Η ιστορική διαδικασία της δημιουργίας της «Νοβορόσια» μέχρι τον 19ο αιώνα

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

 Οδησσός, μέσα του 19ου αιώνας

Το παρακάτω κείμενο παρουσιάζει σε γενικές γραμμές το ιστορικό υπόβαθρο της κατάκτησης και του αποικισμού, από την Ρωσική Αυτοκρατορία, της περιοχής που σήμερα αποτελεί την νότιο Ουκρανία, και ονομάστηκε κατά τον 18ο αιώνα “Νοβορόσια”. Το πλαίσιο που περιγράφεται, θεωρούμε ότι, είναι αρκετά κοντά στην ιστορική αλήθεια, σε ότι αφορά στα γεγονότα μέχρι τις αρχές ή και τα μισά του 19ου αιώνα.

του Μιχαήλ Ντιούνωφ

Από τα τέλη του 15ου αιώνα, όταν ιδρύθηκε το ρωσικό συγκεντρωτικό εθνικό κράτος από τον τσάρο Ιβάν Γ’, η Ρωσία κινείτο σταθερά προς το νότο. Αρχικά, ο λόγος για αυτήν την επιλογή ήταν η ανάγκη να περιοριστεί η απειλή των συνεχών επιθέσεων από τους Τάταρους της Κριμαίας. Ήταν, επίσης, απαραίτητο να αναγκαστούν οι Τούρκοι να εγκαταλείψουν τις αξιώσεις τους στη Νότια Ρωσία, εκείνα τα εδάφη που τον 18ο αιώνα άρχισαν να ονομάζονται Νοβορόσια [Νέα Ρωσία – η σημερινή Νότιος Ουκρανία, βορείως της Μαύρης Θάλασσας και της Αζοφικής Θάλασσας].

Ένα απομεινάρι της Χρυσής Ορδής – το Χανάτο της Κριμαίας – είχε εγκατασταθεί και διαβίωνε με άνεση στην εύφορη χερσόνησο της Κριμαίας. Περιβαλλόταν από μια προστατευτική ζώνη με στέπες, με σπάνιες πηγές νερού, και υπήρχε ένα ιδανικό μέρος για άμυνα – ο Ισθμός του Περεκόπ [το μικρό κομμάτι ξηράς που ενώνει την Κριμαία με την ενδοχώρα], όπου ένα μικρό στρατιωτικό απόσπασμα μπορούσε να σταματήσει με επιτυχία έναν ολόκληρο στρατό. Ωστόσο, η κύρια άμυνα της Κριμαίας ήταν η υποτέλεια του χανάτου στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ενός πανίσχυρου κράτους, το οποίο έτρεμε, την περίοδο από τον 15ο έως και τον 17ο αιώνα, όλη η Ευρώπη.

Εκμεταλλευόμενοι την ατιμωρησία τους, οι Τάταροι της Κριμαίας διαμόρφωσαν έναν ιδιαίτερο τύπο οικονομίας, αυτήν των επιδρομών, συχνό στις νομαδικές κοινότητες που διαβιούσαν στην περιφέρεια του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Εμφανίστηκε σε περιοχές που υπήρχαν, αφενός, πυκνές μάζες εγκατεστημένου πληθυσμού και, αφετέρου, νομάδες που μπορούσαν να κινητοποιήσουν ταχύτατα μια μεγάλη και μετακινούμενη γρήγορα στρατιωτική δύναμη. Οι τακτικές ληστείες των εγκατεστημένων γειτόνων αντιπροσώπευαν σημαντικό μερίδιο στην οικονομία των λαών που ασχολήθηκαν με αυτήν την μορφή οικονομίας.

Λήστευαν, φυσικά, κυρίως Ρώσους. Άλλωστε, τα νέα σύνορά των τελευταίων βρίσκονταν μπροστά από τις, τόσο ευνοϊκές για την μετακίνηση του ταταρικού ιππικού, απέραντες πεδιάδες που εκτείνονται από τον Ντον μέχρι τον Δνείπερο. Στο Χανάτο της Κριμαίας διαμορφώθηκε επίσης ένα ιδιαίτερο έθιμο. Οι νεαροί Τάταροι πολεμιστές έπρεπε να αποδείξουν το θάρρος και την ικανότητά τους να θρέψουν τις οικογένειές τους, καθώς και να συγκεντρώνουν κεφάλαια για την αγορά της νύφης. Για να γίνει αυτό, μια φορά κάθε δύο ή τρία χρόνια διενεργούσαν μια επιδρομή, επιστρέφοντας στο σπίτι με λάφυρα.

Την μεγαλύτερη αξία την είχαν οι αιχμάλωτοι. Οι Ρώσοι άντρες θεωρούνταν δυνατοί σκλάβοι και οι νεαρές Σλάβες, που εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα για την ομορφιά τους, πουλιόντουσαν για σημαντικά ποσά στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας. Στη Ρωσία αναγκάστηκαν να δημιουργήσουν ακόμη και ειδικό κονδύλι κρατικών δαπανών για τα λύτρα που θα έπρεπε να πληρώνονται για την απελευθέρωση των ορθοδόξων, που υποδούλωναν οι Τάταροι και οι Τούρκοι.

Ως αποτέλεσμα των συνεχών επιδρομών, έως τον 15ο-16ο αιώνα, μια τεράστια περιοχή από την ακτή της Μαύρης Θάλασσας μέχρι το Μπριάνσκ και το Ριαζάν [σήμερα εντός Ρωσικής Ομοσπονδίας] ερημώθηκε πλήρως. Οι γόνιμες εκτάσεις της «τσερνοζιόμ» [μαύρο χώμα – τεράστια εδάφη από την Ουκρανία έως βαθιά εντός της Ρωσίας], οι οποίες την περίοδο του αρχαίου Ρους [πριν την μογγολοταταρική κατάκτηση του 13ου αιώναέδιναν πλούσια σοδειά, δεν καλλιεργούνταν για πολλά χρόνια και πήραν το χαρακτηριστικό όνομα «Ντίκοε Πόλε» [Άγριο Πεδίο – πρόκειται για μια τεράστια περιοχή που βρίσκεται βορείως της Μαύρης Θάλασσας και της Αζοφικής και ορίζεται δυτικά από τον ποταμό Δνείστερο και ανατολικά από τους ποταμούς Δόν και Χαπιόρ]. Οι Λιθουανοί πρίγκιπες με δυσκολία κρατούσαν άμυνα κατά μήκος της γραμμής Κιέβου-Τσερνίγκοφ. Το Μεγάλο Δουκάτο της Μόσχας προσπαθούσε να σταματήσει τις επιδρομές της Κριμαίας στον ποταμό Οκά. Οι Τάταροι, όμως, έφταναν με ευκολία στο Ριαζάν, ακόμη και στην ίδια την Μόσχα.

Προσπάθειες αναχαίτισης της ταταρο-οθωμανικής πίεσης

Με τον καιρό, οι Ρώσοι έμαθαν να πολεμούν τους νομάδες. Το 1566, στα νότια σύνορα, κατά μήκος του ποταμού Οκά, κτίστηκε το Μεγάλο Τείχος [Zasechnaya cherta – μια οχυρωματική κατασκευή πολλών χιλιομέτρων, κάτι ανάλογο του Σινικού Τείχους και των ρωμαϊκών limes]. Αλλά ακόμη και η μόνιμη γραμμή άμυνας των συνόρων δεν βοηθούσε πάντα. Το 1571, όταν το ρωσικό κράτος είχε ήδη κατακτήσει με επιτυχία το Καζάν και το Αστραχάν και πολεμούσε στα κράτη της Βαλτικής, ο ταταρικός στρατός του Χάνου Ντεβλέτ Γκιράι έφτασε στην ίδια τη Μόσχα, την κατέστρεψε και την έκαψε ολοσχερώς.

Ωστόσο, σταδιακά η ρωσική τάξη άρχισε να ξεπερνά την τόλμη των νομάδων. Οι Τάταροι μπόρεσαν να φτάσουν στη Μόσχα για τελευταία φορά το 1591. Και τον 17ο αιώνα, υπό την δυναστεία των Ρομανώφ, η Ρωσία έγινε αρκετά ισχυρή ώστε να σταματήσει σχεδόν εντελώς τις επιδρομές.

Ωστόσο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνέχισε να θεωρεί ως εδάφη της ολόκληρη την περιοχή βορείως της Μαύρης Θάλασσας. Οι Τούρκοι επενέβαιναν συνεχώς στις υποθέσεις των Κοζάκων που ζούσαν στη Μικρή Ρωσία, που ονομαζόταν και Χετμανάτο, από τον τίτλο «Χέτμαν»[όρος προερχόμενος από τα γερμανικά, που σημαίνει, μεταξύ άλλων, τον επικεφαλής ενός στρατιωτικού αποσπάσματος. Αποτέλεσε τον τίτλο του ηγεμόνα της Ουκρανίας από το 1648 έως το 1764 και το 1918]. Αυτό ήταν το όνομα του επικεφαλής του «Σιτς του Ζαπαρόζιε», του ηγεμόνα των Μικρών Ρώσων Κοζάκων, που αρχικώς λάμβανε την εξουσία του από τον Πολωνό βασιλιά και στη συνέχεια, μετά την ένταξη του Χετμανάτου στη Ρωσία, από την Μόσχα.

Το 1669, οι Οθωμανοί κατάφεραν να κερδίσουν με το μέρος τους τον Χέτμαν Πέτρο Ντοροσένκο. Αυτός αναγνώρισε την υποτελή εξάρτηση της Μικρής Ρωσίας από την Τουρκία, προδίδοντας τον Ρώσο τσάρο, παραβιάζοντας τους όρους της Συνθήκης του Περεγιασλάβ του 1654, όπου, εκ μέρους όλου του πληθυσμού του Χετμανάτου, συμφωνήθηκε ότι: «θα υπηρετήσουμε άμεσα και πιστά σε όλα τα θέματα τις εντολές του Τσάρου για πάντα». Ο πόλεμος ήταν μακρύς και σκληρός. Στο τέλος του, η Δεξιά Όχθη της Ουκρανίας [τα εδάφη δυτικά από τον Δνείπερο – περίπου η σημερινή κεντρική Ουκρανία] και η Ποδολία [η περιοχή βορείως της περιφέρειας Οδησσού, ανατολικά και βόρεια από την σημερινή Μολδαβία] βρέθηκαν υπό την κυριαρχία των Τούρκων. Αργότερα, τα εδάφη αυτά καταλήφθηκαν από τους Πολωνούς, οι οποίοι νίκησαν τους Οθωμανούς κοντά στη Βιέννη το 1683.

Επί βασιλείας της πριγκίπισσας Σοφίας [ετεροθαλούς αδελφής του Μ. Πέτρου], ο ρωσικός στρατός έφτασε για πρώτη φορά στο Περεκόπ, ξεπερνώντας τις ξηρές στέπες, όπου οι Τάταροι είχαν δηλητηριάσει τα πηγάδια. Τα στρατεύματα ήταν πολύ αποδυναμωμένα και ο διοικητής του στρατού, ο πρίγκιπας Γκολίτσιν, δεν τόλμησε να εισβάλει στις οχυρώσεις του Περεκόπ.

Η ρωσική Reconquista

Ο τακτικός στρατός που δημιούργησε ο Πέτρος Α΄ και η μετατροπή της Ρωσίας σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος άλλαξαν την ισορροπία δυνάμεων. Τον 18ο αιώνα, η κατεύθυνση της δράσης άρχισε να αντιστρέφεται. Η Ρωσική αυτοκρατορία άρχισε να επιστρέφει στα ιστορικά εδάφη του Αρχαίου Ρους [της προ μογγολοταταρικής εισβολής]. Η ρωσική Reconquista είχε αρχίσει. Έτσι αντιλήφθηκε η Ρωσία τους πολέμους με την Τουρκία – ως ιερό καθήκον να επιστρέψει στο κράτος τα εδάφη που κάποτε ανήκαν στους πρώτους πρίγκιπες της δυναστείας των Ρουρικιδών.

Με βάση την ιδέα αυτής της μεγάλης αποστολής, αλλά και έχοντας τις συνεχείς επιδρομές των Τατάρων της Κριμαίας και την παρέμβαση των Τούρκων στα ρωσικά συμφέροντα στην Πολωνία, η Ρωσία το 1735 κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Μέχρι εκείνη την εποχή, ο ρωσικός στρατός, που απολάμβανε ακόμη τη δόξα των νικών επί των Σουηδών [ρωσο-σουηδικός ή βόρειος πόλεμος 1700-1721], ήταν από τους καλύτερους στην Ευρώπη. Επικεφαλής του ήταν ένας εξαιρετικός διοικητής και στρατιωτικός διοικητής, ο στρατάρχης Burchard von Munnich.

Στις 30 Μαΐου 1736, τα ρωσικά συντάγματά πλησίασαν το απόρθητο Περεκόπ και την 1η Ιουνίου το κατέλαβαν με μια γρήγορη επίθεση. Οι Τάταροι εξεπλάγησαν τόσο πολύ από τις επιτυχίες της Ρωσίας που παρέδωσαν την πρωτεύουσα του Χανάτου, το Μπαχτσισαράι, χωρίς μάχη και έφυγαν για τις στέπες. Η τελειότητα της στρατιωτικής μηχανής της ρωσικής αυτοκρατορίας κατέστησε πλέον δυνατή την εύκολη οργάνωση της προμήθειας ενός μεγάλου στρατού που κινείτο μέσα από τη στέπα, η οποία μέχρι τότε θεωρείτο αδιάβατο εμπόδιο.

Αν και, ήδη, από τη δεκαετία του 1730, η Ρωσία μπορούσε να επιφέρει στρατιωτικές ήττες στους Τούρκους, δεν ήταν, ωστόσο, ακόμη δυνατό να ξεκινήσει η ανάπτυξη της περιοχής της Νοβορόσια. Η Reconquista συνεχίστηκε υπό την αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄. Τότε το ρωσικό κράτος αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα, ο πληθυσμός αυξανόταν ταχύτατα, η οικονομία διογκώθηκε, το εμπόριο διευρύνθηκε, χτίστηκαν εργοστάσια και τα έσοδα του ταμείου αυξήθηκαν σημαντικά. Η Ρωσία έχει γίνει μια από τις κορυφαίες δυνάμεις στον κόσμο. Αυτό κατέστησε δυνατό να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στη μάχη για τον νότο της Ρωσίας.

Το 1768, ο Τούρκος σουλτάνος Μουσταφά κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Οι Οθωμανοί ήθελαν να καταλάβουν την Ποδολία και την Βολινία [η περιοχή που περιλαμβάνει την σημερινή βορειοδυτική Ουκρανία και επεκτείνεται δυτικά στην Πολωνία και βορείως εντός της Λευκορωσίας], κάτι που τους υποσχέθηκαν οι Πολωνοί που είχαν ξεκινήσει εξέγερση κατά της Ρωσίας. Οι Πολωνοί ήταν έτοιμοι ακόμη και να παραδώσουν τα εδάφη τους για να απαλλαγούν από την κηδεμονία της Αγίας Πετρούπολης.

Όμως ο πόλεμος έφερε πρωτοφανή επιτυχία για τα ρωσικά όπλα. Και οι Τούρκοι και οι Πολωνοί ηττήθηκαν. Ως αποτέλεσμα του πολέμου, η Κριμαία απέκτησε την ανεξαρτησία της [από την Οθωμανική αυτοκρατορία] και ο ρωσικός στόλος εδραιώθηκε σταθερά στη Μαύρη Θάλασσα.

Μια τέτοια απότομη ενίσχυση της Ρωσίας δεν άρεσε στους ηγεμόνες της Κωνσταντινούπολης. Οι Τούρκοι προσπαθούσαν συνεχώς να ανακτήσουν την επιρροή τους στις υποθέσεις της Κριμαίας και να εγκαταστήσουν εκεί φιλικούς τους Χάνους. Σε απάντηση, η Αικατερίνη Β’ συμφώνησε με τον τελευταίο Χάνο Σαγκίν-Γκιρέι για την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία. Έτσι, εμφανίστηκε η επαρχία της Ταυρίδας στο ρωσικό κράτος, ενώ παράλληλα ξεκίνησε η ταχύτατη ανάπτυξη της Νοβορόσια υπό την επίβλεψη του πρίγκιπα Ποτέμκιν.

Η ίδρυση των πόλεων και η ανάπτυξη της οικονομίας

Σε ελάχιστα χρόνια, νέες πόλεις αναπτύχθηκαν, οι αγρότες άρχισαν να σπέρνουν την καλλιεργήσιμη γη ανέγγιχτη για αιώνες, και οι έμποροι άρχισαν να ανοίγουν νέους εμπορικούς δρόμους. Τα εδάφη μοιράστηκαν δωρεάν – με μόνη προϋπόθεση οι άποικοι να τα καλλιεργούν και να τα κατοικούν.

Το 1787, η Αικατερίνη Β’, συνοδευόμενη από πολυάριθμους ξένους καλεσμένους, ταξίδεψε μέσω της Νοβορόσιας στην Κριμαία. Όλοι έμειναν έκπληκτοι με το πόσο γρήγορα μπόρεσαν οι Ρώσοι να κυριαρχήσουν στα εδάφη που είχαν πρόσφατα απελευθερωθεί από τους Τούρκους. Παρεμπιπτόντως, ο θρύλος των «χωριών Ποτέμκιν» δημιουργήθηκε τότε από τις προσπάθειες της γαλλικής διπλωματίας – συμμάχου της Τουρκίας. Οι Γάλλοι διπλωμάτες, οργισμένοι αλλά και αδύναμοι να αναχαιτίσουν τη Ρωσία, διέδιδαν ψευδείς φήμες για την αποτυχία των σχεδίων της Αικατερίνης Β’ και του πρίγκιπα Ποτέμκιν.

Ο αποικισμός της Νοβορόσια προήλθε σχεδόν αποκλειστικά από τις ρωσικές επαρχίες, γι’ αυτό, μέχρι να έρθουν στην εξουσία οι Μπολσεβίκοι, κανείς δεν σκέφτηκε καν να θεωρήσει αυτά τα εδάφη ουκρανικά. Η Ουκρανία, που τότε ονομαζόταν Μικρή Ρωσία, καταλάμβανε μια πολύ μικρή περιοχή στο τρίγωνο Κιέβου-Τσερνίγκοφ-Πολτάβα. Οι Ρώσοι ίδρυσαν το Χάρκοβο (1654), την Οδησσό (1794), την Χερσώνα (1778), τον Γιεκατερινοσλάβ (1777) [προς τιμήν της Αγίας Αικατερίνης, προστάτριας της τσαρίνας]που το 1926 μετονομάστηκε σε Ντιεπροπετρόβσκ, και το 2016 σε Ντιπρό, την Μαριούπολη (1778)[η πόλη αρχικώς κατοικήθηκε αποκλειστικών από τους Έλληνες που είχαν έλθει από την Κριμαία το 1778], το Νικολάγιεφ (1788), το Λουγκάνσκ (1795), το Ζαπαρόζιε (1770) και το Ντονιέτσκ (1869).

Οδηγημένοι από τη δίψα για εκδίκηση, οι Οθωμανοί το 1787 κήρυξαν ξανά τον πόλεμο. Αλλά πάλι νίκησε η Ρωσική Αυτοκρατορία, με επικεφαλής τους στρατηγούς Ρουμιάντσεφ, Σουβόροφ, Ρέπνιν, και άλλους εξαιρετικούς διοικητές. Έτσι έληξε θριαμβευτικά η ρωσική Reconquista.

Τι πήρε τελικά η Ρωσία από όλους αυτούς τους πολέμους; Πρώτα απ’ όλα, εξέλιπε η απειλή των επιδρομών των Τατάρων, που είχαν εξαντλήσει για αιώνες τις περιοχές στη νότια Ρωσία. Η Νοβορόσια αποδείχθηκε μια εξαιρετικά πλούσια και εύφορη γη, η οποία μετατράπηκε στον κύριο σιτοβολώνα της Ρωσίας. Επίσης, αναδύθηκε εκεί μια ισχυρή βιομηχανική περιοχή, η οποία στις αρχές του 20ου αιώνα αποδείχθηκε όχι μόνο η σημαντικότερη πηγή άνθρακα και μετάλλων, αλλά και το κέντρο για την παραγωγή μεγάλης ποικιλίας βιομηχανικών προϊόντων. Τα λιμάνια της Οδησσού και της Μαριούπολης έγιναν οι κύριες θαλάσσιες πύλες της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα και πηγές ολοένα αυξανόμενου εισοδήματος από τις εξαγωγές σιτηρών και άνθρακα.

Πηγή: https://vz.ru/society/2022/3/28/1150697.html

Απο το blog του Σωτήρη Δημόπουλου

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,739ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
21,900ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα