Η ΕΣΣΔ μέσα από τα μάτια των Δυτικών

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

Η νατοϊκή μελέτη για τις σχέσεις Δύσης – Ανατολής εντοπίζει τις αδυναμίες του κομμουνιστικού συστήματος

Η δεκαετία του 1970 ήταν πολύ δύσκολη για τη Δύση. Το τέλος του κύκλου ανάπτυξης που είχε ξεκινήσει με το Σχέδιο Μάρσαλ καθώς και η πετρελαϊκή κρίση του 1973 είχαν πλήξει αυτό που πάντοτε αποτελούσε το βασικό πλεονέκτημά της στον Ψυχρό Πόλεμο: την οικονομία της. Επιπλέον, η οικονομική κρίση δημιουργούσε ακόμη μεγαλύτερο έλλειμμα αυτοπεποίθησης σε μια Δύση που θυμόταν καλά τις τρομερές συνέπειες –ακόμη και για τη δημοκρατία– της προηγούμενης μεγάλης οικονομικής αναστάτωσης το 1929. Από την άλλη πλευρά, η Δύση της δεκαετίας του 1970, υπό την επήρεια πρωτίστως του Αμερικανού προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον και του Χένρι Κίσινγκερ (ως συμβούλου εθνικής ασφαλείας και κατόπιν ως υπουργού Εξωτερικών), είχε κινηθεί προς την κατεύθυνση της ύφεσης στις σχέσεις με τον ανατολικό συνασπισμό, κάτι που συνεπαγόταν την αποδοχή του γεγονότος ότι η Σοβιετική Ενωση ήταν ένας ισότιμος παράγοντας στις διεθνείς σχέσεις. Γινόταν έτσι φανερή η ανάγκη για μια συνολική επανεκτίμηση των σχέσεων Δύσης – Ανατολής. Η προηγούμενη ανάλογη διαδικασία στο ΝΑΤΟ είχε γίνει το 1966, και είχε καταλήξει στην Αναφορά Χαρμέλ καθώς και στις μείζονος σημασίας αλλαγές στη δομή της Συμμαχίας τον Δεκέμβριο του 1967.

Η πρόταση για την εκπόνηση μιας συνολικής μελέτης ήρθε από τον νέο Αμερικανό πρόεδρο, Τζίμι Κάρτερ, στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ τον Μάιο του 1977, και ως μέσο για την ανανέωση των διαδικασιών διαβούλευσης στη Συμμαχία. Η μελέτη θα συνόδευε την αντίστοιχη προσπάθεια να διαμορφωθεί ο νέος μακροπρόθεσμος στρατιωτικός σχεδιασμός του ΝΑΤΟ (Long-Term Defense Program – LTDP). Οι Δυτικοευρωπαίοι, που είχαν συχνά τρομάξει από τη μονομέρεια των πρωτοβουλιών των Νίξον και Κίσινγκερ, υποδέχτηκαν θετικά την ιδέα.
Η ΕΣΣΔ μέσα από τα μάτια των Δυτικών-1
Ο Σάμιουελ Χάντινγκτον θεωρούσε ότι η ΕΣΣΔ ήταν υπερδύναμη σε ένα πεδίο μόνον, τη στρατιωτική ισχύ. (ASSOCIATED PRESS)

Υπερδύναμη στη στρατιωτική ισχύ, αδύναμη στην οικονομία

Η εκπόνηση του νέου εγγράφου ανατέθηκε στο ίδιο το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο, υπογραμμίζοντας έτσι τη βαρύτητα της διαδικασίας. Το Συμβούλιο θα συνέδραμαν η Πολιτική Επιτροπή της Συμμαχίας αλλά και ειδικοί από τα κράτη-μέλη.

Η μελέτη θα δομείτο σε τρία μέρη. Το πρώτο θα εξέταζε τη Σοβιετική Ενωση και την Ανατολική Ευρώπη. Το δεύτερο τμήμα θα προέβαλλε τις τάσεις αυτές στη δεκαετία του 1980 και γράφηκε από τρία πρόσωπα, τον Ρόμπερτ Φορντ, Καναδό πρέσβη στη Μόσχα, και δύο από τους μόνιμους αντιπροσώπους στο ΝΑΤΟ, τον Δανό Ανκαρ Σβαρτ και τον Βρετανό σερ Τζον Κίλικ. Το τρίτο τμήμα, οι προτάσεις για την ακολουθητέα πολιτική, παρέμεινε πολύ σύντομο, καθώς ήταν το σημείο όπου συνήθως ανέκυπταν διαφωνίες, ειδικά από τους Γάλλους που αντιτίθεντο σε όποια σκέψη για «συντονισμό» της πολιτικής των κρατών-μελών. Οι Αμερικανοί, όπως συνήθως έκαναν σε τέτοιες περιπτώσεις, άφησαν τους συμμάχους να εκφράσουν τις θέσεις τους, αλλά σίγουρα έδωσαν τον τόνο με το βάρος των δικών τους ειδικών, κυρίως του Σάμιουελ Χάντινγκτον, τότε στελέχους του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας.

Μια σειρά από συσκέψεις με ειδικούς από τα κράτη-μέλη προετοίμασαν την εκπόνηση των τελικών κειμένων. Τον Νοέμβριο του 1977 συζητήθηκαν οι «συντηρητικές» σοβιετικές πολιτικές – η χρήση του όρου αποκάλυπτε ότι, παρά την κρίση της Δύσης, και η προϊούσα τελμάτωση στη Σοβιετική Ενωση γινόταν εμφανής. Η Μόσχα, τόνισαν οι ειδικοί, ειδικά ο Χάντινγκτον, ήταν «υπερδύναμη σε ένα πεδίο μόνον», τη στρατιωτική ισχύ: «η χώρα προς το παρόν παρουσίαζε μια ανόμοια εικόνα, στην οποία η στρατιωτική ισχύς αντιπαραβαλλόταν με την έλλειψη ιδεολογικής γοητείας και με οικονομική αδυναμία». Το Κρεμλίνο θα απέφευγε να προκαλέσει τη Δύση –άρα θα συνέχιζε την πολιτική της ύφεσης–, ενώ η Ανατολική Ευρώπη φαινόταν να βρίσκεται στα πρόθυρα σοβαρής οικονομικής και κοινωνικής αστάθειας λόγω της δικής της οικονομικής αδυναμίας και υπερχρέωσης. Ο Χάντινγκτον έβλεπε την εμφάνιση σοβαρών οικονομικών προβλημάτων και στην ίδια την ΕΣΣΔ την επόμενη δεκαετία.

Αλλες συσκέψεις, με συμμετοχή ακαδημαϊκών και στελεχών του χρηματοοικονομικού τομέα, τόνισαν ότι η ΕΣΣΔ είχε εισέλθει σε εποχή σοβαρά μειωμένης οικονομικής ανάπτυξης, λόγω υπερσυγκεντρωτισμού, μείωσης του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού, μειωμένης απόδοσης των επενδύσεων, αποτυχιών στον αγροτικό τομέα και ελλείψεων στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας. Το τελευταίο στοιχείο, μάλιστα, ήταν υπεύθυνο για τις έντονες προσπάθειες των Σοβιετικών να εξασφαλίσουν, ακόμη και με βιομηχανική κατασκοπεία, υψηλή τεχνολογία από τη Δύση. Η ποιότητα θα έπαιζε πλέον εξίσου κρίσιμους ρόλους με την ποσότητα, και αυτό δεν ήταν ποτέ το ισχυρό στοιχείο της σοβιετικής οικονομίας.

Κανόνας θα είναι η αδράνεια παρά η μεταρρύθμιση

Η ΕΣΣΔ μέσα από τα μάτια των Δυτικών-2

Η μελέτη υποβλήθηκε στη σύνοδο κορυφής που συνεκλήθη στην αμερικανική πρωτεύουσα την άνοιξη του 1978. Σημείωνε ότι, από την άποψη των εσωτερικών πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, η εποχή Μπρέζνιεφ ήταν η μακρότερη περίοδος σταθερότητας στη Σοβιετική Ενωση: ο πολίτης είχε πλέον μια αίσθηση προσωπικής ασφάλειας αδιανόητη επί Στάλιν και εν πολλοίς απούσα επί Χρουστσόφ. Από τη δεκαετία του 1960 είχε σημειωθεί μια «εμφανής, αν και ανόμοιας έκτασης» βελτίωση του επιπέδου ζωής και το «συντηρητικό» καθεστώς δεν κινδύνευε από τους αντιφρονούντες. Το Κόμμα παρέμενε κυρίαρχο και διέθετε τη στήριξη των γραφειοκρατών και των τεχνοκρατών. Η σοβιετική κοινωνία, ωστόσο, γινόταν περισσότερο περίπλοκη, σε μια εποχή κατά την οποία το Κόμμα ήθελε τους πολίτες «να σκέφτονται έξυπνα σε θέματα επιστημονικά και τεχνικά, αλλά όχι για την πολιτική». Ετσι, ανέκυπτε «μια συντηρητική κοινωνία που έχει πολλά να προσφέρει σε όσους συμμορφώνονται, και όσοι αντιστέκονται έχουν τα πάντα να χάσουν».

Ηταν, συνέχιζε η έκθεση, αδύνατον να επιλυθεί η αντίφαση μεταξύ μιας υπερσυγκεντρωτικής πολιτικής δομής όπως της σοβιετικής και της ανάγκης να αναταχθεί η οικονομία και να αναπτυχθεί η έρευνα. Η μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ το 1951-70 ήταν 5,3%, αλλά είχε πέσει το 1971-75 στο 3,8% και η καθοδική πορεία συνεχιζόταν. Ο ρωσικός πληθυσμός αυξανόταν πλέον πολύ αργά και το ποσοστό του επί του συνολικού πληθυσμού μειωνόταν: το έτος 2000 το ένα τέταρτο των Σοβιετικών πολιτών θα ήταν κεντροασιατικής καταγωγής. Λόγω της πολιτικής ακαμψίας, οι δύσκολες αποφάσεις θα αναβάλλονταν τουλάχιστον έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980: οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις θα σταματούσαν από μια «υπερστελεχωμένη και δυσκίνητη γραφειοκρατία» καθώς και από το Κόμμα και τους στρατιωτικούς, ενώ «η αδράνεια παρά η μεταρρύθμιση θα είναι ο κανόνας». Στη δεκαετία του 1980, όμως, η οικονομία θα αντιμετώπιζε μια κρίση που θα απαιτούσε «χρουστσοφικής» κλίμακας μεταρρυθμίσεις. Το Κρεμλίνο θα διατηρούσε τον έλεγχο της Ανατολικής Ευρώπης, η οποία όμως αντιμετώπιζε ακόμη χειρότερα προβλήματα μεταρρυθμιστικής αδράνειας και υπερχρέωσης – η Πολωνία αναφερόταν ρητά, δύο χρόνια πριν από την εμφάνιση της Αλληλεγγύης. Η μελέτη τόνιζε τη βασική διαπίστωση του Χάντινγκτον ότι η Σοβιετική Ενωση ήταν μια «ατελής υπερδύναμη», ισχυρή μόνον στον στρατιωτικό τομέα, από την οποία έλειπε μια σύγχρονη οικονομική δομή. Είναι χαρακτηριστικό ότι ετοιμάστηκε επίσης μια αποχαρακτηρισμένη, μη απόρρητη εκδοχή της μελέτης, για διάχυση στο κοινό: οι ΝΑΤΟϊκοί ειδικοί έκαναν κάτι τέτοιο όποτε οι μελέτες τους έδειχναν τις δομικές αδυναμίες του αντιπάλου.

Η ΕΣΣΔ μέσα από τα μάτια των Δυτικών-3
1.5.1967. Μπρέζνιεφ, Κοσίγκιν, Ποντγκόρνι, Σουσλόφ. Η υπερσυγκεντρωτική σοβιετική πολιτική δομή δυσκόλευε την ανάταξη της οικονομίας.

Προς το τέλος της συναίνεσης μέσα στο ΝΑΤΟ για την ανάγκη της ύφεσης

Η μελέτη του 1978 συστηματοποιούσε βασικές διαπιστώσεις για την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα στη Σοβιετική Ενωση που είχαν ανακύψει τα προηγούμενα χρόνια, και οι οποίες καταδείκνυαν ότι ο αντίπαλος κινείτο προς το αδιέξοδο. Με άλλα λόγια, οσοδήποτε σημαντικά τα προβλήματα της Δύσης, ο σοβιετικός συνασπισμός αντιμετώπιζε μεγαλύτερα. Είναι ενδεικτικό ότι, σε έκθεσή του προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο Αμερικανός μόνιμος αντιπρόσωπος, Ουίλιαμ Τάπλεϊ Μπένετ, αναφέρθηκε στο «λαμπρό μέλλον για το ΝΑΤΟ» που η έκθεση υποδείκνυε. Ο Κίλικ αναφέρθηκε στη Σοβιετική Ενωση ως «still a developing country», αφού κυρίως εξήγε πρώτες ύλες και ημι-ολοκληρωμένα προϊόντα.

Από την άλλη πλευρά, η μελέτη δεν αγνοούσε την τεράστια ισχύ του Κρεμλίνου στον στρατιωτικό τομέα και κυρίως στο πεδίο των πυρηνικών όπλων, καθώς και τις μεγάλες επιτυχίες του στον Τρίτο Κόσμο. Η μελέτη του 1978 ήταν το προϊόν μιας δυτικής ηγεσίας και επιστημονικής κοινότητας που αποδέχονταν τη Σοβιετική Ενωση ως ίσο και έβλεπαν τις στρατιωτικές της δυνατότητες με δέος, συχνά και με τρόμο. Ετσι, η μελέτη δεν αμφισβήτησε την αναγκαιότητα της ύφεσης, και είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Κίλικ τόνισε ότι σε κάθε περίπτωση οι δύο κόσμοι κινούνταν όλο και περισσότερο στην κατεύθυνση της «αλληλεξάρτησης», λέξης-κλειδί για τη διεθνή ανάλυση στη δεκαετία του 1970.

Ηταν όμως η τελευταία μείζονος σημασίας νατοϊκή ανάλυση που θα έκανε ανάλογες παρατηρήσεις. Σύντομα, η άνοδος στις ΗΠΑ μιας κυβέρνησης –του Ρόναλντ Ρέιγκαν– που θα αμφισβητούσε την αναγκαιότητα και την ίδια τη σκοπιμότητα της ύφεσης, και θα υποστήριζε μια πιο σκληρή πολιτική έναντι της Ανατολής, θα διασπούσε τη συναίνεση στους κόλπους της Συμμαχίας. Ηταν ειρωνικό, αλλά τότε οι Δυτικοευρωπαίοι θα έφθαναν στο σημείο να νοσταλγήσουν τον Κίσινγκερ, ο οποίος μπορεί να είχε τις ιδιορρυθμίες του, αλλά σίγουρα ήταν προσανατολισμένος προς την ύφεση που χανόταν.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, γενικός γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

“Καθημερινή”

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,737ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
21,900ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα