Όταν ο Καθηγητής Γενετικής στο Τμήμα Ιατρικής Γενετικής και Ανάπτυξης της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Γενεύης Μ. Δερμιτζάκης παραιτήθηκε από πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας σε συνέντευξη του στο Βήμα δήλωσε: «Η κυβέρνηση δίνει πολύ μεγάλη έμφαση στην επιχειρηματικότητα, αλλά πολύ μικρή υποστήριξη στην ίδια την έρευνα. Αυτό σημαίνει ότι πολύ σύντομα δεν θα είχαμε παραγωγή γνώσης, τη βάση δηλαδή πάνω στην οποία πρέπει να στηρίζεται η ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας από την έρευνα. Αυτό είναι μια αδιέξοδη πολιτική που έχει αποτύχει παντού στο εξωτερικό. Πρώτα πρέπει να υποστηρίξουμε την παραγωγή γνώσης και μετά την εκμετάλλευσή της από την αγορά όπου θα έρθει φυσικά και αβίαστα, όπως γίνεται σε όλα τα μεγάλα κέντρα καινοτομίας στις ΗΠΑ, τη Γερμανία, το Ισραήλ, τη Βρετανία». Ο κ. Δερμιτζάκης έχει δίκιο, η ανάπτυξη της καινοτομίας δεν πραγματοποιείται στο κενό. Πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, τις οποίες ο κλάδος των οικονομικών που ασχολείται με την καινοτομία έχει αναλύσει διεξοδικά, τόσο θεωρητικά όσο και εμπειρικά.

Από την συνέντευξη προκύπτει ό,τι η κυβέρνηση έχει θέσει ως βασική στρατηγική της χώρας την ανάπτυξη της καινοτομίας που σχετίζεται με την επιχειρηματικότητα θέτοντας σε δεύτερη μοίρα την έρευνα. Όμως, η νέα γνώση και η τεχνολογική αλλαγή σε μια χώρα προέρχονται: α) από την  έρευνα που διεξάγεται στην ίδια τη χώρα και β) από την διάχυση της νέας γνώσης και τεχνολογίας που δημιουργείται στον υπόλοιπο κόσμο. Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι εκτός από τις ΗΠΑ, την Γερμανία και την Ιαπωνία, στις υπόλοιπες χώρες το ποσοστό της αύξησης της παραγωγικότητας που οφείλεται στην γνώση που δημιουργήθηκε στην ίδια την χώρα είναι σχετικά μικρό.

Στην Γερμανία, η αύξηση της παραγωγικότητας οφείλεται κατά 31.7% στη δημιουργία νέας γνώσης που πραγματοποιήθηκε στην ίδια την χώρα, το 6.64% στην δημιουργία γνώσης που πραγματοποιήθηκε στην Ιαπωνία και το 29% στην δημιουργία γνώσης που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ. Σημειώνω στο σημείο αυτό, ό,τι το μέγεθος της χώρας δεν επηρεάζει την συνεισφορά της γνώσης αυτής. Για παράδειγμα, η εγχωρίως παραχθείσα γνώση στην Ισπανία συνεισέφερε μόλις το 1.79% στην αύξηση της παραγωγικότητας, ενώ στην Σουηδία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 8.6%. Στην Ελλάδα, μόλις το 0.18% της αύξησης της παραγωγικότητας της χώρας οφείλεται στην γνώση που δημιουργήθηκε στο εσωτερικό της χώρας. Το υπόλοιπο οφείλεται στην γνώση που δημιουργήθηκε στην Γερμανία (22.7%), στην Ιαπωνία (8.09%), στις ΗΠΑ (34.4%) και σε άλλες χώρες. 

Το ερώτημα , λοιπόν, που ανακύπτει για την Ελλάδα είναι γιατί η Σουηδία και η Δανία, χώρες ίδιου πληθυσμιακού μεγέθους με την Ελλάδα, έχουν υψηλότερη ίδια συμμετοχή στην μεγέθυνση τους (8.62% και 3.58% αντίστοιχα), ενώ ταυτόχρονα έχουν σημαντικά υψηλότερο εισόδημα σε σχέση με αυτό που δικαιολογεί η δική τους παραγωγή γνώσης. Η απάντηση δίνεται πάλι από οικονομικές μελέτες. Εφόσον το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της παραγωγικότητας οφείλεται σε γνώση που έχει δημιουργηθεί στον υπόλοιπο κόσμο, μια χώρα θα αναπτύσσεται ταχύτερα όσο πιο γρήγορα και καλύτερα προσλαμβάνει και αφομοιώνει αυτήν τη γνώση (absorptive capacity). Δύο παράγοντες είναι καθοριστικοί σε αυτόν τον μηχανισμό της πρόσληψης και αφομοίωσης. Πρώτον, η έρευνα και ανάπτυξη που πραγματοποιεί η ίδια η χώρα.

Όσο περισσότερο μια χώρα επενδύει σε έρευνα και ανάπτυξη (πανεπιστήμια και ιδιωτικές επιχειρήσεις) τόσο περισσότερο και καλύτερα γίνεται η αφομοίωση της παγκόσμιας γνώσης. Ειδικότερα, η επένδυση στην έρευνα αυξάνει το γνωσιολογικό απόθεμα της χώρας που είναι αναγκαίο προκειμένου να αυξηθεί η ικανότητα πρόσληψης, αφομοίωσης και χρήσης της παγκόσμιας γνώσης. Μάλιστα, σημειώνω, ό,τι όσο ταχύτερα δημιουργείται παγκοσμίως η νέα γνώση τόσο ταχύτερα πρέπει η χώρα να αυξάνει το δικό της γνωσιολογικό απόθεμα, επενδύοντας περισσότερο στην έρευνα, προκειμένου να συμβαδίζει με την εξέλιξη της παγκόσμιας γνώσης. Σε διαφορετική περίπτωση η όποια γνώση που θα μετασχηματισθεί σε καινοτομία θα βρίσκεται πάντα ένα, δύο ή και περισσότερα βήμα πίσω σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες. Επομένως, καινοτομία χωρίς επένδυση στην έρευνα δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστική.

Δεύτερον, το επίπεδο-ποιότητα της εκπαίδευσης. Για παράδειγμα, λόγω της διαφοράς στην εκπαίδευση μεταξύ ΗΠΑ και Πορτογαλίας, οι ΗΠΑ μπορούν και απορροφούν διπλάσια γνώση και τεχνολογία σε σχέση με τη Πορτογαλία (όταν όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες είναι σταθεροί). Η εκπαίδευση επηρεάζει την καινοτομική δραστηριότητα μέσω της δημιουργίας επιστημόνων και μορφωμένης εργατικής δύναμης που θα εργασθεί και θα αποδώσει σε καινοτομικό περιβάλλον, μέσω της δημιουργίας μαθησιακού περιβάλλοντος στις ίδιες τις επιχειρήσεις και τέλος μέσω της δημιουργίας μορφωμένων καταναλωτών που ζητούν καινοτομικά προϊόντα και υπηρεσίες.

Στον παράγοντα αυτόν η Ελλάδα είναι ουραγός, τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και στον ΟΟΣΑ. Ας δούμε γιατί. Ο βασικός κορμός του εκπαιδευτικού συστήματος είναι η δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η ποιότητα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την ποιότητα της εκπαίδευσης στην τριτοβάθμια. Η εμπειρική έρευνα έχει δείξει ότι σε χώρες με καλύτερο ποιοτικά εκπαιδευτικό σύστημα και ταυτόχρονα προσανατολισμένο προς τις φυσικές επιστήμες και τα μαθηματικά ευνοείται η ανάπτυξη της έρευνας και της καινοτομίας. Σύμφωνα με τους διεθνείς διαγωνισμούς PISA, που διοργανώνονται στα πλαίσια του ΟΟΣΑ, οι μαθητές από την Ελλάδα καταλαμβάνουν  συνεχώς τις τελευταίες θέσεις, τόσο στις φυσικές επιστήμες και τα μαθηματικά, όσο και τη γλώσσα. Η αρνητική πορεία των τελευταίων χρόνων, ειδικά στις φυσικές επιστήμες, είναι αποκαρδιωτική (βλέπε διάγραμμα).

Συμπερασματικά, το άνοιγμα των συνόρων και η διάχυση της νέας γνώσης, η επένδυσης στην έρευνα εκ μέρους της πολιτείας και των επιχειρήσεων και η επένδυση της κοινωνίας στην εκπαίδευση είναι αναγκαίες συνθήκες για την αύξηση της παραγωγικότητας, των εισοδημάτων και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.

  • Καθηγητής Βιομηχανικής Πολιτικής

Τμήμα Οικονομικών Επιστημών

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

barsak@econ.auth.gr