούν τις τοπικές εταιρίες και μπορεί να εδραιωθούν ως Made in China to 1025, καθώς και με πολιτικές που θεσμοθετούν προτεραιότητα στα τοπικά προϊόντα. Αμερικανικές επιχειρήσεις σε στρατηγικής σημασίας εμπορικούς τομείς αισθάνονται πιέσεις στη μεταφορά τεχνολογίας. Αυτές οι πολιτικές και πρακτικές αυξάνουν την απαίτηση για αμοιβαιότητα στις εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας, αν και τα μέλη μας αντιτίθενται στη γενική χρησιμοποίηση εμπορικών δασμών ως αντιποίνων.

Πιο επιζήμιο, η ίδια αναφορά έδειξε πόσες ξένες εταιρίες, περιλαμβανομένων και των αμερικανικών, αισθάνονται εκφοβισμένες όταν εμπορεύονται με τν Κίνα. Γράφει:

«Πρόσφατες εμπορικές προστριβές ΗΠΑ-Κίνας έριξαν άπλετο φως σε πολλές ανισορροπίες στις εμπορικές σχέσεις, που περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται μόνο στην έλλειψη αμοιβαιότητας στις διασυνοριακές επενδύσεις. Η χρησιμοποίηση πολιτικών  κινεζικών εταιριών του δημοσίου και η πίεση μεταφοράς τεχνολογίας ως τίμημα για την είσοδο στην κινεζική αγορά. Λίγες εταιρίες παραδέχονται δημοσίως ότι υφίστανται τέτοιες πιέσεις, αλλά στη δική μας έρευνα, 21% των εταιριών ανέφεραν ότι αισθάνθηκαν τέτοια πίεση, πιο έντονες σε βιομηχανίες που η Κίνα αισθάνεται ότι είναι στρατηγικής σπουδαιότητας: Αεροναυτικών (44%), Χημικών (41%) αντιμετώπισαν αξιοσημείωτη πίεση, επιβεβαιώνοντας τη σημερινές αμερικανικές ανησυχίες για την τακτική «πληρώστε για να πληρώσετε»  που ασκείται πιεστικά σε βιομηχανίες που βασίζονται στην τεχνολογία».

@@@@@

Η χορεία των αμερικανικών φωνών που υποστήριξαν τις αιτιάσεις του Τραμπ εναντίον της Κίνας παρέχουν ισχυρή επιβεβαίωση ότι η Κίνα υπέπεσε σε ένα σοβαρό στρατηγικό λάθος. Λοιπόν, τι πήγε στραβά? Ήταν αποτέλεσμα μιας απόφασης που έλαβαν υψηλόβαθμα στελέχη της κινεζικής κυβέρνησης που αγνόησαν την αμερικανική εμπορική κοινότητα? Ή ήταν αποτέλεσμα μυριάδων μικρών λαθών τοπικών κυβερνήσεων? Υπήρξαν τουλάχιστον τρεις κύριοι παράγοντες που συνέβαλαν σε αυτήν την αποξένωση: η σχετική πολιτική αυτονομία των  περιφερειακών και αστικών διοικήσεων, η ύβρις που αισθάνθηκε η Κίνα μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-2009, η σχετική πολιτική αυτονομία των περιφερειακών και αστικών διοικήσεων και η σχετικά ασθενής κεντρική διοίκηση της δεκαετίας 2000. Η δεκαετία 2000 ήταν μια περίοδος εξαιρετικά ταχείας οικονομικής ανάπτυξης. Η κινεζική οικονομία αυξάνονταν με έναν μέσο ετήσιο ρυθμό  10,29% και πολλές ξένες επιχειρήσεις εισέπραξαν πολλά χρήματα. Έτσι, παρόλο που αισθάνονταν πληγωμένοι από τις άδικες πρακτικές, ήταν προετοιμασμένες να αποδεχθούν αυτόν τον πόνο σε αντάλλαγμα τα υψηλά κέρδη.

Ένα από τα μεγάλα λάθη που έκανε η κεντρική ηγεσία του Κόμματος κατά τη δεκαετία 2000, ήταν να μην ελέγχει προσεκτικά πως οι επαρχιακές και αστικές διοικήσεις συμπεριφέρονταν  σε ξένους επενδυτές. Αλλά, και αν ακόμη εύχονταν να το κάνει, υπάρχουν όρια στον έλεγχο που μπορεί να επιβάλει η κεντρική διοίκηση στις καθημερινές συναλλαγές. «Τα βουνά είναι ψηλά και ο Αυτοκράτορας είναι πολύ μακριά». Για χιλιάδες χρόνια, οι επαρχίες της Κίνας, ακόμα και με ισχυρούς αυτοκράτορες, απολάμβαναν πάντα μια ισχυρή αυτονομία. Συχνά, όποτε ένα σοβαρό πρόβλημα σε κάποια επαρχία αναφέρονταν στο Πεκίνο, λίγα μπορούσε να γίνουν. Διευθύνων σύμβουλος μεγάλης ευρωπαϊκής  εταιρίας μου είπε ότι η εταιρία του υπέγραψε μια δεσμευτική συμφωνία με κινεζική εταιρία που του επέτρεπε να εξαγοράσει  την κινεζική εταιρία πέντε χρόνια αργότερα σε συμφωνηθείσα τιμή. Αλλά όταν έφθασε η ημερομηνία και η ευρωπαϊκή εταιρία προσπάθησε να εξαγοράσει την κινεζική εταιρία όπως συμφωνήθηκε, η κινεζική εταιρεία αρνήθηκε να πωλήσει. Προσφυγές σε τοπικά δικαστήρια και τις επαρχιακές αρχές απέτυχαν. Καθώς ο διευθύνων σύμβουλος είχε καλές σχέσεις με το Πεκίνο, προσπάθησε να ζητήσει βοήθεια από το κέντρο. Όλες οι προσφυγές απέτυχαν. Σε αντάλλαγμα του συνέστησαν να έρθει σε διακανονισμό με την κινεζική εταιρεία προσφέροντας υψηλότερο τίμημα, παρά την υποτιθέμενη δεσμευτική συμφωνία.

Τα ευρωπαϊκά εμπορικά επιμελητήρια  στην Κίνα αντιλαλούσαν (echoed)  τα παράπονα των αμερικανών στην Κίνα. Ο George Magnus, ερευνητής στο Κινεζικό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, περιγράφει στο βιβλίο του Red Flugs (2018)  πως η Κίνα έκανε ολέθριο στρατηγικό σφάλμα αγνοώντας τις έντονες πεποιθήσεις επιφανών αμερικανών ότι η Κίνα είναι παντελώς αναξιόπιστη σε πολλές από τις οικονομικές πολιτικές της:  απαιτώντας  μεταφορά τεχνολογίας, υποκλέπτοντας πνευματικά δικαιώματα, επιβάλλοντας πέραν από τους δασμούς επιπρόσθετα εμπόδια. «Οι ΗΠΑ έχουν ισχυρή θέση» εναντίον της Κίνας στο ζήτημα αυτό» καθώς επισημαίνει ο Magnus. Περιγράφει πως τα κινεζικά τεχνολογικά πρότυπα σχέδια (blueprint) στόχευαν να καταστήσουν την Κίνα σε τεχνολογική Εστία Ενέργειας το 2020 και παγκόσμιο ηγέτη μέχρι το 2050», προάγοντας την «εγχώρια καινοτομία» και « ακόμη με την πάροδο του χρόνου και κυρίως με ξένες εταιρίες, η εγχώρια καινοτομία άρχισε να σχετίζεται με ποικίλες μορφές προστατευτισμού και εύνοιας των τοπικών εταιριών, με άδικο εμπόριο και εμπορικές πρακτικές και με την επιτάχυνση της κινεζικής τεχνολογικής προόδου στις πλάτες εισαγόμενης από το εξωτερικό ή μέσω των ξένων εταιριών που δρουν στην Κίνα. Σύμφωνα με ανακοίνωση του αμερικανικού εμπορικού επιμελητηρίου, η εγχώριος καινοτομία έφθασε να θεωρείται από πολλές διεθνείς τεχνολογικές εταιρίες ως ένα blueprint για τεχνολογική κλοπή σε μια κλίμακα που ποτέ άλλοτε δεν γνώρισε η ανθρωπότητα. Η Eliza Economy του Συμβουλίου  Εξωτερικών υποθέσεων παρατήρησε επίσης ότι πολλές αμερικανικές και ξένες εταιρίες παραπονούνται για κλοπές πνευματικών δικαιωμάτων από κινεζικές εταιρίες. Καταγράφει επίσης ότι ένα από τα κύρια θέματα των ετησίων συνεδριάσεων ξένων εμπορικών επιμελητηρίων, είναι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στις εμπορικές συναλλαγές τους με την Κίνα.

Ο δεύτερος παράγων που μπορεί να συνέβαλε στην αποξένωση της αμερικανικής οικονομικής κοινότητας ήταν η αλλαζονία που έδειξαν  κινέζοι αξιωματούχοι μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση  του 2008-2009. Πολλοί ξένοι παρατηρητές το επισήμαναν. Στο βιβλίο του «Το Κόμμα» ο Richard McGregor περιγράφει τι συνέβη στο Boao Forum, το κινεζικό εφάμιλλο με το ετήσιο  Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός. Στα συνέδρια αυτά οι κινέζοι ηγέτες θα έλεγαν στο παρελθόν ευγενικά «αυτό είναι που κάνετε εσείς, και αυτό είναι που κάνουμε εμείς». Στο Φόρουμ του 2008 ο τόνος άλλαξε Αυτήν τη φορά το μήνυμα ήταν: «έχετε το δικά σας τρόπο. Εμείς έχουμε τον δικό μας τρόπο. Και ο δικός μας τρόπος είναι ο σωστός. Ο McGregor συνεχίζει περιγράφοντας τον τόνο του συνεδρίου:

Ο ένας μετά τον άλλο στο Boao Forum του 2009, οι ανώτατοι κινέζοι ηγέτες άφησαν κατά μέρος τα καθησυχαστικά μηνύματα των προηγούμενων συνεδρίων  για να οδηγήσουν την ανατροπή της τύχης στην πατρίδα τους. Ο πρώτος, ένας οικονομικός συντονιστής, κάγχαζε ένα πρόσφατο συνέδριο παγκόσμιων ηγετών ως λόγια του αέρα. Άλλος λυπόταν για το ρόλο των διεθνών εταιριών στην αξιολόγηση της οικονομικής κρίσης. Ένα πρώην μέλος του Πολιτικού Γραφείου με απαίσιο τρόπο συνιστούσε στις ΗΠΑ να βεβαιωθούν ότι «προστατεύουν τα συμφέροντα των ασιατικών κρατών» εάν επιθυμούν η Κίνα να αγοράσει το χρέος της.

Ο Gideon Rachman των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς  περιγράφει καλά το κλίμα στο Πεκίνο μετά την οικονομική κρίση στο βιβλίο του Easternization:

Στα χρόνια μετά την καταστροφή, Δυτικοί διπλωμάτες, κυρίως Ευρωπαίοι, άρχισαν να αντιλαμβάνονται νέον τόνο στις συναλλαγές τους με τους κινέζους. Το 2011 βρετανός διπλωμάτης που επέστρεψε πρόσφατα από ταξίδι του στην Κίνα μου είπε γελώντας ότι η Κίνα είναι η πρώτη χώρα που μου είπε: «Αυτό που πρέπει να θυμάσαι είναι  ότι έρχεσαι από μια αδύνατη  και παρακμάζουσα χώρα». Ένας πολύ υψηλόβαθμος βρετανός διπλωμάτης μου εμπιστεύτηκε ότι «οι συναλλαγές με την Κίνα γίνονται όλο και περισσότερο δυσάρεστες και δύσκολές». Όταν του είπα ότι μερικοί από τους συναδέλφους του στην Ουάσιγκτον εκθειάζουν τους υψηλόβαθμούς κινέζους αξιωματούχους, ο βρετανός αξιωματούχος απάντησε. «Υπάρχει ένας ιδιαίτερος τόνος φωνής τον οποίο τώρα επιφυλάσσουν μόνο για τους αμερικανούς».  Παρά την επιμονή των κινέζων ότι ακόμη είναι μια  αναπτυσσόμενη χώρα, η κυβέρνηση του Πεκίνου με αυξανόμενη επιμονή συμπεριφέρεται ως μια υπερδύναμη εν τω γεννάσθε- και η μόνη χώρα που ακόμα θεωρούν ισοδύναμη είναι η ΗΠΑ.

Η αλλαζονία που περιβάλλει το Πεκίνο μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση μπορεί να εξηγήσει επίσης τις άστοχες κινήσεις της Κίνας στη Νότια Κινεζική Θάλασσα τα επόμενα χρόνια. Η Κίνα σωστά ισχυρίζεται ότι δεν άρχισε πρώτη την ανάκτηση γης γύρω από τους βράχους και τα κοραλλιογενή νησιά στη Νότια Κινεζική Θάλασσα. Οι άλλοι τέσσερις διεκδικητές άρχισαν το παιχνίδι. Η Κίνα έδειξε μεγάλη αυτοσυγκράτηση για πολύ χρόνο. Δυστυχώς, ξαφνικά άρχισε να αυξάνει τις διεκδικήσεις της μετά την οικονομική κρίση. Ως αποτέλεσμα, οι εναντίον της Κίνας φωνές στην Αμερική βρήκαν την Νότια Κινεζική Θάλασσα χρήσιμο πεδίο προπαγάνδας εναντίον της Κίνας.

Είναι επίσης σαφές ότι  οι επιδείξεις αλαζονείας στο Πεκίνο ήταν κατά παράβαση του πνεύματος της συμβουλής που έδωσε ο  Deng Xiaoping στους διαδόχους του: “Παρατήρησε την κατάσταση ήρεμα. Κρατήσου σταθερός στις θέσεις μας. Απάντησε προσεκτικά. Κρύψε τις δυνατότητές μας και περίμενε μια ευνοϊκή στιγμή. Ποτέ μην αξιώνεις την ηγεσία. Ανάλαβε κάποια δράση». Ξεκάθαρα, ο Ντενγκ συνιστούσε μετριοπάθεια και ταπεινότητα καθώς η Κίνα σημείωνε άνοδο. Δυστυχώς, καθώς οι κινέζοι σχεδιαστές πολιτικής είδαν την Αμερική ως πεσμένο γίγαντα, έδειξαν αλαζονεία στις σχέσεις τους με την Αμερική αμέσως μετά από την παγκόσμια οικονομική κρίση.

Είναι δυνατό αυτό το πρόβλημα να είχε λυθεί αν υπήρχαν ισχυροί ηγέτες, όπως ο Deng Xiaoping και ο Zhu Rongji, οι οποίοι θα μπορούσαν να χαλιναγωγήσουν κάπως την αλαζονεία. Η κινεζική ηγεσία είναι σαφώς ένας από τους πλέον κρυψίνοες θεσμούς στον κόσμο, παρόμοιος με το σοβιετικό Κρεμλίνο. Αλλά,  είναι επίσης φανερό ότι η περίοδος διακυβέρνησης  του Hu Jintao (2003-2013) ήταν ένα μεσοδιάστημα μεταξύ της ισχυρής και πειθαρχημένης ηγεσίας του  Jiang Zemin (1993-2003)  Zhu Rongji (1998-2003) και αυτής του Xi Jinping (2013- μέχρι σήμερα). Η περίοδος της σχετικής αδυναμίας οδήγησε σε κομματισμό (με ηγέτες τους  Bo Xilai  Zhou Yongkang) και μεγάλο κύμα διαφθοράς. Οδήγησε επίσης σε έλλειψη πειθαρχίας στη διαχείριση των εξωτερικών υποθέσεων στην Κίνα.

Τι θα μπορούσε να κάνει η Κίνα διαφορετικά, αν είχε ισχυρή ηγεσία στη δεκαετία 2000: Για αρχή, καθώς η Κίνα είχε ευεργετηθεί πολύ από τις πολλές παραχωρήσεις που απολάμβανε από την είσοδό της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠOΕ) ως αναπτυσσόμενη χώρα το 2001, θα έπρεπε σταθερά και σιγά σιγά να είχε απογαλακτιστεί από αυτές τις παραχωρήσεις, ανακοινώνοντάς τες η ίδια, ενώ θεωρητικά, θα μπορούσε να απολαμβάνει τα προνόμια ως αναπτυσσόμενη χώρα από τον (ΠOΕ), στην πράξη δεν θα μπορούσε να το πράξει.   

Η πλέον εκρηκτική περίοδος ανάπτυξης της Κίνας σημειώθηκε το 2001 μετά την είσοδό της στον ΠOΕ. Το καθαρό εγχώριο προϊόν της εκτοξεύτηκε από 1,1 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2000 σε 11,1 τρισεκατομμύρια το 2015. Πολύ έξυπνα (και δίκαια) η Κίνα διαπραγματεύτηκε την είσοδό της στον ΠΟΕ ως αναπτυσσόμενη χώρα όταν το κατά κεφαλήν εισόδημα ήταν 2.900 δολάρια σε αγοραστική δύναμη το 2000 (όμοιο με του Πακιστάν, της Υεμένης, του Αζερμπαϊστάν).Την ίδια περίοδο, η οικονομία της Κίνας ανέβηκε από την έκτη στην δεύτερη θέση στον κόσμο.

Προφανώς υπάρχει μια εντελώς  φανερή αδικία για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο (με τα παγκοσμίως μεγαλύτερα συναλλαγματικά αποθέματα) να ισχυρίζεται ότι είναι τόση αδύνατο όσο το Τσάντ ή το Μπαγκλαντές, ώστε να χρειάζεται ειδική πρόνοια προστασίας από τον ΠΟΕ. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ η Κίνα αγωνίστηκε σκληρά για να απολαμβάνει τον τίτλο της πλέον ευνοούμενης χώρας, στην πράξη δεν χρησιμοποίησε αυτό το πλεονέκτημα. Δυο  οικονομολόγοι που μελέτησαν τους όρους και τις συνθήκες  της εισόδου της Κίνας στον ΠΟΕ παρατήρησαν τα εξής: Αντίθετα με την επικρατούσα εντύπωση, η Κίνα δεν έλαβε κανένα από τα ευεργετήματα από το χαρακτηρισμό της ως του πλέον ευνοούμενου κράτους, αφού έγινε μέλος του ΠΟΕ, εκτός από τον τίτλο του πλέον ευνοουμένου κράτους». Παρά ταύτα, πολλοί ξένοι παρατηρητές πιστεύουν ότι η Κίνα επωφελήθηκε λαμβάνοντας τον τίτλο του πλέον ευνοουμένου κράτους. Ένας από τους καλύτερους φίλους της Κίνας στην Αμερική είναι  ο Hank Paulson, πρώην υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ. Είναι προσωπικά αφοσιωμένος στους καλούς δεσμούς με την Κίνα. Επίσης ίδρυσε το Ινστιτούτο Paulson, μια δεξαμενή εγκεφάλων αφοσιωμένων στην υποστήριξη των σχέσεων ΗΠΑ- Κίνας, η οποία είναι χρήσιμη για τη διατήρηση της παγκόσμιας τάξης σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο».

Σε μια αγωνιώδη ομιλία που έδωσε σε ένα συνέδριο στη Σιγκαπούρη το Νοέμβριο του 2018, εξήγησε καλά τη διεθνή απογοήτευση με την Κίνα, που κρύβεται πίσω από τους κανόνες του ΠΟΕ, οι οποίοι θεσπίστηκαν για φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες: «17 χρόνια μετά την είσοδο της Κίνας στον ΠΟΕ, η Κίνα δεν άρχισε να ανοίγει την οικονομία της στο διεθνή ανταγωνισμό σε πολλά   πεδία. Διατηρεί απαιτήσεις κοινών επιχειρήσεων και όρια ιδιοκτησίας. Και χρησιμοποιεί τεχνικούς κανόνες, επιδοτήσεις, απαιτήσεις αδειοδότησης και ρύθμιση μη δασμολογικών εμποδίων στο εμπόριο και τις επενδύσεις. Σχεδόν είκοσι χρόνια από την είσοδό της στον ΠΟΕ, αυτό είναι απλά απαράδεκτο. Αυτό απογοήτευσε και αποθάρρυνε την αμερικανική οικονομική κοινότητα. Να γιατί η κυβέρνηση Τραμπ  ισχυρίζεται ότι το σύστημα ΠΟΕ  πρέπει να εκσυγχρονιστεί και να αλλάξει. Και εγώ συμφωνώ».

Μετά συνέχισε να εξηγεί γιατί η αμερικανική εμπορική κοινότητα έχει στραφεί εναντίον της Κίνας.

«Πώς μπορεί να γίνει όταν αυτοί που γνωρίζουν καλά την Κίνα, εργάζονται εκεί, εμπορεύονται εκεί, κερδίζουν χρήματα εκεί, έχουν εισηγηθεί για παραγωγικές σχέσεις στο παρελθόν και σήμερα να  απαιτούν περισσότερη αντιπαράθεση; Η απάντηση βρίσκεται στη στασιμότητα της πολιτικής ανταγωνισμού, και τον βραδύ ρυθμό του ανοίγματος, σχεδόν σε μια εικοσαετία. Αυτά έχουν απογοητεύσει και έχουν διχάσει την αμερικανική εμπορική κοινότητα. Και έχουν ενισχύσει την αρνητική στροφή στάσεως στις  τάξεις των πολιτικών και των ειδικών. Εν συντομία, αν και πολλοί αμερικανοί επιχειρηματίες συνεχίζουν να ευημερούν στην Κίνα, αυξανόμενος αριθμός εταιριών έχει χάσει την ελπίδα ότι το πεδίο δράσεως θα ισορροπήσει. Μερικοί έχουν αποδεχθεί το Φαουστιανό παζάρι της μεγέθυνσης του σημερινού εισοδήματος ανά μετοχή καθώς λειτουργούν με περιορισμούς, που θέτουν σε κίνδυνο την ανταγωνιστικότητας τους στο μέλλον. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ευτυχείς γι αυτές τις συνθήκες».

Ακόμα πιο καταδικαστικά, ο Πώλσον είπε ότι οι κινεζικές εταιρίες απολαμβάνουν καλύτερο πεδίο δράσεως έξω από την Κίνα από αυτήν που απολαμβάνουν οι ξένες εταιρίες μέσα στην Κίνα.

Εντωμεταξύ, οι κινεζικές εταιρίες λειτουργούν στις ξένες   χώρες σε συνθήκες που ξένες εταιρίες δεν μπορούν να απολαμβάνουν μέσα στην Κίνα. Αυτό  ερεθίζει  αυτές τις υποκείμενες εντάσεις. Έτσι πιστεύω ότι  αυτές οι ενέργειες της Κίνας και η αποτυχία να ανοίξει έχουν συμβάλει στη δημιουργία αυτών των αντικρουόμενων απόψεων στις ΗΠΑ….Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι οι ξένες τεχνολογίες μεταφέρονται στην Κίνα και αφομοιώνονται. Είναι το γεγονός ότι οι ξένες τεχνολογίες μεταλλάσσονται με τρόπο που πολλοί διευθύνοντες σύμβουλοί διεθνών οργανισμών με τους οποίους μίλησα, πιστεύουν ότι είναι οφθαλμοφανώς άδικες για τους καινοτόμους και γι αυτούς που κάνουν όνειρα για την εταιρία τους.

Αν πράγματι το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος της Κίνας  στη διαχείριση των σχέσεων της με την Αμερική είναι η αχρείαστη και ανόητη αποξένωσή της από την αμερικανική εμπορική κοινότητα (και, σε ένα βαθμό, με την παγκόσμια εμπορική κοινότητα) υπάρχει μια θετική άποψη σ αυτήν. Είναι ένα στρατηγικό λάθος που μπορεί να διορθωθεί. Πρέπει η Κίνα να μπορέσει να επανακτήσει την καλή θέληση και την εμπιστοσύνη της παγκόσμιας εμπορικής κοινότητας.

Πάντως, πριν η Κίνα εκτοξεύσει μια νέα πρωτοβουλία για να φέρει κοντά της την παγκόσμια εμπορική κοινότητα, θα πρέπει να αναλύσει γιατί και πώς έκανε ένα τόσο θεμελιώδες λάθος. Η κινεζική κυβέρνηση στην εσωτερική της ανάλυση από τα λάθη που έχουν γίνει πρέπει να είναι απόλυτα ειλικρινής και να μην αποφύγει να αγγίξει ευαίσθητα ζητήματα.

Ιδού ένα λάθος: Πολλοί κινέζοι αξιωματούχοι γνωρίζουν την μαρξιστική φιλολογία και τα παράγωγά της. Τέτοιες φιλολογίες περιέχουν πολλά χλευαστικά σχόλια για τους εμπόρους. Για παράδειγμα, ο Λένιν κάποτε παρατήρησε ότι οι έμποροι ευχαρίστως θα πουλούσαν για κέρδος το σκοινί που αργότερα θα μπορούσε να χρειαστεί να τους κρεμάσουν. Για παράδειγμα, επιτρέψτε μου να πω αυτό που είδα  να συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο. Όταν υπηρετούσα στην ΠνομΠεν (1973 έως 1974), η κυβέρνηση της χώρας ήταν φίλο-αμερικανική  και υποστηριζόταν από τον αμερικανικό στρατό. Ο αμερικανικός στρατός, δαπανώντας πολλά χρήματα, έστελνε αεροπορικώς οβίδες πυροβολικού για να υπερασπιστεί την πρωτεύουσα ΠνομΠεν. Οι διεφθαρμένοι στρατηγοί στην φιλο-αμερικανική κυβέρνηση πουλούσαν αμέσως τις οβίδες σε έναν μεσάζοντα που τις έστελνε στου Ερυθρούς Χμερ, αν και αυτές οι οβίδες μπορούσε μετά να εκτοξευτούν εναντίον της πόλης και να θέσουν σε κίνδυνο τις ζωές των οικογενειών αυτών των φιλο-αμερικανών στρατηγών. Εν συντομία, είναι αλήθεια ότι  μερικοί έμποροι είναι τυχοδιώκτες και διεφθαρμένοι.

Όμως, εάν η κινεζική κυβέρνηση είχε τέτοια μονοδιάστατη  λενινιστική άποψη για την εμπορική κοινότητα, θα ήταν μεγάλο λάθος. Οι έμποροι, εάν υποχρεωθούν να υπογράψουν μια συμφωνία υπό πίεση, ακόμα κι αν οι συμφωνία είναι συμφέρουσα γι αυτούς, θα αισθάνονται μέσα στην καρδιά τους βαθειά μνησικακία. Αυτό ισχύει και για περιπτώσεις που όλες οι διαδικασίες θα ήταν  εντελώς νόμιμες. O Yukon Huang, πρώην πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, οικονομολόγος που υπηρέτησε στην Κίνα για πολλά χρόνια, επισήμανε ότι σύμφωνα με τους κανόνες του ΠΟΕ, είναι τελείως νόμιμο για μια αναπτυσσόμενη χώρα, όπως η Κίνα, να ζητήσει μεταφορά τεχνολογίας ως όρο για επένδυση στην Κίνα. Είπε: με τη συμφωνία του ΠΟΕ για τα πνευματικά δικαιώματα, οι αναπτυγμένες χώρες έχουν τη υποχρέωση να παρέχουν κίνητρα  στις εταιρίες τους να μεταφέρουν τεχνολογία στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες.

Όμως, και αν ακόμη αυτό που ζητούσε η Κίνα ήταν λογικό και νόμιμο, και πάλι θα ήταν αληθές ότι οι ξένες εμπορικές κοινωνίες, θα αισθάνονταν αφόρητη πίεση. Εάν αρνούνταν να υπογράψουν συμφωνίες που προβλέπουν μεταφορά τεχνολογίας, θα μπορούσαν να αποκλειστούν από τη μεγάλη κινεζική αγορά. Για να διατηρήσουν πρόσβαση σ αυτήν την αγορά, οι έμποροι αισθάνονταν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να συμφωνήσουν στη μεταφορά τεχνολογίας. Μερικοί υψηλόβαθμοι κινέζοι αξιωματούχοι μπορεί πραγματικά να εκπλήσσονται ακούγοντας τις δυστυχισμένες ιστορίες των Δυτικών εμπορικών κοινοτήτων. Κάθε φορά που η Κίνα οργάνωνε υψηλού επιπέδου Φόρα και καλούσε διευθυντές από μεγάλες Δυτικές κοινότητες, ποτέ δεν παραλείπουν να έρθουν. Έχω προσωπικά συμμετάσχει σε μερικές από αυτές τις συναθροίσεις. Το Μάρτιο του 2019, μια σημαντικά μεγάλη και δυναμική ομάδα Δυτικών Διευθυντών, καθώς και οικονομολόγοι και δημοσιογράφοι συγκεντρώθηκαν στο Πεκίνο για το Φόρουμ για την Ανάπτυξη της Κίνας. Συμμετείχαν πολύ γνωστά ονόματα, όπως ο Ray Dalio, Πρόεδρος μιας από τις μεγαλύτερες εταιρίες αμοιβαίων κεφαλαίων, ο  Steve Scwarzman, διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος του Βlackstone Group, ο Joseph Stiglitz, κάτοχος βραβείου Νόμπελ, και ο Martin Wolf, αρθρογράφος της Φαϊνάνσιαλ Τάιμς.

Ο Summers είπε ότι «ουσιώδεις  παρεξηγήσεις υπάρχουν μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, ότι αυτές οι παρεξηγήσεις είναι ίσως συνέπεια των πολιτικών που επιδιώκονται και ότι αυτές οι παρεξηγήσεις έχουν ως επακόλουθο ουσιώδεις κινδύνους». Πρόσθεσε ότι «οι ΗΠΑ έχουν νόμιμες ανησυχίες για τις εμπορικές πρακτικές της Κίνας σε ευρείς τομείς- από τα πνευματικά δικαιώματα, στους κανόνες κοινών επιχειρήσεων και των συνεπειών τους στη μοιρασιά της τεχνολογικής πληροφορίας». Πάντως, παραδέχθηκε ότι «η αλήθεια είναι ότι δεν  υπάρχουν αξιόπιστοι υπολογισμοί ότι το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν των ΗΠΑ θα είναι πάνω από 1% υψηλότερο εάν η Κίνα αποδεχόταν κάθε αμερικανικό οικονομικό αίτημα».

Αν και μερικές από τις παρατηρήσεις του Summers στο Πεκίνο μπορεί να μην ήταν ευχάριστες για τους κινέζους διοργανωτές, έστελνε ένα ηχηρό μήνυμα στο Πεκίνο για να τονίσει ότι η συνεχιζόμενη προθυμία των VIP του παγκόσμιου εμπορίου να παρακολουθούν τα υψηλού επιπέδου Φόρα στην Κίνα, δεν πρέπει να εκληφθεί ως σημείο ότι όλα είναι καλά μεταξύ της Κίνας και των Δυτικών εμπορικών κοινωνιών. Οι ίδιοι οι διευθυντές που παρακολουθούσαν τις υψηλού επιπέδου συναθροίσεις στην Κίνα μπορεί επιστρέφοντας  στις εταιρίες τους να βρουν οργισμένους συναδέλφους του που παραμένουν δυστυχείς για τις εμπορικές τους συναλλαγές με την Κίνα. Γι αυτό θα ήταν σοφό για την Κίνα να λάβει μια υψηλού επιπέδου πολιτική απόφαση και να αρχίσει μια μεγάλη προσπάθεια να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη των δυτικών οικονομικών κοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης και της αμερικανικής εμπορικής κοινότητας.

Η Κίνα είναι μια τεράστια χώρα. Παρά τους ισχυρούς και αποτελεσματικούς  κανόνες του ΚΚΚ, δεν θα είναι εύκολο για την Κίνα να αλλάξει αμέσως τις συνήθειες και τις πρακτικές των πάνω από ένα εκατομμύριο διαχειριστών του ξένου εμπορίου στην Κίνα. Πολλά συστήματα και διεργασίες, συνήθειες και ήθη έχουν εδραιωθεί σε όλο το τεράστιο κυβερνητικό σύστημα για δεκαετίες. Είναι τελείως ανεδαφικό να πιστεύει κανείς ότι όλες αυτές οι καθιερωμένες διεργασίες και συνήθειες μπορούν να αλλάξουν εν μια νυκτί.

Η πραγματοποίηση μας στροφής 180 μοιρών  στο απέραντο κινεζικό σύστημα απαιτεί να αρχίσει παίρνοντας μια μεγάλη φιλοσοφική απόφαση και να ακολουθήσουν μερικά καινοτόμα βήματα. Η Κίνα πρέπει να θέσει στον εαυτό της μερικά σκληρά ερωτήματα: Τι οδήγησε μια μεγάλη χώρα όπως η Κίνα να υποστεί ταπείνωση επί έναν αιώνα στα χέρια μικρών δυτικών δυνάμεων; Γιατί η κινεζική οικονομία, η οποία ήταν εφάμιλλη με τις οικονομίες του υπόλοιπου κόσμου από το έτος 1 μέχρι το 1820, υποχώρησε τόσο πίσω από τον υπόλοιπο κόσμο; Γιατί τα λαμπρά μυαλά στην κινεζική αυτοκρατορική αυλή δεν μπόρεσαν να δουν ότι ο κόσμος είχε αλλάξει δραματικά;

Η κοινή αιτία της μαζικής τύφλωσης των κινέζων αξιωματούχων κατά τον δέκατο ένατο αιώνα ήταν μια μεγάλη κινεζική φιλοσοφική υπόθεση, ότι η Κίνα ήταν ένα μεγάλο αυτάρκες Μέσο Βασίλειο και δεν ήταν ανάγκη να δεσμεύεται με τον κόσμο. Καθώς ο κινέζος αυτοκράτορας Qianlong είπε την περίφημα φράση στο λόρδο Μακάρτνευ, Η Κίνα είχε όλα όσα χρειαζόταν. Δεν είχε ανάγκη τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο επώδυνος αιώνας της ταπείνωσης τελικά οδήγησε στο άνοιγμα της Κίνας. Ο Deng πήρα την απόφαση βασιζόμενος στην πραγματικότητα. Και το άνοιγμα λειτούργησε: Η οικονομία της Κίνας αυξήθηκε. Όμως, βλέπουν οι κινέζοι το άνοιγμα αυτό ως προσωρινό μέτρο μέχρις ότου η Κίνα καταστεί πάλι μια μεγάλη δύναμη; Έχουν την επιθυμία να επιστρέψουν τελικά στη νοοτροπία του Μέσου Βασιλείου της συναλλαγής με τον κόσμο, ενώ παραμένουν πολιτισμικά αποκομμένοι από αυτόν;

Όταν η Κίνα έχτισε τείχη  και διέκοψε τις επικοινωνίες  με τον υπόλοιπο κόσμο, οπισθοδρόμησε. Όταν η Κίνα ανοίχθηκε στον κόσμο, ευημερούσε. Για να εγγυηθεί την μακροχρόνια επιτυχία, η Κίνα πρέπει να εγκαταλείψει εντελώς το δύο χιλιάδων ετών Μέσο Βασίλειο και να αποφασίσει να γίνει η πιο ανοιχτή  κοινωνία σε όρους οικονομικών δεσμών με τον υπόλοιπο κόσμο. Μόνο η τόσο μεγάλη μεταβολή του ανέμου θα καταστήσει τους κινέζους αξιωματούχους ικανούς να απλώσουν το κόκκινο χαλί για τους ξένους επιχειρηματίες, συμπεριλαμβανομένων και των αμερικανών. 

Αρκετοί προεξέχοντες Αμερικανοί πολιτικοί, συμπεριλαμβανομένου του πρώην υποψηφίου προέδρου Marco Rubio, άρχισαν νομολογία για να περιορίσουν τις κινεζικές επενδύσεις στην Αμερική και τη μεταφορά αμερικανικής τεχνολογίας στην Κίνα. Ο Rubio έκανε επίσης πολλά τοξικά σχόλια για την Κίνα:

Τα δύο τελευταία χρόνια η Κίνα παραπλανεί τον κόσμο να πιστεύει ότι εναγκαλίζεται τους διεθνείς κανόνες δικαίου και γίνεται αξιόπιστη ενδιαφερόμενη…. Η Κίνα τώρα προσπαθεί να παραπλανήσει πάλι τον κόσμο δελεάζοντας  τις ξένες κυβερνήσεις να συμμετάσχουν στην πρωτοβουλία της Beld and Road με υπερβολικές υποσχέσεις για κινεζικές επενδύσεις για τα σχέδια υποδομών τους.

Θα ήταν επίσης εντελώς φυσιολογικό για τους κινέζους πολιτικούς να αντιδράσουν εξ ίσου συναισθηματικά σε τόσο προκλητικά σχόλια. Αλλά, θα ήταν ανόητο και ενάντιο σε πολλές κινεζικές στρατηγικές εντολές, οι οποίες συμβουλεύουν ήπιες αντιδράσεις σε προκλήσεις. Παραδείγματος χάριν, ο Sun Tzu έδωσε την εξής εντολή: Πειθαρχημένος και ήρεμος, να περιμένεις την εμφάνιση ανωμαλίας και βαβούρας ανάμεσα στους εχθρούς – αυτή είναι η τέχνη της διατήρησης της αυτοσυγκράτησης». Η Κίνα επίσης μπορεί να προσέξει τη συμβουλή του Αισώπου:

Ο βοριάς και ο ήλιος συναγωνίζονταν ποιος θα καταφέρει να βγάλει το πανωφόρι ενός οδηπόρου. Ο βοριάς φυσούσε με όλη του τη δύναμη ελπίζοντας ότι έτσι θα του αρπάξει το πανωφόρι. Ο άνθρωπος όμως, για να μπορέσει να αντέξει σε τόσο κρύο άνεμο, έβαλε το κεφάλι του στην κοιλότητα ενός βράχου και τράβηξε το πανωφόρι του γύρω από το κεφάλι και το στήθος του, αφήνοντας έτσι ξεσκέπαστη τη μέση του και έτσι, παρόλο που ήταν πολύ δυνατός ο άνεμος, δεν μπόρεσε να του πάρει το πανωφόρι, αφού ο άνθρωπος αντιστεκόταν τόσο. Ύστερα δοκίμασε ο ήλιος. Πρώτα ζέστανε τον άνθρωπο να μην κρυώσει, έπειτα ζέστανε πολύ, τόσο που ο άνθρωπος ίδρωνε, γι αυτό και έβγαλε το πανωφόρι του.

«Η καλοσύνη είναι πιο αποτελεσματική από την αυστηρότητα».

Σαφώς, υ κινεζική κυβέρνηση πρέπει να δώσει στους κινέζους πολίτες λεπτομερείς εξηγήσεις γιατί η Κίνα πρέπει να ανοίξει περισσότερο τα σύνορά της στο ξένο εμπόριο, συμπεριλαμβανομένων των αμερικανών εμπόρων, όταν οι κινεζικές επιχειρήσεις αισθάνονται μεγαλύτερες δυσκολίες στις ξένες αγορές, ειδικώς στις αμερικανικές. Το σημείο κλειδί που οι κινέζοι πολίτες πρέπει να κατανοήσουν είναι ότι θα εξυπηρετήσει καλύτερα τα μακροχρόνια στρατηγικά ενδιαφέροντα της Κίνας να συνεχίσει να ανοίγει την οικονομία της, ακόμα και όταν η κυβέρνηση Τράμπ δημιουργεί μεγαλύτερες δυσκολίες σε ξένες επιχειρήσεις  να επενδύσουν ή να εξαγάγουν στην Αμερική. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό σημαίνει ότι περισσότερες χώρες θα συναλλάσσονται και θα επενδύουν περισσότερο με την Κίνα παρά με την Aμερική. Και η τάση θα συνεχισθεί. Αν και η Κίνα εκτίθεται λιγότερο οικονομικά στον κόσμο, μια αναφορά του 2019 του McKinsey δείχνει  πώς η έκθεση της Κίνας στον κόσμο αυξάνει σημαντικά, αναδεικνύοντας  την αυξανόμενη σπουδαιότητα της Κίνας ως αγορά, προμηθευτή και χορηγό κεφαλαίων»

Καθώς περισσότερες χώρες θα εμπορεύονται περισσότερο, το καθαρό αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας είναι να δώσει στην Κίνα ένα μεγάλο στρατηγικό πλεονέκτημα. Πολλοί αξιωματούχοι της Κυβέρνησης Τράμπ, ανοιχτά ή μυστικά, πιστεύουν  ότι ο καλύτερος τρόπος να επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας, είναι να αποδεσμεύσουν προοδευτικά τις κινεζικές και αμερικανικές οικονομίες. Αλλά, κάθε αμερικανική προσπάθεια να αποδεσμευτεί από την Κίνα θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την απομάκρυνσή της από τον κόσμο. Ο Πρόεδρος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, L. Rafael Reifείπε: «Εάν όλο που κάνουμε για να απαντήσουμε στη φιλοδοξία της Κίνας, είναι να διπλομανταλώσουμε τις πόρτες μας, πιστεύω ότι θα κλειδώσουμε τον εαυτό μας στη μετριότητα». Η Κίνα πρέπει να καταλάβει καλά τι σημαίνει αυτό. Η Κίνα έκλεισε τον εαυτό της στη μετριότητα όταν απέκλεισε τον εαυτό της από τον κόσμο. Ως εκ τούτου, η Κίνα πρέπει να εγκαταλείψει εξ ολοκλήρου τα φιλοσοφικά μυαλά του Μέσου Βασιλείου και να ασχοληθεί ακόμη περισσότερο με τον κόσμο.

Μια αλλαγή στη φιλοσοφική σκέψη πρέπει να συνοδεύεται από πρακτικά βήματα για δημιουργία πιο ευνοϊκού περιβάλλοντος για ξένες επιχειρήσεις στην Κίνα. Η κινεζική κυβέρνηση να εκδώσει οδηγίες για να πραγματοποιηθεί αυτό. Πάντως, αν και η Κίνα είναι καλά κυβερνώμενη χώρα, θα είναι λάθος να βασίζεται στις οδηγίες υψηλού επιπέδου. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει στο πεδίο, ή για να αναφερθούμε σε καλά αναγνωρισμένη αμερικανική αναφορά «όπου αρχίζει η πραγματική δράση».  Το κλειδί είναι  η εφαρμογή.

 Για την αποτελεσματική εφαρμογή των οδηγιών, η Κίνα μπορεί ακόμη να διδαχθεί από άλλες χώρες πώς να προωθήσει μεγάλες επενδύσεις. Η Κίνα μπορεί να πάρει μια σελίδα από τη Σιγκαπούρη, η οποία έχει ην πιο επιτυχημένη υπηρεσία προώθησης εμπορίου στον κόσμο, το Συμβούλιο Οικονομικής Ανάπτυξης Σιγκαπούρης (EDB). H επιτυχία του EDB στην προσέλκυση αμερικανικών επενδύσεων είναι απλά καταπληκτική. Αν και το μέγεθος της Σιγκαπούρης είναι το μικρότερο από όλα τα κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας, με πληθυσμό μόνο πέντε εκατομμύρια ανάμεσα στα 650 εκατομμύρια στη Νοτιοανατολική Ασία, έχει δεχθεί περισσότερες αμερικανικές επενδύσεις από όλη μαζί την Νοτιοανατολική Ασία. Μέχρι το 2017 οι άμεσες επενδύσεις των ΗΠΑ ήταν $ 274,3 δισεκατομμύρια. Όπως έχει σημειώσει η Vivian Balakrishnan: «αυτό αντιπροσωπεύει περί το 80% όλων των άμεσων επενδύσεων των ΗΠΑ στη Νοτιοανατολική Ασία, οι οποίες ανέρχονται στο σύνολό τους στα 328 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής. Αμερικανικές εταιρίες έχουν επενδύσει στη Σιγκαπούρη περισσότερα από ό,τι  σε μεγαλύτερες οικονομίες, όπως η Αυστραλία (167 εκατομμύρια δολάρια), Ιαπωνία (129 εκατομμύρια)και Ν. Κορέα (41 εκατομμύρια).

Η Σιγκαπούρη έχει προσελκύσει αμερικανικές επενδύσεις λόγω οικονομικής ανάγκης. Η Κίνα δεν έχει οικονομική ανάγκη. Η οικονομία της μπορεί να αναπτυχθεί καλά, ακόμα και χωρίς αμερικανικές επενδύσεις. Η Κίνα πρέπει να προσελκύσει αμερικανικές και δυτικές επενδύσεις λόγω στρατηγικής ανάγκης. Ο στρατηγικός λόγος αυτής της ενέργειας είναι η δημιουργία μιας μεγάλης σταθεροποιητικής σχέσης, μαζί με την Αμερική και τον Δυτικό κόσμο. Αυτός είναι ο λόγος γιατί η Κίνα πρέπει, όπως η Σιγκαπούρη, να θέσει σε ενέργεια έναν οργανισμό, για να προσελκύσει και να διευκολύνει επενδύσεις στην Κίνα. Η Κίνα είναι μια εκτεταμένη χώρα. Το έργο της διαχείρισης ξένων επενδύσεων έχει αφεθεί σε καθεμιά επαρχία και πόλη. Αυτό δημιουργεί περιοχικές διαφορές στον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι επενδύσεις από το Εξωτερικό. Εάν οι αμερικανικές επενδύσεις είναι απαραίτητες λόγω  στρατηγικής ανάγκης, είναι λογικό για την Κίνα να δημιουργήσει έναν υπερεθνικό οργανισμό σε εθνικό επίπεδο για να διασφαλίσει  μια ισορροπία για όλες τις ξένες επενδύσεις. Ειδικοί στόχοι  πρέπει να τεθούν γι αυτόν τον υπεροργανισμό.

Θα ήταν σοφό γι αυτόν τον υπεροργανισμό να έχει επενδύσεις από όσο το δυνατό περισσότερες πολιτείες στις ΗΠΑ. Αυτό θα βοηθούσε να διευρυνθούν οι φιλο-κινεζικές εκλογικές περιφέρειες στην Αμερική. Ευτυχώς, ενώ η πρωτεύουσα Ουάσιγκτον έχει πλημμυρίσει από αντι-κινεζικά συναισθήματα,  πολλοί κυβερνήτες και νομοθετικά σώματα πολιτειών συνεχίζουν να αναζητούν και να προσελκύουν κινεζικές επενδύσεις  στις πολιτείες τους και επιθυμούν να ενδυναμώσουν τους δεσμούς τους με την Κίνα. Π.χ. ο κυβερνήτης του Κεντάκυ Mart Bevin είπε το Μάιο του 2017: « Υπάρχει ένα τεράστιο ποσόν κεφαλαίου στην Κίνα το οποίο αναζητεί μια ασφαλή και αξιόπιστη θέση όπου θα τοποθετηθεί. Οι ΗΠΑ αποδέχονται αυτήν την ευκαιρία. Υπάρχει τεράστια ανάγκη υποδομών σ αυτήν τη χώρα. Οι δυο μεγαλύτερες οικονομίες στον κόσμο και οι πλέον ισχυρές είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα. Η ιδέα ότι δεν θα μπορούσαν να συνεργαστούν φαίνεται αδιανόητη.

Ομοίως, η πολιτεία Ουάσινγκτον , έδρα της Boeing αντιλαμβάνεται καλά τη σημασία των στενών δεσμών με την Κίνα. Όπως μια αναφορά της Diplomat σημειώνει: «Με την Κίνα ως τη μεγαλύτερη αγορά εξαγωγών, η πολιτεία Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται την μακροχρόνια στρατηγική επίδραση των υγιών εμπορικών σχέσεων με την Κίνα στην οικονομία της. Οι εξαγωγές της Ουάσινγκτον στην Κίνα υποστήριξαν 83.800 θέσεις εργασίας το 2015 και η πολιτεία έχει λάβει 611 εκατομμύρια δολάρια ως κινεζικές επενδύσεις από το 2000.

Ένα πλεονέκτημα που έχουν οι κινέζοι, σε σχέση με τους αμερικανούς, είναι ότι μπορούν να βλέπουν την όλη μεγάλη στρατηγική εικόνα, καθώς υλοποιούν τις πολιτικές τους αποφάσεις. Αν οι αμερικανοί επιχειρηματίες ενθουσιασθούν ξανά με τον εμπόριο και τις επενδύσεις τους στην Κίνα, θα ενίσχυαν  την πολύτιμη πολιτική ισορροπία η οποία θα συγκρατούσε τη μεγάλη κατρακύλα στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας. Πάντως, η επανασύνδεση της Δυτικής οικονομικής κοινότητας  δεν θα εξυπηρετούσε μόνο τα βραχυχρόνια εθνικά ενδιαφέροντα, θα εξυπηρετούσε επίσης και τα μακροχρόνια εθνικά συμφέροντα της Αμερικής. Σαφώς, η δύναμη που ώθησε στην ταχεία οικονομική πρόοδο της Αμερικής τις τελευταίες λίγες δεκαετίες είναι η παγκοσμιοποίηση. Για τις περισσότερες τελευταίες δεκαετίες, η Αμερική ήταν η πρωταθλήτρια της παγκοσμιοποίησης. Αυτή υποστηρίχθηκε από το πνεύμα της εποχής στην Αμερική, το οποίο πίστευε ότι όσο  πιο ανοιχτή είναι η παγκόσμια οικονομία, τόσο το καλύτερο για την Αμερική. 

Τώρα η διάθεση στην Αμερική έχει ξινίσει. Κανένας αμερικανός πολιτικός δεν μπορεί να υποστηρίξει την παγκοσμιοποίηση. Θα ήταν πολιτική αυτοκτονία. Καθώς ο κόσμος χρειάζεται έναν νέο πρωταθλητή της παγκοσμιοποίησης, η Κίνα μπορεί να ορθώσει το ανάστημά της να γεμίσει το κενό, με πολλούς τρόπους, και το έχει ήδη αρχίσει. Η ομιλία του Χι στο Davos τον Ιανουάριο του 2017 ήταν μια σαρωτική πνευματική άμυνα των αρετών της παγκοσμιοποίησης. Οι λέξεις έχουν σημασία. Οι πράξεις  ομιλούν πιο εύγλωττα. Εάν η Κίνα αναδειχθεί ως η πλέον φιλική προς το εμπόριο μεγάλη δύναμη, θα δώσει μια τεράστια ώθηση προς την παγκοσμιοποίηση. Ενεργώντας έτσι, η Κίνα θα ενδυνάμωνε αυτήν την ίδια τη δύναμη που την ώθησε σε εντυπωσιακή οικονομική άνοδο.

Εάν η Κίνα αναδυθεί ως η πρωταθλήτρια της παγκοσμιοποίησης, αυτό θα απομακρύνει περισσότερο τον κορμό της αμερικανικής πολιτικής από την παγκοσμιοποίηση, ή θα χρησιμεύσει στην αφύπνιση και ενίσχυση της Αμερικής να γίνει ξανά πρωταθλήτρια της παγκοσμιοποίησης; Κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος σήμερα. Μπορούμε όμως να προβλέψουμε το αποτέλεσμα της  σε χώρες που συμμετέχουν στην παγκοσμιοποίηση και σε αυτές που θα απομακρυνθούν από αυτήν. Οι ηγέτες της Κίνας σήμερα γνωρίζουν ότι η προηγούμενη κινεζική νοοτροπία να χτίζουν τείχη εναντίον του κόσμου, οδήγησε τελικά την Κίνα στην καταστροφή. Έτσι, η Κίνα δεν θα το επαναλάβει. Αντίθετα, ο Τραμπ είναι αυτός που θέλει να χτίσει ένα τείχος γύρω από την Αμερική, θεωρητικώς και πρακτικώς. Εάν το επιτύχει, η Αμερική τελικά θα οπισθοδρομήσει, ενώ η Κίνα θα προχωρήσει μπροστά.

*Ο Βασίλης Τσακρακλίδης είναι Παθολογοανατόμος. Υπήρξε Στρατιωτικός Ιατρός.

 

 

 

 

 

 

 

 

Category: Διπλωματία, Κυριο Θεμα

Leave a Reply

 characters available

 


Το σχόλιο της ημέρας

    24/2/21 | (1 σχόλια)
    Αντώνης Μανιτάκης, Οµότιµος καθηγητής Νοµικής του ΑΠΘ, Πρόεδρος του επιστηµονικού συµβουλίου της Νοµικής Σχολής του Πανεπιστηµίου Λευκωσίας  To άρθρο πραγματεύεται την (αντι)συνταγματικότητα του πειθαναγκαστικού εμβολιασμού μιας ειδικής κατηγορίας προσώπων, που επιτελούν δημόσιο λειτούργημα και έρχονται σε προσωπική επαφή με ...

Ροή Ειδήσεων


Εορτολόγιο

Φωτογραφία της ημέρας