Μνήμη Μανόλη Κ. Χατζηγιακουμή

Δύο χρόνια μετά τον θάνατό του Μανόλη Κ. Χατζηγιακουμή, μαθητές και συνεργάτες του οργανώνουν τιμητική εκδήλωση στη μνήμη του. Για την προσωπικότητα, το επιστημονικό και διδακτικό έργο του Μανόλη θα μιλήσουν οι: Πολύμνια Αθανασιάδη, Ιωάννης Κωνσταντάκος, Στέφανος Κακλαμάνης, Νίκος Ανδρίκος, Τάσης Παπαϊωάννου, Όλγα Γκράτζιου, Αναστασία Δρανδάκη, Μαρία Θεοδωροπούλου.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026, ώρα 18:00, στο Αμφιθέατρο Cotsen Hall, της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, οδός Αναπήρων Πολέμου 9, Κολωνάκι.

Η καταγωγή του ήταν από την Κω και η δράση του στην Αθήνα. Επέδειξε τεράστιο έργο, μεταξύ πολλών άλλων, στην διάσωση και ανάδειξη της αθωνικής μουσικής παράδοσης και της μουσικής παράδοσης του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης. Το έργο του όπως είχε γραφτεί σ’ ένα παλιό άρθρο θα χρειάζονταν δέκα κρατικοί θεσμοί για να το φέρουν εις πέρας.
Όσοι θέλετε να μάθετε περισσότερο διαβάστε το άρθρο του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη.

Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής (1940-2024)

Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής (1940-2024)

ΟΜα­νό­λης Χα­τζη­για­κου­μής υπήρ­ξε κο­ρυ­φαί­ος «φρο­ντι­στής» με την αρ­χαία έν­νοια της λέ­ξης, βα­θυ­στό­χα­στος με­λε­τη­τής, δη­λα­δή φι­λό­σο­φος, όπως μαρ­τυ­ρεί ο Αρι­στο­φά­νης (Νε­φέ­λαι, 267). Ο υπο­τι­θέ­με­νος τα­πει­νός «φρο­ντι­στής», με τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή ση­μα­σία του όρου (λέ­ξη η οποία χρη­σι­μο­ποιεί­ται κα­κώς με αρ­νη­τι­κή συ­νυ­πο­δή­λω­ση), δεν βο­ή­θη­σε μό­νο χι­λιά­δες παι­διά να κα­τα­λά­βουν μια θέ­ση στις ανώ­τα­τες σχο­λές της χώ­ρας, αλ­λά, πα­ράλ­λη­λα, αφο­σιώ­θη­κε με ιε­ρα­πο­στο­λι­κό ζή­λο στις προ­σφι­λείς του έρευ­νες, χω­ρίς να καμ­φθεί από τον υπό­γειο και τον φα­νε­ρό πό­λε­μο που του κή­ρυ­ξαν στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Αθη­νών. Τον έθε­σαν εκτός Πα­νε­πι­στη­μί­ου στα δύ­σκο­λα χρό­νια της δι­κτα­το­ρί­ας των συ­νταγ­μα­ταρ­χών, δεν έκαμ­ψαν όμως οι ιδιο­τε­λείς πο­λέ­μιοί του ού­τε το δη­μο­κρα­τι­κό του ήθος ού­τε το ερευ­νη­τι­κό του πά­θος.[1]
Το όνο­μα του Μα­νό­λη Χα­τζη­για­κου­μή το άκου­σα πρώ­τη φο­ρά το 1966 ως πρω­το­ε­τής φοι­τη­τής στη Φι­λο­σο­φι­κή Σχο­λή από τον κα­θη­γη­τή μου, κο­ρυ­φαίο βυ­ζα­ντι­νο­λό­γο, Νι­κό­λαο Τω­μα­δά­κη. Δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα διά­βα­σα τη δι­δα­κτο­ρι­κή του δια­τρι­βή Νε­ο­ελ­λη­νι­καί πη­γαί του Διο­νυ­σί­ου Σο­λω­μού με την οποία εγκαι­νιά­στη­κε η νέα πε­ρί­φη­μη σει­ρά Βι­βλιο­θή­κη Σο­φί­ας Ν. Σα­ρι­πό­λου. Ήμουν βέ­βαιος ότι πριν λά­βω το πτυ­χίο μου θα ήταν ο νέ­ος κα­θη­γη­τής Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Φι­λο­λο­γί­ας, θέ­ση την οποία δεν κα­τέ­λα­βε πο­τέ. Η πι­κρία της κα­τά­φω­ρης αδι­κί­ας και η υπε­ρά­σπι­ση πρω­τί­στως της αν­θρώ­πι­νης αξιο­πρέ­πειας τον οδή­γη­σαν στην άρ­νη­ση να θέ­σει υπο­ψη­φιό­τη­τα σε ελ­λη­νι­κό ή ξέ­νο πα­νε­πι­στή­μιο, όπως του προ­τά­θη­κε κα­τά και­ρούς.
Μπο­ρεί να μην έγι­νε κα­θη­γη­τής Πα­νε­πι­στη­μί­ου, η αφο­σί­ω­σή του όμως στην επι­στή­μη με τη συγ­γρα­φή ρη­ξι­κέ­λευ­θων φι­λο­λο­γι­κών με­λε­τών, τη μνη­μειώ­δη με­τά­φρα­ση της Οδύσ­σειας και τη διά­σω­ση και με­λέ­τη της εκ­κλη­σια­στι­κής μου­σι­κής[2] επι­βρα­βεύ­τη­κε με δύο ύψι­στες σπά­νιες δια­κρί­σεις: Το 2017, κα­τά την πα­νη­γυ­ρι­κή Συ­νε­δρία εορ­τα­σμού της εθνι­κής επε­τεί­ου της 25ης Μαρ­τί­ου, η Ακα­δη­μία Αθη­νών απέ­νει­με ομό­φω­να στον Μα­νό­λη Χα­τζη­για­κου­μή το Αρι­στείο των Γραμ­μά­των και το 2018 ο Πρό­ε­δρος της Ελ­λη­νι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας Προ­κό­πης Παυ­λό­που­λος το Πα­ρά­ση­μο του Τα­ξιάρ­χη του Τάγ­μα­τος της Τι­μής. Επήλ­θε έτσι πλή­ρης δι­καί­ω­ση του ερευ­νη­τι­κού μό­χθου και του σπά­νιου ήθους ενός άρι­στου επι­στή­μο­να που καλ­λιέρ­γη­σε στην πρά­ξη τα αν­θρω­πι­στι­κά ιδε­ώ­δη. Το Κέ­ντρο Ερευ­νών και Εκ­δό­σε­ων, που ίδρυ­σε με δι­κά του έξο­δα, ανέ­λα­βε και έφε­ρε σε πέ­ρας αξιο­θαύ­μα­στες δρα­στη­ριό­τη­τες.[3]

Από το πλή­θος των δη­μο­σιευ­μά­των του Χα­τζη­για­κου­μή θα πα­ρου­σιά­σω εν συ­ντο­μία τρία εμ­βλη­μα­τι­κά του έρ­γα που μου εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο οι­κεία.

1. Εκ­δο­τι­κά προ­βλή­μα­τα των δη­μω­δών με­σαιω­νι­κών κει­μέ­νων

Τα με­σαιω­νι­κά δη­μώ­δη κεί­με­να. Συμ­βο­λή στην με­λέ­τη και στην έκ­δο­σή τους. Α. Λί­βι­στρος – Καλ­λί­μα­χος – Βέλ­θαν­δρος, Αθή­να 1977, 262 σε­λί­δες και 11 πί­να­κες κω­δί­κων.

Η άκρως κα­λαί­σθη­τη αυ­τή ιδιω­τι­κή έκ­δο­ση, που φέ­ρει τη σφρα­γί­δα του ιστο­ρι­κού Τυ­πο­γρα­φεί­ου Ιορ­δά­νου Μυρ­τί­δη, απο­σκο­πεί, και το επι­τυγ­χά­νει πλή­ρως, να ανα­δεί­ξει τα εκ­δο­τι­κά προ­βλή­μα­τα των με­σαιω­νι­κών κει­μέ­νων και να κα­τα­δεί­ξει πό­σο άγνω­στες και πα­ρα­ποι­η­μέ­νες πα­ρέ­με­ναν οι πρώ­τες έντε­χνες μορ­φές του νε­ο­ελ­λη­νι­κού λό­γου. Η θε­ω­ρη­τι­κή το­πο­θέ­τη­ση του συγ­γρα­φέα στη­ρί­ζε­ται σε σύγ­χρο­νο για την επο­χή του προ­βλη­μα­τι­σμό, ενώ οι προ­τει­νό­με­νες λύ­σεις προ­κύ­πτουν από εξο­νυ­χι­στι­κές έρευ­νες των πη­γών. Η απο­κα­τά­στα­ση του «αρ­χι­κού κει­μέ­νου» τα­λά­νι­ζε και τα­λα­νί­ζει όλους τους εκ­δό­τες. Ακό­μα και η και­νο­τό­μος εκ­δο­τι­κή προ­σπά­θεια του Κρια­ρά, το 1955, απέ­χει από την αυ­στη­ρή φι­λο­λο­γι­κή έκ­δο­ση που επι­ζη­τά ο Χα­τζη­για­κου­μής ο οποί­ος τάσ­σε­ται κα­τά της έστω και πε­ριο­ρι­σμέ­νης με­τρι­κής και φρα­στι­κής εξο­μά­λυν­σης που οδη­γεί σε αι­σθη­τή αλ­λοί­ω­ση της αι­σθα­ντι­κό­τη­τας της γλώσ­σας και της χει­ρό­γρα­φης δια­τύ­πω­σης.
Ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τα­λή­γει σε ορι­σμέ­νες γε­νι­κές αρ­χές και προ­ϋ­πο­θέ­σεις (σ. 22 κ.ε.) οι οποί­ες επι­βάλ­λε­ται να γί­νουν δε­κτές αν θέ­λου­με αξιό­πι­στες εκ­δό­σεις. Πρώ­τη και βα­σι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση εί­ναι ο από­λυ­τος σε­βα­σμός του κει­μέ­νου και της χει­ρό­γρα­φης πα­ρά­δο­σης έτσι ώστε ο επί­δο­ξος εκ­δό­της να μη γί­νε­ται και­νούρ­γιος δια­σκευα­στής. Στην πε­ρί­πτω­ση που το έρ­γο σώ­ζε­ται σε πολ­λα­πλά χει­ρό­γρα­φα, εί­ναι απα­ραί­τη­τη η έκ­δο­ση ενιαί­ου κει­μέ­νου με ανα­λυ­τι­κό κρι­τι­κό υπό­μνη­μα, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ότι απο­κα­θί­στα­ται πλή­ρως το πρω­τό­τυ­πο κεί­με­νο.
Ο συγ­γρα­φέ­ας τάσ­σε­ται κα­τά της υπερ­βο­λι­κής πι­στό­τη­τας σε ολο­φά­νε­ρα λά­θη, ενώ θε­ω­ρεί εσφαλ­μέ­νη τη συ­χνή συ­νή­θεια να συ­μπιέ­ζο­νται στο κρι­τι­κό υπό­μνη­μα οι προ­τει­νό­με­νες ορ­θές γρα­φές. Ιδιαί­τε­ρα για έρ­γα με πε­ρί­πλο­κη χει­ρό­γρα­φη πα­ρά­δο­ση, ο Χα­τζη­για­κου­μής προ­τεί­νει προ­κα­ταρ­κτι­κή δη­μο­σί­ευ­ση η οποία θα λά­βει την «ορι­στι­κή» της μορ­φή με­τά από κα­λο­προ­αί­ρε­το επι­στη­μο­νι­κό διά­λο­γο.
Ο «Λί­βι­στρος και Ρο­δά­μνη» εί­ναι κα­τά τον Χα­τζη­για­κου­μή κεί­με­νο ποι­η­τι­κά ανώ­τε­ρο και από τον «Δι­γε­νή Ακρί­τα» κα­θώς (σ. 31) «πα­ντού στο έρ­γο υπάρ­χει ένα θερ­μό αν­θρώ­πι­νο αί­σθη­μα, εκ­πε­φρα­σμέ­νο συ­χνά με ευ­διά­κρι­τους τό­νους αγνού λυ­ρι­σμού». Ο συγ­γρα­φέ­ας εξε­τά­ζει τα πέ­ντε χει­ρό­γρα­φα τα οποία εμ­φα­νί­ζουν με­γά­λη ανο­μοιο­γέ­νεια και σε ορι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις αγε­φύ­ρω­τες δια­φο­ρές. Εντυ­πω­σιά­ζει η ανα­λυ­τι­κή εξέ­τα­ση των κει­μέ­νων, ενώ κα­τα­βάλ­λε­ται προ­σπά­θεια να εντο­πι­στεί η πραγ­μα­τι­κή σχέ­ση με­τα­ξύ τους. Η πα­ρου­σί­α­ση των χει­ρο­γρά­φων και των δη­μο­σιεύ­σε­ών τους εί­ναι εξο­νυ­χι­στι­κή (σσ. 35-140) με καί­ρια συ­μπε­ρά­σμα­τα για τη σχέ­ση των κει­μέ­νων με­τα­ξύ τους (σσ. 140-147). Ακο­λου­θούν «Διορ­θώ­σεις και σχό­λια» (σσ. 147-160) που επι­βε­βαιώ­νουν τη βα­θύ­τε­ρη φι­λο­λο­γι­κή και γλωσ­σι­κή παι­δεία του συγ­γρα­φέα. Ανα­φέ­ρω ένα μό­νο εν­δει­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα: Ο codex Scaligeranus 55 (S 430) πα­ρα­δί­δει: στε­νο­χω­ρεῖται δυ­να­τά, πνί­γε­ται ἐκ τῆς λύ­πης, ενώ οι υπό­λοι­ποι τέσ­σε­ρις κώ­δι­κες γρά­φουν: στε­νο­χω­ρεῖται, οὐκ ἠμπο­ρεῖ. Ο Χα­τζη­για­κου­μής πα­ρα­τη­ρεί εύ­στο­χα (σ. 152):

Η δια­τύ­πω­ση στε­νο­χω­ρεται δυ­να­τά, αν και από πρώ­τη μα­τιά δεν δη­μιουρ­γεί αντιρ­ρή­σεις, ωστό­σο δεν φαί­νε­ται να συμ­βι­βά­ζε­ται με το ύφος του έρ­γου. Άλ­λω­στε το οὐκ ἠμπο­ρεῖ των άλ­λων κει­μέ­νων μαρ­τυ­ρεί έμ­με­σα για ύπαρ­ξη και κά­ποιου άλ­λου ρή­μα­τος. Επο­μέ­νως, το πι­θα­νό­τε­ρο, η αρ­χι­κή δια­τύ­πω­ση του στί­χου ήταν: στε­νο­χω­ρεται, ο ὐ δ ύ ν α τ α ι, πνί­γε­ται ἐκ τῆς λύ­πης ή ακό­μη στε­νο­χω­ρεται, ἀ δ υ ν α τ ε ῖ. Αυ­τό το οὐ δύ­να­ται έχουν ίσως με­τα­φρά­σει τα υπό­λοι­πα σε οὐκ ἠμπο­ρεῖ.

Τα συ­μπε­ρά­σμα­τα στα οποία κα­τα­λή­γει η έρευ­να (σσ. 161-163) εί­ναι συ­γκε­κρι­μέ­να, χω­ρίς γε­νι­κό­λο­γες υπο­δεί­ξεις, προ­ϊ­όν με­γά­λου μό­χθου και ώρι­μης πε­ρι­συλ­λο­γής.

Με την ίδια με­θο­δο­λο­γι­κή αρ­τιό­τη­τα με­λε­τά­ται το μυ­θι­στό­ρη­μα «Καλ­λί­μα­χος και Χρυ­σορ­ρόη» (σσ. 169-210). Αρ­κεί να ανα­φέ­ρω μία μό­νο αντι­προ­σω­πευ­τι­κή διόρ­θω­ση (σσ. 184-185), στί­χοι 849-851:

Ἄν δ’ ἦλθες εἰς ἀνα­τροφὴν αὐτοῦ τῆς ἡλι­κί­ας,
προ­σώ­που τὴν φαι­δρό­τη­ταν, δύ­να­μιν τῶν χειρῶν του,
οὐκ οἶδα πῶς συ­νέ­κρι­νας τοῦτον εἰς ἄλλον ἕναν.

Πε­ρί­ερ­γη εί­ναι πράγ­μα­τι εδώ η χρή­ση της λέ­ξης ἀνα­τρο­φή. Πά­ντως, από την πρώ­τη στιγ­μή απο­κλεί­ε­ται η κοι­νή ση­μα­σία της. Η με­τά­φρα­ση του Pichard δεν ακρι­βο­λο­γεί, απο­δί­δει πε­ρισ­σό­τε­ρο ένα νό­η­μα υπο­θε­τι­κό, ενώ με­τα­βάλ­λει ταυ­τό­χρο­να το πρό­σω­πο σε πρώ­το (προ­τι­μό­τε­ρο θα ήταν φυ­σι­κά το τρί­το): Si j’en viens à la perfection de sa stature […]. Η υπο­ση­μεί­ω­ση που προ­σθέ­τει με­γα­λώ­νει την ασά­φεια, αφού το ερ­μή­νευ­μα επι­μέ­νει πια απε­ρί­φρα­στα στην κοι­νή ση­μα­σία της λέ­ξης: Ce sens de ἀνα­τροφὴν (v. 849) concord avec celui de ἀνα­τρέ­φω: faire grandir, grandir, ainsi qu’ avec le contexte (v. 850). […] Στο Λε­ξι­κό του Κρια­ρά επί­σης ερ­μη­νεύ­ε­ται, το ολι­γό­τε­ρο, πε­ρί­ερ­γα: αύ­ξη­ση, με­γά­λω­μα, ύψος. […] Και πρέ­πει να ση­μειω­θεί ότι τέ­τοια ση­μα­σία δί­νε­ται μό­νο στον στί­χο αυ­τόν του Καλ­λί­μα­χου.
Πα­ρό­μοιες ερ­μη­νεί­ες ωστό­σο εί­ναι πε­ρί­που αδύ­να­τες. Απε­να­ντί­ας, η ανω­μα­λία αί­ρε­ται, αρ­κεί να γρά­ψο­με: ν δ’ ἦλθες εἰς ἀ ν α σ τ ρ ο φ ὴ ν αὐτοῦ τῆς ἡλι­κί­ας, όπου ἀνα­στροφὴ ισο­δυ­να­μεί με τη (συν)ανα­στρο­φή. Η πτώ­ση του «σ» αι­τιο­λο­γεί­ται εύ­κο­λα πα­λαιο­γρα­φι­κά. Έτσι το νό­η­μα γί­νε­ται τώ­ρα εύ­κο­λο και σα­φές, δη­λα­δή: αν ερ­χό­σουν σε προ­σω­πι­κή επι­κοι­νω­νία με τον βα­σι­λιά και έβλε­πες το πα­ρά­στη­μά του, τη λα­μπρό­τη­τα του προ­σώ­που του. (δο­κί­μα­ζες) τη δύ­να­μη των χε­ριών του, τό­τε πο­λύ δύ­σκο­λα θα μπο­ρού­σες να τον συ­γκρί­νεις με κά­ποιον άλ­λο, έστω και έναν, που να εί­ναι αντά­ξιος και ανώ­τε­ρος από αυ­τόν.

Η μυ­θι­στο­ρία «Βέλ­θαν­δρος και Χρυ­σάν­τζα»,[4] που σώ­ζε­ται σε ένα μό­νο χει­ρό­γρα­φο του 16ου αι., εξε­τά­ζε­ται με πυ­κνό­τη­τα λό­γου (σσ. 213-246). Αξιο­πρό­σε­κτη εί­ναι η πα­ρα­τή­ρη­ση ότι οι με­τρι­κές ανω­μα­λί­ες «δεν οφεί­λο­νται κα­τά κα­νό­να σε τυ­χαία φθο­ρά της αρ­χι­κής γρα­φής του πρω­το­τύ­που, αλ­λά εί­ναι απο­τέ­λε­σμα της γλωσ­σι­κής προ­σπά­θειας του δια­σκευα­στή να απλο­ποι­ή­σει το κεί­με­νο». Ζη­τά, επί­σης, την απο­κα­τά­στα­ση πολ­λών γλωσ­σι­κών πα­ρα­ποι­ή­σε­ων που έγι­ναν με σκο­πό «να μορ­φο­ποι­η­θεί στην ανα­γκαία πε­ρί­στα­ση κα­νο­νι­κός 15σύλ­λα­βος. Ο ‘Βέλ­θαν­δρο­ς’ λοι­πόν πρέ­πει να εκ­δο­θεί χω­ρίς κα­μιά προ­σπά­θεια για με­τρι­κή ομα­λο­ποί­η­ση του κει­μέ­νου».
Τα «Επι­λε­γό­με­να» (σσ. 247-249) εξα­κο­λου­θούν, ύστε­ρα από τό­σες δε­κα­ε­τί­ες, να έχουν ισχύ κα­τευ­θυ­ντή­ριων γραμ­μών και αξιω­μα­τι­κών αρ­χών για την έκ­δο­ση των με­σαιω­νι­κών κει­μέ­νων. Ση­μα­ντι­κή εί­ναι η δια­πί­στω­ση ότι (σ. 247) «πολ­λά από τα πα­λαιό­τε­ρα αυ­τά έρ­γα δεν αντι­γρά­φο­νται, ού­τε και δια­δί­δο­νται αυ­τού­σια, αλ­λά με­τα­ποιού­νται συ­νή­θως γλωσ­σι­κά, κά­πο­τε και εκ­φρα­στι­κά, προς το λαϊ­κό ή λαϊ­κό­τρο­πο».

2.Φι­λο­λο­γι­κά ανά­λε­κτα
Το υψη­λής αι­σθη­τι­κής βι­βλίο Νε­ο­ελ­λη­νι­κά φι­λο­λο­γι­κά ανά­λε­κτα. Σο­λω­μός-Πα­λα­μάς-Ερω­τό­κρι­τος-Δι­γε­νής, Αθή­να 2020: Κέ­ντρον Ερευ­νών και Εκ­δό­σε­ων, σσ. 233, απο­τε­λεί­ται από δύο δια­κρι­τά μέ­ρη με το δεύ­τε­ρο, που εί­ναι και το εκτε­νέ­στε­ρο, να πε­ρι­λαμ­βά­νει κεί­με­να απο­κλει­στι­κά για τον «Δι­γε­νή Ακρί­τα», γραμ­μέ­να κα­τά τα έτη 2019 και 2020. Το πρώ­το μέ­ρος απαρ­τί­ζε­ται από με­λέ­τες που δη­μο­σιεύ­τη­καν πα­λαιό­τε­ρα (1969-1971). Η ανα­δη­μο­σί­ευ­σή τους κρί­θη­κε απα­ραί­τη­τη για να συ­νυ­πάρ­χουν ως ενιαίο Σώ­μα, πα­ράλ­λη­λα όμως κα­θί­στα­ται εμ­φα­νής η με­θο­δο­λο­γι­κή συ­νέ­πεια που δια­κρί­νει τον συγ­γρα­φέα ως προς τα εκ­δο­τι­κά προ­βλή­μα­τα και την ερ­μη­νεία εμ­βλη­μα­τι­κών έρ­γων της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας.
Τα «Σύγ­χρο­να σο­λω­μι­κά προ­βλή­μα­τα» (σσ. 19-53) επι­σφρα­γί­ζουν το κύ­ρος ενός κο­ρυ­φαί­ου σο­λω­μι­στή ο οποί­ος επι­σή­μα­νε από πο­λύ νω­ρίς «τον πρω­τό­τυ­πο εκ­φρα­στι­κό πλού­το, την αι­σθη­τι­κή βα­ρύ­τη­τα της λι­τής ποι­η­τι­κής λέ­ξης, τη δύ­να­μη της υπο­βο­λής και την ακα­θό­ρι­στη γοη­τεία του προ­ε­κτει­νό­με­νου στο­χα­σμού, που κι­νεί­ται με ορ­μή και έντα­ση ασυ­νή­θι­στη» του εθνι­κού μας ποι­η­τή ο οποί­ος πρώ­τος και κα­λύ­τε­ρος «απο­κά­λυ­ψε την εσω­τε­ρι­κή δύ­να­μη και τις κρυμ­μέ­νες δυ­να­τό­τη­τες της δη­μο­τι­κής». Όποιος ασχο­λη­θεί εφε­ξής με το εκ­δο­τι­κό πρό­βλη­μα, τη βι­βλιο­γρα­φία, το πρό­βλη­μα των πη­γών και τη βιο­γρα­φία του Σο­λω­μού, κυ­ρί­ως όμως με τις ερ­μη­νευ­τι­κές δυ­σχέ­ρειες της απο­σπα­σμα­τι­κής του ποί­η­σης, εί­ναι απα­ραί­τη­το να λά­βει σο­βα­ρά υπό­ψη τις θέ­σεις Χα­τζη­για­κου­μή οι οποί­ες οδη­γούν σε στό­χευ­ση που ξε­περ­νά τα όρια του φι­λο­λο­γι­κού μι­κρό­κο­σμου κα­θώς απώ­τε­ρος στό­χος πα­ρα­μέ­νει (σ. 35) «η συν­θε­τι­κή σύλ­λη­ψη της κα­θο­λι­κής ερ­μη­νεί­ας. Αυ­τός, άλ­λω­στε, εί­ναι ο τε­λι­κός σκο­πός της φι­λο­λο­γι­κής δια­κο­νί­ας: να εξο­μα­λύ­νει κά­θε εμπό­διο και να προ­σφέ­ρει όλα τα μέ­σα για τη βα­θύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση του ποι­η­τή και τη δυ­να­τό­τη­τα για την από­λαυ­ση μιας αλη­θι­νής και άδο­λης αι­σθη­τι­κής χα­ράς».
Ο συγ­γρα­φέ­ας επι­ση­μαί­νει ότι ο Πο­λυ­λάς «λο­γιο­ποί­η­σε» σιω­πη­ρά δια­λε­κτι­κές πα­ρεκ­κλί­σεις του ποι­η­τή χω­ρίς να προ­σέ­ξει ότι βρί­σκο­νται σε στί­χους που το­πο­θε­τού­νται στα χεί­λη των πο­λιορ­κη­μέ­νων. «Τα δια­λε­κτι­κά στοι­χεία, επο­μέ­νως, υπη­ρε­τούν κά­ποια σκο­πι­μό­τη­τα, γι’ αυ­τό η δια­τή­ρη­σή τους, και από την άπο­ψη αυ­τή, εί­ναι απα­ραί­τη­τη». Στο χει­ρό­γρα­φο δια­βά­ζου­με: με­γα­λο πρα­μα η απο­μο­νι. Ο Πο­λυ­λάς με­τα­γρά­φει: Με­γά­λο πρά­μα η υπο­μο­νή πα­ρα­βλέ­πο­ντας την προ­θε­τι­κό­τη­τα του ποι­η­τή.
Η με­λέ­τη «Ο Πα­λα­μάς κρι­τι­κός του Σο­λω­μού» (σσ. 55-75) απο­τε­λεί υπό­δειγ­μα οξυ­δερ­κούς ανά­λυ­σης της κρι­τι­κής δει­νό­τη­τας του Πα­λα­μά, αλ­λά και των εσω­τε­ρι­κών αντι­φά­σε­ων για τον τρό­πο αντι­με­τώ­πι­σης της και­νο­τό­μου ποι­η­τι­κής του Σο­λω­μού την οποία δυ­σχε­ραί­νει ερ­μη­νευ­τι­κά η απο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τά της. Εν­δει­κτι­κό εί­ναι το πα­ρα­κά­τω από­σπα­σμα (σ. 59):

Η έντο­νη ιστο­ρι­κή συ­νεί­δη­ση (ισχυ­ρο­ποι­η­μέ­νη από τις συ­να­φείς τά­σεις της επο­χής) και η πα­ράλ­λη­λη κρι­τι­κή οξυ­δέρ­κεια βο­ή­θη­σαν απο­φα­σι­στι­κά στο να αξιο­λο­γή­σει ορ­θά και σχε­δόν αμε­τά­θε­τα όλες τις εκ­δη­λώ­σεις (πρό­σω­πα και κι­νή­μα­τα) της νέ­ας ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας. Στην κρι­τι­κή θε­ώ­ρη­ση του Πα­λα­μά τα πράγ­μα­τα δεν έχουν μό­νο αι­σθη­τι­κή αλ­λά και ιστο­ρι­κή ση­μα­σία, σε μια προ­έ­κτα­ση, ιστο­ρι­κήν ανα­γκαιό­τη­τα. Έτσι, με επα­να­στα­τι­κή τόλ­μη και σπά­νια κρι­τι­κή αυ­το­πε­ποί­θη­ση, ανα­τρέ­πει το πα­ρα­δο­μέ­νο και κα­θιε­ρώ­νει τις νέ­ες λο­γο­τε­χνι­κές αξί­ες: δι­καιώ­νει ιστο­ρι­κά τη λό­για πα­ρά­δο­ση της Τουρ­κο­κρα­τί­ας, επι­βάλ­λει τους Επτα­νη­σί­ους και τον αγνοη­μέ­νο Σο­λω­μό (χω­ρίς, ωστό­σο, να αρ­νεί­ται τα θε­τι­κά επι­τεύγ­μα­τα του ρο­μα­ντι­σμού), κα­τα­ξιώ­νει τη σύγ­χρο­νή του δη­μο­τι­κή λο­γο­τε­χνία, θαυ­μά­ζει τον Ερω­τό­κρι­το και τα άλ­λα Κρη­τι­κά έρ­γα, ανα­κα­λύ­πτει πρώ­τος σχε­δόν τον Κάλ­βο, εξαί­ρει τον Πα­πα­δια­μά­ντη, ενώ εγκω­μιά­ζει απρο­κά­λυ­πτα την πε­ζο­γρα­φι­κή ιδιο­φυ­ΐα του Μα­κρυ­γιάν­νη. Μο­να­δι­κήν αντίρ­ρη­ση προ­κα­λεί σή­με­ρα η υπερ­βο­λή στην εκτί­μη­ση του Βα­λα­ω­ρί­τη και η άρ­νη­ση του Κα­βά­φη· ακό­μα, η αδυ­να­μία στην κα­τα­νό­η­ση της σύγ­χρο­νης ποι­η­τι­κής, πα­ρό­λη την καί­ρια κρί­ση για τη Στρο­φή του Σε­φέ­ρη.

Η κα­τα­κλεί­δα της ερ­γα­σί­ας αυ­τής (σ. 75) εμπε­ριέ­χει μια «πε­ρί­ερ­γη ει­ρω­νεία: ο Πα­λα­μάς, που γνώ­ρι­σε και επέ­βα­λε στους άλ­λους τον Σο­λω­μό, έγι­νε ου­σια­στι­κά το πρώ­το ποι­η­τι­κό θύ­μα της επι­στρο­φής στο δι­κό του δί­δαγ­μα. Το τί­μη­μα ήταν, πράγ­μα­τι, βα­ρύ: οι άλ­λοι βρή­καν εκεί αυ­τό που η ποι­η­τι­κή του ιδιο­συ­γκρα­σία στά­θη­κε αδύ­να­το να κα­τα­λά­βει». Ο Χα­τζη­για­κου­μής το­νί­ζει εύ­στο­χα (σ. 55) την αμ­φί­δρο­μη σχέ­ση κρι­τι­κής και ποί­η­σης: «Πά­ντο­τε σχε­δόν η με­γά­λη ποί­η­ση )και γε­νι­κό­τε­ρα κά­θε μορ­φή υψη­λής δη­μιουρ­γί­ας) υπο­κρύ­πτει μιαν οξύ­τα­τη κρι­τι­κή διά­νοια, ενώ, από τη δι­κή της πλευ­ρά, η εμπνευ­σμέ­νη κρι­τι­κή προ­ϋ­πο­θέ­τει, κα­τά ένα με­γά­λο πο­σο­στό, βα­θύ και πλού­σιο ποι­η­τι­κό αί­σθη­μα».
Το δο­κί­μιο «Ύφος και ήθος στον Ερω­τό­κρι­το του Κορ­νά­ρου» (σσ. 77-81) αντι­κα­το­πτρί­ζει το ήθος και το ύφος του Χα­τζη­για­κου­μή ο οποί­ος σε σφρι­γη­λό Έλ­λη­να λό­γο ανα­δει­κνύ­ει με ασυ­νή­θι­στες ποι­η­τι­κές εξάρ­σεις σε τι συ­νί­στα­ται η προ­σω­πι­κή κα­τά­κτη­ση του Κορ­νά­ρου «που γί­νε­ται ανα­πό­φευ­κτα το καύ­χη­μα του εθνι­κού συ­νό­λου». Ο Κορ­νά­ρος προ­βάλ­λει με αρ­χο­ντι­κή χά­ρη και ευ­γέ­νεια το με­γα­λείο της αν­θρώ­πι­νης αξιο­πρέ­πειας συ­νυ­φα­σμέ­νης με την εσω­τε­ρι­κή ελευ­θε­ρία του ατό­μου. Ο Χα­τζη­για­κου­μής σκια­γρα­φεί υπέ­ρο­χα την καλ­λι­τε­χνι­κή με­γα­λο­φυία του Κορ­νά­ρου (σσ. 80-81): «Οι άφθο­νες πα­ρο­μοιώ­σεις, το θερ­μό αντί­κρι­σμα της φύ­σης, η άνε­τη επι­κή αφή­γη­ση, η δύ­να­μη της πε­ρι­γρα­φής, προ­πά­ντων όμως ο πλού­σιος λυ­ρι­κός λό­γος και η ζε­στή αν­θρώ­πι­νη έκ­φρα­ση, όλα αυ­τά, μα­ζί με τη θαυ­μα­στή γλώσ­σα και την άψο­γη σχε­δόν στι­χουρ­γία, δί­νουν στο έρ­γο αυ­τό­νο­μη υπε­ρο­χή και έντο­νη αι­σθη­τι­κή αυ­τάρ­κεια. Ο Ερω­τό­κρι­τος ανα­παύ­ει (με την κα­τά­κτη­ση του ποι­η­τι­κού λό­γου) την εκ­φρα­στι­κή αγω­νία της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ψυ­χής.
Ο «Δι­γε­νής Ακρί­τας» απο­τε­λεί στην ου­σία αυ­τό­νο­μη μο­νο­γρα­φία (σσ. 85-193, 223-233) με ασυ­νή­θι­στη πυ­κνό­τη­τα λό­γου. Ο Χα­τζη­για­κου­μής διε­ρευ­νά σε βά­θος τα κεί­με­να του Escorial (Έκ­δο­ση Αλε­ξί­ου), της Grottaferrata (Έκ­δο­ση John Mavrogordato) και της Τρα­πε­ζού­ντας (Έκ­δο­ση Erich Trapp) για να κα­τα­λή­ξει σε δύο αξιω­μα­τι­κές αρ­χές στις οποί­ες πρέ­πει να στη­ρί­ζε­ται η έκ­δο­ση των με­σαιω­νι­κών κει­μέ­νων: Σύμ­φω­να με την πρώ­τη, αν η πολ­λα­πλή χει­ρό­γρα­φη πα­ρά­δο­ση κα­θι­στά ανα­γκαίο τον κα­ταρ­τι­σμό ενός ενιαί­ου κει­μέ­νου, η νό­θευ­σή του μπο­ρεί να απο­φευ­χθεί αν δεν «συμ­φύ­ρο­νται αδιά­κρι­τα σ’ αυ­τό γρα­φές από τυ­χόν υπάρ­χου­σες λο­γιό­τρο­πες και λαϊ­κό­τρο­πες εκ­δο­χές». Η δεύ­τε­ρη αρ­χή εί­ναι ση­μα­ντι­κό­τε­ρη (σ. 193): «Όσες λαϊ­κό­τρο­πες κυ­ρί­ως εκ­δο­χές πα­ρου­σιά­ζο­νται με κα­τε­στραμ­μέ­νη, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο, τη στι­χουρ­γι­κή τους φόρ­μα, δεν πρέ­πει να εκ­δί­δο­νται με απο­κλει­στι­κή φρο­ντί­δα την απο­κα­τά­στα­ση, σώ­νει και κα­λά, του 15σύλ­λα­βου μέ­τρου».
Οι διορ­θω­τι­κές προ­τά­σεις του Χα­τζη­για­κου­μή εί­ναι από­λυ­τα πει­στι­κές. Δια­φω­νεί πλή­ρως με τις αρ­χές που εφάρ­μο­σε ο Στυ­λια­νός Αλε­ξί­ου στην έκ­δο­ση του κει­μέ­νου του Escorial. Ένα από τα πολ­λά πα­ρα­δείγ­μα­τα (στίχ. 223, σ. 107):

Ἐγεν­νή­θη, ἐμε­γά­λω­σε και ἐγί­νην τε­τρα­έ­της.

Και εδώ ο πλή­ρης στί­χος στο χει­ρό­γρα­φο εί­ναι ἐγεν­νή­θην κα ἐμε­γά­λω­σεν καὶ ἐγί­νην τε­τρα­έ­της. Ένας λα­μπρός και εξαι­ρε­τι­κά εύ­η­χος στί­χος (με τα αλ­λε­πάλ­λη­λα ευ­φω­νι­κά «ν», τό­σο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στοι­χεία των δια­λε­κτό­φω­νων ιδιω­μά­των) ακυ­ρώ­νε­ται με απλές (και άκρως πε­ριτ­τές) εκ­δο­τι­κές πα­ρεμ­βά­σεις: την αφαί­ρε­ση του «και» και των ευ­φω­νι­κών «ν», και την κα­κό­η­χη χα­σμω­δία που ει­σά­γε­ται. Ένα πο­λύ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα για το πό­σο πρέ­πει να «ακού­ει» κα­νείς πρω­τί­στως τον εσω­τε­ρι­κό ήχο και ρυθ­μό της γλώσ­σας πα­ρά να ενερ­γεί (και να προ­σθα­φαι­ρεί) με βά­ση τις απλές τυ­πι­κές συλ­λα­βές και τη φόρ­μα.
Με­ρι­κές φο­ρές εντυ­πω­σιά­ζει το γε­γο­νός ότι πα­σι­φα­νή λά­θη δια­φεύ­γουν την προ­σο­χή έμπει­ρων εκ­δο­τών. Στην Έκ­δο­ση Grottaferra (ΙΙ, 285) δια­βά­ζου­μεἡ γὰρ ἀγά­πη ἡ φυ­σικὴ φέ­ρει ἀναι­σχυ­ντί­αν. Ο Χα­τζη­για­κου­μής ση­μειώ­νει (σ. 178): «Ανα­γκαία εδώ η άρ­νη­ση ο ὐ φ έ ρ ε ι ἀναι­σχυ­ντί­αν, η φυ­σι­κή, αλη­θι­νή αγά­πη δεν προ­κα­λεί αι­σχύ­νη, δεν έχει ντρο­πή. Στην ίδια Έκ­δο­ση (V, 193) ο στί­χος ἐκεί­νη δὲ εἰς εὐχερὲς δέν­δρον ἐπα­νελ­θοῦσα πα­ρερ­μη­νεύ­τη­κε πλή­ρως από όλους τους εκ­δό­τες. Δεν πρό­κει­ται για τη με­το­χή του ρή­μα­τος ἐπα­νέρ­χο­μαι, αλ­λά «για αντι­γρα­φι­κή (και εκ­δο­τι­κή) συ­νέ­νω­ση δύο λέ­ξε­ων ἐ π ά ν ω ἐ λ θ ο ῦ σ α. Δη­λα­δή ήλ­θε, ανέ­βη­κε επά­νω σε ένα εύ­κο­λο δέ­ντρο, απ’ όπου ‘ἐώρα τὰ γε­νό­με­να’ (στ. 194), και από το οποίο δη­λώ­νε­ται αμέ­σως έπει­τα (στ. 196) ότι ‘κα­τήρ­χε­το’». Και στο κεί­με­νο της Τρα­πε­ζού­ντας ο Χα­τζη­για­κου­μής προ­βαί­νει σε εύ­στο­χες διορ­θώ­σεις. Στο στί­χο Τ 130/127 (σ. 187) μό­νον ὑπε­λο­γί­ζε­το παί­ζων χα­μο­γε­λώ­ντας το ὑπε­λο­γί­ζε­το πρέ­πει να διορ­θω­θεί σε ὑπε­λυ­γί­ζε­το, αφού γί­νε­ται λό­γος για την όλο χά­ρη κί­νη­ση της δω­δε­κά­χρο­νης Κό­ρης.

3. Ο με­τα­φρα­στι­κός άθλος της «Οδύσ­σειας»
Ο Χα­τζη­για­κου­μής έδει­ξε στην πρά­ξη τις σπά­νιες ικα­νό­τη­τές του ως κλα­σι­κού φι­λο­λό­γου και νε­ο­ελ­λη­νι­στή με­τα­φρά­ζο­ντας επί πολ­λά έτη με ιδιο­φυή τρό­πο την πολ­λα­πλώς προ­κλη­τι­κή Οδύσ­σεια του Ομή­ρου. Σε εκτε­νή με­λέ­τη μου έδει­ξα σε τι συ­νί­στα­ται η ανε­κτί­μη­τη προ­σφο­ρά του.[5] Πα­ρα­θέ­τω ένα εν­δει­κτι­κό από­σπα­σμα:

Η με­τά­φρα­ση του Μα­νό­λη Χα­τζη­για­κου­μή στο μο­νο­το­νι­κό, σε πλή­ρη αντι­στοί­χι­ση με το αρ­χαίο κεί­με­νο, απο­τε­λεί πρω­τό­τυ­πη δη­μιουρ­γι­κή πρά­ξη. Ο με­τα­φρα­στής αξιο­ποιεί στο έπα­κρον και εμπλου­τί­ζει ιδιο­φυώς τις εκ­φρα­στι­κές δυ­να­τό­τη­τες του νε­ο­ελ­λη­νι­κού λό­γου. Κα­τόρ­θω­σε να απο­δώ­σει με τις καί­ριες συ­νει­δη­τές προ­ε­πι­λο­γές και επι­λο­γές τη «διά­νοια» του κει­μέ­νου στην αφη­γη­μα­τι­κή και πε­ρι­γρα­φι­κή του λει­τουρ­γία με κυ­ρί­αρ­χο μο­τί­βο την έντο­νη προ­φο­ρι­κό­τη­τα. Άρι­στος γνώ­στης των λε­πτών ση­μα­σιο­λο­γι­κών απο­χρώ­σε­ων της αρ­χαί­ας γλώσ­σας και εξαί­ρε­τος σμι­λευ­τής του νε­ο­ελ­λη­νι­κού λό­γου, έδω­σε ένα με­τά­φρα­σμα που μπο­ρεί να στα­θεί επά­ξια δί­πλα στο πολ­λα­πλώς προ­κλη­τι­κό και αξε­πέ­ρα­στο πρω­τό­τυ­πο. Δει­νός κλα­σι­κός φι­λό­λο­γος και λα­μπρός νε­ο­ελ­λη­νι­στής, με βα­θύ­τα­τη γνώ­ση της δια­χρο­νί­ας της γλώσ­σας, όπως επί­σης των εκ­φρα­στι­κών και μου­σι­κών δυ­να­το­τή­των της, δεν πε­ριο­ρί­στη­κε σε ασκή­σεις επί χάρ­του, αλ­λά ανέ­πτυ­ξε μια ολό­κλη­ρη με­τα­φρα­στι­κή θε­ω­ρία την οποία εφάρ­μο­σε με συ­νέ­πεια στην πρά­ξη και έτσι οδη­γή­θη­κε σε νέ­ες ερ­μη­νευ­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις που προ­ά­γουν την ομη­ρι­κή έρευ­να. Εντυ­πω­σιά­ζει η πυ­κνή ύφαν­ση του λό­γου με πλή­ρη αξιο­ποί­η­ση της πο­λυ­χρω­μί­ας που χα­ρα­κτη­ρί­ζει την εν­δο­γλωσ­σι­κή ποι­κι­λό­τη­τα.
Το φι­λο­λο­γι­κό δαι­μό­νιο του Χα­τζη­για­κου­μή έφτα­σε στην απο­θέ­ω­σή του με τα «Ερ­μη­νευ­τι­κά σχό­λια» που πα­ρα­θέ­τει στο τέ­λος του κα­λαί­σθη­του βι­βλί­ου του (σε­λί­δες 783-827). Σε 44 πυ­κνο­γραμ­μέ­νες σε­λί­δες πα­ρου­σιά­ζει, χω­ρίς κα­μιά επι­δει­κτι­κή τά­ση, τι και­νούρ­γιο κό­μι­σε και σε τι δια­φο­ρο­ποιεί­ται από άλ­λους, γνω­στούς και κα­τα­ξιω­μέ­νους, επί­σης, με­τα­φρα­στές, των οποί­ων απα­ριθ­μεί μια σει­ρά αντι­φά­σε­ων και πα­ρα­νο­ή­σε­ων. Με αφορ­μή τον σύν­θε­το ρυθ­μι­κό λο­γό­τυ­πο πο­λύ­τλας δῖος Ὀδυσ­σεὺς (σελ. 796-797) υπο­δει­κνύ­ει κά­τι πο­λύ ση­μα­ντι­κό, από­το­κο της ασυ­νή­θι­στης μου­σι­κής παι­δεί­ας που δια­θέ­τει: «…θα πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γί­ζε­ται πλέ­ον σή­με­ρα, για την ου­σία και την κα­τα­νό­η­ση των ομη­ρι­κών κει­μέ­νων, όχι μό­νο το μέ­τρο και η προ­σω­δία (της ασμα­τι­κής πε­ριό­δου), αλ­λά και ο δε­δο­μέ­νος ρυθ­μός (της ρα­ψω­δι­κής-απαγ­γελ­τι­κής)».
Ο Χα­τζη­για­κου­μής τόλ­μη­σε να αντι­πα­ρα­τε­θεί «με το με­γα­λύ­τε­ρο αρι­στούρ­γη­μα της έντε­χνης ποί­η­σης όλων των επο­χών», όπως το χα­ρα­κτή­ρι­σε ο Στυ­λια­νός Αλε­ξί­ου, και να βγει σώ­ος, χω­ρίς να πτοη­θεί από τους Λαι­στρυ­γό­νες και τους Κύ­κλω­πες της με­τα­φρα­στι­κής του Οδύσ­σειας. Πρό­κει­ται για το επι­στέ­γα­σμα της μα­κρό­χρο­νης και αδιά­λει­πτης επι­τυ­χη­μέ­νης προ­σφο­ράς στα ελ­λη­νι­κά γράμ­μα­τα.

Ο Μα­νό­λης Χα­τζη­για­κου­μής, γε­μά­τος νε­α­νι­κό σφρί­γος, μας εγκα­τέ­λει­ψε ξαφ­νι­κά με ήρε­μη συ­νεί­δη­ση σκορ­πί­ζο­ντας άφα­τη θλί­ψη σε όσους εί­χαν το προ­νό­μιο να τον γνω­ρί­σουν από κο­ντά και να θαυ­μά­σουν την ευ­στρο­φία του πνεύ­μα­τος, την ανε­ξι­κα­κία, τη γεν­ναιο­δω­ρία, την Αρ­χο­ντιά και την Αν­θρω­πιά που τον διέ­κρι­νε. Αγω­νί­στη­κε με πά­θος για μια κα­λύ­τε­ρη παι­δεία του ελ­λη­νι­κού λα­ού συν­δέ­ο­ντας από τα πρώ­τα βή­μα­τα της επι­στη­μο­νι­κής του στα­διο­δρο­μί­ας τη γλώσ­σα με τη λαϊ­κή πα­ρά­δο­ση, τον πο­λι­τι­σμό και την ταυ­τό­τη­τα. Πέ­ρα από τις φι­λο­λο­γι­κές ενα­σχο­λή­σεις, έθε­σε ως στό­χο της ζω­ής του τη διά­σω­ση του λαϊ­κού πο­λι­τι­σμού και της εκ­κλη­σια­στι­κής μου­σι­κής, επι­μέ­νο­ντας πα­ράλ­λη­λα στη δια­τή­ρη­ση της ομορ­φιάς του φυ­σι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, όπως το έζη­σε στο πα­νέ­μορ­φο πα­ρα­δο­σια­κό χω­ριό του τ’ Ασφεν­διού στην Κω. Τώ­ρα το φθαρ­τό του σώ­μα ανα­παύ­ε­ται μα­κα­ρί­ως εκεί, στον τα­πει­νό οι­κο­γε­νεια­κό τά­φο, έχο­ντας συ­ντρο­φιά κυ­πα­ρίσ­σια, δάφ­νες, μυρ­τιές, πεύ­κα και ελιές, αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κες ει­κό­νες και μυ­ρω­διές που έκα­ναν την ψυ­χή του να ανα­γαλ­λιά­ζει στου γλαυ­κού το γει­τό­νε­μα.

πηγή: hartismag.gr

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
48,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα