Η Επιστημονική και Τεχνολογική Επανάσταση (ΕΤΕ) πέρα από την Αριστερή και την Δεξιά Πολιτική.

5/11/19 | 0 | 0 | 315 εμφανίσεις

Νικόλαος Γ. Ιντζεσίλογλου, Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ

Η κοινωνικο-οικονομική θεωρία της ΕΤΕ (Επιστημονικής και Τεχνολογικής Επανάστασης) υποστηρίζει την επιστημονικά και εν πολλοίς εμπειρικά θεμελιωμένη άποψη ότι η τεχνολογική πρόοδος και ειδικότερα η σύγχρονη ηλεκτρονική τεχνολογία, ενσωματώνει εντός αυτής την εργασία που κατά το παρελθόν χρησιμοποιήθηκε («νεκρή» εργασία) για την παραγωγή της τεχνολογίας, έτσι ώστε η νέα τεχνολογία να υποκαθιστά όλο και περισσότερο την «ζωντανή»  ανθρώπινη εργασία, που είναι αναγκαία για την παραγωγή των οικονομικών αγαθών, στον εκάστοτε παρόντα ιστορικό χρόνο. Η αντικατάσταση αυτή της «ζωντανής» εργασίας από τα προϊόντα της τεχνολογικής προόδου, δημιουργεί μια εσωτερική αντίφαση στο τεχνολογικά αναπτυγμένο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, την οποία επισημαίνει η ΕΤΕ. Με βάση τη συνειδητοποίηση της εν λόγω αντίφασης, διατυπώνονται προτάσεις για την υπέρβαση αυτής της τελευταίας, στο πλαίσιο μιας νέας κοινωνικο-οικονομικής σύνθεσης.

Υπενθυμίζουμε ότι εξ ορισμού, η «ζωντανή» εργασία είναι η παρεχόμενη στον εκάστοτε ιστορικά παρόντα χρόνο εργασία, προκειμένου να παραχθούν τα οικονομικά αγαθά. Ενώ η «νεκρή» εργασία είναι η εργασία που χρησιμοποιήθηκε στον εκάστοτε παρελθόντα ιστορικό χρόνο, για την παραγωγή οικονομικών αγαθών (κυρίως νέας τεχνολογίας και μηχανημάτων), που είναι ικανά να παράγουν οικονομικά αγαθά στον εκάστοτε παρόντα ιστορικό χρόνο με τη συμμετοχή-παροχή όλο και λιγότερης «ζωντανής» εργασίας. Με πιο απλά λόγια, στο πλαίσιο της τεχνολογικής προόδου, η εργασία που παρασχέθηκε κατά το παρελθόν («νεκρή» εργασία) για την παραγωγή μηχανημάτων ενσωματώνεται στα μηχανήματα αυτά, και τα μηχανήματα αυτά παράγουν άλλα μηχανήματα ή άλλα οικονομικά αγαθά, για την παραγωγή των οποίων απαιτείται όλο και λιγότερη παρουσία ζωντανών εργαζομένων («ζωντανή» εργασία) κατά την παραγωγική διαδικασία.

Έτσι, η «ζωντανή» εργασία καθίσταται όλο και ολιγότερο σημαντική ως συντελεστής παραγωγής, στον εκάστοτε ιστορικά παρόντα χρόνο, λόγω κυρίως της όλο και μεγαλύτερης ενσωμάτωσης της παρελθούσας “νεκρής” εργασίας στις μηχανές που παράγουν άλλα μηχανήματα και αυτά με τη σειρά τους νέα οικονομικά αγαθά.

Αυτή η σχετική και προοδευτική απαξίωση της «ζωντανής» εργασίας (κυρίως της μη εξειδικευμένης και τεχνολογικά μη αναγκαίας εργασίας) ως συντελεστή παραγωγής, ευτελίζει, ως ένα βαθμό, την τιμή αμοιβής αυτής της μη αναγκαίας και “περισσευούμενης” στον χώρο της παραγωγής, λόγω τεχνολογικής ανάπτυξης, εργασίας. Επομένως, παρά τον αυξημένο παραγόμενο (ενεργά ή και δυνητικά) πλούτο λόγω της τεχνολογικής προόδου, η συμμετοχή (συνολικά) των εργαζομένων στην παραγωγή αυτού του πλούτου θα βαίνει μειούμενη, στο βαθμό που η «ζωντανή» εργασία, ως συντελεστής παραγωγής, θα βαίνει, διαρκώς και σε όλο και περισσότερους τομείς, απαξιούμενη ή ολιγότερο αναγκαία.

Έτσι, όμως, δημιουργείται μια εσωτερική αντίφαση στο αναπτυγμένο τεχνολογικά κοινωνικο-οικονομικό σύστημα. Η τεχνολογική πρόοδος αυξάνει, τουλάχιστον δυνητικά, την παραγωγικότητα και την αφθονία των παραγόμενων οικονομικών αγαθών και ταυτόχρονα προκαλεί μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, στο βαθμό που η τεχνολογική πρόοδος είτε στέλνει στην ανεργία όλο και περισσότερους εργαζομένους είτε δημιουργεί προϋποθέσεις μείωσης της αμοιβής της ζωντανής εργασίας.

Για λόγους, όμως, τόσο κοινωνικής συνοχής, όσο και εξασφάλισης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων (έτσι ώστε  αυτές οι τελευταίες να συνεχίσουν να επενδύουν και να παράγουν τα σε σχετική αφθονία, λόγω τεχνολογικής προόδου, παραγόμενα αγαθά), θα πρέπει οι πλεονάζοντες, λόγω τεχνολογικής προόδου, εργαζόμενοι να συνεχίσουν να διαθέτουν ικανή καταναλωτική δύναμη, και επομένως να προσπορίζονται τα απαραίτητα εισοδήματα για την αγορά-κατανάλωση  των ερήμην τους παραγομένων αγαθών. Θα πρέπει, δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο να αμείβονται για την εξασφάλιση των απαραίτητων για την κατανάλωση εισοδημάτων.

Αφού, όμως, η εργασία τους δεν είναι απαραίτητη στην παραγωγική διαδικασία, η αμοιβή τους (που είναι εξασφάλιση του απαραίτητου για την κατανάλωση εισοδήματος) θα πρέπει, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, να μη βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση από την παρεχόμενη από αυτούς άμεση «ζωντανή» εργασία. Έτσι, η αμοιβή αυτών των ανθρώπων, των οποίων η εργασία καθίσταται, λόγω τεχνολογικής προόδου, μη αναγκαία στην παραγωγική διαδικασία, θα πρέπει να εξαρτάται όχι τόσο από την από αυτούς παρεχόμενη εργασία (αφού αυτή δεν είναι δυνατό να παρασχεθεί για λόγους δομικούς της παραγωγικής διαδικασίας), αλλά από κάτι άλλο. Αυτό το άλλο είναι η απασχόληση. Η απασχόληση κυρίως σε τομείς δραστηριοτήτων, όπου ο χρόνος απασχόλησης είναι δυνατόν να υπολογιστεί και μετρηθεί (π.χ. διαρκής εκπαίδευση, συμμετοχή σε σεμινάρια κάθε είδους και σε κάθε είδους οργανωμένη δραστηριότητα), καθώς επίσης και απασχόληση μέσω επιμήκυνσης του αμειβόμενου χρόνου για γονικές άδειες και γενικότερα για την επίβλεψη και φροντίδα τέκνων, μέχρι τουλάχιστον τρία έτη (πέραν των κάθε είδους «προνομίων» και επιδομάτων για τις πολύτεκνες οικογένειες).

Η έννοια της “απασχόλησης” καλύπτει ως ένα μεγάλο βαθμό την έννοια του “ελεύθερου” , αλλά δυνάμενου να μετρηθεί χρόνου.

Έτσι, η σχέση: «εργασία – αμοιβή» αντικαθίσταται, ως ένα βαθμό, από τη σχέση: «απασχόληση – αμοιβή». Ως ένα βαθμό, διότι αυτή η υποκατάσταση δεν αφορά όλους τους τομείς της παραγωγικής διαδικασίας, και διότι η αμοιβή για την απασχόληση δεν πρέπει να λειτουργεί αποτρεπτικά ως αντικίνητρο για την είσοδο στην εργασία, όταν αυτή η είσοδος καθίσταται απαραίτητη για την παραγωγική διαδικασία.

Η πραγμάτωση αυτού του σεναρίου εξέλιξης των αναπτυγμένων τεχνολογικά κοινωνιών σκοντάφτει κυρίως στο γεγονός ότι υπάρχει σε μεγάλο βαθμό παγκοσμιοποίηση στη διακίνηση κεφαλαίων και προϊόντων. Έτσι, υπάρχουν χώρες, όπως η Κίνα και η Ινδία, που παρά την τεχνολογική τους ανάπτυξη, διατηρούν χαμηλό κόστος παραγωγής λόγω χαμηλών αμοιβών στους εργαζομένους, και γενικότερα το βιοτικό επίπεδο του λαού τους είναι εξαιρετικά χαμηλό, και ταυτόχρονα είναι έντονα εξαγωγικές χώρες. Όσο τα με χαμηλό κόστος παραγόμενα προϊόντα των χωρών αυτών θα εισέρχονται ελεύθερα στις λοιπές τεχνολογικά αναπτυγμένες χώρες, αυτές οι τελευταίες δεν θα είναι σε θέση να βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων κι ούτε να εφαρμόσουν κανενός είδους πολιτική αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου. Αυτό θα συμβεί, διότι η τυχόν καθ’ οιονδήποτε τρόπο αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων, δεν θα προκαλέσει αύξηση της ζήτησης των ενδοχωρίως παραγομένων προϊόντων, αλλά αύξηση των εισαγωγών από άλλες χώρες με φτηνό εργατικό δυναμικό και χαμηλό βιοτικό επίπεδο.

Δεδομένης και της ανάγκης προστασίας του περιβάλλοντος, η λύση στο εν λόγω πρόβλημα, προκειμένου να αρθούν τα εμπόδια στην εφαρμογή του σχεδίου της ΕΤΕ (Επιστημονικής και Τεχνολογικής Επανάσταση), μπορεί λογικά να έχει τρία σκέλη, τα οποία ως εφαρμόσιμες πολιτικές προτείνονται είτε διαζευκτικά είτε και σε συνδυασμό η κάθε μια με τις δύο άλλες:

1) Βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και αύξηση των αμοιβών των εργαζομένων στις χαμηλού βιοτικού επιπέδου εξαγωγικές χώρες και στροφή της οικονομίας στην κατεύθυνση της αύξησης της εσωτερικής κατανάλωσης στις χώρες αυτές.

2) Εφαρμογή ενός ήπιου και ορθολογικά στοχευμένου προστατευτισμού από τις λοιπές τεχνολογικά αναπτυγμένες χώρες, με την ελπίδα ότι και οι εξαγωγικές χώρες θα συρθούν για λόγους και δικού τους συμφέροντος σε διεθνείς διαπραγματεύσεις για τον εξορθολογισμό και μια προς αμοιβαίο όφελος νέα ρύθμιση των διεθνών εμπορικών συναλλαγών.

3) Ανάπτυξη τεχνολογιών φιλικών στο περιβάλλον και προσανατολισμός προς την κατεύθυνση της εντατικοποίησης της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με ταυτόχρονη επιβάρυνση με επί πλέον ΦΠΑ ή δασμούς  κατά τη διακίνηση και πώληση προϊόντων, που παράγονται με τη χρήση μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

 

Category: Προτεινόμενα άρθρα

Leave a Reply

 characters available

 


Το σχόλιο της ημέρας

Ροή Ειδήσεων


Εορτολόγιο

Φωτογραφία της ημέρας