του Christoph Hasselbach Deutsche Welle
11 Απριλίου 2025
Οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες και Συντηρητικοί επιδιώκουν να σχηματίσουν κυβέρνηση συνασπισμού εν μέσω της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής αβεβαιότητας. Ο Φρίντριχ Μερτς (στο κέντρο), που αναμένεται να αναλάβει την καγκελαρία, εισέρχεται στο αξίωμα σε μια περίοδο διεθνούς αναταραχής — το μεγαλύτερο μέρος της οποίας οφείλεται στον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ (στα αριστερά της φωτογραφίας).
Οι συντηρητικοί Χριστιανοδημοκράτες (CDU/CSU) και οι κεντροαριστεροί Σοσιαλδημοκράτες (SPD) ανακοίνωσαν τη συμφωνία τους για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού, φέρνοντας τη Γερμανία ένα βήμα πιο κοντά στη συγκρότηση νέας κυβέρνησης.
Όλα δείχνουν ότι η διεθνής ένταση και η πρόσφατη επιβολή δασμών από τον Πρόεδρο Τραμπ επιτάχυναν τη συμφωνία των διαπραγματευτών.
Παρουσιάζοντας τη νέα συμφωνία την Τετάρτη, ο Φρίντριχ Μερτς της CDU, που θεωρείται σχεδόν βέβαιος για τη θέση του καγκελάριου, δήλωσε πως η Γερμανία βρίσκεται ενώπιον μιας «κατάστασης αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων».
Η απάντηση του υπό διαμόρφωση συνασπισμού σε αυτούς τους αβέβαιους καιρούς, όπως είπε, είναι πως «θέλουμε και θα συμβάλουμε ενεργά στη διαμόρφωση των αλλαγών στον κόσμο, για χάρη της Γερμανίας».

Ο Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, συμπρόεδρος του SPD, προσέθεσε ότι «βρισκόμαστε σε σημείο καμπής. Ζούμε πραγματικά ιστορικές στιγμές».
Όταν η νέα κυβέρνηση αναλάβει επίσημα τα καθήκοντά της —κάτι που αναμένεται να συμβεί στις αρχές Μαΐου— θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια σειρά από κρίσιμες προκλήσεις στη διεθνή σκηνή.
Ποια εμπορική πολιτική θα ακολουθήσει η μελλοντική κυβέρνηση;
Οι υψηλοί δασμοί στις εισαγωγές που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ και τα αντίμετρα που υιοθέτησαν ορισμένες θιγόμενες χώρες έχουν προκαλέσει καθοδική πορεία στις παγκόσμιες χρηματαγορές και έχουν εντείνει τους φόβους για έναν παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο. Για τη Γερμανία, ως χώρα που βασίζεται έντονα στις εξαγωγές, οι δασμοί αυτοί αποτέλεσαν ισχυρό πλήγμα — ιδίως από τη στιγμή που η οικονομία της βρίσκεται σε ύφεση για περισσότερα από δύο χρόνια.
Το εμπόριο μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ είναι αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επομένως η Γερμανία δεν μπορεί να κινηθεί μονομερώς στο συγκεκριμένο ζήτημα. Για τον λόγο αυτό, και με δεδομένη την οικονομική της ευαλωτότητα, η επερχόμενη γερμανική κυβέρνηση επιδιώκει την αποκλιμάκωση.
Στη συμφωνία του συνασπισμού αναφέρεται ότι η Γερμανία θα επιδιώξει «μια μεσοπρόθεσμη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις Ηνωμένες Πολιτείες», ενώ για το άμεσο μέλλον, «τα κόμματα του συνασπισμού σκοπεύουν να αποφύγουν μια εμπορική σύγκρουση με τις ΗΠΑ και να επικεντρωθούν στη μείωση των δασμών εισαγωγών» και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Δεδομένης της πρόσφατης σειράς οικονομικών παλινδρομήσεων του Τραμπ, η προσέγγιση αποκλιμάκωσης που επιδιώκει το Βερολίνο ίσως αποδειχθεί υπερβολικά αισιόδοξη.
Τι μέλλει γενέσθαι για τις διατλαντικές σχέσεις της Γερμανίας;
Ο Φρίντριχ Μερτς υπήρξε σταθερός υποστηρικτής των διατλαντικών σχέσεων εδώ και δεκαετίες. Υπήρξε πρόεδρος της Atlantik-Brücke, ενός υπερκομματικού οργανισμού που προωθεί τις γερμανοαμερικανικές σχέσεις, για δέκα χρόνια.
Αν και δεν έχει ζήσει ποτέ στις ΗΠΑ, ο ίδιος δηλώνει ότι τα χρόνια που εργάστηκε στην αμερικανική επενδυτική εταιρεία BlackRock τον έφεραν σε επαφή με τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ωστόσο, από τη στιγμή που ο Ντόναλντ Τραμπ επανήλθε στον Λευκό Οίκο για δεύτερη θητεία, φαίνεται πως η πίστη του Μερτς στις στενές διατλαντικές σχέσεις έχει κλονιστεί.
Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγόρησε —ψευδώς— την Ουκρανία ως υπεύθυνη για τον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας, ο Μερτς δήλωσε πως ήταν «σοκαρισμένος από τον Ντόναλντ Τραμπ». Σύμφωνα με πηγές του Βερολίνου, η αγανάκτησή του ήταν εξίσου έντονη όταν ο Τραμπ και ο αντιπρόεδρός του, Τζέι Ντι Βανς, εξευτέλισαν δημοσίως τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο στα τέλη Φεβρουαρίου.

Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε κυνικά: «Ή θα κάνετε μια συμφωνία ή εμείς αποχωρούμε».
Στο μεταξύ, η Γερμανία έχει πέσει εδώ και χρόνια σε δυσμένεια στα μάτια του Τραμπ — ήδη από την εποχή που η Άνγκελα Μέρκελ βρισκόταν ακόμη στην καγκελαρία. Η ανοιχτή προσφυγική πολιτική της Μέρκελ φέρεται να αποτέλεσε «κόκκινο πανί» για τον Αμερικανό εθνικιστή πρόεδρο.
Παρόλο που ο Μερτς έχει αποστασιοποιηθεί πολιτικά από τη Μέρκελ, μια προσωπική συνάντησή του με τον Τραμπ δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση — και μέχρι στιγμής, δεν έχει προγραμματιστεί τίποτα σχετικό.
Θα παραδώσει η Γερμανία πυραύλους Taurus στην Ουκρανία;
Οι πρωτοβουλίες του Τραμπ για να εξασφαλίσει μια «ειρηνευτική συμφωνία» για την Ουκρανία έχουν περιορίσει την Ευρώπη στον ρόλο του θεατή. Μέχρι στιγμής, έχει συνομιλήσει απευθείας μόνο με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, σχετικά με ένα πιθανό πλαίσιο ειρήνης, αφήνοντας εκτός διαλόγου τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Αν τελικά επιτευχθεί κάποια συμφωνία, αυτή είναι πιθανό να αποτελεί ένα είδος επιβεβλημένου διακανονισμού για την Ουκρανία — και η ευθύνη για την εφαρμογή της, κατά πάσα πιθανότητα, θα πέσει στη Γερμανία και τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.
🔸 Η αποστολή πυραύλων Taurus — με βεληνεκές που φτάνει μέχρι και 500 χλμ — παραμένει αμφιλεγόμενο ζήτημα στο Βερολίνο, καθώς θα μπορούσε να εκληφθεί από τη Μόσχα ως άμεση πρόκληση.
🔸 Υπάρχει πίεση από Κίεβο αλλά και συμμάχους, ωστόσο η γερμανική ηγεσία δείχνει διστακτική, ιδίως υπό τον φόβο περαιτέρω αποσταθεροποίησης των σχέσεων με ΗΠΑ και Ρωσία.

Ο απερχόμενος καγκελάριος της Γερμανίας, Όλαφ Σολτς, ήταν επιφυλακτικός ως προς την αποστολή βαρέως οπλισμού στην Ουκρανία, φοβούμενος ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να εμπλέξει άμεσα τη Γερμανία σε σύγκρουση με τη Ρωσία.
Η επερχόμενη κυβέρνηση συνασπισμού, πάντως, φαίνεται να επιθυμεί τη συνέχιση της στήριξης προς το Κίεβο. «Στεκόμαστε στο πλευρό του γενναίου ουκρανικού λαού. Μπορούν να βασίζονται σε εμάς», δήλωσε ο Λαρς Κλίνγκμπαϊλ την Τετάρτη.
Στην πράξη, ωστόσο, οι εταίροι του συνασπισμού δεν έχουν λάβει ακόμη την τελική απόφαση επί του ζητήματος.
Μέχρι τότε, παραμένει ασαφές πώς ακριβώς θα διαμορφωθεί η στρατιωτική βοήθεια. Όταν ο Μερτς ηγούνταν της αντιπολίτευσης, επί κυβέρνησης Σολτς, είχε ταχθεί υπέρ της αποστολής πυραύλων μακράς εμβέλειας Taurus στην Ουκρανία. Ο Σολτς, από την πλευρά του, αντιτασσόταν σθεναρά, φοβούμενος ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε τη Γερμανία σε άμεση σύγκρουση με τη Ρωσία.
Μπορεί η Ευρώπη να αμυνθεί χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ;
Τη βραδιά των εκλογών, τον Φεβρουάριο, ο Μερτς παραδέχθηκε ανοιχτά πως δεν είναι βέβαιος εάν ο Τραμπ θα τιμήσει τις δεσμεύσεις των ΗΠΑ για συλλογική άμυνα βάσει του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, σε περίπτωση που προκύψει ανάγκη. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, δήλωσε, σκοπεύει να ενισχύσει τη συνεργασία στον τομέα της ευρωπαϊκής άμυνας, «ώστε βήμα-βήμα να μπορέσουμε να επιτύχουμε πραγματική ανεξαρτησία από τις Ηνωμένες Πολιτείες».
Ο Μερτς έχει ήδη εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική έγκριση για τη διάσημη πλέον οικονομική του δέσμευση να κάνει «ό,τι χρειαστεί» για την ενίσχυση των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων.

Πυρηνική αποτροπή μέσω Ευρώπης;
Η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας προϋποθέτει την εξερεύνηση τρόπων με τους οποίους η Γερμανία και η Ευρώπη θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την πυρηνική αποτροπή που προσφέρουν οι δύο ευρωπαϊκές πυρηνικές δυνάμεις: η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό, όμως, μόνο εύκολο δεν είναι, καθώς καμία από τις δύο χώρες δεν φαίνεται πρόθυμη να μοιραστεί την πυρηνική της ισχύ.
Πολλές χώρες της ΕΕ παραμένουν επιφυλακτικές απέναντι σε μια βαθύτερη στρατιωτική ολοκλήρωση. Ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν, για παράδειγμα, διατηρεί στενές σχέσεις με τον Πούτιν και αντιτίθεται σθεναρά στην αποστολή στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία.
Χάνει δυναμική η ευρωπαϊκή πολιτική της Γερμανίας;
Στο παρελθόν, ο Μερτς είχε επανειλημμένα κατηγορήσει την κυβέρνηση Σολτς για αδιαφορία προς την ευρωπαϊκή διάσταση, ειδικά σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Γερμανίας με τη Γαλλία και την Πολωνία. Τώρα, ως καγκελάριος, θέλει να το αλλάξει αυτό — αν και έχει πολύ δρόμο μπροστά του.

Μόλις λίγες ημέρες μετά τη νίκη του στις εκλογές, επισκέφθηκε τον πρόεδρο της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν στο Μέγαρο των Ηλυσίων. Όμως ο Μακρόν είναι αποδυναμωμένος στο εσωτερικό της χώρας του. Στην Πολωνία, παρά τη φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση του Ντόναλντ Τουσκ, το Βερολίνο δεν έχει καταφέρει να χτίσει μια στενή σχέση.
Πανευρωπαϊκά, ο ενθουσιασμός για περαιτέρω ενοποίηση έχει μειωθεί, με τα εθνικιστικά και λαϊκιστικά κόμματα να κερδίζουν συνεχώς έδαφος.
Πώς θα μειωθούν οι κίνδυνοι από την Κίνα;
Εν μέσω των εμπορικών εντάσεων με τον Τραμπ, κάποιοι στο Βερολίνο και τις Βρυξέλλες στρέφονται προς την Κίνα ως εναλλακτικό εταίρο. Όμως οι εμπορικές σχέσεις με την Κίνα δεν είναι πια τόσο προσοδοφόρες.

Οι εξαγωγές γερμανικών αυτοκινήτων σημειώνουν πτώση.
Η ΕΕ έχει ξεκινήσει να επιβάλλει περιορισμούς στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα από την Κίνα. Ως εξαγωγική δύναμη, η Γερμανία πιθανότατα θα προσπαθήσει να διατηρήσει αυτούς τους φραγμούς σε διαχειρίσιμα επίπεδα.
Η νέα κυβέρνηση σκοπεύει επίσης να μειώσει τους κινδύνους για την ασφάλεια από την Κίνα. Στη συμφωνία συνασπισμού αναφέρεται ότι οι εταίροι δεσμεύονται να «αποτρέψουν αποτελεσματικά ξένες επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές και στρατηγικούς τομείς, όταν αυτές συγκρούονται με τα εθνικά μας συμφέροντα» — μια αναφορά που απευθύνεται ευθέως στο Πεκίνο.
Μπορεί να επισκεφθεί ο Νετανιάχου τη Γερμανία;
Η Γερμανία διατηρεί μια ιδιαίτερα ευαίσθητη σχέση με το Ισραήλ, λόγω του ναζιστικού παρελθόντος της και της ευθύνης της για το Ολοκαύτωμα. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη στρατιωτική εκστρατεία του Ισραήλ στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη έχει προκαλέσει επιφυλακτικές επικρίσεις από Γερμανούς πολιτικούς, που τη θεωρούν δυσανάλογη.
Από τις 7 Οκτωβρίου 2023, οι ισραηλινές δυνάμεις έχουν σκοτώσει τουλάχιστον 50.000 Παλαιστίνιους στη Γάζα — στην πλειονότητά τους γυναίκες και παιδιά — και έχουν εκτοπίσει πάνω από το 80% του πληθυσμού. Στη Δυτική Όχθη έχουν σκοτωθεί πάνω από 700 Παλαιστίνιοι.
Η Χαμάς έχει χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση από τη Γερμανία και πολλές άλλες χώρες.
Τον Δεκέμβριο του 2024, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης για τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ως συμβαλλόμενο κράτος στο Καταστατικό της Ρώμης, η Γερμανία έχει νομική υποχρέωση να τον συλλάβει και να τον εκδώσει, εάν επισκεφθεί τη χώρα.

Ωστόσο, ο Μερτς έχει ήδη δηλώσει ότι η κυβέρνησή του θα «βρει τρόπους και μέσα» ώστε ο Νετανιάχου να μπορέσει να επισκεφθεί και να φύγει από τη Γερμανία χωρίς προβλήματα.
Εγκαταλείπει η Γερμανία τους κλιματικούς της στόχους;
Η κυβέρνηση Σολτς είχε κατορθώσει, έπειτα από πίεση των Πρασίνων, να εξασφαλίσει σημαντική χρηματοδότηση για το κλίμα και να εντάξει στη συνταγματική τάξη τον στόχο για κλιματική ουδετερότητα έως το 2045.
Όμως παγκοσμίως, το τοπίο έχει αλλάξει: Ο Τραμπ αποχώρησε ξανά από όλες τις διεθνείς κλιματικές συμφωνίες, ενώ χρηματοπιστωτικοί κολοσσοί των ΗΠΑ, όπως η BlackRock και η JPMorgan, έχουν απομακρυνθεί από επενδύσεις φιλικές προς το περιβάλλον.
Αυτό καθιστά πολύ δυσκολότερη τη διεθνή πίεση εκ μέρους της Γερμανίας υπέρ της πράσινης πολιτικής. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις υποπτεύονται πως η νέα κυβέρνηση δεν είναι τόσο προσηλωμένη στο ζήτημα. Τεκμηριώνουν αυτή την άποψη με τη διατύπωση της συμφωνίας συνασπισμού: «Η προστασία του κλίματος πρέπει να ισορροπεί με την οικονομική ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη» — κάτι που ερμηνεύεται ως σημαντική υποχώρηση από προηγούμενους στόχους.
DW


