Η παρουσία της ιρανικής αντιπολιτευτικής οργάνωσης Μουτζαχεντίν του Λαού στην Αλβανία επανέρχεται στο προσκήνιο, αυτή τη φορά υπό τη σκιά αυξανόμενων περιφερειακών εντάσεων και σεναρίων που κάνουν λόγο για πιθανές κινήσεις της Τεχεράνης εναντίον εγκαταστάσεών της.
Σύμφωνα με άρθρο ιστοσελίδας Caliber από το Αζερμπαϊτζάν, που επικαλείται πληροφορίες που διακινούνται σε ιρανικά μέσα και λογαριασμούς που συνδέονται με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης, εξετάζεται το ενδεχόμενο στοχοποίησης δομών που η Τεχεράνη θεωρεί ότι σχετίζονται με «εχθρικές δραστηριότητες». Στο επίκεντρο των αναφορών βρίσκεται το συγκρότημα Ashraf-3, στη Μανζά, κοντά στα Τίρανα, όπου διαμένουν περίπου 3.000 μέλη της οργάνωσης.
Το στρατόπεδο αυτό, με αυξημένα μέτρα ασφαλείας και ελεγχόμενη πρόσβαση, αποτελεί από το 2013 τη νέα βάση της οργάνωσης στην Ευρώπη. Η μετεγκατάσταση στην Αλβανία πραγματοποιήθηκε ύστερα από συνεννόηση της τότε αλβανικής κυβέρνησης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα Ηνωμένα Έθνη, καθώς τα στελέχη της ομάδας βρίσκονταν σε ιδιαίτερα επισφαλή θέση στο Ιράκ.
Η ιστορία της οργάνωσης εκτείνεται σε έξι δεκαετίες και χαρακτηρίζεται από έντονες αντιφάσεις. Ιδρύθηκε το 1965 ως ισλαμικό κίνημα με σοσιαλιστικές αναφορές και στόχο την ανατροπή του Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί. Τη δεκαετία του 1970 ανέπτυξε ένοπλη δράση, στρεφόμενη τόσο κατά του καθεστώτος όσο και κατά αμερικανικών συμφερόντων στο Ιράν.
Αρχικά στήριξε την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και τον Αγιατολάχ Χομεϊνί, ωστόσο η ρήξη με τη νέα θρησκευτική ηγεσία υπήρξε ταχεία και οριστική. Η οργάνωση τέθηκε εκτός νόμου, πολλά μέλη της συνελήφθησαν και άλλα κατέφυγαν στο εξωτερικό, όπου συνέχισαν την αντιπαράθεση με το ιρανικό καθεστώς.
Στη δεκαετία του 1980 η ηγεσία της εγκαταστάθηκε στο Ιράκ, αξιοποιώντας τη στήριξη του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν. Από εκεί εξαπέλυσε στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, ιδίως κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν–Ιράκ, επιλογή που εξακολουθεί να προκαλεί έντονες αντιδράσεις σε μεγάλο μέρος της ιρανικής κοινωνίας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εντάξει την οργάνωση στη λίστα ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων το 1997, επικαλούμενες το παρελθόν της ένοπλης δράσης. Έπειτα από μακρά νομική και πολιτική εκστρατεία, η οργάνωση αφαιρέθηκε από τη σχετική λίστα το 2012, με την Ουάσιγκτον να επισημαίνει ότι είχε αποκηρύξει τη βία και συνεργαστεί για το κλείσιμο των παραστρατιωτικών της εγκαταστάσεων στο Ιράκ.
Σημαντικό κεφάλαιο στην πορεία της αποτέλεσε το 2002, όταν αποκάλυψε δημόσια την ύπαρξη μη δηλωμένης εγκατάστασης εμπλουτισμού ουρανίου στο Ιράν, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της διεθνούς πίεσης προς την Τεχεράνη για το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Οι πρόσφατες αναφορές περί πιθανής ιρανικής ενέργειας εκτός συνόρων ενισχύουν την αίσθηση ότι η αντιπαράθεση ανάμεσα στην Τεχεράνη και τους αντιπάλους της δεν περιορίζεται πλέον γεωγραφικά. Το κατά πόσο τα σενάρια αυτά θα παραμείνουν σε επίπεδο ρητορικής ή θα αποκτήσουν πρακτική διάσταση, είναι ζήτημα που παρακολουθείται στενά τόσο στα Τίρανα όσο και διεθνώς.


