Μια Νέα Ναυτική Στρατηγική: Όραμα ή πραγματικότητα η θαλασσοκρατορία

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

του Δημήτρη Τσαϊλά*

Στην επόμενη δεκαετία του 21ου αιώνα, η θάλασσα αναμένεται να αποκτήσει εξαιρετικό ενδιαφέρον ως το σημαντικότερο στρατηγικό μέσο του κόσμου. Θα γίνουμε μάρτυρες ενός αγώνα για τον έλεγχο των θάλασσών, που θα περιλαμβάνει, από τον ανταγωνισμό για την απόκτηση των θαλασσίων πόρων μέχρι την απόπειρα πολιτικού, στρατιωτικού και οικονομικού αποικισμού μεγάλων περιοχών της που, μέχρι τώρα, θεωρούνταν διεθνή ύδατα και απλές ναυτικές διαδρομές. Βέβαια η ναυτική ισχύς δεν λειτουργεί σαν τη στρατιωτική. Παρ’ όλη τη γοητεία που ασκούν οι μεγάλες, φαινομενικά «αποφασιστικές», ναυμαχίες όπως της Έλλης και της Λήμνου το 1912-1913 μας έδωσαν στην πραγματικότητα μόνο θαλασσοκρατία. Αντίθετα, οι νίκες του Ελληνικού Στρατού οδήγησαν στην ανατροπή του Οθωμανικού κράτους και την απελευθέρωση εδαφών. Σήμερα όμως το ερώτημα είναι αν μπορεί ο Ελληνισμός, με τη τρισχιλιετή ναυτική ιστορία του, να ανακτήσει τη θαλασσοκρατία που κατείχε την περασμένη εκατονταετηρίδα στις θάλασσες που τον περιβάλλουν.

Στρατηγική και ανταγωνισμός ισχύος

Η στρατηγική αξία των θαλασσίων δυνάμεων, που συνήθως αποκαλείται «ναυτική ισχύς», υπήρξε σημαντικός παράγοντας στην διαμόρφωση του πολέμου στην ελληνική ιστορία. Η θαλάσσια ισχύς που αφορά το σύνολο των ναυτικών πόρων του έθνους, δημιουργείται και αξιοποιείται ως μέσο εθνικής πολιτικής. Σε όλη την ελληνική ιστορία, το έθνος έχει επιλέξει να αποκτήσει και να επιχειρεί το Πολεμικό Ναυτικό σε διάφορα σχήματα και μορφές. Οι επιλογές μας είχαν εξάρτηση από τη σημασία της θάλασσας για τον τόπο και χρόνο ως αμυντική αναγκαιότητα ή μια επιθετική ευκαιρία. Η ακριβής μορφή που έχουν λάβει οι ναυτικές μας δυνάμεις αντικατοπτρίζουν το βάθος της οικονομικής δέσμευσης του κράτους, που συχνά καθορίζεται από την υπεροχή άλλων απαιτήσεων όπως ο στρατός, η αεροπορία, η διαθεσιμότητα κατάλληλων στελεχών, η κατάσταση της σύγχρονης τεχνολογίας και τελικά, ο βαθμός στον οποίο η ισχύς της θάλασσας είναι κρίσιμη για την επιβίωση του έθνους. Εδώ υπάρχει μια διάκριση μεταξύ των ναυτικών δυνάμεων, εκείνων που ως ναυτογενές έθνος εξαρτάται η ίδια η επιβίωσή του από τη θάλασσα, και εκείνων που δεν έχουν ζωτικά συμφέροντα στη θάλασσα, και χρησιμοποιούν τη ναυτική τους δύναμη για να προωθήσουν την εθνική ισχύος. Ενώ αυτή η διάκριση είναι θεωρητική, και τα περισσότερα έθνη εμπίπτουν μεταξύ των δύο άκρων, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι το ναυτικό που χτίστηκε από τον Ελληνισμό είναι αρκετά διαφορετικό από εκείνο μιας ηπειρωτικής δύναμης με φιλοδοξίες, όπως η Τουρκία.

Βλέπουμε σήμερα ότι το πιο σημαντικό μειονέκτημα της εθνικής στρατηγικής μας είναι ότι δεν εξηγείται επαρκώς ο ρόλος και η εφαρμογή της ελληνικής θαλάσσιας ισχύος σε μια εποχή αυξανόμενου ανταγωνισμού. Οι στρατιωτικές προκλήσεις από αντιπάλους όπως η Τουρκία δίνει σαφώς προτεραιότητα για τη ναυτική διάσταση και το σχεδιασμό δύναμης, δεδομένου του Πολεμικού Ναυτικού που έχουμε σήμερα και σχεδιάζουμε για το μέλλον. Ωστόσο, η εθνική στρατηγική δεν έχει σχεδιαστεί με τρόπο που να εξηγήσει πώς η ναυτική ειρηνευτική παρουσία και οι πολεμικές ικανότητες θα αντιμετωπίσουν τη δυναμική της ισχύος.

Οι πρόσφατες τουρκικές προκλήσεις περιγράφονται με διπλωματική ευρηματικότητα. Βλέπουμε πως η εθνική στρατηγική προσπαθεί να αναθέτει τις διάφορες πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον Ελληνισμό, στις συμμαχικές ναυτικές δυνάμεις για να αποτρέψουν ή να ανταποκριθούν σε αυτές τις προκλήσεις. Δυστυχώς, η εθνική στρατηγική έχει απομακρυνθεί από τη σύνδεση της συμπεριφοράς της Τουρκίας με εθνικές πρωτοβουλίες ανάσχεσης, τη στιγμή μάλιστα που εκτιμάται ότι σε ενδεχόμενη σύγκρουση θα ενεργήσουμε μοναχοί μας. Σαφώς απαιτούνται, στη αποτροπή, οι αμυντικές συνεργασίες και συμμαχίες, όμως ως πολλαπλασιαστές ισχύος και όχι ως λογιζόμενες ημέτερες δυνάμεις.

Ακόμα κι αν ο Ελληνισμός δεν φτάσει ποτέ σε πραγματική σύγκρουση με τις τουρκικές δυνάμεις, οι σημαντικές δυνατότητες που έχουν αναπτύξει κατά της πρόσβασης/άρνησης περιοχής (A2/AD) και οι συνεχιζόμενες προκλήσεις χαμηλού επιπέδου θα μπορούσαν να σηματοδοτήσουν ότι δεν μπορούμε ή δεν θα επέμβουμε, αλλά θα επιδεικνύουμε στρατηγική ψυχραιμία με διάθεση κατευνασμού. Εκτός εάν η εθνική μας στρατηγική διατυπώσει μια αξιόπιστη προσέγγιση για την προστασία των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και εθνικών συμφερόντων, οπότε αυτή η πεποίθηση θα μπορούσε να διαμορφώσει τη συμπεριφορά μας στην ειρήνη με τρόπους που θα αποφύγουμε το φαινόμενο του Ψυχρού Πολέμου της «Φινλανδοποίησης».

Η έλλειψη σύνδεσης μεταξύ του στρατηγικού περιβάλλοντος, των σκοπών (αποστολών), των τρόπων (διάσταση, επιχειρήσεις) και μέσων (σχεδίαση δυνάμεων) επαναλαμβάνει το κύριο σφάλμα της στρατηγικής των τελευταίων χρόνων που μειώνει τα οφέλη μιας ναυτικής στρατηγικής. Αυτό είναι κάτι περισσότερο από μια ανησυχία. Είναι καιρός να μην  επιτρέψουμε τη διατάραξη ισορροπίας δυνάμεων, εις βάρος μας, με το καθορισμό προτεραιοτήτων μεταξύ διάστασης, ικανότητας και πρωτοβουλίας σχεδιασμού δύναμης και να προσδιορίσουμε το επίπεδο ικανότητας ή δυνατότητας που απαιτείται στην ισχύ.

Ενώ οι ηγέτες του Ναυτικού γνωρίζουν πώς οι διάφορες πρωτοβουλίες στη στρατηγική προορίζονται για την αντιμετώπιση του εχθρικού περιβάλλοντος και των αποστολών ασφαλείας, αυτή η κατανόηση πιθανότατα δεν μοιράζεται από τις πολλές άλλες ομάδες που χρειάζονται για την εφαρμογή της στρατηγικής, την υποστήριξή της ή τη συμπλήρωσή της. Ο στόλος μας θα πρέπει να αποδίδει πλεονεκτήματα στα επιχειρησιακά απαιτούμενα χαρακτηριστικά που διαμορφώνονται από τον χαρακτήρα της τεράστιας ακτογραμμής του ηπειρωτικού και νησιωτικού συμπλέγματος καθώς και της ευρείας θαλάσσιας περιοχής του Ελληνισμού στο σύνολό του αλλά και των νέων προκλήσεων ασφαλείας.

Συγκεκριμένα, χρειαζόμαστε ένα στόλο που να συνδυάζει εμβέλεια, ευελιξία κινήσεων με αντοχή και ανθεκτικότητα σε ένα διακλαδικό θέατρο επιχειρήσεων. Κάθε πτυχή αυτής της απαίτησης συναινεί στη μεγαλύτερη και ταχύτερη αναπτυσσόμενη πτυχή του σημερινού Ναυτικού με πλοία κρούσεως, για όλες τις διαστάσεις χώρου (υποβρύχια, επιφάνεια, εναέρια, διάστημα και κυβερνοχώρο) του πολέμου αντιμετώπισης πολλαπλών απειλών με εμβέλεια και πολύ μεγάλη ικανότητα μάχης. Χρειαζόμαστε μια μηχανή μάχης ναυτικού που να αποθαρρύνει τους ανταγωνιστές Τούρκους, να καθησυχάζει τους συμμάχους και, όταν ξεσπάσει η κρίση, να πολεμήσει και να κερδίσει εναντίον του προβαλλόμενου ανταγωνιστή μας.

Δεν βρισκόμαστε στο τέλος της θαλάσσιας κυριαρχίας, αλλά θα βρεθούμε, αν δεν λάβουμε έγκαιρα μέτρα για το στόλο με νέα ναυτική στρατηγική. Η διατήρηση του σημερινού συστήματος ισορροπίας και η πρόσβασή μας στα συμμαχικά δεδομένα είναι απαραίτητη. Αυτό κατευθύνεται και σχετίζεται με την οικονομία μας και τις μελλοντικές προοπτικές. Όπως τόνισε ο Περικλής πριν από 2470 χρόνια, η ευημερία μας εξαρτάται από τον έλεγχο της θάλασσας. Αυτό απαιτεί τη διατήρηση της κυριαρχίας μέσω της θάλασσας και ευέλικτη εμπλοκή προς τα εμπρός. Αυτό είναι το ναυτικό. Η Ναυτική ισχύς παρέχει ελευθερία ελιγμών και ευελιξία στρατηγικής αξιοποιώντας και τις παγκόσμιες δικτυωμένες δυνάμεις που ζητούν οι ηγέτες του Ναυτικού.

Η Εθνική Στρατηγική πρέπει να συμβάλλει στη συζήτηση και να προσφέρει ένα πλαίσιο για μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ των σκοπών, των τρόπων και των μέσων της ελληνικής ασφάλειας. Η στρατηγική καθορίζει προτεραιότητες για τη διαμόρφωση της ελληνικής ισχύος και των ενόπλων δυνάμεών μας για τον τρέχοντα αιώνα. Πιο κρίσιμα, η Εθνική Στρατηγική επιλύει το αυξανόμενο χάσμα σε μια συνεκτική αλυσίδα σκοπών-τρόπων-μέσων που θα πρέπει να καθοδηγεί την υψηλή στρατηγική της Ελλάδας. Βεβαίως, η Εθνική Στρατηγική σε ένα ναυτογενές έθνος έχει θαλάσσια εστίαση, απασχολώντας τη θαλάσσια ισχύ κυρίως ως στοιχείο της εθνικής διάστασης και δέσμευσης. Η ελληνική θαλάσσια ισχύς δεν αρκεί από μόνη της, αλλά δεν είναι πολυτέλεια. Είναι μια στρατηγική αναγκαιότητα εάν επιδιώκουμε να διατηρήσουμε τη βιωσιμότητα μας σε μια διεθνή τάξη που βασίζεται στην πρόσβαση στα παγκόσμια κοινά για την ευημερία μας. Εν ολίγοις, η στρατηγική επιτυχία του 21ου αιώνα είναι συνώνυμη με τη συνεχή ανάπτυξη και συνετή εφαρμογή της θαλάσσιας ισχύος.

Το Πολεμικό Ναυτικό πρέπει να σχεδιάσει τη νέα ναυτική στρατηγική που θα μπορεί να αρθρώσει αυτές τις συνδέσεις. Το ποια και πόσα σκάφη, δηλαδή ο χαρακτήρας της ναυτικής παρουσίας και η προστασία αυτών των μονάδων που απαιτείται στις θάλασσες της Ανατολικής Μεσογείου, του Αιγαίου και ολοκλήρου του θαλασσίου περιβάλλοντος του Ελληνισμού, πρέπει να σχεδιαστεί για να αντισταθμίσει τις ρεβιζιονιστικές ενέργειες της Τουρκίας. Ωστόσο, η συζήτηση για τη παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο δεν παρέχει καμία βάση για το στόλο να αναπτύσσεται συνεχώς στην αναφερόμενη περιοχή. Αυτή η έλλειψη εξειδίκευσης θα μπορούσε να μειώσει την αποτρεπτική μας ισχύ στις διαβεβαιώσεις ασφαλείας του Ελληνισμού σήμερα.

Η υπεροχή και θαλασσοκρατορία

Η ναυτική στρατηγική καθιερώνει «πρόσβαση σε όλους τους ναυτικούς τομείς» ως μια νέα λειτουργία για τις ναυτικές υπηρεσίες και προτείνει ότι είναι η πιο σημαντική συμβολή στον διακλαδικό πόλεμο. Αυτή είναι η πρώτη σημαντική και αναγκαία στρατηγική αλλαγή. Η ναυτική στρατηγική των προηγούμενων χρόνων πρότεινε τη χρήση ναυτικών δυνάμεων για να προβάλλει την ισχύ στις πλευρές του ανατολικού Αιγαίου για να απομακρύνει τις δυνάμεις από το έδαφος στο ανατολικό μέτωπο, με τον έλεγχο της θάλασσας ως απαραίτητο μέσο. Στη συνέχεια, η στρατηγική εστίαση του Πολεμικού Ναυτικού μετατοπίστηκε σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στην προβολή ισχύος, ελλείψει σοβαρών απειλών για τον έλεγχο της θάλασσας. Σήμερα ο πολλαπλασιασμός και η βελτίωση των δικτύων A2/AD καθιστούν την πρόσβαση, ένα ζωτικό και αμφισβητούμενο στοιχείο της διακλαδικής μάχης. Δεδομένης της θέσης και της γεωγραφίας των τουρκικών μονάδων με δυνατότητες Α2/AD, ο Ελληνισμός θα πρέπει να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αερο-ναυτικές δυνάμεις μας.

Η θέση όλης της πρόσβασης στον τομέα της ναυτικής στρατηγικής, ωστόσο, δεν είναι σαφής. Οι πέντε ναυτικές επιχειρήσεις -πρόσβαση σε όλο το θαλάσσιο χώρο, έλεγχο της θάλασσας, προβολή ισχύος, αποτροπή/ανάσχεση και ασφάλεια στη θάλασσα- απεικονίζονται ως ίσες και παράλληλες. Ωστόσο, ο έλεγχος της θάλασσας και η προβολή ισχύος σε συνδυασμό με τις λειτουργίες φάσματος C4ISR παράγουν όλη την πρόσβαση στον τομέα θαλασσοκρατορίας. Αυτό θα σήμαινε ότι ο θαλάσσιος έλεγχος και η προβολή ισχύος πρέπει να έχουν επαρκή ικανότητα για να πείσουν τους Τούρκους ότι δεν μπορούν να κερδίσουν ή ότι το κόστος της επιθετικότητας θα ήταν δυσβάστακτο.

Μια άλλη πτυχή της αποτροπής που πρέπει να αντιμετωπίζει η νέα ναυτική στρατηγική είναι η ανάγκη για μια ισχυρή ναυτική και ναυτιλιακή βιομηχανική ικανότητα. Ο Ελληνισμός θα μπορούσε στο εγγύς μέλλον να αποκτήσει μια πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα πέρα ​​από ένα σχετικά χαμηλό επίπεδο ειρήνης στα ναυπηγεία, σε κατασκευές και επισκευές. Το Ναυτικό πρέπει να αρχίσει να πείθει ότι είναι προς το εθνικό μας συμφέρον να διασφαλίσουμε κάποια μέτρηση της πλεονάζουσας βιομηχανικής ικανότητας για χρήση κατά τη διάρκεια του πολέμου, ακόμη και αν αυτό είναι αναποτελεσματικό στην εποχή της ειρήνης.

Αυτά τα χαρακτηριστικά για μια νέα ναυτική στρατηγική είναι ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός και μια συνεκτική αναγνώριση ότι ο κόσμος έχει αλλάξει σημαντικά. Πρέπει να ωθήσουμε το ελληνικό θαλάσσιο δυναμικό προς τη σωστή κατεύθυνση, παρέχοντας ένα πιο δυναμικό, ξεκάθαρο όραμα που θα γίνει πραγματικότητα. Εάν καταφέρουμε και την εθνική βούληση για την υλοποίηση αυτών των προτεραιοτήτων, θα μας δινόταν η ευκαιρία να οδηγηθούμε σε σημαντική και ευεργετική ενίσχυση αυτού του θεμελιώδους στοιχείου της εθνικής μας δύναμης, της θαλασσοκρατορίας.

*Ο Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς είναι Senior Researcher  of Strategy International και Member of Institute for National and international Security.

Πηγή: Geopolitics&Dailynews,

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,629ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
17,300ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα