Τα αρνητικά επιτόκια και η πιθανή αλλαγή στην νομισματική πολιτική

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

του Βρασίδα Νεοφύτου, Οικονομολόγου.

Οι παγκόσμιες αγορές έχουν βιώσει μεγάλες χρηματοπιστωτικές αναταράξεις και υγειονομικές κρίσεις όπως αυτές του 2008, 2013 και 2020, την οικονομική κρίση στον Ευρωπαϊκό Νότο, τους διάφορους εμπορικούς πολέμους με κυριότερο την διαμάχη μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, τις ΗΠΑ και Κίνας.

Οι χρηματοοικονομικές κρίσεις κατά την τελευταία δεκαετία είχαν αναγκάσει αρκετές κεντρικές τράπεζες να μηδενίσουν τα βασικά τους επιτόκια και να προχωρήσουν σε τεράστιες ενέσεις ρευστότητας για να μην εκτροχιαστούν οι προοπτικές ανάπτυξης των οικονομιών τους.

Μπαίνοντας στον μήνα Σεπτέμβριο του 2021, και παρότι η μετάλλαξη Δέλτα έχει οδηγήσει σε αύξηση λοιμώξεων και νοσηλειών στις περισσότερες χώρες, η παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα δεν έχει περιοριστεί όπως στις αρχές του 2020, το καταναλωτικό κλίμα βρίσκεται σε πολύ καλό επίπεδο, η αγορά εργασίας και ο πληθωρισμός έχουν βελτιωθεί κατά πολύ, ενώ η ανάπτυξη σε κάποιες χώρες έχει επιστρέψει σε επίπεδα προ-πανδημίας.

Αυτές οι βελτιωμένες οικονομικές ενδείξεις θα επιτρέψουν υπό προϋποθέσεις κάποιους κεντρικούς τραπεζίτες να μειώσουν τον ρυθμό των υποστηρικτικών νομισματικών μέτρων και την τύπωση χρήματος σε πρώτη φάση (tapering) προς το τέλος του 2021, και να αυξήσουν σταδιακά τα επιτόκια σε δεύτερη φάση (interest rate hikes) από το 2022 και μετά.

Οι καταθέτες πληρώνουν την ζημιά:

Όταν εν έτη 2008 και λίγο πριν ξεσπάσει μία από τις χειρότερες χρηματοπιστωτικές κρίσεις στην ιστορία (των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου-subprime loans) μέχρι τότε, οι αποταμιευτές απολαύαναν βασικό επιτόκιο πέραν του 5%, κανένας δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι 13 χρόνια μετά θα μιλούσαμε για αρνητικά επιτόκια, με τους ίδιους τους αποταμιευτές να είναι οι μεγαλύτεροι χαμένοι λόγο του ξεσπάσματος μιας άλλης κρίσης, της πανδημίας του κορονοϊού.

Δυστυχώς, περίπου το 95% του πληθυσμού δεν έχει την κατάλληλη χρηματοοικονομική παιδεία για να καταλάβει πως δουλεύει το χρήμα και το διεθνές τραπεζικό σύστημα, και το θεωρεί άδικο ή ακόμη και κλοπή οι τράπεζες να βάζουν χέρι στις αποταμιεύσεις που ο ίδιος έχει δημιουργήσει μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς, στερήσεων, κληρονομίας ή να είναι μέρος της σύνταξης του.

Η μετάβαση στην εποχή των μηδενικών επιτοκίων στην Ευρωζώνη:

Είτε συμφωνούμε είτε όχι, η απρόβλεπτη και παρατεταμένη πανδημική κρίση έχει προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις τόσο στην παγκόσμια χρηματαγορά αλλά τόσο και στο διεθνή τραπεζικό σύστημα.

Όταν η παγκόσμια οικονομία βρέθηκε στα όρια της κατάρρευσης τον Μάρτιο του 2020 λόγο της εφαρμογής των αυστηρών μέτρων για τον περιορισμό της πανδημίας, οι κεντρικές τράπεζες και οι εθνικές κυβερνήσεις δεν είχαν άλλη επιλογή από το να χρησιμοποιήσουν το πλήρες δυναμικό των εργαλείων που διαθέτουν για την διάσωση των οικονομιών και επιχειρήσεων με τις λιγότερες δυνατές κοινωνικές και οικονομικές απώλειες.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ενεργοποίησε στις αρχές του 2020 το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης με την ονομασία Pandemic Emergency Purchase Programme (PEPP), που περιλάμβανε την αγορά κρατικών και εταιρικών ομολόγων της Ευρωζώνης ύψους εκατοντάδων δις ευρώ.

Επίσης, η ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητα τα βασικά της επιτόκια στο 0,00%, 0,25% και -0,50% για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης, διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης και διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, αντίστοιχα.

Τα νομισματικά και δημοσιονομικά προγράμματα της ΕΚΤ βοήθησαν πολύ στο να αποκλιμακωθεί το κόστος δανεισμού των κρατών μελών της Ευρωζώνης, να αυξηθεί η ρευστότητα στα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα, νοικοκυριά και επιχειρήσεις, και να βγουν γρηγορότερα οι οικονομίες τους από την άνευ προηγουμένου σε ταχύτητα και βάθος οικονομικής συρρίκνωσης.

Ενδεικτικό να αναφέρουμε ότι τόσο τα επιτόκια των ομολόγων μακράς λήξης της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και του Ελληνικού Δημοσίου έπεσαν κοντά στο 0%, ενώ το κόστος των ομολόγων που έληγαν σε μικρότερο χρονικό διάστημα (6-24 μήνες) διαπραγματεύονται μέχρι σήμερα σε αρνητικό πρόσημο.

Το οξύμωρο των αρνητικών επιτοκίων στα κρατικά ομόλογα των χωρών του «μονίμως» προβληματικού Ευρωπαϊκού Νότου, είναι το γεγονός ότι ο επενδυτής «πληρώνει» επιπλέον ποσό για να κατέχει χρέος κρατών όπως της Κύπρου και της Ελλάδος με υπέρογκο χρέος έναντι του ΑΕΠ τους, με πληγωμένες τις τουριστικές τους βιομηχανίες λόγω της πανδημίας, και με μεγάλο ποσοστό 40+% μη-εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς του εγχώριου τραπεζικού συστήματος τους.

Εφαρμογή αρνητικών επιτοκίων στην Κύπρο:

Η κυπριακή κεντρική τράπεζα και εγχώριες εμπορικές τράπεζες ακολουθούν τις νομισματικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που αποφασίζονται στα κεντρικά γραφεία στην Φρανκφούρτης της Γερμανίας.

Αναπόφευκτα, οι κυπριακές εμπορικές τράπεζες εφάρμοσαν και αυτές σχεδόν μηδενικά επιτόκια στις καταθέσεις όπως και οι υπόλοιπες τράπεζες της Ευρωζώνης, ως αποτέλεσμα της χαλαρής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ και των περαιτέρω επεκτατικών μέτρων της που ξεκίνησαν από τον Σεπτέμβριο του 2019.

Όμως, από τον Μάρτιο του 2020, κάποιες εγχώριες εμπορικές τράπεζες προχώρησαν στην εφαρμογή αρνητικών επιτοκίων στις καταθέσεις και λογαριασμούς των πελατών τους, καθώς και οι ίδιες υποχρεώνονται να πληρώνουν 0,5% για τις καταθέσεις που διατηρούν στην ΕΚΤ.

Σε ένα περιβάλλον αρνητικών επιτοκίων και υψηλού πληθωρισμού, τα μετρητά και οι καταθέσεις δεν θεωρούνται πλέον περιουσιακό στοιχείο χωρίς ρίσκο, καθώς οι καταθέτες θα έχουν κόστος για την αποταμίευση των χρημάτων τους στις τράπεζες μας.

Αυτό το γεγονός αναγκάζει διάφορους καταθέτες να στραφούν σε εναλλακτικές μορφές επένδυσης όπως αυτές των μετοχών και των ακινήτων που έχουν θετική απόδοση (ενοίκια) και συσχετίζονται με τους ανοδικούς ρυθμούς του πληθωρισμού.

Επιπρόσθετα, ο υψηλός πληθωρισμός (αύξηση κόστους στο «καλάθι της νοικοκυράς», ακριβό πετρέλαιο κ.α. ) και το συνεχές τύπωμα φρέσκου χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες μειώνουν την αγοραστική αξία του χρήματος όπως την ξέρουμε με την πάροδο του χρόνου.

Με λίγα λόγια, καταρρίπτεται η συνήθεια των κύπριων για καταθέσεις μετρητών και κέρδος από τον τοκισμό άνω των 4% και 5% στις εγχώριες τράπεζες που αποτελούσε τον ασφαλέστερο τρόπο οικονομικής ασφάλειας ενός νοικοκυριού ή μιας επιχείρησης.

Αλλαγή νομισματικής πολιτικής στους επόμενους μήνες

Οι βελτιωμένοι δείκτες της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης, του πληθωρισμού, της εμβολιαστικής κάλυψης, και της αγοράς εργασίας στην παγκόσμια αγορά έχει οδηγήσει αρκετούς κεντρικούς τραπεζίτες να υποστηρίζουν τον περιορισμό των χαλαρών νομισματικών πολιτικών και την σταδιακή αύξηση των επιτοκίων για να περιορίσουν τον πληθωρισμό και το κίνδυνο μιας νέας φούσκας στην αγορά.

Όπως είναι φυσικό, υπάρχουν και οι αντίθετες απόψεις που υποστηρίζουν μια πιο αργή, ομαλή, και προσεκτική αλλαγή της τωρινής νομισματικής πολιτικής για να ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους μεγάλων αναταράξεων στις αγορές από μια πιθανή επιδείνωση της πανδημίας κατά τους επερχόμενους χειμερινούς μήνες.

Οι οικονομολόγοι αναμένουν ενδείξεις σχετικά με τη στάση που θα κρατήσουν οι κυριότερες κεντρικές τράπεζες στο επόμενο διάστημα όσον αφορά την τύχη των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης που είχαν στόχο τον περιορισμό των κλυδωνισμών που προκάλεσε η πανδημία του κορονοϊού.

Σημαντική κρίνεται η πορεία του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης τόσο της πιο ισχυρής κεντρικής τράπεζας του κόσμου, της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve), αλλά και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Οι δύο αυτές κεντρικές τράπεζες ελέγχουν τα κυριότερα νομίσματα του κόσμου, το αμερικανικό δολάριο και το Ευρώ, τα οποία θεωρούνται συχνά τα πιο ασφαλές ή «σκληρά» νομίσματα στην παγκόσμια οικονομία λόγο της σταθερότητας και της δυναμικής των οικονομιών τους.

Κυρίως, το αμερικανικό δολάριο θεωρείτε το κυριότερο αποθεματικό νόμισμα του κόσμου, όπου άλλες κεντρικές τράπεζες ή νομισματικές αρχές το χρησιμοποιούν ως μέρος των συναλλαγματικών αποθεμάτων τους.

Επιπρόσθετα, το 80% περίπου του παγκόσμιου εμπορίου και διεθνών συναλλαγών τιμολογείται σε δολάρια Αμερικής, ενώ τα περισσότερα κρατικά χρέη-εξωτερικοί δανεισμοί εκδίδονται πάλι σε δολάρια, αυξάνοντας την σημαντικότητα των νομισματικών κινήσεων της Federal Reserve πάνω στο κυρίαρχο νόμισμα.

Η Federal Reserve αναμένεται να αρχίσει στο τέλος του 2021 να μειώνει τις αγορές περιουσιακών στοιχείων από τα τωρινά επίπεδα των 120 δισ. το μήνα (80 δισ. ομόλογα, 40 δισ. άλλους τίτλους). Αυτό οφείλετε στο γεγονός ότι οι δύο μεγάλοι στόχοι της Federal Reserve, της μέγιστης απασχόλησης και του πληθωρισμού άνω του 2% πλησιάζουν να επιτευχθούν για την αμερικανική οικονομία.

Από την μεριά της, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναθεώρησε και αυτή την μελλοντική της νομισματική στρατηγική με συμμετρικό στόχο για ρυθμό πληθωρισμού 2% μεσοπρόθεσμα, ο οποίος θα κρίνει και την επιτοκιακή της πολιτική.

Ενδεικτικό να αναφέρουμε ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ενισχύθηκε στο 2,2% τον Ιούλιο, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών και υψηλότερα από τον στόχο για 2% της ΕΚΤ όπως προαναφέραμε πιο πάνω.

Παρόλα αυτά, η ΕΚΤ προβλέπει περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού προς το τέλος του 2021, αλλά βλέπει την άνοδο προσωρινή καθώς πιστεύει ότι προκλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από μεταβατικούς παράγοντες οι οποίοι δεν απαιτούν αλλαγές στην νομισματική και επιτοκιακή της πολιτική.

 

Αύξηση επιτοκίων από Νότιο Κορέα και Σρι Λάνκα

Στις 26 Αυγούστου η κεντρική τράπεζα της Νότιας Κορέας προχώρησε στην αύξηση του βασικού της επιτοκίου κατά 25 μονάδες βάσης στο 0,75% για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, λόγο του υψηλού πληθωρισμού ( ανοδικές τιμές ενέργειας και κατασκευαστικών μετάλλων) και την αύξηση του ιδιωτικού χρέους.

Αυτή είναι η πρώτη αύξηση επιτοκίων σε ανεπτυγμένη οικονομία κατά την περίοδο της πανδημίας, παρότι προηγήθηκε αυτή της Σρι Λάνκας κατά 50 μονάδες βάσης στο 5% στις 18 Αυγούστου.

Η Σρι Λάνκα έγινε η πρώτη χώρα στην Ασία που αύξησε τα επιτόκια από την έναρξη της πανδημίας, καθώς ενήργησε για να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, τις υψηλές εισαγωγές, και την εξάντληση των συναλλαγματικών αποθεματικών της, έναν από τους παράγοντες πίσω από την υποτίμηση του νομίσματος (ρούπι) της κατά 8% στο 2021.

Οι αναλυτές περίμεναν αύξηση επιτοκίων και από την Νέα Ζηλανδία πριν λίγες εβδομάδες, καθώς η ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας και τα επίπεδα του πληθωρισμού ξεπέρασαν τους στόχους της κεντρικής τράπεζας.

Εν τέλη, η κεντρική τράπεζα της χώρας διατήρησε τα επιτόκια αμετάβλητα στα ιστορικά χαμηλά επίπεδα των 0,25%, καθώς το πρόσφατο ξέσπασμα της παραλλαγής Δέλτα του κορωνοϊού στην Νέα Ζηλανδία και στην γειτονική Αυστραλία, και η εφαρμογή νέων lockdowns για πρώτη φορά από τον Φεβρουάριο, απειλούν την οικονομική ανάκαμψη της περιοχής.

Economy Today

 

 

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,637ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
17,400ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα