Του Παντελή Σαββίδη
Παρακολούθησα τις τελευταίες ημέρες τις εξελίξεις γύρω από το μέλλον της ΔΕΘ.
Το συμπέρασμα είναι πως η χώρα, και η κοινωνία της, βιώνουν από της δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους μια κατ’ επίφασιν δημοκρατία. Παρόλο που ο καπιταλισμός που αναπτύχθηκε ήταν καχεκτικός και μεταπρατικός, η κοινωνία δεν είναι, απλώς, βαθιά ταξική. Κατηγοριοποιείται αναλόγως της πόλης ή του διαμερίσματος που ζει. Οι Θεσσαλονικείς, για παράδειγμα, είναι στην καλύτερη περίπτωση Πολίτες Β’ Κατηγορίας.
Θεωρείται κάτι σαν θέσφατο ο πλούτος της χώρας να επενδύεται στο λεκανοπέδιο και, μόνο, υπό προϋποθέσεις να δίνονται κάποια ψίχουλα εκτός.
Θυμάμαι, επί εποχής Σημίτη θα ήταν, που ψηφίσθηκε αναπτυξιακός νόμος για την ενίσχυση των παραμεθόριων περιοχών και στην κατηγορία που έβαλαν το Κιλκίς, τοποθέτησαν και την Βοιωτία.
Να δείξουμε ότι κάνουμε περιφερειακή πολιτική επικαλούμενοι το νόμο, όχι, όμως, και να συμβεί το μοιραίο.
Για να επανέλθω στη ΔΕΘ, η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ήταν μια πρωτοτυπία, μια καινοτομία της εποχής που δημιουργήθηκε από έμπνευση του Νικολάου Γερμανού. Έκτοτε προσέφερε πολλά και στην πόλη και στην χώρα. Μέχρι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης η πόλη διέθετε και δυναμικές προσωπικότητες και ΜΜΕ που μπορούσαν να την υποστηρίξουν. Αλλά και το πολιτικό κλίμα δεν ήταν τόσο φανατικά συγκεντρωτικό.

Στην πορεία θεωρήθηκε αδιανόητο να υπάρχει θεσμός με εμβέλεια και να μην ανήκει στην Αθήνα.
Επειδή δεν μπορούσαν να μεταφέρουν την ΔΕΘ αυτούσια στην πρωτεύουσα την απαξίωσαν και προέβαλαν ένα ακατανόητο επιχείρημα: μπορεί η Αθήνα να μην έχει έκθεση;
Η απάντηση κάθε λογικά σκεπτόμενου ανθρώπου θα ήταν και γιατί να μην μπορεί; Αλλά όταν έχεις να κάνεις με μια εξουσία και μια κοινωνία που τα θέλει όλα στα πόδια της και βλέπει τις άλλες πόλεις της επικράτειας ανταγωνιστικά, λογική δεν χωράει. Και επειδή όποιος κατέχει την εξουσία παίρνει και τις αποφάσεις, υποβάθμισαν την ΔΕΘ και ενίσχυσαν μια ιδιωτική πρωτοβουλία στην Αθήνα που ουσιαστικά πραγματοποιεί τις εκθέσεις στην Ελλάδα. Αυτά στην χώρα που ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα.
Σε άλλες χώρες που όλες έχουν ξεπεράσει την Ελλάδα στα πάντα, δεν συμβαίνουν. Εκεί η πολιτεία σκέπτεται και αποφασίζει τι ρόλο θα δώσει στις πόλεις της και βοηθάει και στην απόκτηση του ρόλου αυτού και στην ενίσχυσή τους. Οι ελληνικές κυβερνήσεις έπρεπε να βοηθήσουν να λειτουργήσει η ΔΕΘ στη Θεσσαλονίκη ακόμη και αν είχε αδυναμίες η λειτουργία αυτή που δεν θα είχε αν δεν υπονομευόταν. Αλλά δεν το έκανε. Όπως και όταν τέθηκε το ερώτημα, που πρέπει να γίνει το αεροδρόμιο αποφάσισαν και πάλι στην Αθήνα. Οτιδήποτε τίθεται ως ερώτημα στον διεθνή καταμερισμό και αφορά την Ελλάδα, η απάντηση είναι: Αθήνα.
Στην περίπτωση, λοιπόν, της ΔΕΘ από τον διάλογο των τελευταίων ημερών μου έμειναν δύο πράγματα.
Το ένα είναι η αγωνία μήπως χαθούν ακόμη και τα ψίχουλα που θα δώσει το κράτος για την ανάπλασή της και το άλλο η γνωστή διαμάχη, μέχρι τελικής πτώσεως, των φορέων που έχουν ή θέλουν να έχουν λόγο στο μέλλον της.
Ενώ για την Αθήνα ακούς να προορίζονται ορισμένα δισεκατομμύρια από το Ταμείο Ανάκαμψης, ή άλλα Ταμεία, για την Θεσσαλονίκη (και πολύ περισσότερο για τις άλλες πόλεις της χώρας) ακούς μετά βίας κάποια εκατομμύρια. Και αυτά με αγωνία. Μην χαθούν.
Υπάρχει μια αίσθηση, ακόμη, και στους κατοίκους της πρωτεύουσας ότι η χώρα τους ανήκει. Ότι αυτοί είναι οι ιδιοκτήτες της και αν κάτι συμβεί εκτός της Αθήνας είναι μια επώδυνη παραχώρηση των ιδίων προς τους Πολίτες Β’ Κατηγορίας..
Η ΔΕΘ είναι ο μόνος θεσμός που έχει την έδρα του στη Θεσσαλονίκη. Ο πρόεδρος, το Διοικητικό Συμβούλιο, ο Διευθύνων Σύμβουλος, όλοι αυτοί βρίσκονται στην Θεσσαλονίκη, στην πόλη όπου λειτουργεί και ο θεσμός.
Μια σειρά άλλων θεσμών τυπικά πραγματοποιούν τις εκδηλώσεις τους στη Θεσσαλονίκη αλλά ουσιαστικά, η έδρα τους είναι στην Αθήνα.
Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου είναι ένας από αυτούς.
Δημιουργήθηκε το 1960 με πρωτοβουλία του Κινηματογραφικού Τομέα της ΔΕΘ και καθοριστικό ρόλο στην ίδρυσή του είχε ο δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου Παύλος Ζάννας, ο οποίος θεωρείται από τους πνευματικούς πατέρες του θεσμού.
Η σχέση του με την Θεσσαλονίκη, σήμερα, είναι ότι διεξάγεται στην πόλη. Όλες οι υποδομές του, όμως, βρίσκονται στην Αθήνα.
Η Θεσσαλονίκη αγωνίζεται να μπει στους διεθνείς χάρτες και ενώ είναι ελκυστική δεν έχει σοβαρές υποδομές ενώ το κράτος την υπονομεύει από πλευράς θεσμών.
Η εγκατάσταση και λειτουργία της Διοίκησης και των λοιπών υποδομών του Φεστιβάλ Κινηματογράφου στην πόλη θα της έδινε άλλα χαρακτηριστικά στην πολιτιστική δραστηριότητα. Θα της έδινε πολιτιστική δυναμική με ευρωπαίκή ή και παγκόσμια εμβέλεια. Αλλά δεν το θέλει η Αθήνα.
Γιατί; Διότι όλη η επικράτεια είναι μια αθηναϊκή αποικία. Αυτό που επεδίωκε η Αθήνα στα κλασικά χρόνια το έχει πετύχει σήμερα.
Το ίδιο συμβαίνει και με το Φεστιβάλ Ντοκυμαντέρ Θεσσαλονίκης. Το ίδιο συμβαίνει και με την Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Να συνεχίσω; Δεν έχει νόημα.
Θα επανέλθω στην ΔΕΘ και το μέλλον της.
Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε μια Κίνηση Πολιτών που διεκδικεί τον χώρο της ΔΕΘ ως μητροπολιτικό πάρκο και την μεταφορά της Έκθεσης εκτός πόλης.
Υπάρχει και ισχυρός αντίλογος στην θέση αυτή, κυρίως, από την Διοίκηση της ΔΕΘ η οποία έχει προχωρήσει την διαδικασία ανάπλασής της στον χώρο που βρίσκεται σήμερα.
Ο κίνδυνος που διαφαίνεται είναι να μην γίνει τίποτε από τα δύο, να απαξιωθεί ακόμη περισσότερο ο θεσμός, όπως υπάρχει και λειτουργεί σήμερα, με τελική κατάληξη την κατάργησή του.
Ποια θα μπορούσε να είναι η λύση; Μια σύνθεση των δυο παραπάνω θέσεων. Να γίνει σοβαρή ανάπλαση που θα δώσει ζωή στην ΔΕΘ και έναν δυναμισμό τα επόμενα χρόνια και, παράλληλα, να αρχίσουν οι διαδικασίες για το ενδεχόμενο μελλοντικής μεταφοράς της εκτός κέντρου πόλης.
Πάντως, η παράταση της σημερινής τριβής μόνο κακό θα κάνει. Θα τρίβουν τα χέρια τους οι Πιλάτοι.
ΥΓ: κατά καιρούς τίθεται και θέμα παραχώρησης του Γ’ΣΣ σε κοινή χρήση. Λάθος επιλογή. Το γιατί θα το εξηγήσουμε σε άλλο σχόλιο. Μην πειράζετε το στρατόπεδο.
πηγή:Εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”



“Αλλά όταν έχεις να κάνεις με μια εξουσία και μια κοινωνία που τα θέλει όλα στα πόδια της και βλέπει τις άλλες πόλεις της επικράτειας ανταγωνιστικά, λογική δεν χωράει.”
Η κοινωνία της Αθήνας (δηλαδή τα πλατιά κοινωνικά στρώματα, όχι η ελίτ η οποία εξάλλου δεν ζει μόνιμα στην Αθήνα, παρά μόνον περιστασιακά) όχι μόνον δεν βλέπει τις άλλες πόλεις ανταγωνιστικά, αλλά συμπιεζόμενη από τον υπερπληθυσμό ζητάει μετ’ επιτάσεως να γίνουν επενδύσεις την υπόλοιπη χώρα, αν μη τι άλλο για να αποσυμφορηθεί η πρωτεύουσα σε κάποιον μικρό βαθμό. Και βεβαίως ουκ ολίγοι κάτοικοι Αθηνών διακατέχονται από εθνικές ανησυχίες, γιαυτό και γεμίζουν αίθουσες διαλέξεων όταν γίνονται εκδηλώσεις για την Θράκη, το Αιγαίο, την Κύπρο κλπ. Καλά, στα συλλαλητήρια για την Μακεδονία δεν έπεφτε καρφίτσα…
“Υπάρχει μια αίσθηση, ακόμη, και στους κατοίκους της πρωτεύουσας ότι η χώρα τους ανήκει.”
Μήπως ο αξιότιμος κ. Σαββίδης εκφραζόμενος με διατυπώσεις όπως η παραπάνω, κατά βάθος επιθυμεί οι Ανιχνεύσεις να μην διαβάζονται και από Αθηναίους; Καλοπροαίρετα ρωτάω. Βεβαίως σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η επιθυμία του θα γίνει απολύτως σεβαστή.
Ευχαριστώ εκ των προτέρων.
Αν γνωρίζατε τι συμβαίνει αυτήν τη στιγμή στην περιφέρεια της επικράτειας θα ήσασταν λιγότερο κατηγορηματικός. Ως προς το επίδικο, δεν γράφουμε για να ικανοποιήσουμε αυτιά. Γράφουμε αυτό που πιστεύουμε. Δεν επιρρίπτουμε ευθύνες στους κατοίκους της πρωτεύουσας. Αλιμονο. Το έχουμε επισημάνει πολλές φορές. Περιμένουμε την συμβολή τους για να γίνει καλύτερη και η δική τους ζωή και ναυπάρξει και η περιφέρεια. Χωρίς την περιφέρεια η Αθήνα δεν θα μπορέσει να επιβιώσει. Καλή Ανάσταση
Στις συνθήκες παγκοσμιοποίησης που καταργεί τα οικονομικά σύνορα των κρατών η Μακεδονία και η Θράκη δεν αποτελούν ακριτικές περιοχές της χώρας με όρους εθνικής οικονομίας αλλά το δυνητικό της επίκεντρο. Διότι με τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της ΕΣΣΔ δημιουργήθηκε για τη Βόρεια Ελλάδα μια τεράστια ενδοχώρα που εκτείνεται βόρεια και πέραν των Βαλκανίων μέχρι την Σκανδιναβία και ανατολικά στη Μαύρη Θάλασσα, η οποία δεν υφίστατο στις συνθήκες του Ψυχρού πολέμου. Όσο αυτή η αντίφαση τςη περιθωριοποίησης της Βόρειας Ελλάδας έναντι άλλων περιοχών της χώρας θα συνεχίζεται και θα οξύνεται, η χώρα δεν θα έχει μέλλον. Διότι δεν θα αξιοποιεί τις δυνατότητές της. Αν μάλιστα οι Κινέζοι δεν αξιοποιούσαν το λιμάνι του Πειραιά, η Αττική δεν θα είχε καμία, μα καμία αξία. Λέτε για τη Θεσσαλονίκη. Ελάτε στον Έβρο και τη Θράκη για να δείτε την εικόνα της πλήρους εγκατάλειψης σε αντίθεση με την γεωπολιτική εκτόξευση της περιοχής εδω και 30 και πλέον χρόνια σε αντίθεση με τα σχέδια της ΕΕ για μετατροπή της Αλεξανδρούπολης σε κέντρο του διεθνούς διαμετακομιστικού εμπορίου. Εγκλώβισαν την πόλη και την περιοχή στα συμφέροντα των ξένων και έκτοτε πνέει τα λοίσθια
Επιδείπερ παρακολούθησα στην Δημοτική τηλεόραση Θεσσαλονίκης την με πάθος -έως θυμού- αντιδικία του επικεφαλής της λεγόμενης Κίνησης Πολιτών κ. Μαγκριώτη, -στελέχους του ΠΑΣΟΚ ,βουλευτού και τέως υπουργού του- με τον Πρόεδρο της ΔΕΘ και τον Πρόεδρο του Εμπορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης, αβιάστως κατέληξα ότι ο αγώνας του γίνεται για την αναγνώρισή του ως νέου ”Θεσσαλονικάρχη” του ΠΑΣΟΚ και για την επανεκλογή του ως βουλευτής του ΠΑΣΟΚ ή ως Δημάρχου της Θεσσαλονίκης το 2028.
Το θλιβερόν είναι ότι από το 1981 έως το 2011 κανένα μεγάλο έργο δεν έκανε το ΠΑΣΟΚ και τώρα τα ανεξέλεγκτα από την ηγεσία του στελέχη υπονομεύουν οποιοδήποτε μεγάλο έργο γίνεται στη Θεσσαλονίκη για να μας κάνουν εμάς τους Θεσσαλονικείς να πιστέψουμε ότι οι κυβερνήσεις ”των Αθηνών” -όπως τις ονομάζουν με περισσή απαξίωση- αδιαφορούν για τη Θεσσαλονίκη και ειδικά αυτή της Νέας Δημοκρατίας υπό τον κ. Μητσοτάκη ,για να μη την ψηφίσουμε και έτσι να έχουμε πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα , πολίτική αλλαγή με την οποίαν θα τιμωρήσουμε αντί να την σώσουμε την Πατρίδα όλων μας.
Και μόνο να σκεφθούμε τους υποψηφίους πρωθυπουργούς είναι ”να πάρουμε τα βουνά”.
Υ.Γ Να συμφωνήσουμε όλοι οι Θεσσαλονικείς στο αυταπόδεικτο .
Μεγάλα και πολλά έργα έκανε στη Θεσσαλονίκη και σε όλη την Βόρειο Ελλάδα – αλλά και ολόκληρη την Ελλάδα- έκανε ο Μακεδόνας αείμνηστος Καραμανλής από το 1955 ,που έγινε για πρώτη φορά πρωθυπουργός.
Αποσιώπησαν οι πάντες κυρίως οι μίζεροι Θεσσαλονικείς ότι το ΜΕΤΡΟ της Θεσσαλονίκης ενετάχθη στον κρατικό προϋπολογισμό του 1977 παρακαλώ .
Φυσικά όλοι θυμόμαστε ότι και το σημερινό ΜΕΤΡΟ ξεκίνησε πάλι με Καραμανλή πρωθυπουργό το 2006 και θα τελείωνε ο 2012 αν δεν ξεφύτρωνε το ”φιλοσκοπιανό -και όχι μόνο- λόμπυ ” μετά το 2010 .
Να ρωτήσουμε τι έκαναν τότε οι μεγάλοι Θεσσαλονικάρχες του ΠΑΣΟΚ Τσοχατζόπουλος και Βενιζέλος δεν θα πάρουμε απάντηση ή αν πάρουμε θα είναι ότι περίμεναν την ”μόχλευση” του έργου και τις αποφάσεις των κομματικών τους συνοικιακών συμβουλίων.
Το ίδιο κάνουν και τώρα μιμούμενοι την τελευταία Αριστερά.
ΣΑΣ ΓΝΩΡΙΣΑΜΕ ,ΔΕΝ ΣΑΣ ΞΑΧΝΑΜΕ ,ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΚΑΛΑ .