Ο εθνικός στόχος της Τουρκίας, όπως αποκαλύπτεται μέσα από τα «επιστημονικά» πονήματά της

3/10/20 | 2 | 0 | 1,124 εμφανίσεις

της Δρ Άννας Κωνσταντινίδου

Ιστορικού- Διεθνολόγου[1]

Γενική Επισκόπηση των τουρκικών ενεργειών: Ο Στρατηγικός Σχεδιασμός τής Τουρκίας αρχίζει και καταλήγει στην κυριαρχία τής θάλασσας. Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουν τόσο οι Θεσμοί και οι Αρχές που ασκούν εξουσία στο ελληνικό κράτος όσο και η Διεθνής Διπλωματία, ότι ο κύριος και μοναδικός στόχος τής γειτονικής χώρας είναι να καταστεί θαλάσσια Δύναμη. Όλες οι υπόλοιπες θέσεις που κατά καιρούς αναδεικνύει στο διπλωματικό προσκήνιο, κυρίως όσον αφορά τις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Κύπρο, στην πραγματικότητα αποτελούν τον μοχλό ή –πιο σωστά- το μέσο για την επίτευξη τού σκοπού της που είναι η θαλασσοκρατορία και σε καμία περίπτωση οι κατά καιρούς αξιώσεις της δεν είναι ο κύριος αυτοσκοπός της, όπως η ίδια αφήνει να διαφαίνονται ή όπως λανθασμένα ερμηνεύονται από αρκετούς διεθνολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και αναλυτές.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να καταστεί σαφές με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο, ότι η γειτονική χώρα έχει μελετήσει με ιδιαίτερη ακρίβεια τον σχεδιασμό τού στρατηγικού σκοπού της, εδώ και πολλές δεκαετίες.

Μοχλοί εθνικής (τουρκικής) προπαγάνδας και οι αξιώσεις της: Δύο είναι οι αποδέκτες τής προπαγάνδας της, το εσωτερικό κατεστημένο της, δηλαδή οι πολίτες της και η Διεθνής Κοινή Γνώμη και ειδικότερα οι πολιτικές ηγεσίες των υπολοίπων κρατών. Όσον αφορά τους πυλώνες για τη συστηματική και απρόσκοπτη διάδοση των δογμάτων της είναι: τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα επιστημονικής διάστασης εγχειρίδια και η δημιουργία εθνικών ιδεολογημάτων.

Με αφορμή το βιβλίο τού πρώην Υπουργού Εξωτερικών τής Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, το Στρατηγικό Βάθος και το ιδεολόγημα τής Γαλάζιας Πατρίδας το παρόν κείμενο έχει πρόθεση να αναδείξει, ότι ο κύριος στόχος τής γειτονικής χώρας είναι η θαλάσσια κυριαρχία που είναι και αυτή που θα της προσδώσει την απόλυτη ισχύ σε διπλωματικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο.. Αναμφισβήτητα, όταν μία χώρα (και εν προκειμένω η Ελλάδα) δεν έχει αντιληφθεί τις πραγματικές προθέσεις ενός κράτους με το οποίο βρίσκεται σε διένεξη, εκ των πραγμάτων δεν  θα είναι σε θέση να συστήσει ένα «επιτελικό σχέδιο» διαπραγμάτευσης –και γιατί όχι- ακόμα και αντίδρασης.

Ο αναγνώστης, ξεφυλλίζοντας απλά και μόνο το Στρατηγικό Βάθος, χωρίς να σταθεί σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή υποενότητες, αλλά ίσως μοναδικά στα περιεχόμενά του, εύκολα αντιλαμβάνεται, ότι τα τρία τέταρτα (3/4) τού εγχειριδίου περιστρέφονται γύρω είτε από χώρες που επικέντρωσαν το διπλωματικό και πολιτικό σχεδιασμό τους στο στρατηγικό πλεονέκτημα τής θαλάσσιας γεωγραφίας τους είτε από κράτη, τα οποία εξαιτίας της μειονεξίας τους να κείτονται μακριά από θάλασσα ή να κείτονται σε περίκλειστα ύδατα, δεν είχαν την δυνατότητα να καταστούν κυρίαρχες δυνάμεις, ενώ διέθεταν οικονομικά ή πλουτοπαραγωγικά ερείσματα. Η διεξοδική ανάλυση με μία σειρά ιστορικών παραδειγμάτων για την επιγένεση και κατίσχυση των δύο μεγάλων αυτοκρατορικών δυνάμεων τού αρχαίου κόσμου, της Ελλάδας και της Ρώμης, λόγω του θαλάσσιου κρατισμού τους με τον ταυτόχρονο παραλληλισμό τού αραβικού χαλιφάτου που δεν κατόρθωσε να επιβληθεί ως Αυτοκρατορία, ενώ διέθετε στρατιωτική δυναμική, αποτελούν μία πρώτη προβληματική για τον τρόπο που η γειτονική χώρα αντιλαμβάνεται την έννοια τής ισχύος και τις συνθήκες και το μέσο που θα την βοηθήσουν να καταστεί κυρίαρχη Δύναμη. Και αυτός ο μοχλός είναι η θάλασσα. Παρατηρώντας σε έναν χάρτη τη γεωγραφική θέση τού τουρκικού κράτους, άμεσα γίνεται αντιληπτό, ότι περικυκλώνεται από δύο θαλάσσια κράτη, την Ελλάδα και την Κύπρο. Οι δύο αυτές χώρες, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ανήκουν σε μία ευρύτερη γεωπολιτική «οικογένεια», την ευρωπαϊκή, λαμβάνουν επιπλέον το πλεονέκτημα με Διεθνείς Συνθήκες να είναι κυρίαρχα σε Αιγαίο και Μεσόγειο, με το ελληνικό να εκτείνεται και στις δύο θαλάσσιες περιοχές.

