Ο ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ;

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

του Φώτη Καγγελάρη* 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ “ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ”: Τα ζητήματα που αντιμετωπίζει μια κοινωνία δεν μπορεί να τα κρύβει κάτω από το χαλί. Διαφορετικά, θα τα βρει μπροστά της πιο επώδυνα. Οι “Ανιχνεύσεις” πήραν θέση στο θέμα που απασχόλησε την επικαιρότητα πριν λίγο καιρό. Σήμερα, ο ψυχοπαθολόγος Φώτης Καγγελάρης, μια σημαντική προσωπικότητα στον χώρο που διακονεί, εμβαθύνει σε ένα θέμα που απασχόλησε και θα απασχολήσει ξανά στο μέλλον την ελληνική κοινωνία. Ο κ. Καγγελάρης τιτλοφορεί το άρθρο του: Ο ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ; Και το αναλύει. Διαβάστε τον. 

Η ψυχολογική  και κοινωνική καταγωγή μιας απόπειρας

Κλείνουν 200 χρόνια από το σωτήριο έτος της Ελληνικής Επανάστασης.

Μία από τις επιχειρήσεις που διεξάγονται στη σημερινή δυστοπική εποχή μας  είναι η διάλυση του ιδεολογικού μηχανισμού της Αριστεράς, κατ’ επέκταση, αυτού που αποκαλούμε αριστερή ιδεολογία.

Όσον αφορά την Ελλάδα σήμερα, το φαινόμενο αυτό  θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε  ως  συνέχεια της μεταδικτατορικής περιόδου  και της εμφύλιας σύρραξης του ‘46, σε ιδεολογικό επίπεδο.

Χαρακτηριστική περίπτωση, η «περίπτωση Κουφοντίνα» η οποία συνιστά την  ιδεολογική επίδειξη πυγμής του κράτους επί ενός ατόμου που έκανε το λάθος να δώσει ο ίδιος, σύμφωνα με την Δεξιά που ισχυρίζεται ότι εφαρμόζει απαράβατα τους νόμους και τις δημοκρατικές διαδικασίες,  την ευκαιρία του θανάτου του, βιολογικά ή/και πολιτικά, ως απεργός πείνας, παρέχοντας έτσι την ευκαιρία για μια ιδεολογική νίκη της παράταξης την οποία μάχεται. Επίδειξη πυγμής σ’ ένα ιδιότυπο μπρα-ντε-φερ: νεκρός πολιτικά/βιολογικά θα σήμαινε για την παράταξη της Δεξιά αφενός κλείσιμο με  το παρελθόν του ανοικτού ιδεολογικού λογαριασμού αφετέρου μάθημα για   απρόσκοπτη, άνευ ιδεολογικής αντίρρησης, εφαρμογή των λεγόμενων  μεταρρυθμίσεων που καταφθάνουν. Για τους Κηδεμόνες της χώρας θα σήμαινε επίσης εξάλειψη οποιασδήποτε κίνησης εναντίωσης στο πλαίσιο της νέας εν εξελίξει -στρατιωτικά και ιδεολογικά- ερμηνείας του «ελεύθερου» κόσμου ως ομοιογενούς αμαλγάματος προορισμένου στην σιωπηλή καταθλιπτικοχαρούμενη κατανάλωση.

Η έκβαση της  «περίπτωσης Κουφοντίνα» ως επιζώντος της απεργίας, σημειώνει, κατά την Δεξιά,  νίκη στην πλευρά της Δεξιάς παράταξης αφού ζων σημαίνει νικημένος, υποχωρών, «αγαπάει τη ζωούλα του περισσότερο από τις ιδέες του» και υπό το πρόσχημα ότι πείθεται από τους ανθρώπους που διαδηλώνουν υπέρ του, χαρίζει την ιδεολογική νίκη στη Δεξιά. Η απεργία πείνας έδωσε την δυνατότητα στην Δεξιά μιας κίνησης ρουά-ματ. Νεκρός ή ζωντανός ο βασιλιάς βγαίνει από τη μέση, η νίκη εγγράφεται στην πλευρά της Δεξιάς. Ως νεκρός θα έδειχνε την ανυποχώρητη στάση της Δεξιάς σε αυτό που εκείνη ονομάζει νόμους και δημοκρατικούς θεσμούς. Ως ζων την υποχώρηση της ιδεολογίας που πρέσβευε ο απεργός. Η ήττα πια θα ήταν ολοφάνερη. Γι’ αυτό και δεν υπήρξαν φανερές θριαμβολογίες. Είναι, όμως,  έτσι;

Ο θάνατος του απεργού πείνας αλλά και η γενικότερη επιδίωξη καταστολής είναι εντός του δόγματος της μηδενικής ανοχής, δόγμα που εφαρμόστηκε καταρχήν στα εγκληματολογικά χρονικά, στο Σικάγο.

Το δόγμα της μηδενικής ανοχής, είναι αλήθεια ότι, στην Αμερική έπιασε. Στην Τάιμς Σκουέαρ μπορεί απρόσκοπτα πια ένας τουρίστας να περπατήσει. Καμία σχέση με την δεκαετία του ’80. Μόνο που εδώ δεν είναι Αμερική. «Εδώ είναι Βαλκάνια…» με άρωμα κληρονομικών φυλάρχων Παστούν,  βαθιάς Ανατολής. Εδώ, οι βαθιές οικογενειακές παραδόσεις, αυτές που δεν άγγιξε ο Μοντερνισμός ούτε φυσικά ο Μεταμοντερνισμός ο οποίος θα μπορούσε να διακωμωδήσει, να ειρωνευτεί και να σχετικοποιήσει, εξακολουθούν να μετατρέπουν  τους δεσμούς αίματος των παιδιών προς τους γονείς, σε πολιτικούς δεσμούς και όρκους αίματος της προηγούμενης γενιάς προς την επόμενη. Δεσμοί που ζητούν αίμα, ρεβάνς, σύγκρουση, ναρκισσιστική αποζημίωση. Ποιος αριστερός δεν ονειρεύεται την πολιτική ρεβάνς εξετάζοντας τα λάθη του παρελθόντος και ποιος δεξιός δεν ονειρεύεται την ιδεολογική ρεβάνς μετουσιώνοντας το σοσιαλιστικό όνειρο σε καπιταλιστικό όνειρο;

Θα λέγαμε ότι, με τον ίδιο τρόπο που η Αριστερά δεν αποδέχθηκε την ήττα παρότι εκ των πραγμάτων αναγνώρισε τη στρατιωτική, με τον ίδιο τρόπο η Δεξιά δεν αποδέχθηκε την ιδεολογική της ήττα και συρρίκνωση.

Η Δεξιά σήμερα επιχειρεί μια δεύτερη νίκη στον εμφύλιο που συνεχίζεται μετά την λήξη του το ‘49. Αυτή τη φορά μια ιδεολογική νίκη.

Γιατί, η Αριστερά με την λήξη του ένοπλου βραχίονα του εμφυλίου ηττήθηκε μεν αλλά κατήγαγε νίκη ιδεολογική η οποία είναι εξίσου σημαντική με τη στρατιωτική νίκη της Δεξιάς, επειδή, ακριβώς, η στρατιωτική νίκη ήταν επακόλουθο μιας πολιτικής ιδεολογίας και φιλοσοφίας και αποσκοπούσε στην επιβολή αυτής τούτης της πολιτικής ιδεολογίας  ούτως ώστε, φυσικώ τω τρόπω, να εδραιώσει την κοινωνική πολιτική και την οικονομία της. Ο εμφύλιος και για τις δύο παρατάξεις ήταν το όργανο και το μέσο επιβολής μιας ιδεολογίας που θα εφαρμοζόταν ως τρόπος ζωής. Και εδώ η Δεξιά ναι μεν νίκησε στρατιωτικά αλλά ιδεολογικά ηττήθηκε.  Η Αριστερά κατέλαβε το προπύργιο της ηθικής, του ουμανισμού, του ονείρου,  του ασυμβίβαστου, υλοποίησε συναισθηματικά την σύγχρονη εκδοχή του Ρομαντισμού για το απόλυτο. Έκανε το όραμα και το συναίσθημα αποκλειστικά δική της υπόθεση. Σε αντίθεση με τη Δεξιά η οποία πλάσαρε ως όνειρο το αυτοκίνητο (μέχρι που το κατάφερε. Αλλά, με το τίμημα της απώλειας του ιδεολογικού ελέγχου). Η Αριστερά πέτυχε επίσης τη μεταφορά και ταύτιση του κακοποιημένου, σκληρά, υπέρμετρα και άδικα παιδιού από τον ανάλγητο μεγάλο. Επί πλέον, η ίδια η Δεξιά χάρισε στην Αριστερά ως πορτραίτα αγίων τους αριστερούς της αντιπάλους Βελουχιώτη, Μπελογιάννη, Αμπατιέλο κλπ. Μόνο για την περίπτωση Μπελογιάννη ας θυμηθούμε το πορτρέτο του από τον Πικάσο και την αφύπνιση του φιλελληνικού αντανακλαστικού ανάλογου της σφαγής της Χίου, μόνο που τώρα το αντανακλαστικό είναι αμιγώς αριστερό, όπως, σε μικρότερο βαθμό, συνέβη και με την «περίπτωση Κουφοντίνα». Και στις δύο περιπτώσεις η Δεξιά ήταν ανυποχώρητη. Έτσι, το δίκιο φάνταζε αριστερό, η αδικία δεξιά. Ότι ανάλογο συνέβη στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού με την τότε Σοβιετική Ένωση:  στρατιωτική νίκη, ιδεολογική ήττα. Το δίκιο φάνταζε δεξιό, η αδικία αριστερή. Δεν έχει σημασία το ποιοι εργάστηκαν γι’ αυτό.

Η Δεξιά δεν μπόρεσε να προσεταιριστεί το όνειρο του ανθρώπου για την υπέρβαση της πραγματικότητας. Προς τούτο, θα έπρεπε να επικαλεστεί την θρησκεία. Αντίθετα, η ώθηση προς την υλικότητα διεύρυνε το χάσμα με το όνειρο, πράγμα το οποίο εκμεταλλεύτηκε στο έπακρον η Αριστερά πείθοντας, με το επιχείρημα  μιας φαντασιακής ποιητικής αδικίας, για την αριστερή αγνότητα του ονείρου. Η Δεξιά αυτό που επιχειρεί τώρα, επειδή ακριβώς δεν τα κατάφερε ιδεολογικά να προσποριστεί το όνειρο, είναι να κλείσει τον δρόμο προς το όνειρο ή μάλλον να το μετουσιώσει σε ύλη προς κατανάλωση  και κοινωνική επιτυχία. Ξεχνά η Δεξιά αυτό που ο Σέξπηρ έχει πει τόσο νωρίς: «είμαστε φτιαγμένοι από τα υλικά των ονείρων» και όση ύλη κι αν καταναλώσουμε η ψυχή μας θα ονειρεύεται την υπέρβαση της ύλης. Μόνο που πολιτικά, τα διόδια γι’ αυτή την υπέρβαση κατέχει η Αριστερά.

Εδώ, να τονίσουμε ότι η ελληνική Δεξιά της εμφυλιακής εποχής δεν είχε καν εμπεδώσει την ευρωπαϊκή καταγωγή και ιστορία της ούτε είχε απαλλαχθεί από το ασιατικό παρελθόν της και όσο και να ήταν υπάκουη στις μοντέρνες εντολές του Κηδεμόνα παρέμενε πρωτόγονη. Η υπακοή δεν της επέτρεψε την εκπαίδευση στην ευρωπαϊκή παιδεία αλλά και στο σχολείο του κόσμου όπου είναι και η φυσική της θέση ως παγκόσμιας και αδιάλειπτης εκπομπής πολιτισμού εκμεταλλευόμενη ταυτόχρονα τη φυσική της θέση.  Όχι, βέβαια,  ότι έχουν αλλάξει πολλά σήμερα, ίσως μόνο το όνομα Πιουριφόι.

Εξαιρέσεις της τότε εποχής, όχι πολιτικά, Π. Κανελλόπουλος, Δ. Τσάτσος οι οποίοι διακατέχονταν βαθιά από την ευρωπαϊκή παιδεία και την ιδεαλιστική φιλοσοφία, κυρίως την καντιανή και την εμπράγματη συνέπεια της ως κοινωνικής έκφρασης. Δεν τάσσομαι υπέρ αυτών των  εξαιρέσεων, αλλά, βέβαια προτιμώ να βλέπω τον Π. Κανελλόπουλο να κάνει χειροφίλημα σε μία κυρία στο Ηρώδειο ή να τον φαντάζομαι να γράφει την «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» από την κουλτούρα του «χαλογουίν» και της κέτσαπ.

Το κράτος εξακολούθησε στις επόμενες δεκαετίες να είναι μπάχαλο – μπαχαλάκηδες δεν είναι μόνο κάποιες αυτοπροσδιοριζόμενες ως αριστερές ομάδες αλλά το ίδιο το κράτος που ουδέποτε εννόησε την απόσταση που το χωρίζει από το χεγκελιανό κράτος και τον Νόμο – ασιατικού τύπου, χωρίς να χάνει την ευκαιρία μέχρι το ‘67 να επιδεικνύει την αστυνομική του δύναμη και από το ‘67, τη στρατιωτική. Η λεγόμενη συμφιλίωση που επήλθε μετά το ‘74 ήταν κατ’ ουσία ένα ευρωπαϊκό πρόταγμα για να διευκολυνθεί η είσοδος της χώρας στην Ευρώπη, κάτι ανάλογο με αυτό που επιχειρείται τώρα στην Τουρκία αλλά στη γείτονα χώρα, λόγω των ιδιαζόντων πολιτικών, κοινωνικών και θρησκευτικών συνθηκών, είναι χωρίς αποτέλεσμα. Το τότε ευρωπαϊκό πρόταγμα ήταν  ανάλογο  του παρόντος αμερικανικού προτάγματος, αν φυσικά πιστέψουμε τα Wikileaks που έφερε  στο φως ο Ασάνζ: «διευκόλυνση» της εισόδου της χώρας στο παγκόσμιο πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι μέσω των λεγόμενων μεταρρυθμίσεων και απαγορεύσεων. Και οφείλουμε να τα πιστέψουμε αν κρίνουμε από την επιμονή της παράδοσης της κεφαλής του επί πίνακι.

Αλήθεια, η επιμονή στην εξόντωση, φυσικά μέσω δίκης, φυσικά μέσω νόμιμων μέσων,  του Ασάνζ δεν μας θυμίζει την επιμονή στην εξόντωση, φυσικά μέσω νόμιμων ενεργειών του Κουφοντίνα, όπως εξίσου, εφόσον βέβαια δεν είναι δημιούργημα προπαγάνδας, την περίπτωση Ναβάλντι;  Φυσικά, δεν θα σκάσουμε αν πεθάνουν έστω και χωρίς δίκη όπως στην περίπτωση των κρατουμένων στο Γκουαντάναμο ή κάποτε στα Γκούλαγκ. Ο κόσμος θα ξεχνούσε, η ζωή θα συνεχιζόταν. Μόνο στην Ελλάδα ο κόσμος, για λόγους που αξίζει να μελετηθούν επισταμένως, δεν ξέχασε τον εμφύλιο του: ήταν βαθύ το τραύμα; Μετατραυματικό σύνδρομο; Καλλιέργεια για λόγους σκοπιμότητας της μη λήθης; Συνέχεια γράφονται μελέτες και προστίθενται ερμηνείες και νέα στοιχεία πράγμα που δείχνει ακριβώς το χλωρό της υπόθεσης, την διαφυγή του νοήματος και στις δύο παρατάξεις, την μη επούλωση του τραύματος.

Κλείνουν 200 χρόνια.

Στα επόμενα χρόνια το βάρος της νομιμότητας θα κληθεί να σηκώσει η Δικαστική εξουσία όπως το είδαμε πρόσφατα. Εννοώ τα αυτονόητα και απλά για ένα κράτος δικαίου, για μια ευνομούμενη πολιτεία, έτσι όπως  προκύπτουν, στοιχειωδώς, από τον Αριστοτέλη και τα «Ηθικά Νικομάχεια», από τον Χέγκελ και την «Φιλοσοφία Δικαίου», στις μέρες μας από τον Ρωλς και την «Θεωρία της δικαιοσύνης». Τίποτα περισσότερο. Αλλιώς, πως θα μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι όταν ξέρουμε ότι και μόνο ένας συμπολίτης μας έχει αδικηθεί;  Ας μην ξεχνάμε ότι ο Αριστοτέλης κατατάσσει την Πολιτική στην Ηθική Φιλοσοφία.

Να προσέξουμε τη θέση που θα καταλάβει και θα υποστηρίξει η Δικαστική εξουσία γιατί αυτή θα είναι το σημείο και το κλειδί της αντίστασης, εάν υπάρξει, εκτός, φυσικά, του ενδεχόμενου θαύματος της λαϊκής αντίστασης, της αντίστασης που θα προκύψει από το τυχαίο και την πολιτική επιθυμία που θα προκύψει από το λεγόμενο, σήμερα, κοινωνικό περιθώριο (Ζ. Ντελέζ, Φ. Γκουαταρί).

Η κρατική εξουσία συνεπικουρούμενη από τα τηλεοπτικά κανάλια σε ρόλο κάμερας κυκλοφορίας επιβάλλουν ήδη μια άτυπη λογοκρισία και αποκλεισμό διαφορετικών φωνών εάν δεν παπαγαλίζουν το αφήγημα της νέας ιδεολογίας. Και αυτό είναι μόνο η αρχή της «χαρούμενης σιωπής» που τείνει να επιβληθεί παγκόσμια. Σε λίγο και εν ονόματι των δημοκρατικών ελευθεριών το κράτος θα είναι αστυνομικό-δημοκρατικό, αντίστοιχο αλλά κομψότερο και προσαρμοσμένο στις παρούσες συνθήκες, με εκείνο της μετεμφυλιακής οκταετίας. Δεν θα υπάρχουν καταφυγές σε «καρφίτσες» και ανάλογα λάθη. Δεν χρειάζεται πια παρακράτος, οι καιροί έχουν αλλάξει. Όλα νόμιμα και φανερά.

Η απόλυτη πολιτική λογοκρισία που θα επικρατήσει θα αντισταθμίζεται από ελευθερίες τύπου σεξ, αγορές, αποδοχή έμφυλων ταυτοτήτων, δημόσια έργα, φιέστες κ.λπ. Χαρακτηριστική περίπτωση ο αρσενικός πρωθυπουργός μας όταν απευθυνόταν στους «ομοφυλόφιλους συμπολίτες μας». Όχι ότι δεν κάνει το ίδιο η αντιπολίτευση. Όποιος προλάβει κι αρπάξει από την ανάδυση των νέων πολιτικών υποκειμένων. Επιδιώκοντας, παράλληλα, αυτοενοχοποιούμενους victim blaming πολίτες ή καταθλιπτικούς πολίτες ή με μετατραυματικό σύνδρομο από την γκλομπιά. Στην καλύτερη περίπτωση ένα σύνδρομο Στοκχόλμης, που θα αποδεικνύει την άποψη του Λα Μποεσί ή του Α. Γκράμσι για την αποδοχή από το πολιτικό υποκείμενο των αλυσίδων του, για την συναίνεση του στην εξαγορά της επιθυμίας του, όπως είχα υποστηρίξει σ’ ένα παλαιότερο κείμενο μου «Δημοκρατικός Φασισμός: η συναίνεση στην εξαγορά της επιθυμίας», Ανιχνεύσεις (2018). Στον τόπο μας, για ιστορικούς λόγους, κυρίως λόγω ανατολίτικων καταβολών, η βιοπολιτική-βιοηθική (Μ. Φουκώ, Ζ. Ντελέζ, Τ. Αγκάμπεν-πειθαρχία σώματος) και η ψυχοπολιτική (Μ. Τ. Χαν-πειθαρχία ψυχισμού ως τρόπου αυτοεκμετάλλευσης) υστερούν, με συνέπεια η εξουσία με το παραμικρό να κάνει χρήση ανατολίτικων μεθόδων σωματικής βίας. Έτσι, με τον ίδιο τρόπο που ο Καίσαρας πρότασσε στην πομπή του τους ραβδούχους με τις ράβδους/fasces, με τον ίδιο τρόπο σήμερα το κράτος  πομπεύεται  προτάσσοντας τους ραβδούχους με τα γκλομπ/fasces.

Όχι, δεν θ’ ακουστεί η γνωστή κραυγή: «Ave Caesar, moritouri te salutαnt./ Χαίρε Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν». Θα εννοείται.

Αυτά που ζούμε σήμερα ως καταστολή είναι μόνο η αρχή. Αυτές οι  επί μέρους καταστολές δεν είναι μεμονωμένα επεισόδια αλλά μέρος του ευρύτερου σχεδίου να πάψουν να υπάρχουν οι ατίθασες φωνές αφού έχουν καταρχήν απαξιωθεί και ευτελιστεί κοινωνικά και πολιτικά έτσι που να μην στοιχίζει σε κανένα η καταστολή τους ή να περνάει στα ψιλά της κατ’ όνομα  πλουραλιστικής ενημέρωσης.

Αλλά, γιατί να πάψουν;

Δεν λειτουργούσαν και ως άλλοθι δημοκρατικών θεσμών; Ως άλλοθι αποδοχής του πλαστού «όλοι μαζί»;

Οφείλουν να πάψουν γιατί δηλητηριάζουν τον κόσμο με ιδέες οι οποίες δεν επιτρέπουν στον μηχανισμό της Δεξιάς να δράσει για απόλυτη υπακοή και εξουσία. Δηλαδή, για να επιτρέψουν την καταστολή της ζωής εν όψη οικονομικών σχεδίων τα οποία δεν θα μπορούν να ανεχθούν την ελάχιστη κριτική.

Δεν είναι ότι υπάρχει φόβος για  την Αριστερά όπως την κάνανε κι όπως, αν υπάρχει ( υπάρχει Αριστερά; Ενώ μου είναι πολύ εύκολό να μιλήσω για τη Δεξιά μου είναι το ίδιο δύσκολο να πω το πως προσδιορίζεται, όχι ιδεολογικά, η Αριστερά, πολιτικά,  σήμερα)  έκανε η ίδια τον εαυτό της. Αλλά, δεν πρέπει να ακουστεί η ελάχιστη φωνή εναντίωσης που θα τάρασσε την επέλαση του νέου κόσμου.

Εξάλλου, η στρατιωτική νίκη της Δεξιάς ήταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και πολιτική, φαίνεται από τις εκλογικές αναμετρήσεις οι οποίες ακολούθησαν τον ανάλογο δρόμο της ευρωπαϊκής πολιτικής με συνέπεια την εξαφάνιση της αριστερής παράταξης. Όπως σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υπάρχουν πια τα ποσοστά του Μπερλιγκουέρ και του Μαρσέ έτσι και σε ελληνικό  επίπεδο δεν υπάρχει καν εκείνο το πρώτο μεταπολιτευτικό εκλογικό ποσοστό του ΚΚΕ. Δεν υπάρχει το επιχείρημα του 24,42% και των 79 εδρών της ΕΔΑ ως «κινδύνου παρεκτροπής» όπως πλασαρίστηκε το ‘67 για να καλυφθούν οι ανακατατάξεις στην γεωγραφική σκακιέρα της εποχής.

Ας θυμηθούμε, εξάλλου, σε παγκόσμιο επίπεδο, ο Σαντάμ δικός τους ήταν. Μέχρι πριν την ανόητη ( ή την υποδειχθείσα;) εισβολή στο Κουβέιτ συνομιλούσε με την Αμερικανίδα πρέσβη. Αλλά, δεν βόλευε πια ο ελάχιστος πατριωτισμός του επί του οποίου  ήταν στηριγμένος πολιτικά. Γιατί το θέμα δεν είναι μόνο να μην εναντιώνεται κάποιος αλλά και να μην είναι εμπόδιο πολιτικά.

Και, μήπως ο Καντάφι δεν ήταν δικός τους μετά το άνοιγμα που τον ξεγέλασαν να κάνει;

Ωστόσο,  ούτε αυτός ούτε ο Σαντάμ άφησαν κενό απουσίας στη  συνείδηση του Δυτικού Κόσμου γιατί ήδη είχαν εξοστρακιστεί μέσω της προπαγάνδας των ΜΜΕ ότι είναι επιζήμιοι τύραννοι ενάντια στην  ελευθερία που προασπίζεται ο Δυτικός Κόσμος. Αλήθεια, πως και δεν έχουμε μάθει ακόμα πως χάθηκε ο Ο. Πάλμε;

Μήπως, το πραξικόπημα τώρα στη Βιρμανία δεν έγινε από δικούς τους; Αλλά και ποιος είπε στους πραξικοπηματίες  ότι τους θέλουν επειδή είναι απλά δεξιά, έτσι δυσκίνητοι που είναι πολιτικά,  έχοντας  αντανακλαστικά, σημαντικό μέρος του λαού εναντίον τους, από παλαιότερο πραξικόπημα συν την φυλάκιση της ηγέτιδας της αντιπολίτευσης; Οι παρεμβάσεις των δυτικών κυβερνήσεων δεν λένε παρά «αφού δεν τα καταφέρνεις, τι επιμένεις; Κάνε στην  άκρη». Επί πλέον, είναι μια ευκαιρία για  επίδειξη δημοκρατικότητας εκ μέρους της Δύσης, πράγμα βέβαια που δεν συνέβαινε όταν αντίστοιχες καταστάσεις υπήρξαν σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Εύγλωττο παράδειγμα η υποστήριξη και φιλοξενία της Θάτσερ στον Πινοσέτ, ομόαιμα τέκνα και οι δύο του Φρίντμαν. Ακόμα, οφείλουμε να συσχετίσουμε την αντίδραση της Δύσης στο αυξημένο ενδιαφέρον της Ρωσίας (16% των οπλικών συστημάτων είναι ρωσικά με περαιτέρω προοπτική όπως μαρτυρά η επίσκεψη του Ρώσου υπουργού άμυνας  στην Γιαγκόν, τη μέρα της μεγάλης σφαγής), αλλά και στην διείσδυση κινεζικών, κυρίως, αλλά και ινδικών κεφαλαίων στην βιρμανική αγορά. Γι’ αυτό και δεν υπήρξαν διαμαρτυρίες εκ μέρους τους για την σφαγή που συμβαίνει στη γειτονιά τους.

Στην ειδικότερη αναδιοργάνωση του κόσμου που αφορά την περιοχή μας, η Τουρκία καλείται να παίξει, με την έγκριση και καθοδήγηση φυσικά του Κηδεμόνα ενεργό ρόλο παρέμβασης σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου και εκμεταλλευόμενη την ευκαιρία κάνει  τη φωνή της ν’ ακουστεί ενώ παράλληλα και μέσω αυτής δηλώνει παρουσία ο Κηδεμόνας μέχρι τους Ουϊγούρους της Κίνας ενώ η ίδια η Τουρκία μέσω Τουρκμενιστάν (Ερντογκάν: «όπου υπάρχουν Τούρκοι εμείς είμαστε παρόντες») δηλώνει παρουσία στη Θράκη.

Το τράβηγμα του αυτιού του Ερντογκάν από τον Κηδεμόνα κάποιες φορές, είναι για τα μάτια ή από λάθος εφαρμογή της γραμμής που έχει παραλάβει η Τουρκία για να φανεί ότι δρα αυτοβούλως. Αυτό δεν εμποδίζει τον Κηδεμόνα να υπονομεύει τον Ερντογκάν γιατί πια δεν είναι αρκετά ευέλικτος, έχει φθαρεί, δεν μπορεί ως πολιτικό μαμούθ να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, το πολιτικό του όραμα αδυνατεί να προσαρμοστεί στη σύγχρονη κατάσταση του διεθνισμού της παγκοσμιοποίησης. Χρειάζεται ένας πολιτικός τύπου Μπολσονάρο ή Όρμπαν. Χρειάζεται ένας νέος ηγέτης στη περιοχή, πράγμα το οποίο επιδιώχθηκε με την απόπειρα του 2016. Μέχρι τότε, όπου μπορεί να προσφέρει υπηρεσίες στον Κηδεμόνα, καλοδεχούμενος. Ταυτόχρονα επιτρέπει στο διάδοχο να έχει καθαρά χέρια και να διαχειριστεί, χωρίς πολιτική ενοχή την έτοιμη κατάσταση που θα παραλάβει.

Στα καθ’ ημάς, τα ανωτέρω αποδίδει πλήρως η επταετής χουντική λαίλαπα όταν συλλαμβάνει όχι μόνο τους αριστερούς πολιτικούς αλλά και  τους δεξιούς και εκείνους που βρίσκονταν στο λεγόμενο φάσμα του κέντρου.

Κλείνουν 200 χρόνια.

Στις ιδιάζουσες συνθήκες της Ελλάδας η Δεξιά έχει πέσει στην παγίδα του να αναζωπυρώσει το εμφυλιακό-μετεμφυλιακό κράτος λέγοντας με τον τρόπο της  παντού, ότι ο εμφύλιος δεν έχει σταματήσει και ότι διεκδικεί εκ νέου τη νίκη και την εξαφάνιση ή το πάγωμα του αριστερού κινήματος.

Η εντολή, σύμφωνα  και με τα όσα ήλθαν στην επιφάνεια από  τα Wikileaks, είναι να πάψει να υπάρχει αντίσταση, πανεπιστημιακό άσυλο, διαδηλώσεις… Προς τούτο, Κηδεμόνες και Κυβέρνηση ενσπείρουν στο κοινωνικό σύνολο αφανείς και υπεράνω υποψίας ιδεολογικούς εντεταλμένους των οποίων αποστολή είναι όχι η ανοικτή και αφελής προπαγάνδα τύπου δεκάρικου από γυμνασιάρχη για την 25η Μαρτίου ή Γεωργαλά όπως συνέβαινε κάποτε, αλλά η διακριτική προβολή των επιτευγμάτων και της προσωπικότητας του εντεταλμένου κονδυλοφόρου ή πνευματικού ή  κοινωνικού παράγοντα,  ο οποίος, κάποια στιγμή ακούγεται ότι ανήκει στη Δεξιά παράταξη ή κάτω από ένα «ουδέτερο» πολιτικό σχήμα. Μπορεί, ωστόσο, και να μην ακουστεί καθόλου κάτι τέτοιο, να μην τον πάρει το «ποτάμι», αρκεί ο χώρος να είναι κατειλημμένος και να κυριαρχείται, αφανώς, από την παράταξη. Φυσικά, η καλοπροαίρετη και αποπροσανατολιστική δήθεν κριτική, δήθεν ασυμφωνία είναι ευπρόσδεκτη.

Πολιτικοί της Δεξιάς μάχονται στα χαρακώματα του ιδεολογικού πολέμου για να επιφέρουν επιτέλους τη νίκη που ονειρεύονταν με τη λήξη του στρατιωτικού εμφυλίου. Παράλληλα, προοδευτικοί και πεφωτισμένοι δεξιοί ή απλά «ουδέτεροι» και «αντικειμενικοί»  κονδυλοφόροι αλλά και «άρδην» ανανήψαντες σκεπτόμενοι επιδίδονται, διεκδικώντας μια θέση εκ δεξιών της μητρός Δεξιάς, σε μια αναδρομική μάχη κατασυκοφάντησης και κατασπίλωσης σε οτιδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αριστερό ή υποψιάζονται ως τέτοιο ενώ ταυτόχρονα επιχειρείται η ανάδειξη των ελληνικών αξιών ως ανάχωμα και εμπροσθοφυλακή έναντι των ιδεών του ευρωπαϊκού πολιτισμού από το ‘50 και μετά αλλά και του επινοημένου μορφώματος, του εθνομηδενισμού.

Η φονταμεταλιστική δεξιά ιδεολογία  επιχειρεί παράλληλα να αποσαθρώσει και να εξαφανίσει οτιδήποτε σχετίζεται στην ιστορία της φιλοσοφίας με οσμή διαλεκτικού υλισμού, μαρξισμού, διαφωτισμού, επανάστασης, κινημάτων, αντιπαραθέτοντας την Ορθοδοξία, άντε και τον Πλάτωνα, ως τις μόνες αληθινές και υγιείς αξίες ζωής του Έλληνα. Φονταμεταλιστές θρησκευόμενοι φιλόσοφοι παίρνουν ανοικτά ρεβάνς από την -άδικη- απαξίωση που είχαν υποστεί όταν άκμαζε η υποτιθέμενη αριστερή ιδεολογία καλώντας, με λόγο μελίρρυτο, αγνό, βαθύ, σχεδόν μυστικιστικό, από τον άμβωνα, -πείτε το, βήμα- της Κυριακής ή την καθημερινή της εβδομάδας μας, τον κόσμο στην πρωτοχριστιανική  εορτή της Εκκλησίας της φαντασίωσης τους. Άλλοτε κράζοντας ως άγιοι ή ως σαλοί που καθυποτάσσουν τον διάβολο, την χρεοκοπία του διαλεκτικού υλισμού, ότι  αποκαλούν  μηδενισμό και ότι άλλο φαντάζονται ως αριστερό και μη ελληνικό. Και άλλοτε με κατανυκτικό ψιθύρισμα αγωνιούν να κοινωνήσουν τα μύχια της αληθείας  του Αγίου Πνεύματος (τους) που τους διακατέχει.  Αυτοί οι βαθύτατα θρησκευόμενοι ορθόδοξοι χριστιανοί εξεμέσουν μίσος ανάλογο εκείνου που σκότωσε την Υπατία, ανάβουν πυρά ανάλογη εκείνης της Ιεράς Εξέτασης που κατέκαυσε  τον Μπρούνο. Ενσταλάζουν χολή ανάλογη εκείνης που διατηρεί τον εθνικό διχασμό. Εξαπολύουν τρόμο ανάλογο  των αφορισμών που δέχθηκε ο Διαφωτισμός ενώ ταυτόχρονα απευθύνουν κάλεσμα δεξιάς σωτηρίας-πασπαλισμένο με δήθεν κριτική για την παράταξη που ανήκουν, επιπέδου φτηνής θεατρικής επιθεώρησης  και διορθωτικές υποδείξεις -για την σωτηρία του κόσμου. Φαίνεται, η ιστορία δεν νουθετεί, η ιστορία επαναλαμβάνεται και ως φάρσα διακωμωδεί επικίνδυνα. Πού η νηφαλιότητα, πού η καταλλαγή, που η αδελφοσύνη και η συμφιλίωση από αυτούς τους πνευματικούς ταγούς; Αλήθεια, έχουμε αναλογισθεί γιατί και οι Παίδες εν τη καμίνω και οι αριστεροί όταν πήγαιναν για εκτέλεση, τραγουδούσαν;

Γενικότερα, επιχειρείται μια πλήρης ανάπτυξη της επιχείρησης εξόντωσης σε οτιδήποτε φαντάζει ιδεολογικά σαγηνευτικό και ανήκει στην Αριστερά. Είναι, πράγματι, ένα κριτήριο για το που βρίσκεται η ιδεολογική αντεπίθεση της Δεξιάς, τα γραφόμενα των ανθρώπων αυτών. Και πρόκειται για  ολομέτωπη αντεπίθεση. Όμως, εκείνο που τελικά καταφέρνουν είναι η ιδεολογία τους να εξαντλείται στην πολεμική της αριστερής ιδεολογίας. Επιχειρούν με βίαιο τρόπο (βία είναι η καθυπόταξη του άλλου άνευ διαλόγου, η πρόσβαση στην επιθυμία χωρίς διαμεσολάβηση) να επιβάλλουν την σιωπή επικυρώνοντας έτσι, ακόμα μια φορά, την τακτική τους, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την έλλειψη προσίδιας ιδεολογίας.

Η ιδεολογία της Δεξιάς στερείται πρότασης, στερείται λόγου, στερείται οράματος. Η πρόταση της Δεξιάς ήταν πάντα μια έλλειψη πρότασης ως απάντησης στην πρόταση της Αριστεράς η οποία όμως πρόταση της Αριστεράς είναι ήδη μια αντιπρόταση στην κατ’ αρχήν παγιωμένη και πεπερασμένη πρόταση, στην έλλειψη πρότασης της Δεξιάς. Γιατί, όπως ακριβώς η πρωτοπορία στην τέχνη υπόσχεται τη ρήξη στη φόρμα για να αναδυθούν οι νέες μορφές έτσι και η αριστερή ιδεολογία υπόσχεται το όνειρο ως ρήξη με την συντήρηση και τον εφησυχασμό για να αναδυθεί η νέα ζωή. Θα πρέπει, λοιπόν, κατ’ αρχήν, να υπάρχει ένα έδαφος συντήρησης το οποίο η Δεξιά δεν μπορεί, από τη φύση της, να αποφύγει να υπάρχει. Δεξιά είναι το κεκτημένο, αυτό που κάποτε ήταν επαναστατικό μέχρι που ήρθε στην εξουσία.

Δεξιά, επί Γαλλικής Επανάστασης ήταν η φεουδαρχία και Αριστερά η αστική τάξη, αυτή που τώρα είναι Δεξιά (Μαρξ: «δεν μπορούμε ν’ αγνοήσουμε τον επαναστατικό ρόλο της αστικής τάξης»). Ο Λούθηρος, ως Προμάρξ, όσο και ν’ ακούγεται παράξενο, ήταν η Αριστερά της εποχής, η σκέψη του οποίου φύτεψε τις πρώτες τράπεζες (bank) στις όχθες (bank) του Άμστερνταμ, προετοιμάζοντας τη γαλλική αστική επανάσταση. Ναι, οι τράπεζες ήταν ο αριστερός εμπράγματος λόγος της εποχής ενώ την ίδια  περίοδο σημειώνεται η τομή στην αρχιτεκτονική τοπίου: ο ολλανδικός κήπος αποδεσμεύεται από το βασιλικό γαλλικό μπαρόκ, πράγμα που σηματοδοτεί την εξ αριστερών   υποκειμενικότητα του βλέμματος επί του κόσμου, ως συνέχεια της αριστερής ματιάς του Αλμπέρτι. Ο άνθρωπος πια  βλέπει τον κόσμο αλλιώς. Θα λέγαμε ότι οι 95 θέσεις του Λούθηρου (1517) είναι η εισαγωγή στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο του Μαρξ (1848).

(Παρένθεση-ένα αίνιγμα: πως μπορεί ο Προτεσταντικός Καπιταλισμός να γεννά διαρκώς νέες ιδέες; Να βρίσκεται στην πρωτοπορία της ιστορικής εξέλιξης, της επιστήμης, της φιλοσοφίας, της οικονομίας, ενδεικτικά, από τον Τζομπς στον Λένον, από τον Χιούμ στον  Χάιντεγγερ, από τον Μπετόβεν στον Κέιτζ,  από τον  Μπόυς στον  Γκέιτζ, από τον Έντισον στον Φρίντμαν, από τον Αϊνστάιν στον Μπέκεττ… Πώς, ενώ οι υποτιθέμενες κρίσεις του καπιταλισμού βαθαίνουν μέχρι να πέσει στην άβυσσο την οποία ο ίδιος θα έχει ανοίξει, η Οικουμένη να έλκεται και να σύρεται και να γοητεύεται από την βεμπεριανή εξίσωση Προτεσταντισμού-Καπιταλισμού; Πώς γίνεται, αυτό το υποτιθέμενο παρηκμασμένο οικονομικό σύστημα όχι μόνο να μην παραδίδει την ιστορική σκυτάλη στην υποτιθέμενη διάδοχη τάξη αλλά να είναι η ίδια αυτή η διάδοχη τάξη του εαυτού της ενώ η υποτιθέμενη διάδοχη τάξη τρέχει πίσω από την ταύτιση της με  το παλαιό σύστημα;  Σαν ο Προτεσταντισμός και η εμπράγματη οικονομική και κοινωνική του  έκφραση να αναγεννώνται εκ των έσω, εκ των ιδίων αυτού εσωτερικών δυνάμεων. Σαν Δεξιά και Αριστερά να εμπεριέχονται στο ίδιο το σύστημα το οποίο κατ’ αυτό τον τρόπο αυτοαναλώνεται και αυτοδημιουργείται, γίνεται η Αριστερά της προηγούμενης δικής του κατάστασης, ενώ ταυτόχρονα ως  Αριστερά ολισθαίνει σταδιακά σε Δεξιά κοκ. Δηλαδή, σαν οι αντιθέσεις να γίνονται δημιουργικές και όχι διαλυτικές, αποδίδοντας μια νέα σύνθεση του κόσμου η οποία εξακολουθεί να εμπεριέχει δημιουργικές-εξελικτικές και όχι τελικές και καταστροφικές αντιθέσεις. Και η άλλη τάξη, η αντίπαλη τάξη που είναι; Υπάρχει μία τέτοια τάξη; Κι αν υπάρχει μήπως είναι απλώς ένας παράγοντας της εξέλιξης – ακόμα και με την έννοια της μαρξιστικής υπεραξίας- ή με την έννοια της αναμονής στην σταδιακή ένταξη της στην εξέλιξη, κάτι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει σε μεγάλα τμήματα του πλανήτη, όπως η Αφρική η οποία εντάσσεται αργά αλλά εντάσσεται; Γιατί, τα ένοπλα κινήματα στην Αφρική σήμερα ουδεμία σχέση έχουν με τα κινήματα του παρελθόντος τύπου Μοζαμβίκης ή Αγκόλας: το ενδιαφέρον εξαντλείται στο μοίρασμα της πίτας εντός του ιδίου ιδεολογικού-πολιτικού πλαισίου.

Σαν ο Προτεσταντισμός να έδωσε ένα αυστηρό αλλά  γήινο και προσιτό νόημα στη ζωή του ανθρώπου, διαφορετικό από το εκκοσμικευμένο Καθολικό, διαφορετικό από το υπερβατικό της Ορθοδοξίας. Σαν η θυροκόλληση του Λούθηρου να έγινε το εφαλτήριο για την εκτόξευση του ανθρώπου μέσα στους επόμενους αιώνες. Ο άγνωστος Χ της βεμπεριανής εξίσωσης, ίσως, αφορά μόνο το πόσους αιώνες. Μην ξεχνάμε ότι οι πιο πλούσιες χώρες του κόσμου (και οι πιο επεκτατικές, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) ανήκουν σε αυτό το δόγμα.

Λέω « σαν» γιατί όλα αυτά είναι αντικείμενο όχι αυτού του σύντομου κειμένου.

Δεν ξέρω καν αν ισχύουν αυτά που ανέφερα σε αυτή την παρένθεση. Ελπίζω, όχι. Γιατί θα ήταν τερατώδες ο άνθρωπος ως πολιτικό υποκείμενο να είναι κεκλεισμένος σε μια πεπερασμένη ιστορική εξέλιξη, να είναι υποκείμενο της υπερεγωτικής εντολής «κέρδισε-κατανάλωσε», υποκείμενο μιας ευκλείδειας κοινωνικής γεωμετρίας, ανάλογης εκείνης του «Φάνυ και Αλέξανδρος» του Μπέργκμαν. Αλλά, αν είναι;).

Η Αριστερά, ωστόσο, όπως κι αν λέγεται στον αριθμητή, πάντα θα μονοπωλεί το όνειρο ώσπου να καταστεί Δεξιά. Γιατί η πρωτοπορία είναι θνησιγενής. Η τέχνη στο μουσείο όσο πρωτοποριακή κι αν είναι ανήκει στην ιστορία.

Ο ίδιος ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την αντίθεση Δεξιά-Αριστερά γιατί η αντίθεση αυτή είναι «η ατμομηχανή της ιστορίας». Λόγος και Αντίλογος  κινούν, μετασχηματίζουν την ιστορία. Το σύμπαν είναι θέμα Λόγου. Αλίμονο αν πάψει ο Αντίλογος. Το σύμπαν θα σβήσει. Είναι αστείο όταν δεν είναι τραγικό να θέλει κάποιος να πάψει να υπάρχει Αριστερά, όσο αστείο είναι να θέλει κάποιος να σταματήσει, την εξ αριστερών φωνή του Δυτικού Κόσμου, την μετανάστευση. Η Δεξιά πάντα θα εμπεριέχει εν σπέρματι την Αριστερά την οποία θα τροφοδοτεί με αντιπολιτευτικό λόγο και η Αριστερά θα εμπεριέχει εν σπέρματι την Δεξιά στην οποία θα εξελιχθεί. Μπορούμε να στείλουμε κι ένα e mail στον  Ηράκλειτο να μας το επιβεβαιώσει.

Σημασία έχει, όμως,  για ποια Δεξιά και για ποια Αριστερά μιλάμε. Όσο για το τι θα γίνεται σε μια υποτιθέμενη αταξική κοινωνία, υπενθυμίζω τα λόγια του Φρόυντ «να δω τότε που θα στρέφεται η επιθετικότητα».

Στην εποχή μας, πρόκειται, ωστόσο, εκ μέρους της Δεξιάς για ολομέτωπη επίθεση και σε ιδεολογικό και σε κοινωνικό-κατασταλτικό επίπεδο. Σαν να θέλει η Δεξιά να παραφράσει τον Μαρξ για την αταξική κοινωνία φιμώνοντας και εξαφανίζοντας την ετερότητα.  Έναντι της οποίας επίθεσης η εγχώρια αριστερή κουλτούρα πάει να αντιπαρατάξει τραγουδάκια του ‘70 και παλιομοδίτικα φεστιβάλ που νομίζει ότι δεν μυρίζουν ναφθαλίνη, ότι ακόμα συγκινούν, όπως νομίζει ότι ακόμα συγκινούν οι λέξεις «μπροστάρης» «λαός» «φονιάδες των λαών» κλπ. Να μας πει, όμως, πρώτα, τι είναι σήμερα ο λαός. Και ποιος στον τρίτο κόσμο δεν λατρεύει ένα ζευγάρι παπούτσια μάρκας. Ας ξεκινήσουμε την συζήτηση από κει.

Βλέπετε, ρεβανσισμός δεν υπάρχει μόνο στην Αριστερά η οποία τον διεκδικεί πολιτικά (μόνο; Να, μόλις πρόσφατα το ΚΚΕ δικαίωσε τον Ζαχαριάδη για την  επιλογή του. Αμ εκείνο το «όταν θα μπουν οι αντάρτες στην Αθήνα, το Σύνταγμα θα λέγεται πλατεία Κουφοντίνα», τι  λέει;) αλλά και την Δεξιά, την νικηφόρο στρατιωτικά και πολιτικά Δεξιά, όσον αφορά την ιδεολογία, μετά 70 χρόνια απαξίωσης του ιδεολογικού της οπλοστασίου.

Οι απόψεις δύο βουλευτών, της Δεξιάς παράτασης και της υποτιθέμενης Αριστεράς,  των κκ. Μ. Βορίδη και Γ.  Δραγασάκη είναι  ενδεικτικές. Μ. Βορίδης (2014): «μπορεί κανείς να λέει ότι κατέχει την πολιτική εξουσία αλλά στην πραγματικότητα να μην μπορεί να κάνει τίποτα καθώς είναι διαμορφωμένο ένα περιβάλλον εντός του οποίου παράγονται αξίες από αυτούς που κατέχουν  τους βασικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς». Γ. Δραγασάκης ( 2021): «Η αριστερά της εποχής μας έχει ανάγκη από ιδεολογική επανασύνταξη». (Εν παρόδω: υποτίθεται, φυσικά, ότι ο κ. Δραγασάκης ανήκει στην Αριστερά και μιλά εξ ονόματος της. Πράγμα που βολεύει την Δεξιά ως προς το πολιτικό παιχνίδι, να θεωρεί ο κόσμος ως Αριστερά την αριστερή της φωνή). Μα, κι ο ίδιος, ο με «σοσιαλιστικές» καταβολές, παρών υπουργός Προπό δεν δήλωνε  (2002) ότι, είχε βάλει σκοπό ν’ απαξιώσει τη γοητεία που ασκούσε στη συνείδηση του κόσμου  η τότε ένοπλη οργάνωση;

Στην λεγόμενη Αριστερά απομένει το ΚΚΕ το οποίο μιλά για την ενηλικίωση και την προοπτική της ιστορίας με την πρωτόγονη γλώσσα των σπηλαίων. Και περιμένει κόσμο. Μα, δεν καταλαβαίνει ότι κι αν ακόμα όλη η Ελλάδα γινόταν ένα επαναστατικό ποτάμι, ότι ο λόγος του, τουλάχιστον από τους νέους ανθρώπους, ή από τις ηλικίες κάτω των ενενήντα, ανεξάρτητα από τις αλήθειες ή τα λάθη που εμπεριέχει, δεν μπορεί ν’ ακουστεί; Το ΚΚΕ χρειάζεται επειγόντως μαθήματα γλωσσολογίας και σύγχρονης ρητορικής. Δεν μπορείτε, σύντροφοι, να μιλάτε την Μεσαιωνική γλώσσα το 2021 ούτε την Αττική και να περιμένετε ο κόσμος να σας ακολουθήσει. Άσε που οι εκφράσεις σας, «σύντροφοι», «σοσιαλισμός», «αριστερά» και πλείστες άλλες έχουν μαγαριστεί ανεπίτρεπτα και, ίσως, ανεπιστρεπτί.

Όπως, επιτέλους, χρειάζεται λόγο, τον δικό της λόγο η ευρύτερη Αριστερά και όχι να ντύνει με άλλα ρούχα το σώμα του λόγου της Δεξιάς. (Παλιά ιστορία, την έκανε κι ο Μαρξ στον Χέγκελ).

Μαθήματα δυτικής φιλοσοφίας και ουμανιστικού πατριωτισμού χρειάζεται επίσης η παραδοσιακή Δεξιά. Τι αντίφαση, αλήθεια, η Δεξιά και οι παραφυάδες της που κόπτεται για πατριωτισμό, που στήριξε την ιδεολογία της σε αυτό που αποκαλεί πατριωτισμό και εθνικοφροσύνη,  να εκποιεί, με χαρά το χώμα της πατρίδας μας  στο ξένο κέρδος, αυτό το χώμα για το οποίο  κραυγάζει ότι δεν θα παραχωρήσει ούτε μια σπιθαμή, το χώμα μας το ελληνικό, αυτό που μας ζει κι αυτό που μας θάβει να χάνει την ταυτότητα του, οι τόποι μας ν’ αλλάζουν όνομα, ν’ αλλαξοπιστούν, να λέγονται Κόσκο, Μόχεγκαν, Φράπορτ… Ποιοι μιλούσαν για προδότες; Ποιοι μιλούσαν για μίσθερνα όργανα όταν οι ίδιοι αυτοί είναι μεσίτες  του οικοπέδου Ελλάς; Ότι δεν συνέβη  επί αιώνες συμβαίνει τώρα εν μία νυκτί. Τίτλος της τραγωδίας: το παρόν δίδεται προς αντιπαροχή.

Έπρεπε, λοιπόν,  να πεθάνει ή ν’ απαξιωθεί  ο Κουφοντίνας; Θα ήταν μια απόλυτη συμβολική νίκη της Δεξιάς στον εμφύλιο που άρχισε το ’46,  συνεχίστηκε με τις εξορίες και εκτελέσεις, μετουσιώθηκε απροκάλυπτα το ‘67, μεταλλάχθηκε στη συμφιλίωση που πρόσφερε ή εξαναγκάστηκε ο νικητής το ‘74, μεταμορφώθηκε εν συνεχεία στη εκλογική νίκη κάποιου που μιλούσε για σοσιαλισμό, φτάσαμε στη δεύτερη στυγνή δικτατορία (για το καλό μας, ότι δηλαδή ισχυριζόταν και η χούντα του ‘67) του ΔΝΤ, το οποίο  δεν χόρεψε  στο ταψί με τα φάλτσα όργανα του κόμματος εκείνου  που δεν ήξερε να διακρίνει το «ναι» από το «όχι» (το αδιαφοροποίητο «ναι-όχι» είναι ένδειξη ανωριμότητας της πολύ πρώιμης παιδικής ηλικίας).

Τελικά, φτάσαμε να χρωστάμε 225% του ΑΕΠ ή 374 δις εν σχέσει με τα 39 δις, το 2001, δηλαδή, σχεδόν, δέκα φορές πάνω. Ότι πρέπει δηλαδή για να είμαστε αιωνίως εξαρτημένοι.

Αλήθεια, έχουμε διαπιστώσει όσον αφορά  το  χρέος μας ότι πρόκειται για μια αφανή κατοχή ανάλογη μ’ εκείνη της γερμανικής κατοχής του 1940; «ότι βγάζετε θα μου το δίνετε  και για να μην πεθάνετε για να συνεχίσετε να μου δίνετε, ότι περισσεύει μοιραστείτε το μεταξύ σας, όπως νομίζετε). Αυτή η εξάρτηση φτάνει για να εγγραφεί εντός της οποιαδήποτε υπόδειξη, εντολή, διαταγή.

Ο Κουφοντίνας, λοιπόν, όφειλε να πεθάνει βιολογικά ή πολιτικά; Η Δεξιά έτσι θα έχει δείξει την πυγμή της σε όποιον νόμιζε ότι μπορεί να της ασκηθεί πίεση με  την  ζωή του, την ζωή μας. Η Δεξιά δεν δέχεται πιέσεις παρά μόνο από «Δυσμάς».

Κάπως έτσι, θα τελείωνε η ιστορία όπου αυτοί θα είχαν ζήσει καλά και όλοι  εμείς…χειρότερα.

Αλλά, κλείνει έτσι η ιστορία

Κλείνουν 200 χρόνια.

Εξαιρετικό παράδειγμα συνέχισης του εμφυλίου σε ιδεολογικό επίπεδο είναι η έως σήμερα συνεχιζόμενη διαμάχη, ουσιαστικά, δεξιάς- αριστερής ιδεολογίας,  όσον αφορά την Επανάσταση του ’21, με αποτέλεσμα κανείς να μην γνωρίζει τι ήταν αυτή η Επανάσταση, σαν να είναι μια υποκειμενική φαντασίωση.

Γιατί, αν δεν υπάρχει αποδοχή μιας κοινής πραγματικότητας τότε το αφήγημα φαντάζει επινοημένο και εξωπραγματικό. Το ελληνόπουλο σήμερα αγνοεί το γιατί είναι ελεύθερο, το πως έχει πατρίδα. Ξέρουμε, βέβαια, ότι και μια τελεία ή ένα κόμμα ερμηνεύουν. Πόσο μάλλον ένα ιστορικό αφήγημα το οποίο είναι από τη φύση του συνέπεια αλλά και υποκείμενο  ερμηνείας. Και ναι μεν  ερμηνεύω θα πει  χάνω, αλλά χάνω για βρω, όμως εδώ η ερμηνεία μάς κάνει να κρατάμε στα χέρια μας το κενό. Σαν να είναι προτιμότερο το κενό παρά να υπερισχύσει μια άποψη της οποίας η συνέπεια θα δικαίωνε ή θα απέρριπτε τη σημερινή συνθήκη.

Α, οι Έλληνες είμαστε λίγοι στην Οικουμένη. Μην κάνουμε κακό ο ένας στον άλλο. Επιζήσαμε. Μην αυτοκαταστραφούμε.

Κλείνουν 200 χρόνια.

Δεν ξέρω πια που να πάω…

«Το ΚΚ ρε μάνα και ντρέπουμαι» δεν μου φαίνεται λύση.

Το ότι «το παλιό έχει πεθάνει» το βλέπουμε από το ότι φοράει διαρκώς  καινούργια ρούχα. Το «νέο δεν μπορεί να γεννηθεί» ακόμα;

Αποκλείεται, άραγε, μήπως, είναι πολύ αργά για  να υπάρξει μια ελληνική Δεξιά και μια ελληνική Αριστερά, το έτος 200 από Ελληνικής Επανάστασης;

Τότε θα υπήρχε δίλημμα;

Ή θα κατέπιπτε από τη ζωή που θ’ αποκτούσε το γλυπτό στην πλατεία Κλαυθμώνος και την εορτή που θα στηνόταν μπροστά του;

*Ο Φώτης Καγγελάρης είναι ψυχοπαθολόγος.

 

 

 

 

 

 

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,656ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
18,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα