Το Ισραήλ, η Τουρκία… και οι άλλοι

30/1/21 | 0 | 0 | 575 εμφανίσεις

της Δρ Άννας Κωνσταντινίδου[1]

Το Κράτος του Ισραήλ αποτελεί, ίσως, τη μοναδική χώρα που μπορεί να «παίξει» ταυτόχρονα και το ρόλο του βασικού παίχτη και το ρόλο του πιονιού με την ίδια ακρίβεια και επιτυχία στη διεθνή διπλωματική σκηνή. Και αυτό μπορεί να συμβεί, γιατί είναι ένα κράτος που η πολιτειακή οργάνωσή του στηρίχθηκε ακραιφνώς στην πολιτισμική ταυτότητα και κληρονομιά του. Και τι εννοώ με αυτό; Ότι είναι, ίσως, ο μοναδικός λαός που η θρησκευτική ταυτότητά του συμπίπτει με την εθνοτική ή για να είμαι πιο ακριβής και σωστή, η θρησκεία αποτέλεσε το έρεισμα για τη συσπείρωσή του σε πολιτειακό μόρφωμα, αρχής γενομένης της Συμφωνίας Σάικς- Πικό το 1916 και Διακήρυξης Μπάλφουρ το 1917.

Για να κατανοηθεί πώς το Ισραήλ λειτουργεί με τις συμμαχίες του, είναι απαραίτητο να γίνει αντιληπτό ότι αυτό που το ενδιαφέρει είναι, να μην απωλέσει την πολιτισμική του ετερογένεια. Και με γνώμονα τη θέση αυτή είναι διατεθειμένο να διαμορφώσει τη σχέση του με οποιοδήποτε ισχυρό κράτος που θα είναι αρωγός του (ακόμα και αν το ίδιο έχει δευτερεύοντα ρόλο στη σχέση αυτή).

Αφορμή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου άρθρου είναι, ότι εδώ και λίγα 24ωρα, η Κεντρική Στρατιωτική Διοίκηση των ΗΠΑ δεν διαλαμβάνει  πλέον το Κράτος του Ισραήλ στον ευρωπαϊκό τομέα διαχείρισης, προσδίδοντάς του, ως φαίνεται, νέο ρόλο και μάλιστα καθοριστικό στην περιοχή του. Την «αλλαγή» αυτή θα πρέπει να τη δούμε σε κοινή συνάρτηση της τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν προχθές, Μπάιντεν- Πούτιν, αναδεικνύοντας εν πολλοίς ότι το Ισραήλ είναι τελικά το κράτος «χαμαιλέων» του γεωγραφικού περιβάλλοντός του. Και τι εννοώ με αυτό;

Έχοντας συνάψει τις Συμφωνίες του Αβραάμ με την πλειονότητα των αραβικών χωρών και παράλληλα διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στη Συμφωνία Αρμενία- Αζερμπαϊτζάν (αν και με σκιώδη τρόπο) για το Ναγκόρνο Καραμπάχ, το Ισραήλ απόδειξε ότι έχει το προσόν να «παίζει» το ρόλο που πρέπει ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία, χωρίς να πελαγοδρομεί σε μονοπάτια που δείχνουν αναξιόπιστο κράτος. Αυτήν την στιγμή, ο τρόπος κάτω από τον οποίο κινείται η Κίνα στην ανατολική περιφέρεια, προσπαθώντας να βάλει «πόδι» στη δυτική (αν και έχει μπει για τα καλά στα Βαλκάνια) θορυβεί ιδιαίτερα τις ΗΠΑ, αλλά και τη Ρωσία που θεωρείται ιστορικός σύμμαχός της. Αν και παρενθετικά, οφείλουμε να έχουμε στο μυαλό μας σχετικά με τις συμμαχίες των ισχυρών τη φράση του Ντε Γκωλ που με τη σειρά του παράφρασε το λόρδο Πάλμερστον, ότι «τα κράτη δεν έχουν φίλους, έχουν συμφέροντα».

Άραγε, δεν προκαλεί εντύπωση ότι η «αλλαγή του στρατιωτικού τομέα[2] που υπαγόταν» το Ισραήλ για την Κεντρική Στρατιωτική Διοίκηση των ΗΠΑ βγήκε στο προσκήνιο[3] λίγες ώρες μετά την τηλεφωνική επικοινωνία ανάμεσα σε Μπάιντεν και Πούτιν; Όπως επίσης, κάτω από ποιο πρίσμα άραγε, το Ισραήλ αποκτά ακόμα πιο αναβαθμισμένο ρόλο, ως διαφαίνεται,  στην περιοχή του (γιατί όχι κοινή συναινέσει απόφαση ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία), ενώ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μία Τουρκία που φαίνεται, ότι είναι διατεθειμένη να εξυπηρετήσει τόσο τα συμφέροντα των ΗΠΑ όσο και τη Ρωσίας, καθώς ως γνωστόν, η πολιτική της έχει διαμορφωθεί σε στοιχεία διπολισμού;

Α. Γιατί πολύ απλά η Ιστορία και η Διπλωματία διδάσκουν: το Ισραήλ είναι ανάδελφο κράτος στην περιοχή του, χωρίς επίσης να υπάρχουν έστω στοιχεία κοινής θρησκευτικής ταυτότητας με κάποια χώρα του γεωγραφικού περιβάλλοντός του, ώστε να αναπτύξει τη Θρησκευτική Διπλωματία, μία τεχνική που ιστορικά έχει αποδείξει ότι αποδίδει στη διαμόρφωση και τη σύσφιγξη των σχέσεων ανάμεσα στα κράτη. Επομένως, η επιβίωσή του, εκτός από τον τρόπο που έχει διαμορφώσει την εθνική του ασφάλεια με συνέπεια να αποτελεί ένα ισχυρό στρατιωτικό μόρφωμα, εξαρτάται συγχρόνως και από το πλαίσιο στη βάση του οποίου θα χειριστεί και θα διαχειριστεί το ρόλο του με τους ισχυρούς.

Αντίθετα, η Τουρκία είναι μία μουσουλμανική χώρα και παρά τα ζητήματα που φέρει με την πλειονότητα των αραβικών κρατών, δεν παύει να τη συνδέει με αυτά η θρησκεία, ένα δομικό στοιχείο της ταυτότητας όλων ανεξαίρετα των ανατολικών λαών και όχι μόνο των μουσουλμάνων. Συγχρόνως δε, η Ιστορία έχει καταδείξει, ότι οι σχέσεις ανάμεσα στα μουσουλμανικά κράτη είναι επιβεβλημένο να αντιμετωπίζονται και να ερμηνεύονται με ιδιαίτερο σκεπτικισμό από τις υπόλοιπες χώρες, καθώς ως παράδειγμα πρέπει να έχουμε τόσο τη δεκαετία του 1950 με τις Συμφωνίες, της Βαγδάτης και CENTO όσο και τη δεκαετία του 1990 με τον Οργανισμό Ισλαμικής Διασκέψεως (το λεγόμενο ΟΙΔ) που υφίσταται μία «συσπείρωση» των μουσουλμανικών κρατών.

Β. Το Ισραήλ, εκτός των παραπάνω, είναι ένα πολιτειακό μόρφωμα που επειδή δεν αντιμετωπίζει (στο ποσοστό των άλλων χωρών) οικονομικά προβλήματα, ως εκ τούτου δεν μπορεί να είναι επιρρεπές σε πολιτικές που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τα αμεικανο-ρωσικά συμφέροντα. Αν και οι σχέσεις ανάμεσα σε ισραηλινό κράτος και κινεζικό, σε γενικές γραμμές πρέπει να οριοθετηθούν στα πλαίσια της ουδετερότητας, είναι δόκιμο επίσης να μην λησμονείται το γεγονός, ότι και τα δύο κράτη δημιουργούν τις πολιτικές τους στη βάση και μόνο της διασφάλισης της ταυτότητάς τους. Κάτω από το πρίσμα αυτό, είναι δύσκολο τα συμφέροντα των δύο χωρών να εισχωρήσουν στα εκατέρωθεν περιβάλλοντα στο ποσοστό και με τις συνθήκες που μπορεί να γίνει αφενός σε χώρες με ασθενή εθνική και εθνολογική ταυτότητα αφετέρου σε πολιτειακά μορφώματα που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα.

Τη δεδομένη χρονική περίοδο, οι ΗΠΑ και η Ρωσία στην ανατολική περιφέρεια έχουν ανάγκη να συνεργαστούν με έναν αξιόπιστο εταίρο, προκειμένου η καθεμιά από την πλευρά της να περιθωριοποιήσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό την Κίνα από τις περιοχές ενδιαφέροντός τους. Το Ισραήλ είναι μία χώρα που μπορούν να βασιστούν σε αντίθεση με την Τουρκία, η οποία λόγω των πολυπαραγοντικών εσωτερικών προβλημάτων της πελαγοδρομεί σε πολιτικές και συμμαχίες.

Γ. Το Ισραηλινό κράτος δεν το ενδιαφέρει η εδαφική επέκταση, γιατί δεν έχει αλυτρωτικές βλέψεις (είτε εθνοτικές είτε θρησκευτικές) στα γύρω κράτη του. Αντίθετα, το ενδιαφέρει να επιβιώσει ανάμεσα σε τόσες ανάδελφες χώρες. Και στη βάση και μόνο αυτής της θέσης, με τον τρόπο που κινείται το τουρκικό κράτος την τελευταία δεκαετία θα ήταν αδύνατο να συνεργαστεί μαζί του, καθώς θα διακυβεύσει πολλά από τα ζωτικά συμφέροντά του και κυρίως τον κυρίαρχο ρόλο του στην περιοχή, μετά μάλιστα τις Συμφωνίες με τα αραβικά πολιτειακά μορφώματα. Η Τουρκία πλέον έχει καταστεί μία χώρα επιθετική στην περιφέρειά της, καθώς επιδιώκει εδαφική επέκταση.

Και τίθεται ένα ερώτημα: Αλήθεια, τις ΗΠΑ ή τη Ρωσία θα βοηθήσει μία γεωγραφική επέκταση του τουρκικού κράτους και μάλιστα σε γεωγραφικές ζώνες των ζωτικών συμφερόντων τους; Η Διπλωματική Ιστορία έχει καταδείξει, ότι ένα αχανές τουρκικό κράτος δεν συνέφερε τις ισχυρές χώρες. Καθώς δεν πρέπει να λησμονούμε τον διαμελισμό του οθωμανικού κράτους το 1918 από τις Μεγάλες Δυνάμεις, που ενώ αυτό είχε απωλέσει τις κτήσεις του στα Βαλκάνια και περιορίστηκε ουσιαστικά στην Ανατολία, ωστόσο δεν έπαυε να αποτελεί ένα πολύ μεγάλο σε έκταση κράτος. Και ενώ ο τελευταίος Σουλτάνος του, Μωάμεθ ΣΤ’, ήταν ιδιαίτερα συνεργάσιμος με τους ισχυρούς δυτικούς, παρόλα αυτά η εμφάνιση τής πολιτικής των Νεοτούρκων με το Συνέδριο στη Σεβάστεια το 1915, προδιάγραφε τις πολιτικές τους σε περίπτωση που το οθωμανικό κράτος συνέχιζε στην ανατολική πλευρά του να είναι τόσο αχανές. Και κάνοντας μία αναγωγή στο σήμερα και την πολιτική που εφαρμόζει η γειτονική χώρα, είναι δόκιμο να αναλογιστούμε την περίπτωση κατά την οποία σημαντικές γεωστρατηγικές περιοχές, όπως πχ. η Μοσούλη, συνέχιζαν να υπάγονται γεωγραφικά και πολιτειακά στο σημερινό κράτος. Ουσιαστικά, το διεθνές περιβάλλον αυτό που επιδιώκει με την Τουρκία είναι να την κρατά σε κατευνασμό. Όμως, σίγουρα μπορεί να πει κάποιος, ότι και τότε με τον Κεμάλ επιδίωκε η Διεθνής Διπλωματία τον κατευνασμό του και το κράτος που ζημιώθηκε από την πολιτική αυτή, ήταν το ελληνικό.

Ωστόσο, πάνω σε αυτό υπάρχει και η εξής απάντηση. Αν και τότε, η Τουρκία του Κεμάλ έπαιζε πότε με τη Δύση υπογράφοντας ενεργειακές συμφωνίες και πότε με τους Μπολσεβίκους, ωστόσο η διαφορά τού τότε με το τώρα είναι ότι επειδή κατ’ ουσίαν δεν υφίστανται ισχυρά δίπολα που να διαμορφώνουν τις παγκόσμιες πολιτικές τάσεις, οι ισχυρές χώρες επιδιώκουν τους συνασπισμούς με τα κράτη της ίδιας δυναμικής με αυτές και απλά χρησιμοποιούν τους «μικρούς» για την ευόδωση της πολιτικής τους. Και εκτός των άλλων, ο άμεσος προστατευτισμός της ανίσχυρης περιφέρειας από τις Μεγάλες Δυνάμεις (στις αρχές του 20ου αι.), όπως αποδείχτηκε, ήταν ένα παρακινδυνευμένο δόγμα για τη διατήρηση της πολιτικής τους, καθώς παραμόνευε ο κίνδυνος των επαναστάσεων. Ο Κεμάλ ήταν οιωνεί «επαναστάτης» και επιπλέον ήταν ηγέτης ενός μουσουλμανικού κράτους, όπως μουσουλμανικές ήσαν οι αποικίες και τα προτεκτοράτα των ισχυρών (ας μην λησμονούμε τις καλές σχέσεις τουρκικού κράτους με πρώην χαλιφάτα του, όπως πχ. η Αίγυπτος μέχρι τη Συνθήκη της Λωζάννης, που τελικά ο Νεότουρκος Πρόεδρος τα άφησε εκτεθειμένα στους Δυτικούς). Ο διπολισμός των επόμενων χρόνων ανάμεσα σε Δύση και Μπολσεβίκους αρχικά, για να μεταβληθεί σε δίπολο ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά η προσπάθεια των δυνατών χωρών να κρατήσουν την ανίσχυρη περιφέρεια διασπασμένη (με «παραφρασμένο» τρόπο της πολιτικής του άμεσου προστατευτισμού), ώστε να την  χρησιμοποιούν ως μοχλό επίτευξης των πολιτικών και στρατιωτικών στόχων τους. Ωστόσο όμως, μετά την Πτώση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού, αν και η φεντεραλιστική πολιτική που επιτυγχανόταν μέσω των Διεθνών Οργανισμών εξίσωσε (φαινομενικά) όλες τις κρατικές οντότητες που εντάχθηκαν ως μέλη τους, παρόλα αυτά επειδή η Δύση λόγω του καπιταλιστικού μοντέλου διακυβέρνησης ήταν το ίδιο ισχυρή με το παρελθόν, φανερώνοντας τη διάσταση που συνέχιζε να υφίσταται με την ανατολική περιφέρεια και κυρίως με τα κράτη που μέχρι τότε υπάγονταν στο πρώην ανατολικό μπλοκ.

Όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η Τουρκία, καθώς ήταν (και είναι) ένα κράτος πολυεθνοτικό αφενός, αλλά και ένα κράτος που διαμορφώθηκε γεωγραφικά με επεκτατικό τρόπο (καθώς δεν φέρει εθνοτική βάση) αφετέρου, είναι φυσικό να συντηρεί ένα μαξιμαλιστικό δόγμα, προκειμένου να επιβιώσει. Δυστυχώς, η χώρα μας δεν αντιλήφθηκε ή μάλλον δε μελέτησε, στο βαθμό που έπρεπε, τη συνθήκη κάτω από την οποία διαμορφώθηκε πολιτειακά η γειτονική χώρα, με συνέπεια, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, να επιδεικνύει κατευναστική διπλωματική συμπεριφορά. Είναι δόκιμο να κατανοηθεί αυτό, ότι η Τουρκία για να επιβιώνει ως κράτος, που σημαίνει, ότι για να συνέχει τον πολυπολιτισμικό πληθυσμό της θα πρέπει να συντηρεί την επεκτατική πολιτική της, για να δείχνει φαινομενικά στο εσωτερικό της, ότι είναι ισχυρή. Σε διαφορετική συνθήκη και λόγω των κοινωνικών αδιεξόδων που αντιμετωπίζει, τα οποία έχουν ως έρεισμα και την πολυεθνοτική βάση της, είναι πάντοτε υπαρκτός ο κίνδυνος των εσωτερικών επαναστάσεων και ως εκ τούτου, του διαμελισμού της. Επίσης οφείλουμε να σημειώσουμε, ότι η πολιτική αυτή που ακολουθεί η γειτονική χώρα εσωτερικά και εξωτερικά, την έχει υιοθετήσει από το Βυζάντιο. Και όπως είναι φυσικό, ο μοχλός επίτευξης του επεκτατισμού της ήταν η επένδυση σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς, μία πτυχή που το ελληνικό κράτος είτε άφησε στις καλένδες με τη δικαιολογία (ιδίως την τελευταία δεκαετία) της οικονομικής κρίσης είτε μετά τη δεκαετία του 1980 διαμορφώνοντας μία κρατικοδίαιτη αντίληψη, η ιδιωτική πρωτοβουλία που θα μπορούσε να επενδύσει και στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, παράγοντας εθνικό έργο, μπήκε στο περιθώριο.

Από εκεί και πέρα, τι πρέπει ως κράτος να κάνουμε σήμερα στη βάση των εξελίξεων, έτσι όπως διαμορφώνονται στην περιοχή μας, ιδίως μετά την εκλογή του νέου Προέδρου των ΗΠΑ; Η Τουρκία, έχοντας ήδη διαμορφώσει μία εσωτερική βιομηχανία εξοπλισμών, φυσικά, παράλληλα διατηρώντας τη Διπλωματία των εξοπλισμών με ισχυρά κράτη, είναι μία χρήσιμη χώρα για αυτά, ωστόσο όμως με τον τρόπο που κινείται ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, θεωρείται μία προβληματική χώρα που δεν συμφέρει κανέναν Δυνατό. Και πρέπει να καταθέσουμε αυτό,  όσο και παράταιρο να φαίνεται, αλλά με γνώμονα την Ιστορία και τη Διπλωματία που είναι δόκιμο να στηριζόμαστε, ώστε να ερμηνεύουμε πολλά από τα σημερινά γεγονότα (καθώς οι διπλωμάτες δεν τετραγωνίζουν τον κύκλο και επιπλέον τα ιστορικά γεγονότα επαναλαμβάνονται) είναι, ότι οι βασικοί παίχτες της Διεθνούς Κοινότητας είναι πολύ συγκεκριμένοι και είναι αυτά τα Κράτη που διαμόρφωσαν διαχρονικά και ιστορικά με τις πολιτικές και τις πράξεις τους το Σύγχρονο Κόσμο. Ως εκ τούτου, δεν έχουν τη διάθεση -και αυτό αποδείχτηκε κατά τη διάρκεια των δεκαετιών- να δώσουν μέρος της ισχύος τους σε χώρες που τις χρησιμοποιούν ανέκαθεν ως πιόνια. Και αυτό φάνηκε και φαίνεται, όταν κάποια από τα πιόνια που πάνε «να σηκώσουν κεφάλι» τα ψαλιδίζουν. Άραγε, γιατί κράτη με γεωφυσικό πλούτο, οικονομικά ισχυρά (όπως τα πετρελαιοπαραγωγά) δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τη μοίρα του πιονιού;;;

Και ένας από τους λόγους, που τόσο η Ρωσία όσο και οι ΗΠΑ βλέπουν με πολύ έντονο προβληματισμό τη σημερινή Κίνα (αλλά και την Ινδία σε δεύτερο βαθμό) είναι, ότι ποτέ το κινεζικό κράτος δεν ήταν βασικός παίχτης στη διεθνή σκακιέρα, αλλά οι χειρισμοί του (και κυρίως τη δεκαετία του 1950) ήταν στη βάση εναρμόνισης των πολιτικών με το σοβιετικό κράτος, οπότε είναι κατ’ ουσίαν άγνωστη η  « αυτόνομη συμπεριφορά» του για τους δυνατούς. Οι ΗΠΑ ξέρουν πώς κινείται η Ρωσία και το αντίστροφο και με τη σειρά τους οι δύο αυτές χώρες γνωρίζουν, πώς κινείται η Γαλλία ή η Μεγάλη Βρετανία ή η Γερμανία. Οπότε, αφενός είναι δύσκολο να «ανεχθούν» την ανάρρηση στο προσκήνιο ως δύναμη εφάμιλλη με αυτές, την Τουρκία, η οποία ιστορικά χρησιμοποιείται ως πιόνι, αφετέρου η Κίνα θεωρούν, ότι επειδή είναι ένα από τα πιο καθαρά εθνοτικά κράτη της σημερινής διεθνούς κοινωνίας, οπότε διαμορφώνει σε πολύ συγκεκριμένα πλαίσια τη διπλωματία της ως παραδοσιακή κοινωνία, είναι βέβαιο ότι για να την αντιμετωπίσουν, θα χρησιμοποιήσουν το Ισραήλ, ένα κράτος παρόμοιας προβληματικής και ισχύος με το κινεζικό, για να περιορίσουν την πορεία του πρώτου. Και πώς θα το πράξουν αυτό οι Δυνατοί; Παρέχοντας στο ισραηλινό κράτος πολλαπλούς ρόλους και ακόμα πιο αυξημένες αρμοδιότητες στην περιοχή του. Φυσικά, είναι ανεδαφικό να υποστηριχθεί ότι οι ΗΠΑ και η Ρωσία θα γίνουν σύμμαχοι, και όπως εύστοχα είπε, ο νέος Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, κ. Μπλίνκεν, οι δύο αυτές χώρες είναι ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Το μόνο που επαναπροσδιορίζει τα πράγματα είναι, ότι έτσι όπως διαμορφώνονται οι επίδοξοι νέοι παίχτες της ανατολικής περιφέρειας, οι δύο ισχυρές χώρες (την περίοδο που διατρέχουμε) παρουσιάζουν μία συγκλίνουσα συμπεριφορά στον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίσουν τον κοινό, νέο ανταγωνιστή, που είναι η Κίνα. Και αυτήν την στιγμή, το Ισραήλ λαμβάνει συγκεκριμένο ρόλο.

Το ισραηλινό κράτος, άλλωστε, έχει κατορθώσει από την περίοδο της πολιτειακής οργάνωσής του το 1948, να καταστεί μία χώρα κυρίαρχη, αυτάρκης και αυτόφωτη σε ένα γεωγραφικό περιβάλλον που τα περισσότερα μορφώματα της περιοχής του «βαδίζουν σε κινούμενη άμμο». Η Ελλάδα, είναι ένα κράτος, που το ίδιο το πολιτισμικό υπόβαθρό της έχει διαμορφώσει το ρόλο και τη θέση που πάντοτε θα λαμβάνει στο Διεθνές Σύστημα. Ωστόσο, δυστυχώς, επειδή ως χώρα επαναπαυτήκαμε στην Ιστορία μας και επειδή οι άλλες χώρες της περιοχής μας που δεν έχουν Ιστορία πρέπει να βρουν τρόπο να «επιβιώσουν» και πολλές φορές σε βάρος των εθνικών δικαίων μας, είναι αναγκαίο να συνεχίσουμε με ταχύτατους ρυθμούς την αλλαγή που έχουμε πετύχει εδώ και ενάμιση χρόνο σε διπλωματικό επίπεδο, συγχρόνως δε με την επαναπροώθηση του εξοπλιστικού προγράμματός μας. Παράλληλα δε, η χώρα μας έχοντας διαμορφώσει (αν και ιστορικά είχε) συμπλεκτικές σχέσεις με το Ισραήλ είναι δόκιμο να τις παγιώσει περαιτέρω και σε ένα κοινό αμυντικό δόγμα που θα περιλαμβάνει και την Κύπρο (και γιατί όχι τη Γαλλία, μία χώρα που διατηρεί πολύ στενές σχέσεις και με τα τρία αυτά κράτη).

[1] Η Δρ Άννα Κωνσταντινίδου είναι Ιστορικός- Διεθνολόγος, Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, ερευνήτρια της ίδιας Σχολής, εξωτερική συνεργάτιδα της Ανώτατης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου και μέλος και ερευνήτρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.)

[2] με απλοϊκό τρόπο ερμηνευόμενο, γι’αυτό και σε εισαγωγικά, για να γίνει κατανοητό και σε άτομα που δεν έχουν άμεση σχέση με τα στρατιωτικά πράγματα, καθώς το πολυμορφικό μοντέλο κάτω από το οποίο διαλαμβάνει και τοποθετεί η Αμερική τα διάφορα συνεργαζόμενα με αυτήν κράτη είναι αρκετά πολύπλοκο για να καταγραφεί σε ένα μη στρατιωτικής διάστασης άρθρο που οι αναγνώστες αποτελούν πολυποίκιλο κοινό.

[3] www.jpost.gr, σχετικό άρθρο στις 28.1.2021.

Category: Διπλωματία, Κυριο Θεμα

Leave a Reply

 characters available

 


Το σχόλιο της ημέρας

    Ο EastMed δεν είναι, απλώς, ένας αγωγός. Είναι μια ολόκληρη διαδικασία συσπείρωσης δυνάμεων της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής ως εναλλακτική πρόταση (αντίβαρο, αν θέλετε) στον τουρκικό σοβινισμό και επεκτατισμό. Έχει ως παράμετρό του και το ενεργειακό. Και ...

Ροή Ειδήσεων

    Μετά από δικαστική διαμάχη ετών Βερολίνο και ενεργειακοί κολοσσοί συμφώνησαν σε αποζημίωση 2,4 δις ευρώ για την ταχύτερη έξοδο από τη χρήση πυρηνικής ενέργειας.      Λίγες μέρες πριν τη δέκατη επέτειο από την πυρηνική καταστροφή στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας στις 11 ...

    Μια αποτυχία στο Κυπριακό και ενδεχόμενη αναζωπύρωση της έντασης στο Αιγαίο θα οδηγούσαν πιθανότατα στην επιδείνωση των σχέσεων ΕΕ-Άγκυρας. Μια τέτοια εξέλιξη θέλει να αποτρέψει η καγκελάριος.      Την Παρασκευή το απόγευμα η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ επικοινώνησε με τον τούρκο ...

    Ο νέος στόχος που θέτει το Πεκίνο είναι το 56% της χώρας να καλύπτεται με δίκτυα πέμπτης γενιάς, δρομολογώντας παράλληλα την αύξηση των κονδυλίων που προορίζονται για έρευνα και ανάπτυξη κατά 7%. Επιπλέον, στρέφει το ενδιαφέρον του σε ...

    Φωτ. ΓΕΕΘΑ Η φρεγάτα «Κανάρης» συμμετείχε στην επιχείριση «Clemenceau 21» στην κεντρική και ανατολική Μεσόγειο. Όπως ανακοινώθηκε, η φρεγάτα ενσωματώθηκε ως πλήρες οργανικό μέλος στην γαλλική ναυτική δύναμη TF-473 με πλοίο διοικήσεως το αεροπλανοφόρο «Charles de Gaulle». Στην επιχείρηση «Clemenceau 21» ...


Εορτολόγιο

Φωτογραφία της ημέρας