Και στο σημείο αυτό εγείρονται μία σειρά –ρητορικών ουσιαστικά- ερωτημάτων που αποδεικνύουν –ίσως τελείως και μοναδικά- ότι η Τουρκία αυτό που διεκδικεί είναι τον θαλάσσιο χώρο, ενώ όλες οι υπόλοιπες αξιώσεις –που κατά καιρούς εγείρει, πχ. ενεργειακά, συνεκμετάλλευση, οικονομικές ζώνες κτλ- είναι οι αφορμές και όχι ο στόχος της που είναι η θαλασσοκρατορία. Αν η Ελληνική και η Διεθνής Διπλωματία κατανοήσουν τον πραγματικό σκοπό τού γειτονικού κράτους, είναι βέβαιο, ότι θα αναπροσαρμόσουν ανάλογα, τον τρόπο διαχείρισης και αντιμετώπισης των προκλήσεων που αυτό επιδεικνύει:

  1. Αν η Τουρκία αποσκοπούσε στην κατίσχυση μέσω της ενεργειακής ασφάλειας, γιατί δεν επικεντρώνεται τη δεδομένη χρονική περίοδο ή δεν επικεντρώθηκε στο πρόσφατο ιστορικό παρελθόν της στις οικονομικές και διπλωματικές συμμαχίες που έχει με όμορα κράτη τής περιοχής της και που αποτελούν τον πιο ενδεδειγμένο και με λιγότερα ρίσκα τρόπο να κινεί τα «πιόνια τού ενεργειακού παιχνιδιού»; Προς επίρρωση των γραφομένων, το γειτονικό κράτος, όχι μόνο δεν είναι ενεργειακά περιθωριοποιημένο, αλλά ο χώρος τής Τουρκίας ως περιοχή (και μόνο) διέλευσης αγωγών που μεταφέρουν ενεργειακούς πόρους από την Ανατολή στη Δύση έχει βαρύνουσα σημασία στη διεθνή ενεργειακή «σκακιέρα». Άλλωστε, η ίδια συμμετέχει στα δύο μεγάλα projects των ΤΑΝΑΡ →ΤΑΡ.
  2.  Θα ήταν διπλωματικό ατόπημα ο ισχυρισμός, ότι η Τουρκία έχει ανοιχτά θαλάσσια ζητήματα μόνο με την Ελλάδα και την Κύπρο. Η γείτονα έχει θέματα με οποιαδήποτε θαλάσσια χώρα τής περιοχής της. Και αυτό είναι απόρροια –και θα τονίζεται συνεχώς και αδιαλείπτως- τού κύριου στόχου της που θα την καταστήσει κυρίαρχη δύναμη και είναι η κατίσχυση στη θάλασσα. Έχουμε, άραγε, αναρωτηθεί, γιατί επικεντρώνει τις ενέργειές της σε Αίγυπτο και Λιβύη; Και τα δύο αυτά κράτη τής Βορείου Αφρικής είναι μεσογειακά με την Αίγυπτο, έχοντας το Σουέζ, να κατέχει ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία. Φυσικά, κάποιος εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί, γιατί το τουρκικό κράτος δεν δείχνει την ίδια επιμονή με την Τυνησία ή και με το Μαρόκο που και αυτά κείτονται στη Μεσόγειο. Η απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι, ότι όσον αφορά το τυνησιακό κράτος, πάντοτε βρισκόταν στο διπλωματικό «άρμα» της Αιγύπτου, ακόμα και όταν οι δύο χώρες τελούσαν υπό καθεστώς προστατευτισμού διαφορετικών «πατρώνων», ενώ το Μαρόκο αποτελεί ένα πολιτειακό κατεστημένο βαθιά επηρεασμένο από την ευρωπαϊκή κουλτούρα, καθώς οι Γάλλοι άφησαν «ανεξίτηλο το σημάδι τους» στην μετέπειτα μαροκινή κοινωνία. Η Τουρκία, επιδιώκοντας να δελεάσει διπλωματικά την Αίγυπτο, όσον αφορά την οριοθέτηση τής μεταξύ τους ΑΟΖ ή να συνδράμει στρατιωτικά την Λιβύη, θεωρεί ότι θα πετύχει δύο τετελεσμένα: το πρώτο θα είναι εύκολη κατίσχυση και στην υπόλοιπη Βόρεια (μουσουλμανική) Αφρική που κείτεται στη Μεσόγειο αφετέρου θα έχει κερδίσει τη Μεσόγειο (με όλα τα στρατηγικής σημασίας περάσματά της, όπως το Σουέζ).
  3. Συμπληρωματικά και συνέχεια τού παραπάνω ερωτήματος, μήπως το νέο-οθωμανικό δόγμα που «ευαγγελίζεται» μέσω των ενεργειών της η γείτονα χώρα, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί –ίσως μοναδικά- το περιτύλιγμα, για να συσπειρώσει τα μουσουλμανικά κράτη, όπως θεωρεί ότι μπορεί να πετύχει;
  4. Άραγε, γιατί η Τουρκία επιδιώκει τόσο στενή διασύνδεση με την Αλβανία, μία χώρα που βρίσκεται μακριά από το ενεργειακό περιβάλλον που υποτίθεται ότι η πρώτη αποσκοπεί να αξιοποιήσει; Καθίσταται ιστορικά γνωστό, ότι το αλβανικό κράτος ιδρύθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις μετά από απαίτηση τής Ιταλίας, ώστε να έχουν τα καράβια της απρόσκοπτη διέλευση στην Αδριατική. Πρώτος στόχος τού τουρκικού κράτους είναι να καταστεί διαδοχικά κυρίαρχο στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο, ώστε πολύ εύκολα και χωρίς ρίσκο να εδραιωθεί και στην Αδριατική. Και, όπως, αντιλαμβάνεται κάποιος, παρατηρώντας τον χάρτη, το φυσικό εμπόδιο για τη γείτονα χώρα, είναι η Ελλάδα που κατακλύζεται από τη θάλασσα που η πρώτη επιδιώκει.

Πηγές έμπνευσης τού τουρκικού αναθεωρητισμού: Θα ήταν παράδοξο να μην γίνει αναφορά στο έργο τού Υποναυάρχου, Α.Θ. Μάχαν για την θαλάσσια ισχύ που αποτελεί για τον Αχμέτ Νταβούτογλου το «επιμύθιο» τής στρατηγικής ανάλυσής του για την επίδραση τής θάλασσας στην επιγένεση ισχύος  και την κατίσχυση ενός κράτους με μέσο αυτήν στο Παγκόσμιο Σύστημα. Ο ίδιος, ο Άλφρεντ Μάχαν προσδιορίζει τα γνωρίσματα τής θαλάσσιας ισχύος που είναι: α. η γεωγραφική θέση (δηλαδή μία χώρα να βρίσκεται δίπλα ή να περιβάλλεται από θάλασσα), β. το κράτος να έχει την κατάλληλη φυσική διαμόρφωση, λχ. συστάδα νησιών, βραχονησίδων κτλ, γ. η χώρα να έχει αναπτύξει στενή σχέση με το υγρό στοιχείο πχ. από τις δραστηριότητες τού πληθυσμού της μέχρι τη νοοτροπία (παραδόσεις, ήθη- έθιμα, κουλτούρα) γύρω από αυτό. Και ένα από τα κρατικά μορφώματα που φέρει –ίσως περισσότερο σε σχέση με άλλα- την πλειονότητα των προαναφερθέντων χαρακτηριστικών, που προσδιορίζουν όχι μόνο τη θαλάσσια ισχύ, αλλά και την κατίσχυση ως Δύναμη, είναι η Ελλάδα.

Από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται ο αναθεωρητισμός τής Τουρκίας από το πολιτικό και επιστημονικό κατεστημένο τόσο της Διεθνούς Κοινότητας όσο και κυρίως της Ελλάδας, είναι γεγονός ότι δεν έχουν αντιληφθεί ποιος είναι ο πραγματικός και μοναδικός στόχος τής γείτονας χώρας. Επικεντρώνοντας την προσοχή μας στα βιβλία Ελλήνων διεθνολόγων, οι οποίοι επικαλούνται ως μοναδική λύση στην ελληνοτουρκική αντιμαχία, την αμοιβαία υποχώρηση στις παγιωμένες εθνικές διεκδικήσεις για την υφαλοκρηπίδα και κυρίως η ελληνική πλευρά να προβεί σε μία μορφή «συμβιβασμού», λόγω του γεωγραφικού πλεονεκτήματός της, τεκμαίρεται το συμπέρασμα, ότι δυστυχώς ένα τμήμα τής ελληνικής επιστημονικής κοινότητας δεν έχει κατανοήσει και αντιληφθεί, ότι το συγκεκριμένο θέμα αποτελεί για τη γείτονα το εφαλτήριο και σε καμία περίπτωση ο πραγματικός στόχος τού στρατηγικού σχεδιασμού της. Καθώς ο πραγματικός στόχος της είναι η κατίσχυση στη θάλασσα, η οποία θα πραγματοποιηθεί με την επικράτηση, κυρίως, στο Αιγαίο.

Προς επίρρωση των παραπάνω θέσεων, οι θιασώτες τού δόγματος «της αμοιβαίας υποχώρησης στις διεκδικήσεις για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών» προσδιορίζουν την επιστημονική τεκμηρίωσή τους –ως επί το πλείστον- στη βάση τής νομολογίας τού Διεθνούς Δικαστηρίου τής Χάγης για ζητήματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, παρόμοιας προβληματικής με το αντίστοιχο της ελληνοτουρκικής διένεξης. Ως Πολιτική Επιστήμων δεν θα σταθώ στο καθαρά νομικό- τεχνικό σκέλος, που πολλοί έμπειροι νομικοί έχουν αναλύσει διεξοδικά, αλλά θα επικεντρωθώ στις πολιτικό- διπλωματικές ενέργειες τής γειτονικής χώρας μας που αποδεικνύουν, ότι οι προθέσεις και οι διεκδικήσεις της στην πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετικές από αυτές που αφήνει να διαφανούν και που εμείς ως κράτος λανθασμένα εστιάζουμε την επιχειρησιακή στρατηγική μας αποκλειστικά και μόνο σε αυτές, χωρίς να ερευνήσουμε άλλες παραμέτρους.

Στο βιβλίο του Ομ. Καθηγητή ΕΚΠΑ, Αλέξη Ηρακλείδη, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος, διαβάζουμε: «Από ποιες φάσεις διήλθε η διένεξη του Αιγαίου; Η διένεξη του Αιγαίου μπορεί να διακριθεί σε πέντε περιόδους από το 1973 που ξεκίνησε μέχρι σήμερα (ενν. το 2020) (σελ. 18)…Η κυρίαρχη άποψη στην Τουρκία είναι ότι η Ελλάδα είναι αναθεωρητική στο Αιγαίο… Η Τουρκία είναι πεπεισμένη ότι η Ελλάδα εκλαμβάνει το Αιγαίο ως «ελληνική λίμνη»…Από τη δεκαετία του 1960 η «παράνομη στρατικοποίηση» των νησιών του ανατολικού Αιγαίου (σελ. 23)…Για μια πληρέστερη κατανόηση τής γενικότερης τουρκικής στάσης με αντίκτυπο και στα θέματα τού Αιγαίου, θα πρέπει να αναφερθούμε και στο «σύνδρομο των Σεβρών» ή «φοβία των Σεβρών» (σελ.23) …Για τους Τούρκους πρόκειται για τον τρόμο τής συρρίκνωσης και του διαμελισμού τής χώρας τους, που δεν αποτελεί μόνο παρανοϊκή αφήγηση των αδαών Τούρκων με ελλιπή παιδεία και άγνοια τής διεθνούς πολιτικής, αλλά αντίληψη με τεράστια απήχηση σε πολιτικούς (και όχι μόνο σε εθνικιστές πολιτικούς), στρατιωτικούς, δημοσιογράφους, ανώτατους διπλωματικούς, αλλά και πολλούς διανοουμένους, δεξιούς (εθνικιστές και ισλαμιστές), κεντροαριστερούς (κεμαλιστές) και αριστερούς (σελ.24)…».

Διαβάζοντας τα ανωτέρω που αντικατοπτρίζουν το πώς αντιλαμβάνεται και κάτω από ποιο πλαίσιο προσδιορίζει η γειτονική χώρα τα ανοιχτά θέματα με την Ελλάδα, οφείλουμε να σταθούμε σε τρεις παραμέτρους που αποδεικνύουν αφενός ότι ο κύριος στόχος της αφορά τα νησιά και κατ’ επέκταση το υγρό στοιχείο αφετέρου ότι ο στρατηγικός σχεδιασμός της για τα εθνικά ζητήματα είναι ενιαίος και αδιαίρετος για όλο το πολιτικό φάσμα, είτε είναι εθνικιστές, είτε κεμαλιστές, είτε αριστεροί. Ένα δεύτερο στοιχείο που αναδεικνύει τον φόβο τού γειτονικού κράτους από την ισχύ που προσδίδει η θάλασσα στη χώρα μας είναι, ότι «η Τουρκία είναι πεπεισμένη, ότι η Ελλάδα εκλαμβάνει το Αιγαίο ως «ελληνική λίμνη» και ότι διακατέχεται από το «σύνδρομο των Σεβρών». Και στην τρίτη παράμετρο που οφείλουμε να επικεντρωθούμε ως χώρα, καθώς ένα τμήμα  Ελλήνων πολιτικών και διεθνολόγων θεωρούν, ότι η γείτονα χώρα, λόγω του μεγαλοϊδεατισμού τού σημερινού Προέδρου της επιδεικνύει αυτήν την προκλητικότητα και ότι οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο κράτη θα αλλάξουν με την ανάρρηση στην εξουσία ενός μετριοπαθούς ηγέτη, είναι να καταθέσουμε στο παρόν άρθρο, ότι ο εθνικός σχεδιασμός για την Τουρκία, εδώ και πολλά χρόνια, είναι ενιαίος και αδιαίρετος και στην ίδια βάση θα συνεχίσει να υφίσταται και στο μέλλον.

Εξετάζοντας ενδελεχώς τις παραμέτρους των προθέσεων που θα οδηγήσουν στον κύριο σκοπό τής γείτονας που είναι η κατίσχυση στη θάλασσα ως μέσο για την εγκαθίδρυση σε ηγεμονεύουσα δύναμη σε Μεσόγειο και Αιγαίο, δεν πρέπει να διαφεύγει, ότι η Τουρκία σχεδιάζει την στρατηγική δράση της στην ελληνική θαλάσσια περιοχή ήδη από τη δεκαετία του 1970 και κυρίως μετά το 1973, όταν οι σχέσεις τής Ελλάδας με τους συμμάχους της ήταν μεταξύ «σφύρας και άκμονος». Η απόφαση τού Κωνσταντίνου Καραμανλή να απομακρυνθεί το ελληνικό κράτος από το στρατιωτικό σκέλος τού ΝΑΤΟ, μετά την εισβολή και κατοχή τού βόρειου τμήματος τής Κύπρου, ως χρονικό ορόσημο δείχνει, ότι δεν αποτελεί παρά η αφορμή από μέρους τής Τουρκίας, ώστε να εκμεταλλευτεί τη συγκεκριμένη συγκυρία, ώστε να θέσει σε λειτουργία τα σχέδιά της για τη δημιουργία αφενός εμπλοκών στα εθνικά δίκαιά μας αφετέρου μίας σειράς παράνομων διεκδικήσεων από μέρους της με την ανοχή των συμμάχων. Λαμβάνοντας, επίσης, υπόψη το γεγονός, ότι η Γαλλία είχε και αυτή απομακρυνθεί από το 1966 από το στρατιωτικό σκέλος τού ΝΑΤΟ, καθώς οι ΗΠΑ προωθούσαν σε διαφορετικά πλαίσια την στρατιωτική συμμαχία τους με τη Μ.Βρετανία στο νοτιοανατολικό τμήμα τού συνασπισμού, συγχρόνως με το γεγονός, ότι η Αγγλία είχε σημειακά συμφέροντα στη ΝΑ Μεσόγειο και ιδιαίτερα στην Κύπρο που δεν ήταν εύκολο να ευοδωθούν μετά το 1960, η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο όλες αυτές τις συγκυρίες, προκειμένου να προωθήσει τα σχέδιά της για ένα νέο status quo στο θαλάσσιο χώρο τού Αιγαίου και της Μεσογείου. Η αντιδραστική συμπεριφορά τής Τουρκίας άρχισε μετά το 1973, ενώ όπως τεκμαίρεται από τις νομικές πηγές ήδη από το 1959 γνώριζε τις δραστηριότητες τού ελληνικού κράτους να αδειοδοτεί εταιρείες για την έρευνα και γεώτρηση υδρογονανθράκων. Οπότε το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι, γιατί ενώ για μία δεκαετία δεν προέβη σε κάποια αντίδραση εναντίον της Ελλάδας, ξαφνικά από τη δεκαετία του 1970 και μετά άρχισε να δημιουργεί μεθοδευμένες προσπάθειες, προκειμένου όπως διατεινόταν (και διατείνεται) να προασπίσει τα συμφέροντα που φέρει στην αιγαιακή (και μεσογειακή) περιοχή;

Οι απαντήσεις που μπορούν να δοθούν για όλες τις ανωτέρω προβληματικές είναι αρκετές και τεκμηριώνονται στη βάση των ιστορικών γεγονότων και διπλωματικών εξελίξεων τής τότε εποχής. Αρχικά οφείλουμε να καταθέσουμε αυτό, ότι η Κύπρος, αν και αυτόνομο κράτος μετά το 1960, ωστόσο για τη Διεθνή Διπλωματία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ελλάδα. Όπως είναι ιστορικά γνωστό μέχρι το 1960 ήταν προτεκτοράτο τής Μ. Βρετανίας, ενώ είναι γεγονός ότι η απόφαση τού Εθνάρχη Μακάριου το 1961 να ταχθεί στο πλευρό τού «Κινήματος των Αδεσμεύτων» επέδρασε καταλυτικά, ώστε η Δύση (και κυρίως οι ΗΠΑ και η Αγγλία) να επανακαθορίσει τους στρατηγικούς σχεδιασμούς της στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή τής Μεσογείου, καθώς δεν επαληθεύτηκαν οι ευσεβείς πόθοι της, ώστε με μοχλό την Ελλάδα, να πειστεί το κυπριακό κράτος να προσχωρήσει στο δυτικό στρατιωτικό σχηματισμό.

Η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τις πολιτικές διακυμάνσεις που επικρατούσαν εντός του ελλαδικού χώρου από το 1966 και μετά, ώστε να δημιουργήσει το νέο στρατηγικό σχεδιασμό της για την κατίσχυσή της σε Αιγαίο και Μεσόγειο με πρώτο εφαλτήριο τα νησιά του αιγαιακού συμπλέγματος. Η δυσαρέσκεια των Βρετανών και γενικότερα των Δυτικών με την τροπή των εξελίξεων για τα συμφέροντά τους στην Κύπρο, συγχρόνως δε με σύμμαχο ένα ελληνικό κράτος που δεν ήταν διατεθειμένο, λόγω εσωτερικών ζητημάτων να δει τη διπλωματία του το 1966, αποτέλεσαν βασικούς παράγοντες, ώστε η Τουρκία για την Δύση να αρχίσει να λαμβάνει «λειτουργικό ρόλο».

Ότι ο βασικός στόχος τής γειτονικής μας χώρας ήταν η κατίσχυση στη θάλασσα φάνηκε αφενός από την κατοχή τού βορείου τμήματος τής Κύπρου αφετέρου επικεντρώνοντας την αρχική διένεξή της (1973) σε ένα εύρος νοητής οριογραμμής διεκδίκησης που περιλάμβανε τα νησιά Σαμοθράκη, Λήμνο, Άγιο Ευστράτιο, Λέσβο, Χίο, Ψαρά και Αντιψαρά, που το καθεστώς τους είχε ήδη διευθετηθεί με τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Με ρηματική διακοίνωση στις 27 Φεβρουαρίου 1974, η Τουρκία, αναφερόμενη ότι τα νησιά αυτά είναι προέκταση τής ακτής τής Ανατολίας, άνοιγε ζήτημα διεκδίκησης τού Αιγαίου Πελάγους. Τον ίδιο χρόνο και πιο συγκεκριμένα στις 29 Μαΐου 1974, και ενώ οι δύο χώρες βρίσκονταν σε μία προσπάθεια προσέγγισης για την έναρξη συνομιλιών, το γειτονικό κράτος με συνοδεία 32 πολεμικών πλοίων έστειλε για έρευνα το υδρογραφικό Candarli, «δεσμεύοντας» ένα εύρος περιοχής που εκτεινόταν σε τμήματα τού Νοτίου Αιγαίου, δυτικά των Δωδεκανήσων και των Κυκλάδων, όπως και σε περιοχή νοτιοανατολικά τής Ρόδου που αποτελεί υφαλοκρηπίδα τού συγκεκριμένου νησιού.

Η έρευνα τού σεισμογραφικού πλοίου σε περιοχή που περιλάμβανε και τμήμα τού συμπλέγματος των Κυκλάδων αποδεικνύει ουσιαστικά, ότι στόχος τής Τουρκίας δεν ήταν μόνο να επανατοποθετήσει τις εθνικές αξιώσεις της σε ύδατα που βρίσκονται πλησίον των ακτών της, αλλά να «καπηλευτεί» το Αιγαίο. Άλλωστε, οι γείτονές μας, δημιουργώντας τη νεότερη στρατηγική «κοσμοθεωρία» τους στη φράση ότι «οι Έλληνες εκλαμβάνουν το Αιγαίο ως ελληνική λίμνη», στην πραγματικότητα περικλείει τις απώτερες αξιώσεις τους για το συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, οι οποίες περίτρανα διαφαίνονται, εκτός των άλλων,  μέσα από το «φοβικό σύνδρομο των Σεβρών». Για να κατανοηθεί ποιο είναι ουσιαστικά το εθνικό σχέδιο τής γειτονικής χώρας, είναι καλό να αναφερθούν οι όροι τής Διεθνούς Συμφωνίας που αφορούσαν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η εν λόγω Συνθήκη υπογράφηκε στον Ιούλιο του 1920 στην πόλη Σεβρ τής Γαλλίας.

« Στο ελληνικό κράτος παραχωρούνταν τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος, καθώς επίσης και η Ανατολική Θράκη μέχρι τη γραμμή Τσατάλτζας στην Κωνσταντινούπολη. Η περιοχή τής Σμύρνης έμενε υπό την ονομαστική επικυριαρχία τού Σουλτάνου, αλλά θα διοικούνταν από Έλληνα Ύπατο Αρμοστή που θα τοποθετούσαν οι συμμαχικές Δυνάμεις, και θα υπήρχε δυνατότητα προσάρτησης στο ελληνικό κράτος μετά από πέντε έτη και μέσω δημοψηφίσματος… Η Ιταλία συμφώνησε να παραχωρήσει τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα, χωρίς να περιλαμβάνονται τα νησιά Ρόδος και Καστελόριζο, και όταν η Βρετανία μελλοντικά παραχωρούσε την Κύπρο στην Ελλάδα, τότε και μετά από δημοψήφισμα, θα δίνονταν και τα δύο αυτά νησιά στο ελληνικό κράτος (ωστόσο το συμπεφωνημένο σκέλος με την Ιταλία αναιρέθηκε χρονικά λίγο αργότερα).

Διαβάζοντας, τους όρους τής Διεθνούς Συμφωνίας και γνωρίζοντας, αφενός ότι η συγκεκριμένη Συνθήκη δεν τέθηκε σε ισχύ, καθώς δεν επικυρώθηκε από τα Κοινοβούλια των περισσότερων συμμαχικών κρατών (ούτε από το ελληνικό), αφετέρου το 1923 υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάνης , η οποία διαμόρφωνε de facto το status quo σε Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Ίμβρο και Τένεδο, τίθενται μία σειρά εύλογων ερωτημάτων, που, ωστόσο, είναι ρητορικής φύσης: α. Γιατί άραγε, η Τουρκία να φέρει μέχρι σήμερα διπλωματικά ένα φοβικό σύνδρομο, που στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε να έχει την εννοιολογική ερμηνεία του «συνδρόμου» μια και ποτέ δεν εφαρμόστηκε η Συνθήκη των Σεβρών, οπότε, δεν είχε επιδράσει αρνητικά στο συγκεκριμένο κράτος; β. Το δεύτερο ερώτημα που προκύπτει είναι, μήπως κάποιοι Έλληνες διεθνολόγοι και νομικοί είναι ιδιαίτερα επιεικείς στον τρόπο που ερμηνεύουν και προσεγγίζουν τις προθέσεις τού γειτονικού κράτους, δίνοντάς του το άλλοθι τού φόβου για τον ζωτικό του χώρο, όπως αυτό διατείνεται; γ. Μήπως η Τουρκία φέρει το πλασματικό «σύνδρομο των Σεβρών», γιατί αποσκοπεί σε κάτι ευρύτερο από αυτά που αναφέρονται στην Συνθήκη τής Λωζάνης για το καθεστώς τού Αιγαίου; Στη βάση τής Σύμβασης τού 1920, η πλειονότητα των όρων αφορούσαν τον καθορισμό γεωγραφικών περιοχών, κύρια και πρωταρχικά, ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και την Ιταλία και Μ. Βρετανία. δ. Μήπως η Ελλάδα (ανεξάρτητα αν οι διακρατικές αυτές συμφωνίες εφαρμόστηκαν από τα εμπλεκόμενα μέλη) με το να είναι η πρώτη συμβαλλόμενη στα εκάστοτε διεθνή κείμενα, επί της ουσίας, αποδεικνυόταν η δυναμική που έφερε στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο και αναγνωριζόταν η de facto επικυριαρχία της σε συγκεκριμένα νησιωτικά συμπλέγματα (λχ. Δωδεκάνησα) και σε ευρύτερες θαλάσσιες περιοχές; (για να μην αναφερθούμε στη Συνθήκη των Παρισίων του 1947, όπου η γειτονική χώρα, ως κράτος μη συμβαλλόμενο δεν έχει το δικαίωμα να θέτει αξιώσεις –σήμερα- ως προς το καθεστώς των Δωδεκανήσων).

Το Εθνικό Όραμα τής Τουρκίας: Όπως διαφαίνεται από τον προκλητικό τρόπο που ενεργεί όλα αυτά τα χρόνια η γειτονική χώρα απέναντι στο ελληνικό κράτος, αναγνωρίζει οιωνεί το δεύτερο ως θαλάσσια δύναμη και αυτό προσπαθεί με κάθε τρόπο να αντιστρέψει. Η θάλασσα αποτελεί για την Τουρκία το εχέγγυο που θα την καταστήσει κυρίαρχη ανάμεσα στους διεθνείς δρώντες. Για το λόγο αυτό, γίνεται, άλλωστε, πασιφανές από τον στρατηγικό σχεδιασμό της, ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το υγρό στοιχείο, καθώς τα «ιθύνοντα μυαλά» τού εθνικού οράματός της έχουν άμεση σχέση με τη θάλασσα. Ο «πατέρας» της Γαλάζιας Πατρίδας, Τζιχάντ Γιαϊτζί υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό και αποστρατεύτηκε με το βαθμό τού Υποναυάρχου. Συγχρόνως, οι αξιώσεις που θέτει ο Ναύαρχος, Γιαϊτζί, στο βιβλίο του, Οι Απαιτήσεις της Ελλάδας -τα προβλήματα του Αιγαίου, αποδεικνύουν επί της ουσίας, ότι ο κύριος στόχος είναι η επικράτηση στην θάλασσα. Όμως και η εννοιολογική διάσταση τής Γαλάζιας Πατρίδας προσδιορίζει το εθνικό ιδανικό που οροθετεί ως ζωτικό περιβάλλον. Κάτω από το πρίσμα αυτό και επειδή κάθε κράτος αναδεικνύει σε διαφορετικά πλαίσια από κάποιο άλλο τι αποτελεί για αυτό εθνικό συμφέρον για την επιβίωσή του, οπότε δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες προστασίας του, το ζωτικό συμφέρον τής Ελλάδας είναι η θάλασσα και αυτό πρέπει να κατανοηθεί τόσο από το πολιτικό φάσμα της χώρας όσο και από τους Διπλωμάτες της, ώστε να σχεδιάσουν την εθνική στρατηγική με γνώμονα την προστασία των θαλασσών της.

Κάτω από ποια πλαίσια προτείνεται να κινηθεί ο νέος σχεδιασμός τής Ελλάδας για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις;

Εστίαση εθνικών ενεργειών: Στην παρούσα φάση, αναλύοντας και συγκρίνοντας τα γεγονότα που διαδραματίζονται στο περιφερειακό περιβάλλον της, η Ελλάδα καθίσταται επιβεβλημένο να δημιουργήσει τη στρατηγική της στη βάση δύο πυλώνων: από τη μία πλευρά να προβεί στην αναπροσαρμογή τής εξωτερικής πολιτικής της, στοχεύοντας αφενός σε νέες συμμαχίες αφετέρου στην αναθέρμανση των ήδη υφισταμένων, από την άλλη πλευρά κρίνεται αναγκαίο η ανανέωση του στρατιωτικού εξοπλισμού της και κυρίως του Πολεμικού Ναυτικού της, ώστε να δημιουργήσει ένα προγεφύρωμα για την ανάσχεση τής τουρκικής απειλής στις θάλασσές της, το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Και πλέον, όσο ποτέ άλλοτε στο σύγχρονο παρελθόν του, το ελληνικό κράτος έχει τη δυνατότητα να αδράξει τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται, εξαιτίας των συνθηκών που εντείνουν τις εξελίξεις στη ΝΑ Μεσόγειο.

Αναμφισβήτητα, υπάρχουν θιασώτες τής άποψης, ότι η Τουρκία είναι μία κραταιά περιφερειακή δύναμη που δύσκολα θα περιθωριοποιηθεί από τη Διεθνή Διπλωματία. Το λάθος όσων εκφράζουν τη συγκεκριμένη θέση είναι, ότι αδυνατούν να αξιολογήσουν τις ενέργειες και τις αντιδράσεις τής γειτονικής χώρας. Γιατί, αν το τουρκικό κράτος δεν είχε την ανασφάλεια, ότι είναι αναλώσιμο για τη Διεθνή Διπλωματία,  δεν θα είχε διαβλέψει και οπότε επενδύσει στην έννοια τής θαλάσσιας ισχύς ως μόνη συνθήκη εθνικής επιβίωσης για την ίδια, και οπότε, θα είχε διαμορφώσει την εξωτερική πολιτική του τόσο ως προς το περιφερειακό περιβάλλον του όσο και ως προς τους μεγάλους δρώντες σε πολύ διαφορετικά πλαίσια, χωρίς να δείχνει έντονη προκλητικότητα.

Βιβλιογραφία

Δούση Εμμανουέλα, (1998), Το έννομο συμφέρον στη Νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης- κλασικές εφαρμογές και νέες τάσεις, Αθήνα- Κομοτηνή: Αντ.Σάκκουλα.

Ηρακλείδης Αλέξης, (2020), Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος- 50+1 όψεις των ελληνοτουρκικών διενέξεων, Αθήνα: Θεμέλιο & Αλέξης Ηρακλείδης, σσ. 18, 23-24.

Ιωάννου Κ.- Στρατή Α., (2000), Δίκαιο της Θάλασσας, β’ έκδοση, Αθήνα- Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, σσ. 444-446.

Καρακωστάνογλου Βενιαμίν Ισ., (2001), Η αποκλειστική Οικονομική Ζώνη στο νέο Δίκαιο της Θάλασσας- Το νομικό καθεστώς με έμφαση την αλιεία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, σσ. 503-505.

Κληρίδης Γλαύκος, Η κατάθεσή μου, τ.1ος, Λευκωσία: Αλήθεια.

Κωνσταντινίδου Άννα Ιακ., (2019), Το Ισλάμ και το Ενεργειακό Ζήτημα στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, Θεσσαλονίκη: Κ & Μ Σταμούλη- Ι. Χαρπαντίδης, σσ. 66-68.

Νταβούτογλου Αχμέτ, (2010), Το Στρατηγικό Βάθος- Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, (7η έκδοση), Αθήνα: Εκδόσεις Ποιότητα.

Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, (2009), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον 20ο αι., Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αθήνα, Ζάππειο Μέγαρο, 5-9 Ιουνίου 2009.

Williams Ann, (1969), Britain and France in the Middle East and North Africa 1914-1967, London: Macmillan, pp. 124-126.

Αδημοσίευτες πηγές

Αρχείο Ιστορικών Εγγράφων Ε.Λ.Ι.Α, αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φάκελος 2 (υποφ. 2.3).

Υπουργείον επί των Εξωτερικών, (1920), Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων και της Τουρκία, υπογραφείσα εν Σεβραίς τη 28 Ιουλίου 10 Αυγούστου 1920, εν Αθήναις εκ του Εθνικού Τυπογραφείου.

Περιοδικά

Γκλαβίνης Π., Ανδρεάδης Η., Κολοβός Η., Κωνσταντινίδου Α., Σέμκου Α., (2019), Η ολοκλήρωση των αγορών ενέργειας στην Ευρύτερη Ευρώπη, στο ΠερΔικ (2/2019) Περιβάλλον και Δίκαιο, τχ. 88, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, σσ. 183-208.

Ιστότοποι

https://hellasjournal.com/2020/07/o-chenri-kisigker-elege-tin-epochi-tis-pantodinamias-tou-oti-opios-elegchi-ti-mesogio-orizi-ton-kosmo-olo/

tzirkotis.wordpress.com

[1] Η Δρ Άννα Κωνσταντινίδου είναι Ιστορικός- Διεθνολόγος, Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης της Νομικής Σχολής ΑΠΘ και μεταδιδακτορική ερευνήτρια της ίδιας Σχολής. Διδάσκει ως εξωτερική συνεργάτιδα στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου (ΑΔΙΣΠΟ) και εκπονείει μελέτες για το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ).

Category: Διπλωματία, Κυριο Θεμα

( 2 )

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. 1
    Γιώργος says:

    Άριστη ανάλυση. Τεκμηριωμένες απόψεις. Ευχαριστούμε τις “ανιχνεύσεις” για τις πολύ σοβαρές αναρτήσεις. Συμπέρασμα: Άμεση και σοβαρή ενίσχυση του πολεμικού ναυτικού. Είναι πλέον θέμα εθνικής επιβίωσης.

  2. 2
    Kostas says:

    Εύχομαι οι πολιτικοί μας να κατανοήσουν τα παραπάνω και να μην είναι πολύ αργά για θυσίες και ενέργειες εκ μέρους μας, προκειμένου να υπερασπιστούμε τα Ελληνικά νησιά και θάλασσα. Εκπληκτικό το πως η Τουρκία μεθοδεύει με υπομονή αυτά τα σχέδιά της και το πως εμείς αδρανήσαμε για πολλά χρόνια στο θέμα αυτό, παρόλο το οδυνηρό ξύπνημα στην Κύπρο το 1974. Ίσως κάποια ελευθερία τύπου και δημοκρατική πρόοδος στην μελλοντική Τουρκία να αλλάξουν κάπως τα παραπάνω, η σημερινή όμως κατάσταση θυμίζει Ελλάδα του τέλους του 14ου αιώνα, λίγο πριν την τελική υποδούλωση. Χρειάζονται πολλές θυσίες και αποφασιστικότητα εκ μέρους μας για να πετύχουμε μελλοντικά αποτροπή αυτής της κατάστασης, έστω και αν η Τουρκία φαίνεται να υπερβαίνει τα ανεκτά όρια αυτή τη στιγμή. Και να ακυρώσουμε με πρόσφορο μέσο (διαβήματα, διαδηλώσεις, κλπ) την παράδοση των 6 υποβρυχίων από τη Γερμανία στην Τουρκία. Δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο των συζητούμενων κυρώσεων? Είναι απαράδεκτο να υπερτερούν οικονομικά συμφέροντα, την στιγμή που υπάρχει απειλή πολέμου.

Back to Top

Leave a Reply

 characters available

 


Το σχόλιο της ημέρας

    1/12/20 | (2 σχόλια)
    Νίκος Χ. Βαρσακέλης Καθηγητής Βιομηχανικής Πολιτικής Τμήμα Οικονομικών Επιστημών Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης barsak@econ.auth.gr Μετα το καλοκαίρι, και ειδικά μετά τον Οκτώβριο, η δημόσια συζήτηση και η συμπεριφορά πολιτών, πολιτικών και κομμάτων μου έφερε στον νου το ποίημα του αείμνηστου συνάδελφου Μελέτη Θεοφίλου: Λέω να ...

Ροή Ειδήσεων


Εορτολόγιο

Φωτογραφία της ημέρας