ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΙ. Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

 

Δημήτρης Σταματόπουλος Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Τι οδήγησε τις βαλκανικές χώρες στην διαμόρφωση των εθνικών τους κρατών

Στα εκατοντάχρονα από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης ο Παύλος Καρολίδης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην μέλος του Οθωμανικού κοινοβουλίου και ένθερμος υποστηρικτής της νέας Μεγάλης Ιδέας που είχε συνεπάρει τον ελληνικό εθνικισμό,  έγραφε στην Ιστορία που εξέδωσε ακριβώς με αυτή την αφορμή:

Και διά του χαρακτήρος και της ιδιότητος ταύτης η επανάστασις η Ελληνική, η πανηγυριζομένη σήμερον υφ’υμών, διαφέρει και υπερέχει πασών των εν Ευρώπη και εν Αμερική επαναστάσεων, και αυτού του υπέρ ελευθερίας αγώνος των βορείων Αμερικανών και της μικρόν μετά τούτον αρξαμένης πολυθρυλήτου Γαλλικής επαναστάσεως των τελευταίων ετών του 18ου αιώνος. Αι επαναστάσεις αύται, ουχί από μεγάλων ιδεών αρχήθεν ορμώμεναι και εμπνεόμεναι,  αλλ’από μερικών όλως τοπικών και χρονικών αιτίων ή άλλων περιστατικών μονομερών του δημοσίου βίου αρξάμεναι, κατά μικρόν, διά συρροής περιστάσεων, μη αρχήθεν εν τω νω της επαναστάσεως υπαρχουσών, αλλά διά τυχαίας φοράς των πραγμάτων προσγινομένων, λαβούσαι ευρυτέρας διαστάσεις κατήντησαν εις τον εκ των υστέρων παραχθέντα ωρισμένον αυτών χαρακτήρα, άνευ διανοίας ενιαίας συνεχούσης και ενούσης πάσας τας φύσεις και τας περιόδους της εξελίξεως και της αναπτύξεως αυτών εις μίαν ιδέαν καθολικήν, και αποτελούσαι συμφυρμόν αρχών, διανοημάτων, φρονημάτων και αισθημάτων, ουχί εν εσωτερική αρμονία προς άλληλα διατελούντων »[1]

Έμελε το έτος έκδοσης του βιβλίου του Καρολίδη, το 1922, να αποτελέσει και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή εκείνης της πολιτικής προϋπόθεσης που επέτρεψε στον Καρολίδη να συγκρίνει, με ένα αίσθημα ανωτερότητας, την ελληνική με τις μεγάλες επαναστάσεις της Δύσης. Ενίοτε οι Μεγάλες Ιδέες δημιουργούν ψευδαισθήσεις και ωθούν σε συμπλέγματα ανωτερότητας εναντίον αυτού που σου προσέφερε το μέτρο της σύγκρισης: δηλαδή τη Δύση.

Πέραν όμως των ιδεολογικών περιπλοκών μιας υπόθεσης που την αποκαλούμε οριενταλισμό (αυτή είναι η βασική προϋπόθεση των Μεγάλων Ιδεών των μικρών εθνών), το ζήτημα της σύγκρισης, ή μάλλον καλύτερα της συσχέτισης, μεταξύ επαναστάσεων που καθόρισαν τη μοίρα ολόκληρων ηπείρων στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Ευρασία με τις επαναστάσεις που αποτέλεσαν κομβικές στιγμές στην ανάπτυξη εθνικών κινημάτων εναντίον των μεγάλων ηπειρωτικών αυτοκρατοριών, και ειδικά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, είναι υπαρκτό και μένει να αναλυθεί. Ίσως το πιο ενδιαφέρον στην κρίση του Καρολίδη είναι ότι την κάνει κατά τη διάρκεια ενός πολέμου: αξιολογεί την εναρκτήρια στιγμή του ελληνικού εθνικού κράτους τη στιγμή που αυτό έχει εξελιχθεί σε αλυτρωτικό διεξάγοντας πολέμους που διήρκεσαν σχεδόν μία δεκαετία.

Η σχέση επαναστάσεων και πολέμων, η αλληλοτροφοδότησή τους και τα σωρευτικά αποτελέσματά τους στην ανασυγκρότηση των διεθνών συσχετισμών και τη διαμόρφωση νέων πολιτικών οντοτήτων είναι ο βασικός άξονας των άρθρων που περιέχονται στον παρόντα τόμο και η βασική ερμηνευτική προσέγγιση για την ανάδυση εθνικών κινημάτων και εθνικών κρατών στα Οθωμανικά Βαλκάνια. Ας δούμε όμως περισσότερο αναλυτικά κάποιες σημαντικές πλευρές αυτής της σχέσης.

Ιστοριογραφικά παραδείγματα

Εάν θα θέλαμε να εμβαθύνουμε στην μαζική παραγωγή επαναστατικών γεγονότων στην καρδιά της ηπειρωτικής Ευρώπης καθόλη τη διάρκεια του μακρύ 19ου αιώνα (διαδικασία που άρχισε από τον αγγλοσαξονικό κόσμο και ολοκληρώθηκε με τις κομμουνιστικές επαναστάσεις της Ευρασίας) και όπως αυτή ανακλάστηκε στις βαλκανικές χώρες, κομμάτι τότε αναπόσπαστο της Οθωμανικής και της Αυστριακής αυτοκρατορίας, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε το εξής: ο μακρύς 19ος αιώνας θα τελειώσει αντίστροφα από ότι ξεκίνησε. Εάν ξεκίνησε με μια Επανάσταση, τη Γαλλική, που θα προκαλέσει μια εικοσαετία πολεμικών συγκρούσεων, τους Ναπολεόντειους, θα τελειώσει με ένα Μεγάλο Πόλεμο που θα προκαλέσει με τη σειρά του μια Επανάσταση, τη Ρωσική, που θα ισχυριστεί για τον εαυτό της ότι ολοκληρώνει τις αρχές πάνω στις οποίες βασίστηκε η πρώτη. Κυρίως την αρχή της ισότητας.

Πως όμως μια τέτοια προσέγγιση του επαναστατικού φαινομένου στη συσχέτισή του με τον πόλεμο μπορεί να μας κάνει να ξαναδούμε με άλλη ματιά ή να επανερμηνεύσουμε την Ιστορία των Βαλκανίων[2]; Κατά τη γνώμη μου δυο ήταν οι κυρίαρχοι τρόποι αφήγησης για το τι συνέβη στα Βαλκάνια από τον 18ο έως τον 20ο αιώνα. Ο ένας τρόπος αφήγησης ονομάστηκε κωδικοποιημένα “Ανατολικό Ζήτημα”: είναι η περιγραφή της αποικιοκρατικής/ιμπεριαλιστικής δράσης των Μεγάλων Δυνάμεων οι οποίες παίζουν στα ζάρια την τύχη του Μεγάλου Ασθενούς, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ποδηγετούν εθνικά κινήματα, ελέγχουν πολιτικές ελίτ και προσπαθούν διαρκώς να βρουν και μεταξύ τους ένα σημείο ισορροπίας, πριν ξεκινήσουν τον επόμενο πόλεμο για να καταλάβουν καλύτερη θέση στη σκακιέρα των διεθνών σχέσεων.  Όταν μιλάμε για “Ανατολικό Ζήτημα” ο πρωταγωνιστής της Ιστορίας είναι κυρίως η Δύση (μαζί με τη Ρωσία). Στην πραγματικότητα το ιστοριογραφικό αυτό παράδειγμα αντιστοιχεί στην κλασική οριενταλιστική φάση της δυτικής αποικιοκρατίας, όταν η Ανατολή και συγκεκριμένα η Οθωμανική Ανατολή, εμφανίζεται ως ένα υποχείριο μιας προοδευμένης τεχνολογικά, πολιτισμικά, και κυρίως στρατιωτικά, Δύσης. Το ακριβές αντίστοιχο της ισχυρής παρουσίας των δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο είναι η παρατεταμένη κρίση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που εκπροσωπούνταν με το ερμηνευτικό σχήμα της «παρακμής» της. Ένας δεινόσαυρος μιας παλαιάς εποχής που δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στο πνεύμα των νέων καιρών και θα έπρεπε να εξαλειφθεί.

 

Σε αυτή την κυρίαρχη αφήγηση του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, με αποκορύφωμα κυρίως την εποχή της Ανατολικής Κρίσης, αντιπαρατέθηκε μια άλλη που είχε κυοφορηθεί ήδη από το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά κυριάρχησε στην μεταπολεμική περίοδο: ήταν η ιστορία της ανάδυσης των βαλκανικών εθνικών κινημάτων. Οι βαλκανικοί λαοί μετά την οθωμανική (ή και την αυστριακή) κατάκτηση είχαν περιπέσει σε ύπνωση, είχαν κοιμηθεί για αιώνες. Η Γαλλική Επανάσταση και ο Διαφωτισμός αποτελούν το κέντρισμα που χρειάζονταν για να αφυπνιστούν και να διεκδικήσουν αυτό που οι δυτικοί είχαν ήδη κατακτήσει: κράτη με αστικό σύνταγμα το οποίο θα διαφύλασσε προ πάντων τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των υπάλληλων τάξεων, κυρίως εμπόρων και αγροτών. Εάν στην αφήγηση του Ανατολικού Ζητήματος οι πρωταγωνιστές ήταν κυρίως οι Μεγάλες Δυνάμεις της Δύσης και η Ρωσία, η νέα ιστοριογραφία περί Βαλκανίων (κυρίως μετά την εμφάνιση του βιβλίου του Λ. Σταυριανού, The Balkans since 1453) έδινε την πρωτοκαθεδρία στα έθνη της Βαλκανικής Ανατολής, στα κινήματά τους, στις εξεγέρσεις και τις επαναστάσεις τους, στη συγκρότηση των κρατών τους (state-building) και των εθνικών ταυτοτήτων τους (nation-building).

Η προοπτική αυτή δεν εγκατέλειπε τον οριενταλιστικό χαρακτήρα του παραδείγματος του Ανατολικού ζητήματος αλλά τον συμπλήρωνε με μια νέα, οριενταλιστική επίσης, προσέγγιση των πρώην υποταγμένων λαών στην οθωμανική κυριαρχία. Εφόσον ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των βαλκάνιων εθνικισμών ήταν η προσπάθεια να αναγνωριστούν από τη Δύση,  στις αντίστοιχες βαλκανικές ιστοριογραφίες αυτό μεταφραζόταν ως προσπάθεια να απομακρυνθούν ακριβώς από το αρνητικό σημασιολογικό βάρος της «καθυστερημένης» Ανατολής. Το οθωμανικό παρελθόν όχι μόνο έπρεπε να αποκηρυχθεί αλλά θεωρήθηκε υπεύθυνο για την πολιτισμική, οικονομική και κοινωνική υπανάπτυξη της περιοχής. Εάν δηλαδή θα θέλαμε να προσδιορίσουμε την ιστορικότητα του δεύτερου ιστοριογραφικού παραδείγματος θα λέγαμε ότι αντιστοιχεί στην ιστορική φάση της αποαποικιοποίησης που ακολούθησε το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ενώ όμως στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα εκτός Ευρώπης η αντιαποικιοκρατική στάση οδήγησε και σε μία κριτική προσέγγιση της οριενταλιστικής προοπτικής, στην περίπτωση των Βαλκανικών εθνικών κινημάτων υπήρξε μια θετική στάση απέναντι στα οριενταλιστικά στερεότυπα, τα οποία για πρώτη φορά κλονίστηκαν μόνο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου: είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι την έκδοση του κλασικού βιβλίου του Franz Fanon Les Damnés de la Terre (1961) την χωρίζουν 30-35 χρόνια από τα έργα τριών Βαλκάνιων γυναικών – και ίσως αυτό δεν είναι τυχαίο – που για πρώτη φορά αναρωτήθηκαν πάνω στο ζήτημα της οριενταλιστικής κατασκευής της έννοιας των Βαλκανίων: της Έλλης Σκοπετέα, της Milica Bakić-Heyden και της Maria Todorova.

Τα δυο αυτά ιστοριογραφικά παραδείγματα, μολονότι αναπτύχθηκαν σε διαφορετικές φάσεις της δυτικής αποικιοκρατίας, στην πλημμυρίδα η πρώτη, στην άμπωτη η δεύτερη, στην κλασική της περίοδο η πρώτη, σε αυτό που θα αποκαλούσαμε νεοαποικιοκρατία η δεύτερη, μπορούσαν να συγχρονιστούν πάνω στην αποδοχή του μοντέλου της παρακμής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η παρατεταμένη κρίση του Οθωμανικού κράτους γινόταν η προϋπόθεση της ανάδυσης των εθνικών κινημάτων από τον 17ο αιώνα και εξής.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ένα νέο ιστοριογραφικό παράδειγμα φάνηκε να διαμορφώνεται. Θα το αποκαλέσω εδώ σχηματικά “αυτοκρατορικό”: δεν αφορούσε μόνο την ανάδειξη του οθωμανικού αυτοκρατορικού παρελθόντος αλλά μία ευρύτερη τάση να ξαναγραφεί η Ευρωπαϊκή Ιστορία όχι ως ιστορία διαμόρφωσης εθνικών κρατών αλλά δυο ζωνών αυτοκρατορικών κρατών της ευρωπαϊκής ηπείρου: των αποικιακών (της Δυτικής) και των ηπειρωτικών (της Ανατολικής). Η Βαλκανική ιστορία ανανεώθηκε σημαντικά μέσα από αυτή την προοπτική γιατί τα Βαλκάνια προσεγγίστηκαν μέσα από το κοινό αυτοκρατορικό τους παρελθόν που πήγαινε πολύ πιο πέρα από την Οθωμανική: στην Βυζαντινή και τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το αυτοκρατορικό παρελθόν συνδέθηκε με το αξιακό σύστημα μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας όπως αυτή έδειχνε δυναμικά να αναδεικνύεται μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ειδικά στην περίπτωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας η ειρηνική συνύπαρξη λαών που αργότερα θα συγκρουστούν πολύ βίαια μεταξύ τους για να διαμοιράσουν τα ιμάτιά της έμοιαζε ως η ανακάλυψη ενός κόσμου που έσβησε η εποχή των εθνικισμών.

Ήταν φυσικό μια τέτοια ανάλυση να επιμένει όχι μόνο σε μια κριτική αντιμετώπιση των βαλκάνιων εθνικών λόγων και συνεπώς των αντίστοιχων εθνικών κινημάτων (ιστοριογραφικό παράδειγμα των Βαλκάνιων εθνικισμών) αλλά και στην αμφισβήτηση του μοντέλου της παρακμής (ιστοριογραφικό παράδειγμα του Ανατολικού ζητήματος).

Πράγματι μια σειρά πολύ σημαντικών οθωμανολόγων με πρώτη τη Suraiya Faroqhi, έθεσαν το ζήτημα της ερμηνείας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ως ενός πρώιμου νεωτερικού κράτους και συνεπώς όχι πολύ διαφορετικού από αυτά που αναδύθηκαν στην Δυτική Ευρώπη κατά τους πρώιμους Οθωμανικούς αιώνες[3]. Έστω κι αν μια τέτοια προσέγγιση δύσκολα μπορεί να εξηγήσει το γιατί οι ανταγωνιστές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας επιτάχυναν σε τέτοιο βαθμό που αυτή δεν μπόρεσε να τους ακολουθήσει μετά το τέλος του 18ου αιώνα, διεύρυνε τους ορίζοντες της ιστορικής έρευνας κυρίως επειδή, έστω και με έμμεσο τρόπο, προσπάθησαν να συγκρίνουν την αυτοκρατορία αλλά και συνολικά τον κόσμο των Οθωμανικών Βαλκανίων με αυτό που αποκαλούμε σχηματικά “Δύση”.

Ωστόσο κατά τη γνώμη μου το οθωμανικό παρελθόν των Βαλκανίων είναι ιδιαίτερα σημαντικό όχι γιατί τότε αναδύθηκαν ως μια παγιωμένη πολιτισμική και ιστορική οντότητα, αλλά γιατί ιδιαίτερα κατά τους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας έπαιξαν το ρόλο ενός διαρκούς εμπόλεμου συνόρου: όχι όμως ως σύνορο Δύσης και Ανατολής, όπως πρότεινε το παράδειγμα του Ανατολικού Ζητήματος, αλλά ως σύνορο όπου συναντήθηκαν και συγκρούστηκαν οι τρεις μεγάλες ηπειρωτικές αυτοκρατορίες της Ανατολικής Ευρώπης: Οθωμανική, Αψβουργική και Ρωσική.  Ο Πόλεμος των Τριών Ιμπερίων (1789-1792) αποτέλεσε την κορύφωση αυτής της διαδικασίας, που από μια άποψη αποτέλεσε αποτέλεσμα των κραδασμών που προκάλεσε η Γαλλική Επανάσταση. Και για αυτό θα ήταν λάθος να δούμε τα Βαλκάνια αποκομμένα από τον κόσμου της Μεσογείου: γιατί στην Μεσόγειο μαινόταν ένας άλλος πόλεμος, μεταξύ των δύο ισχυρότερων αποικιοκρατικών δυνάμεων που θα λήξει με την ήττα της Γαλλίας και την νίκη της Αγγλίας, του πραγματικού νικητή του Συνεδρίου της Βιέννης. Η τελευταία θα αναγκάσει τις τρεις ηπειρωτικές αυτοκρατορίες να συστρατευθούν μαζί της στον πόλεμο εναντίον του Ναπολέοντα. Έτσι την ήττα των αβράκωτων του Παρισιού την διαδέχθηκε η ήττα του στρατού του Ναπολέοντα: και αυτή η ήττα μιας μεγάλης αποικιοκρατικής δύναμης αποδείχθηκε εξίσου κινητήριος μοχλός των Βαλκανικών εθνικών κινημάτων, όσο και η επαναστατική έκρηξη του 1789.

Το “αυτοκρατορικό” ιστοριογραφικό μοντέλο έχει δείξει τα όριά του υπό την έννοια ότι συχνά οδήγησε στην εξιδανίκευση πλευρών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και στην οριενταλιστικής έμπνευσης καταγγελία των κακών εθνικισμών που την διέλυσαν (μια θέση που θα μπορούσε να αναχθεί στο βιβλίο του Arnold Toynbee, The Western Question). Με βάση την παραπάνω ανάλυση,  θα μπορούσε να προταθεί μια «διόρθωση» αυτού του τρόπου ερμηνείας που σωστά προσπάθησε να αναδείξει την ιστορικότητα του αυτοκρατορικού παρελθόντος: να δούμε την ανάδυση των εθνικών κινημάτων στα Βαλκάνια, συνεπώς των εξεγέρσεων που διεκδικούσαν το status Επανάστασης, όχι σαν μια αυτόνομη διαδικασία «αφύπνισης» των βαλκανικών λαών από τον λήθαργο της οθωμανικής κατάκτησης ούτε σαν μηχανιστικό αποτέλεσμα του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Αλλά να αντιμετωπίσουμε τα εθνικά κινήματα ως αντιστοιχήσεις επαναστατικών διαδικασιών που σημάδεψαν την ίδια την ιστορία της Δύσης (και της Ρωσίας), επειδή ακριβώς αυτές σχετίζονταν άμεσα με τις διακυμάνσεις των αποικιοκρατικών ανταγωνισμών. Τα εθνικά κινήματα στη Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, σε μια τεράστια γεωγραφική ζώνη από την Πολωνία έως την Ελλάδα, θα διαπραγματεύονται διαρκώς την ταυτότητά τους με βάση τις εσωτερικές ρηγματώσεις μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, και ειδικά των ηττημένων Μεγάλων Δυνάμεων (όπως η Γαλλία και η Ρωσία) που θα γνωρίσουν για αυτόν ακριβώς το λόγο στο εσωτερικό τους μεγάλα επαναστατικά γεγονότα. Οι πόλεμοι συνήθως μεταξύ των ηπειρωτικών, όσο και κάποιων από αυτές με τις αποικιακές αυτοκρατορίες, ήταν το αποτέλεσμα αυτών των εσωτερικών ρηγματώσεων.

Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να χωρίσουμε τα βαλκανικά εθνικά κινήματα σε τρεις μεγάλες κατηγορίες, ανάλογα με την κορύφωσή τους στον μακρύ 19ο αιώνα και όχι απαραίτητα με βάση τις υποτιθέμενες απαρχές τους ή την τελική έκβασή τους. Μία τέτοια προσέγγιση μπορεί να επιλύσει δυο σημαντικά ζητήματα στην ιστορία των εθνικισμών της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης: πρώτον μας δίνει να καταλάβουμε κάτω από ποιες προϋποθέσεις προχώρησαν σε μια ανασύνταξη του εθνικού παρελθόντος τους: άρα τον τρόπο που οικοδόμησαν τα εθνικά τους σύμβολα, που συγκρότησαν τα εθνικά τους στερεότυπα και κυρίως το πως κατασκεύασαν σχήματα συνέχειας μέσα από εθνικές ιστοριογραφίες. Και δεύτερον να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο επέβαλλαν την εγκαθίδρυσή τους ως αυτόνομων ή ανεξάρτητων πολιτικών οντοτήτων.

Γιατί, και ας ξεκινήσουμε με αυτόν τον αφορισμό, όλες οι βαλκανικές εθνικές επαναστάσεις υπήρξαν στην πραγματικότητα αποτυχημένες στρατιωτικά αλλά σχεδόν πάντα επιτυχημένες πολιτικά. Για να εξηγηθεί αυτή η αντίφαση δεν είναι αρκετή μία σύνθεση των δυο παλαιών ιστορικών παραδειγμάτων σε ένα ενιαίο το οποίο θα περιλαμβάνει εξωτερικούς (Ανατολικό Ζήτημα) και εσωτερικούς (εθνικά κινήματα) παράγοντες: θα πρέπει να κατανοήσουμε πως τα εθνικά αυτά κινήματα έπαιζαν με τις εσωτερικές ρήξεις του Δυτικού κόσμου, πως εκμεταλλεύονταν τις αντιπαραθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και κυρίως το πως εκμεταλλεύονταν τους ηττημένους αποικιοκράτες. Κι ένας παραδειγματικά τέτοιος ηττημένος αποικιοκράτης ήταν βέβαια η Γαλλία: το Παρίσι παράγει διαρκώς επαναστάσεις όχι μόνο γιατί οι αστοί του δεν έχουν επιλύσει το πρόβλημα της ηγεμονίας τους στο εσωτερικό αλλά και επειδή ηττώνται από Άγγλους στην Βόρεια Αμερική και στη Μεσόγειο, από Ρώσους και Πρώσους στην καρδιά της Ευρώπης.

Έτσι η σερβική και η ελληνική επανάσταση[4] θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως αποτελέσματα των αναταράξεων που προκάλεσε η επανάσταση του 1789 και οι επακόλουθοι Ναπολεόντειοι πόλεμοι. Το Βουλγαρικό, το Ρουμανικό και το Κροατικό εθνικό κίνημα τα βλέπουμε να αναπτύσσονται κατά κύριο λόγο μεταξύ των επαναστάσεων του 1830 και κυρίως του 1848. Τέλος το 1871 με ό,τι αυτό συνεπάγεται (Ανατολική Κρίση και Συνέδριο του Βερολίνου) περαιώνει τη διαδικασία εθνικής ολοκλήρωσης των παραπάνω κινημάτων και ταυτόχρονα ανοίγει ένα τρίτο κύμα εθνικισμών, με το αλβανικό και το σλαβομακεδονικό εθνικό κίνημα. Το πρώτο θα ολοκληρωθεί με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων, το δεύτερο θα παραμείνει σε εκκρεμότητα μέχρι και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μια τέτοια θεώρηση των επαναστατικών κινημάτων στα Βαλκάνια ως αποτέλεσμα των ρηγματώσεων που υπέστησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις, είτε εσωτερικών (επαναστάσεις) είτε εξωτερικών (πόλεμοι) θα μας επέτρεπε να δούμε στη μακρά διάρκεια την ενότητα αυτής της διαδικασίας και να μην θεωρήσουμε τυχαία την αντιστροφή που συνέβη στην αρχή και στο τέλος του μακρύ 19ου αιώνα.

[1] Παύλος Καρολίδης, Σύγχρονος Ιστορία των Ελλήνων και των λοιπών λαών της Ανατολής, από το 1821 μέχρι 1921, τομ Α΄, Αθήνα: Εκ του τυπογραφείου Αλεξ. Βιτσικουνάκη, 1922 , 11

[2] Για τις θέσεις που αναπτύσσονται σε αυτό το εισαγωγικό κεφάλαιο, βλ. κυρίως Dimitris Stamatopoulos, The Eastern Question or Balkan Nationalism(s): Balkan History Reconsidered, Vienna: Vienna University Press 2018. Μία πρώιμη προσπάθεια να επιλυθεί το πρόβλημα της ταξινόμησης των βαλκανικών επαναστατικών κινημάτων,  βλ. Dimitrije Djordjevic, Stephen Fischer-Galati, The Balkan Revolutionary Tradition, New York: Columbia University Press, 1981, παρόλο που για τους συγγραφείς οι ρίζες της επαναστατικής παράδοσης στα Βαλκάνια πρέπει να αναζητηθούν ήδη στην εποχή της αντίστασης ενάντια στην Οθωμανική διείσδυση του 15ου και 16ου αιώνα.  Για μια κριτική ανασκόπηση της εξεγέρσεων στα προ-νεωτερικά Βαλκάνια, βλ. Olga Katsiardi-Hering, «Von den Aufständen zu den Revolutionen christilicher Untertanen des Osmanischen Reiches in Südosteuropa (ca. 1530-1821). EinTypologisierungsversuch», Südost-Forschungen, 68 (2009) 96-137.

[3] Η πιο πρόσφατη περίπτωση, βλ. BakiTezcan . The Second Ottoman EmpirePolitical and Social Transformation in the Early Modern World, Cambridge: Cambridge University Press, 2010

[4] Μάλιστα για την ελληνική περίπτωση είναι ενδιαφέρον ότι στην διεθνή βιβλιογραφία άλλοτε περιγράφεται ως Ελληνική Επανάσταση και άλλοτε ως Πόλεμος της Ανεξαρτησίας – κάθε ένας από αυτούς τους όρους αντιστοιχεί σε διαφορετικά ερμηνευτικά σχήματα για το πώς κατανοείται το «ελληνικό έθνος»:  στην πρώτη περίπτωση φαίνεται να συγκροτείται μέσα από την επαναστατική διαδικασία, στη δεύτερη ένα ήδη υπάρχον πολιτικό υποκείμενο πολεμά για την ανεξαρτησία του από μια δεσποτική αυτοκρατορία. Βέβαια το πρώτο δεν γίνεται απολύτως κατανοητό από αυτούς που χρησιμοποιούν τον όρο «επανάσταση» αλλά θεωρούν ότι απλώς αποτέλεσε μια απλή διαδικασία μετάβασης σε ένα άλλο πολιτικό καθεστώς χωρίς αυτό να έχει επιπτώσεις στο «επαναστατικό υποκείμενο».

*Ο Δημήτρης Σταματόπουλος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Το κείμενο αποτελεί μέρος ενός ιβλίου του. Θα ακολουθήσει η παράθεση και άλλων κεφαλαίων.

Η εικονογράφηση είναι επιλογή των “Ανιχνεύσεων”

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,641ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
17,800ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα