Μετά το κοινό σχέδιο ανάκαμψης, το ευρωπαϊκό σχέδιο αμυντικής ανθεκτικότητας ;

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

Του Αλκη Καλλιαντζίδη,Οικονομολόγου, alkis@kalkis.eu,  www.kalkis.eu

Πώς ο πόλεμος στην Ουκρανία αναβιώνει τις συζητήσεις για μια ευρωπαϊκή άμυνα.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία θα ανοίξει ένα νέο παράθυρο ευκαιρίας για την προώθηση του εργοταξίου μιας ευρωπαϊκής άμυνας ;

Σύμφωνα με πληροφορίες του Philippe Ricard, «έχουν ξεκινήσει συζητήσεις μεταξύ των 27 για τη δημιουργία ενός νέου αμοιβαίου ταμείου, το συντομότερο δυνατό, για να απορροφηθεί το σοκ του πολέμου που διεξάγει το Κρεμλίνο στην Ουκρανία. Μια σχετική ανακοίνωση θα μπορούσε να γίνει ακόμη και κατά τη διάρκεια της άτυπης ευρωπαϊκής συνόδου κορυφής που θα διοργανωθεί μετά από προτροπή του Εμανουέλ Μακρόν, την Πέμπτη 10 Μαρτίου και την Παρασκευή 11 Μαρτίου 2022, στις Βερσαλλίες». Βλέπε το σχετικό δημοσίευμα : «Ο Εμανουέλ Μακρόν θέλει να οικοδομήσει ένα ευρωπαϊκό σχέδιο ανθεκτικότητας ως απάντηση στον πόλεμο στην Ουκρανία» (Emmanuel Macron veut bâtir un plan de résilience européen en réponse à la guerre en Ukraine), ηλεκτρονικός Le Monde, 5-3-2022.

Για να υπάρξει, αν υπάρξει ποτέ, «κοινή αμυντική πολιτική» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να προηγηθεί μια «κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική», όπως όλοι οι αναλυτές παραδέχονται κι εγώ ανέφερα στις Ανιχνεύσεις στις 3-3-2022 :ΕΔΩ

Ας δούμε σήμερα παρακάτω το ιστορικό αυτής της δύσκολης υπόθεσης που βρίσκεται ακόμα πολύ μακριά από την ευόδωσή της, παρά τα τραγικά και πιεστικά γεγονότα της Ουκρανίας.

Η ρωσική ένοπλη επίθεση κατά της Ουκρανίας που ξεκίνησε από τις 24 Φεβρουαρίου 2022 έφερε βίαια στο φως της δημοσιότητας το ζήτημα «της ευρωπαϊκής άμυνας» και της ικανότητας της ΕΕ να δρα στις κρίσεις που ξεσπούν στη γειτονιά της. Οι συζητήσεις για την ευρωπαϊκή άμυνα δεν είναι καινούριες. Στο σημερινό πλαίσιο, είναι σημαντικό να τεθεί σε προοπτική ο ρόλος των κρίσεων ασφαλείας στην ιστορική της οικοδόμηση. Η τραγωδία που εκτυλίσσεται αυτές τις ημέρες στην Ουκρανία ανοίγει θεωρητικά ή και πρακτικά ένα νέο παράθυρο ευκαιριών για την προώθηση αυτού του εγχειρήματος, το οποίο γίνεται όλο και πιο πιεστικό τα τελευταία χρόνια, σε έναν κόσμο όπου η πολυμέρεια (multilatéralisme) αμφισβητείται όλο και περισσότερο.

Μια μακρά ιστορία 70 ετών

Όταν εξετάζουμε την ιστορία της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, που ονομάζεται Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) από τη Συνθήκη της Λισαβόνας, είναι εντυπωσιακό να σημειώσουμε πόσο οι κρίσεις τείνουν να την τροφοδοτούν. Η πρώτη απόπειρα δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας (EΑΚ-CED) έγινε κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κορέας, μεταξύ 1950 και 1954, όταν οι Αμερικανοί συνειδητοποίησαν ότι θα είχαν σημαντικές ανάγκες στρατευμάτων στην Ασία – και ότι ήταν επομένως απαραίτητο να ληφθεί υπόψη η ευρωπαϊκή ασφάλεια περισσότερο από τους ίδιους τους Ευρωπαίος.

Στην πράξη, αυτό σήμαινε ιδιαίτερα την αναγέννηση στη Δυτική Γερμανία ενός στρατού ικανού για να έρθει να ενισχύσει το δυτικό στρατιωτικό σύστημα στην Ευρώπη, εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου. Δεδομένου ότι μια τέτοια εξέλιξη ήταν τότε αδιανόητη για τη Γαλλία ειδικότερα, η τελευταία συνεργάστηκε με τη Γερμανία, την Ιταλία, το Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες και το Λουξεμβούργο για να συντάξουν μια Συνθήκη με στόχο τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού στρατού που θα ενσωματώνει εθνικές στρατιωτικές μονάδες σε επίπεδο μεραρχίας, υπό την επίβλεψη μιας εννεαμελoύς Επιτροπής.

Η Συνθήκη προέβλεπε ότι τα κράτη μέλη μπορούσαν να διατηρήσουν τις δυνάμεις κυριαρχίας τους, καθώς και τις ειδικές δυνάμεις τους. Αυτός όμως ο ευρωπαϊκός στρατός θεωρήθηκε στερούμενος στρατηγικής αυτονομίας, αφού τέθηκε υπό τη στρατηγική διοίκηση του ΝΑΤΟ, και πιο συγκεκριμένα της ανώτατης διοίκησης των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη (SACEUR). Γνωρίζουμε όμως τη μοίρα που επιφυλάχθηκε για την Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα (EDC) : επικυρωμένη από τα άλλα 5 μέλη, η Συνθήκη των Παρισίων απορρίφθηκε από τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση τον Αύγουστο του 1954, θάβοντας το έργο της ευρωπαϊκής άμυνας μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και αφήνοντας στο ΝΑΤΟ την υπεροχή στο θέμα της ασφάλειας της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Χρειάστηκε λοιπόν να περιμένουμε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, στο πλαίσιο του πολέμου στη Βοσνία, για να ξαναεμφανιστεί το θέμα της ευρωπαϊκής άμυνας. Το 1990-1991, η Γαλλία και η Γερμανία πολλαπλασίασαν κοινές πολιτικές πρωτοβουλίες, με τη μορφή επιστολών προς τους ευρωπαίους εταίρους τους ιδιαίτερα, για να επαναφέρουν την ιδέα της εισαγωγής της άμυνας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης.

Οι ευρωπαϊκές προσπάθειες για διπλωματική διευθέτηση της κρίσης στη Βοσνία έδειξαν για άλλη μια φορά πόσο σημαντικό έγινε αυτό το ζήτημα, καθώς η Ουάσιγκτον ήταν απρόθυμη να εμπλακεί και ο πόλεμος επέστρεψε στα σύνορα της ΕΕ. Ένα πρώτο βήμα προόδου έγινε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία, για πρώτη φορά, αφιέρωσε έναν πλήρη τίτλο –ο Τίτλος V) στην οικοδόμηση μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ-PESC), συμπεριλαμβανομένου του «ενδεχομένου ορισμού κοινής αμυντικής πολιτικής, που θα μπορούσε να οδηγήσει, όταν έρθει η ώρα, σε κοινή άμυνα» (στο Άρθρο J.4(1)). Για να δείξουν την αποφασιστικότητά τους προς αυτή την κατεύθυνση, η Γαλλία και η Γερμανία αποφάσισαν στις 22 Μαΐου 1992, κατά τη διμερή σύνοδο κορυφής στη La Rochelle, να δημιουργήσουν το Eurocorps, δηλαδή ένα πολυεθνικό σώμα στρατού που επεκτάθηκε και προς άλλους ευρωπαίους εταίρους από τότε, και που αναπτύχθηκε ιδίως στο πλαίσιο των στρατιωτικών εκπαιδευτικών αποστολών της ΕΕ στο Μάλι (EUTMMali) και στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία (EUTMRCA). Αλλά θα χρειαστεί μια άλλη κρίση, αυτή του Κοσσυφοπεδίου – ένα πραγματικό τραύμα για τους Ευρωπαίους που βρέθηκαν και πάλι αδύναμοι να ανακόψουν την ένοπλη σύγκρουση που ξέσπασε εκεί και την εθνοκάθαρση που ξεκίνησε ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς – για τη δεύτερη ευρωπαϊκή στρατιωτική δύναμη, το Ηνωμένο Βασίλειο, να διασχίσει τον Ρουβίκωνα αποδεχόμενο, κατά τη διάρκεια της γαλλο-βρετανικής συνόδου στο Saint-Malo, τη νύχτα της 3ης προς 4η Δεκεμβρίου 1998, την αρχή μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας, όταν το ΝΑΤΟ, ως τέτοιο, δεν ενεπλάκη. Εάν αυτή η αλλαγή κατεύθυνσης από το Λονδίνο χαιρετίστηκε ως ιστορική από τους Ευρωπαίους εταίρους του, ήταν επειδή άνοιξε το δρόμο για την έναρξη, στην Ευρωπαϊκή Σύνοδο Κορυφής στην Κολωνία τον Ιούνιο του 1999, της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ), η οποία θα προικισθεί με δικούς της θεσμούς στις Βρυξέλλες από τη Συνθήκη της Νίκαιας το 2001.

Έτσι,οι βαλκανικοί πόλεμοι άνοιξαν το δρόμο για μια πολιτιστική επανάσταση εντός της ΕΕ : το 2002, για πρώτη φορά, ένστολοι αξιωματικοί γίνονται ομοτράπεζοι με πρεσβευτές και ευρωπαίους κοινοτικούς υπαλλήλους, μεταβαίνοντας στο γενικό επιτελείο της ΕΕ και της Στρατιωτικής Επιτροπής της Ε.Ε.. Δημιουργείται δηλαδή  η θεσμική πτυχή της ευρωπαϊκής άμυνας και συνοδεύεται από την τακτική δημοσίευση στόχων ικανότητας (headline goals) που αποσκοπούν στην ενθάρρυνση των ευρωπαϊκών κρατών να προβούν σε απογραφή των στρατιωτικών τους δυνατοτήτων προκειμένου να αποτρέψουν μελλοντικές απειλές.

Επιτάχυνση στις αρχές του 21ου αιώνα

Ήταν η ακόλουθη κρίση, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και τις συνέπειές της  (πόλεμος στο Αφγανιστάν, στη συνέχεια πόλεμος στο Ιράκ από το 2003), που οδήγησε την ΕΕ να επικεντρωθεί στον «στρατηγικό προβληματισμό» του έργου της ευρωπαϊκής άμυνας. Μετά τη διαίρεση των Ευρωπαίων κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ την άνοιξη του 2003, ο Ύπατος Εκπρόσωπος τότε, ο Javier Solana, αποφάσισε να συνεργαστεί με τα κράτη μέλη για μια ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας, η οποία εγκρίθηκε από την ΕΕ τον Δεκέμβριο του 2003. Έτσι επισημοποιήθηκαν οι πρώτες βάσεις για συλλογική στρατηγική σκέψη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ακόμη και αν το κείμενο, το οποίο στόχευε να απαριθμήσει τις κοινές απειλές που αντιμετώπιζε τότε η ΕΕ, παρέμενε αρκετά φλου, ώστε να επιτρέπεται σε κάθε κοινοτική πρωτεύουσα να το ερμηνεύει όπως θέλει!

Η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014 και η έντονη αναταραχή στις διεθνείς σχέσεις κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010 (Λιβύη, Συρία, Μάλι, συγκεκριμένα) πυροδότησαν έναν δεύτερο ευρωπαϊκό στρατηγικό προβληματισμό, ο οποίος υλοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2016 με τη δημοσίευση της Σφαιρικής Στρατηγικής Ασφαλείας της ΕΕ. που αποσκόπησε στην ανανέωση της προσέγγισης της στρατηγικής του 2003. Αυτός ο ευρωπαϊκός στρατηγικός προβληματισμός συνεχίζεται μέσω των συζητήσεων γύρω από την ευρωπαϊκή στρατηγική πυξίδα που ξεκίνησε το 2020 και που προβλέπεται να οριστικοποιηθεί τον Μάρτιο του 2022, δηλαδή αυτόν τον μήνα, αν και πολύ αμφιβάλω.

Σε μια άλλη κρίση η ΕΕ οφείλει επίσης τις τελευταίες προόδους στην ευρωπαϊκή άμυνα : το Brexit. Με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, ορισμένα ευρωπαϊκά αμυντικά έργα που μέχρι τότε είχε μπλοκάρει το Λονδίνο μπορούν τώρα να ξεμπλοκάρουν : αυτή είναι η περίπτωση της μόνιμης δομημένης συνεργασίας, που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2017 και η οποία στοχεύει να επιτρέψει σε ομάδες κρατών που επιθυμούν να συνεργαστούν περισσότερο στον τομέα της άμυνας να προχωρήσουν σε κοινά έργα, ή ακόμα και στο εμβρυϊκό επιτελείο σχεδιασμού επιχειρήσεων που συστάθηκε στις Βρυξέλλες τον Ιούνιο του 2017 (το MPCC), το οποίο έχει σκοπό να επιτρέψει στην ΕΕ να σχεδιάζει μη εκτελεστικές ευρωπαϊκές στρατιωτικές αποστολές – όπως  στρατιωτικές εκπαιδευτικές αποστολές στο Μάλι για παράδειγμα – χωρίς να χρειάζεται να καταφεύγει στα επιτελεία σχεδιασμού των κρατών μελών ή του ΝΑΤΟ.

Ο ουκρανικός πυροκροτητής

Τέλος,η τρέχουσα κρίση στην Ουκρανία προσφέρει στους Ευρωπαίους μια νέα ευκαιρία να προωθήσουν την ευρωπαϊκή άμυνα. Για πρώτη φορά, η ΕΕ θα χρησιμοποιήσει την Ευρωπαϊκή Διευκόλυνση Ειρήνης που ξεκίνησε το 2021 για να χρηματοδοτήσει την αποστολή στρατιωτικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων και φονικών όπλων, στην Ουκρανία, επιπλέον της σειράς κυρώσεων που επιβλήθηκαν από τα ευρωπαϊκά κράτη,  με γρήγορο και συντονισμένο τρόπο από τις 24 Φεβρουαρίου 2022.

Η τρέχουσα σύγκρουση στην Ουκρανία δείχνει επίσης μια ΕΕ στην πρώτη γραμμή διπλωματικά και ένα ΝΑΤΟ κάπως στο παρασκήνιο, ακόμα κι αν είναι στο πλαίσιο της Ατλαντικής Συμμαχίας που τα κράτη ενισχύουν τη στρατιωτική τους στάση για να αντιμετωπίσουν έναν πιθανό κίνδυνο της Ρωσίας. Η ουκρανική κρίση είναι επομένως μια ευκαιρία να προχωρήσουμε στο δρόμο προς μια πιο συνεπή ευρωπαϊκή άμυνα. Ωστόσο, είναι εφικτή η στρατηγική αυτονομία της ΕΕ;

Εάν ο επείγων χαρακτήρας της πολεμικής κατάστασης στα σύνορα της ΕΕ τις τελευταίες ημέρες έχει ξαναρχίσει μια ωφέλιμη συζήτηση για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, με ειδικότερα μια σημαντική αλλαγή στη στάση της Γερμανίας για την παράδοση όπλων ή τη βούληση του καγκελαρίου Scholtz για να αυξηθεί το μερίδιο του γερμανικού ΑΕΠ που αφιερώνεται στην άμυνα στο 2%. Θα διατηρηθεί αυτή η ωραία δυναμική με την πάροδο του χρόνου, όταν ο κουρνιαχτός του πολέμου θα έχει κατακαθίσει ;

Διότι μόλις διευθετηθεί η ουκρανική κρίση, αν διευθετηθεί, θα παραμείνει στους Ευρωπαίους να εξετάσουν τα ακανθώδη ζητήματα που μέχρι στιγμής εμπόδιζαν την ικανότητά τους να οικοδομήσουν μια πραγματική πολιτική συλλογικής άμυνας : ποια θα πρέπει να είναι η θέση της τελευταίας έναντι του ΝΑΤΟ ; Τι σημαίνει ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία ; Μπορεί να προβλεφθεί μια τέτοια αυτονομία χωρίς μια ευρωπαϊκή αμυντική αγορά ;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα εύλογα ερωτήματα θα είναι κρίσιμες για τον καθορισμό του μέλλοντος της ευρωπαϊκής άμυνας, καθώς και της πολιτικής βούλησης των κρατών μελών, μόλις παρέλθει το σοκ του πολέμου στην Ουκρανία. Οι Ευρωπαίοι φαίνεται ότι έχουν βγει επιτέλους από τη στρατηγική τους ταραχή, αλλά θα χρειαστεί ισχυρή πολιτική βούληση από την πλευρά όλων των κρατών μελών για να διατηρήσουν αυτή την αναδυόμενη συλλογική στρατηγική συνείδηση σε εγρήγορση.

 

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,737ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
21,900ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα