Η Νέα Δομή Δυνάμεων είναι ευκαιρία για την ισχυροποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων

12/10/20 | 0 | 0 | 518 εμφανίσεις

Του Δημήτρη Τσαϊλά*

Κεντρικό στοιχείο στις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της εθνικής μας άμυνας το οποίο αποσκοπεί στην όλο και πιο αξιόπιστη αποτροπή της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής, είναι η ανάπτυξη μιας Διακλαδικής Διοίκησης Ειδικού Πολέμου στο ΓΕΕΘΑ, σύμφωνα με τη Νέα Δομή Δυνάμεων. Η πρωταρχική της αποστολή είναι να «διεξάγει πλήρεις αμφίβιες και αερομεταφερόμενες επιχειρήσεις για ταχεία επέμβαση, ανακατάληψη και εκκαθάριση σε περίπτωση παράνομης κατοχής απομακρυσμένων νησιών». Πρόκειται για μια άμεση αναφορά στην αυξανόμενη προβολή ισχύος της Τουρκίας και στην επιθετικότητά της, κυρίως γύρω από το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελορίζου αλλά και λοιπών νήσων του ανατολικού Αιγαίου που αμφισβητούν την κυριαρχία τους. Η επιθετικότητα της Τουρκίας κατά των νήσων του ανατολικού Αιγαίου έχει εξελιχθεί σε βασικό καθήκον για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΕΕΔ). Ιδιαίτερα οι ειδικές δυνάμεις πρέπει να θεωρούμε ότι θα διαδραματίσουν έναν ουσιαστικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική. Αυτό το επίκεντρο στρατηγικής δεν προκαλεί έκπληξη αφού το νησιωτικό σύμπλεγμα της Ελλάδας είναι στόχος «πρώτης γραμμής», εκτεινόμενο από το Βόρειο σε όλο το Ανατολικό  Αιγαίο να καταλήγει στη Μεσόγειο θάλασσα, ευρισκόμενο, κυρίως λόγω γειτνίασης, απευθείας στον άμεσο δακτύλιο απειλής των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ) και εκτεθειμένο σε επιθέσεις ακριβείας αλλά και άλλων βολών οπλικών και βαλλιστικών συστημάτων.

Η λογική της Ελλάδας για επένδυση σημαντικών πόρων στην ικανότητα μάχης διακλαδικών ειδικών δυνάμεων φαίνεται προφανής. Η Τουρκία αποτελεί τη σημαντική στρατηγική και στρατιωτική πρόκληση για την Ελλάδα. Ενώ η Άγκυρα, μετά τα Ίμια και μέχρις ώρας απειλεί ότι οι ΤΕΔ μπορούν να εισβάλουν σε ελληνικά νησιά, η επίθεση κατά νησιών στο νοτιοανατολικό άκρο του αρχιπελάγους γίνεται η ρεαλιστική πιθανότητα. Επιπλέον, οι υποστηρικτές της νέας δομής δυνάμεων τονίζουν την ευκαιρία για ενισχυμένη αμφίβια και αερομεταφερόμενη συνεργασία των ειδικών δυνάμεων ακόμα και ΗΠΑ-Ελλάδος. Οι εμπειρογνώμονες αξιωματούχοι των ΗΠΑ, εκτιμάται ότι χαιρετίζουν την αναβαθμισμένη επιχειρησιακή ικανότητα των ελληνικών ειδικών δυνάμεων ως μέσου για την Ελλάδα, να γίνει ένας πιο χρήσιμος σύμμαχος για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού θα υπάρχει η δυνατότητα να ανακουφίζονται οι κρίσιμες ελλείψεις των πόρων ναυτικών επιχειρήσεων συμβάλλοντας σε μια αμφίβια αρχιτεκτονική, για την αντιμετώπιση των δραστηριοτήτων στον ευρύτερο θαλάσσιο χώρο της Μεσογείου. Εξάλλου η ανακοίνωση για αναβάθμιση του ναυστάθμου Σούδας στη Κρήτη και η διάθεση μόνιμου αγκυροβόλιου σε ένα από τα πιο σύγχρονα πλοία του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού (το ελικοπτεροφόρο USS Hershel «Woody» Williams), μάλλον αυτό το μήνυμα εκπέμπει.

Αν και με τη νέα δομή δυνάμεων θα υποστηρίξουμε την ικανότητα των ΕΕΔ να αντιμετωπίσουν σημαντικές στρατηγικές και επιχειρησιακές προκλήσεις, το κεντρικό ερώτημα είναι: ποιοι στρατηγικοί-επιχειρησιακοί στόχοι υποτίθεται ότι εξυπηρετεί η Διακλαδική Διοίκηση Ειδικού Πολέμου (ΔΔΕΠ) και εάν αυτοί οι στόχοι είναι εφικτοί σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο επιχειρησιακό περιβάλλον για αμφίβιες δυνάμεις. Η τοποθέτηση αυτής της ερώτησης, επ’ ουδενί λόγω, παρέχει μια λιγότερο πειστική εικόνα της στρατηγικής χρησιμότητας της ΔΔΕΠ στην παρούσα εστίαση και διαμόρφωση.

Είναι σίγουρο ότι οι αμφίβιες δυνάμεις της ΔΔΕΠ  μπορεί ασφαλώς να διαδραματίσουν χρήσιμο ρόλο σε ανθρωπιστικές επιχειρήσεις παρέχοντας βοήθεια ή ανακούφιση από καταστροφές καθώς και σε επιχειρήσεις εκκένωσης, όμως υπάρχει ένας σκεπτικισμός σχετικά με τις επιπτώσεις ενός ταχέως μεταβαλλόμενου επιχειρησιακού περιβάλλοντος με αμφίβιες δυνάμεις σε σενάρια υψηλού επιπέδου. Πράγματι, η συνεχιζόμενη χρησιμότητα αμφίβιων δυνάμεων σε πολύ αμφισβητούμενα περιβάλλοντα δεν είναι δεδομένη, ενώ απαιτείται σημαντική υποστήριξη και “χειρουργικές επιχειρήσεις“ με άψογο συντονισμό.

Η στρατηγική εστίαση της ΔΔΕΠ στις αμφίβιες επιχειρήσεις μάχης για «προστασία και ανακατάληψη νησιών, μικρονήσων και βράχων» σαφώς και δεν παραμελεί την αυξημένη ικανότητα της Τουρκίας να στοχεύει στρατιωτικούς στόχους υψηλής σημασίας, όπως τα μεγάλα αμφίβια πλοία και τα στοιχεία υποστήριξης τους. Επιπλέον, η παρούσα αμφίβια ικανότητα των ΕΕΔ παραμένει εκτεθειμένη σε μια επικίνδυνη, ενδεχομένως ξεπερασμένη αμυντική στρατηγική για την αποτροπή της αυξανόμενης στρατιωτικής δύναμης της Τουρκίας. Επιπλέον, επιχειρησιακά η ΔΔΕΠ ενώ θα απαιτήσει ισχυρές δυνάμεις κρούσεως, η αποβατική ικανότητα  παραμένει ευάλωτη σε σενάρια υψηλού επιπέδου που αφορούν την Τουρκία. Παραμένουν ανεπίλυτα πολλά ζητήματα σχετικά με την οργάνωση δυνάμεων (ρόλος και καθήκοντα του Αρχηγείου Στόλου και της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης Εσωτερικού και Νήσων) και τη βιωσιμότητα για τόσο πολύ περίπλοκες επιχειρήσεις.

Εάν αυτά τα ζητήματα παραμείνουν χωρίς αντιμετώπιση, διατρέχουμε σοβαρό κίνδυνο η αμφίβια δύναμη να καταστεί στρατηγικά ξεπερασμένη σε περίπτωση εστιασμένης επιθέσεως από τις ΤΕΔ που έχουν και το αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημα της γειτνίασης στα νησιά μας, στο Ανατολικό Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Οι αρμόδιοι σχεδιαστές για την άμυνα θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο να εργαστούν προς ένα διακλαδικό σχέδιο που θα έχει μικρότερη εστίαση σε «ανακατάληψη νησιών» και θα εφαρμόζει μια πιο ευέλικτη προσέγγιση και δομή ως μέρος μιας στρατηγικής για την άρνηση χρήσης θαλάσσιων περιοχών. Αντί να υποθέτουμε απλώς ότι οι αμφίβιες δυνάμεις είναι η βέλτιστη λύση για την υπεράσπιση των πολλών νησιών μας, θα πρέπει να πολεμήσουμε αυστηρά αυτές τις υποθέσεις και να εξετάσουμε εναλλακτικές επιλογές. Όπως για παράδειγμα η ισχυροποίηση των στρατιωτικών δυνάμεων στα νησιά. Σε τελική ανάλυση, η ανάπτυξη αμφίβιας ικανότητας δεν είναι ούτε θεσμικά ούτε οικονομικά φθηνή, και αυτές οι επενδύσεις μπορεί να γίνουν με σκοπό να αποκτήσουμε πιο ισχυρές και αξιόπιστες αεροναυτικές μονάδες κρούσεως.

Επιπλέον, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τη διάσταση της συμμαχίας και στα πλαίσια της αμφίβιας ικανότητας. Ενώ η ΔΕΕΠ μπορεί να εξετάσει τη λογική για να ευθυγραμμιστεί στενά με το αμερικανικό ναυτικό για λόγους διαλειτουργικότητας και κονδυλίων για τον αμυντικό προϋπολογισμό, η μίμηση στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και τη δομή έχει περιορισμούς, δεδομένου ότι η πατρίδα μας επικεντρώνεται στη «νησιωτική άμυνα». Η Ελλάδα και οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να συνεργαστούν στενά για την προσαρμογή των αντίστοιχων αμφίβιων δυνάμεών τους για επιχειρήσεις σε αμφισβητούμενα περιβάλλοντα μέσω των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που θα εξυπηρετούσαν τόσο τη ΔΔΕΠ όσο και τις πιθανές κοινές αμφίβιες επιχειρήσεις στη Μεσόγειο.

Σαφώς, και δεν αμφισβητείται η ανάπτυξη της αμφίβιας δύναμης των ΕΕΔ. Σε τελική ανάλυση, η Ελλάδα είναι ένα νησιωτικό έθνος και έχει πολλά νησιά για να υπερασπιστεί. Επιπλέον, η Μεσόγειος βρίσκεται στη μέση μιας «θαλάσσιας αναγέννησης» με πολλά άλλα έθνη, όπως η Τουρκία, το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Ιταλία και η Γαλλία να επενδύουν σε θαλάσσιες δυνατότητες. Οι υποστηρικτές επισημαίνουν το διαφορετικό επιχειρησιακό φάσμα για αμφίβιες δυνάμεις από αυτό που είναι κυρίως το θαλάσσιο θέατρο, που κυμαίνεται από ανθρωπιστική βοήθεια/ανακούφιση από καταστροφές έως επιχειρήσεις εκκένωσης, καταπολέμηση δραστηριοτήτων «γκρίζων ζωνών» και πολέμων υψηλής έντασης. Ωστόσο, είναι ζωτικής σημασίας να εξεταστεί το ειδικό στρατηγικό πλαίσιο της Ελλάδας και να αμφισβητηθεί η στρατηγική λογική για την επένδυση σημαντικών οικονομικών και προσωπικών πόρων σε μια πολύ περίπλοκη στρατιωτική ικανότητα.

Αναμφίβολα, η αμφίβια ικανότητα είναι υψίστης σημασίας για τον νησιωτικό μας χώρο, ιδιαίτερα δεδομένης της ευπάθειας της χώρας σε φυσικές καταστροφές, όπως οι σεισμοί. Αλλά η βελτιστοποίηση των αμφίβιων δυνάμεων για επιχειρήσεις υψηλής έντασης, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών επενδύσεων σε μεγάλα αμφίβια πλοία για τους εξειδικευμένους πεζοναύτες που απαιτούνται για τις πολεμικές επιχειρήσεις, είναι μια διαφορετική εξίσωση δεδομένου των σημαντικών στρατηγικών και οικονομικών αντισταθμίσεων. Στην περίπτωση αυτή, η κριτική μας αμφισβητεί το σκεπτικό για τις τρέχουσες φιλοδοξίες μας για αμφίβιο πόλεμο σε συνδυασμό με τα πρότυπα των ΗΠΑ, ελλείψει ρεαλιστικών επιχειρησιακών σεναρίων. Η σύγχρονη αμφίβια δύναμη της Ελλάδας είναι πολύ μικρότερη των αμερικανικών, ενώ το στρατηγικό περιβάλλον μας είναι ιδιαίτερο, δεδομένης της γεωστρατηγικής μας εγγύτητας με την Τουρκία, γι’ αυτό και παρόμοια ερωτήματα μπορούν να τεθούν. Στην πραγματικότητα, ακριβώς επειδή η ανάγκη άμεσης αποτροπής (και ενδεχομένως μάχης) με τις ΤΕΔ είναι πολύ υψηλότερη για τις ΕΕΔ, το στρατηγικό σκεπτικό για την οικοδόμηση αμφίβιων δυνάμεων για τον σκοπό αυτό αξίζει μεγαλύτερο έλεγχο.

Η Αθήνα πρέπει να προγραμματίσει μεγαλύτερη και ισχυρότερη αμυντική αυτάρκεια σε αεροναυτικές μονάδες κρούσεως, ιδίως επειδή οι πολιτικές των συμμάχων και εταίρων, μας έχουν αφήσει πολλές φορές να αναρωτιόμαστε πόσο σταθερές είναι οι αμυντικές δεσμεύσεις τους. Επίσης οι συζητήσεις για αποστρατικοποίηση ή στρατιωτικής υποβάθμισης των νήσων είναι τελείως ανεδαφικές. Σταδιακά, οι ΕΕΔ λαμβάνουν μέτρα για να επιχειρούν σε ένα πολύ διαφορετικό μελλοντικό περιβάλλον, αν και η πολιτική στρατηγική μας παραμένει επικεντρωμένη στην προσδοκία ότι οι συμμαχίες θα παραμείνουν ο πολύτιμος πολλαπλασιαστής ισχύος της άμυνας της χώρας.

*Ο Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς είναι Senior Researcher  of Strategy International και Member of Institute for National and international Security.

“Μακεδονία” 11.10.20

Category: Κυριο Θεμα, Προτεινόμενα άρθρα

Leave a Reply

 characters available

 


Το σχόλιο της ημέρας

    19/10/20 | (1 σχόλια)
    ΠΕΤΡΟΣ ΛΙΑΚΟΥΡΑΣ* 18.10.2020 • 09:59 Η νέα ΝAVΤEX της Τουρκίας για την έξοδο του «Ορούτς Ρέις» κατέδειξε τα όρια της δεσμευμένης περιοχής, που εκτείνονται νοτίως του σημείου που απέχει 6,5 ν.μ. από το σύμπλεγμα Μεγίστης/Καστελλορίζου. Πρόκειται για περιοχή υφαλοκρηπίδας από ...

Ροή Ειδήσεων


Εορτολόγιο

Φωτογραφία της ημέρας