Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΩΖΑΝΗ

Print Friendly, PDF & Email
spot_img
Οι πρωθυπουργοί Σερβίας, Νικόλα Πάσιτς και Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος, σε συνάντησή τους τον Ιανουάριο του 1912

ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ   

Με αφορμή το βιβλίο του Αντώνη Κούλα Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία 1923-1928 , πάνω στο οποίο είναι βασισμένο το άρθρο που ακολουθεί. 

Η δεκαετία του 1920 με τη Μικρασιατική καταστροφή και τη Συνθήκη της Λωζάννης σημάδεψε πολύ έντονα τον Ελληνισμό και το ελληνικό κράτος βρέθηκε σε  σύντομο χρονικό διάστημα από την επέκτασή του και την σχεδόν υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, σε απομόνωση. Στην προσπάθειά του να αποκτήσει κάποια ερείσματα και να ενταχθεί πάλι στο διεθνές γίγνεσθαι προσπάθησε να προσεγγίσει το νεοσύστατο κράτος της Γιουγκοσλαβίας, που έφερε τον επίσημο τίτλο του Βασιλείου Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων και ήταν η διάδοχη κατάσταση του Βασιλείου της Σερβίας, με το οποίο το συνέδεαν η συνθήκη συμμαχίας  της 1ης Ιουνίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας  και η παραχώρηση στους Σέρβους, εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, Σερβικής Ελεύθερης Ζώνης (στο εξής ΣΕΖ) στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης με τη σύμβαση της 10/23 Μαΐου 1914, η οποία όμως ουδέποτε επικυρώθηκε εξαιτίας  της έκρηξης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.  Το ζήτημα της ΣΕΖ τέθηκε ξανά στις αρχές Νοεμβρίου του 1922 από την Αθήνα στο πλαίσιο των συνομιλιών για τη σύναψη στρατιωτικής συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών και έτσι στις 21 Νοεμβρίου 1922 η ελληνική πλευρά επικύρωσε τη συμφωνία του 1914. Όμως, η Γιουγκοσλαβία αρνήθηκε να την επικυρώσει, θεωρώντας ότι αυτή δεν εξασφάλιζε επαρκώς τα συμφέροντά της.

Τη συγκεκριμένη περίοδο η σύγκριση μεταξύ των δύο χωρών ήταν ετεροβαρής εις βάρος της Ελλάδος και την περιέγραψε επακριβώς σε έγγραφό του το 1926 ο Έλληνας πρέσβης στο Βελιγράδι Σπυρίδων Πολυχρονιάδης, σύμφωνα με τον οποίο: «η παρά τα ημέτερα σύνορα ύπαρξις κράτους διπλασίου σχεδόν πληθυσμού έχοντος, και διακρινομένου διά τας στρατιωτικάς αυτού αρετάς παρίστατο ως φάσμα εις τας ημετέρας αντιλήψεις και εμαγνήτιζεν ούτως ειπείν την ημετέραν δημοσίαν γνώμην εις βαθμόν ώστε αύτη να αποβλέπη τυφλώς εις την μετά της Σερβίας συμμαχίαν, την μόνην λύσιν μελλοντικής ηρέμου εξωτερικής πολιτικής». Έτσι, το Βελιγράδι θεωρώντας και γνωρίζοντας ότι βρισκόταν σε θέση ισχύος έθετε πολλές φορές θέματα που έθιγαν κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.

Οι Γιουγκοσλάβοι αρχικά τόνισαν εμφατικά ότι δεν υπήρχε θέμα οποιασδήποτε συνομιλίας με την Ελλάδα αν πρώτα δεν συναπτόταν μία ικανοποιητική συμφωνία για το γιουγκοσλαβικό εμπόριο μέσω Θεσσαλονίκης και επιπλέον αξίωσαν από την Ελλάδα ένα διάδρομο πλάτους δεκαπέντε χιλιομέτρων από τη Θεσσαλονίκη μέχρι τα κοινά σύνορα, στον οποίο μάλιστα θα συμπεριλαμβανόταν και η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Γευγελής. Τον Ιανουάριο του 1923 το Βελιγράδι επέδωσε συγκεκριμένη πρόταση στην ελληνική πλευρά, ενώ και η Αθήνα επεξεργάστηκε ένα σχέδιο, το οποίο κοινοποίησε με καθυστέρηση στους Γιουγκοσλάβους, διότι βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με μια αγγλογαλλική εταιρία για τη σύναψη ενός δανείου με αντάλλαγμα την παραχώρηση στην εταιρία  εκμετάλλευσης εκτάσεων της ελληνικής Μακεδονίας αλλά και του λιμανιού της Θεσσαλονίκης.

Ο δε γιουγκοσλάβος πρέσβης στην Αθήνα Ζίβογιν Μπαλούγκτζιτς επέδωσε στον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών, Απόστολο Αλεξανδρή, ένα υπόμνημα με τις γιουγκοσλαβικές απόψεις, σύμφωνα με το οποίο οι αξιώσεις του Βελιγραδίου δεν έθιγαν σε καμία περίπτωση την ελληνική κυριαρχία και περιοριζόταν σε καθαρά τεχνικής φύσης ζητήματα. Από την πλευρά του το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ζήτησε από την πρεσβεία στο Βελιγράδι να εξηγήσει στους Γιουγκοσλάβους ότι σύμφωνα με τις ελληνικές προτάσεις ελάμβαναν ένα από τα καλύτερα σημεία του λιμανιού της Θεσσαλονίκης για αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση, θα υπήρχε δασμολογική ατέλεια εντός της Ζώνης και θα κατέβαλλαν μόνο ένα ελάχιστο ποσό για την εκμετάλλευση της, ενώ δεν αποκλειόταν ίδρυση γιουγκοσλαβικής εταιρείας εκμεταλλεύσεως, όπως και η ανάθεση στις τελωνειακές αρχές στη Γευγελή της βεβαίωσης τελωνειακών δασμών  κατά την εισαγωγή στη Σερβία. Από την άλλη η Αθήνα δεν μπορούσε να  αποδεχθεί όρους που έθιγαν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, όπως η ύπαρξη ξένων τελωνειακών υπαλλήλων  στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Ο Βενιζέλος ήρθε σε αντίθεση με τους Σέρβους στο θέμα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης.

Κλίμα αμοιβαίας προσέγγισης κυριάρχησε κατά την επίσκεψη του Αλεξανδρή στο Βελιγράδι τον Απρίλιο του 1923, όπου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Νίκολα Πάσιτς και τον ομόλογό του Μόμτσιλο Νίντσιτς, από τους οποίους αποκόμισε θετικές εντυπώσεις για τη διευθέτηση του ζητήματος της ΣΕΖ. Όμως στην ανταλλαγή προτάσεων μεταξύ των δύο πλευρών, η γιουγκοσλαβική βρήκε ανεπαρκείς τις ελληνικές προτάσεις, αν και τους παραχωρούταν δική τους τελωνειακή διοίκηση, υπό ελληνική όμως διεύθυνση, και ζήτησε δικό της λιμενάρχη στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Τελικά, στις 10 Μαΐου 1923 υπογράφηκε σύμβαση «περί του διακανονισμού της διά Θεσσαλονίκης διαμετακομίσεως», η οποία παρείχε πολλά προνόμια στο Βασίλειο Σέρβων Κροατών και Σλοβένων.  Η ΣΕΖ θεωρούταν γιουγκοσλαβικό τελωνειακό έδαφος με διοίκηση που διοριζόταν από την κυβέρνηση του Βελιγραδίου, όλοι οι υπάλληλοι στο χώρο της ΣΕΖ ήταν Γιουγκοσλάβοι υπήκοοι, εφαρμοζόταν η γιουγκοσλαβική νομοθεσία και επιτρεπόταν η χρήση της σερβοκροατικής γλώσσας. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η παραχώρηση του δικαιώματος της απρόσκοπτης διακίνησης πολεμικού υλικού μέσω της Ζώνης, χωρίς  να έχουν τη δυνατότητα οι ελληνικές αρχές να παρεμβαίνουν σε οποιαδήποτε περίπτωση.

H ευφορία μετά την υπογραφή της σύμβασης δεν κράτησε πολύ. Σύντομα ο γιουγκοσλαβικός τύπος άρχισε να δημοσιεύει ανθελληνικά άρθρα και να καταφέρεται κατά της Ελλάδας. Η έγκυρη Πολίτικα κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι, αποσκοπώντας στο συμφέρον της σερβικής μοναρχίας, οδήγησε τη χώρα σε μία προσέγγιση με την Ελλάδα, όπου δεν υπήρχε φιλοσερβικό κλίμα και μόνο ο Έλληνας βασιλιάς έβλεπε θετικά τη Γιουγκοσλαβία, αντί της προσέγγισης με τη Σόφια, ενώ η Βρέμε κατηγόρησε τους Έλληνες ότι το 1915 είχαν αθετήσει τις υποχρεώσεις τους που απέρρεαν από τη συνθήκη του 1913 (που προβλεπόταν συνδρομή σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης), ενώ και πάλι υπήρχε φόβος να κάνουν το ίδιο και να μη σεβαστούν τη σύμβαση που υπογράφηκε.

Σοφία

Ο σερβικός τύπος είχε επιτεθεί λάβρος στην Ελλάδα με αφορμή και την επίσκεψη της βασίλισσας Σοφίας στο Βελιγράδι, το Νοέμβριο του 1923, για τη βάπτιση του πρίγκιπα διαδόχου Πέτρου και τους γάμους της κόρης του Έλληνα πρίγκιπα Νικολάου, Όλγας, με τον πρίγκιπα Παύλο Καρατζόρτζεβιτς. Η Νοβόστι έγραψε ότι τα χέρια της Σοφίας ήταν εμποτισμένα στο αίμα των Σέρβων στρατιωτών και ότι αυτή ήταν ανεπιθύμητη στη χώρα, ενώ καλούσε τον πρωθυπουργό Πάσιτς και τον υπουργό εξωτερικών Νίντσιτς να δείξουν ότι τέτοιοι επισκέπτες ήταν ανεπιθύμητοι. Ασκούταν κριτική και στον βασιλιά της Ελλάδας, Γεώργιο, ο οποίος, κατ’ αυτούς, ήταν ένοχος προδοσίας, διότι ως διάδοχος, μαζί με τους γονείς του, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο, εργάσθηκαν για να εξαφανίσουν τη Σερβία από προσώπου γης, ως καταχθόνιοι εχθροί του σερβικού κράτους. Η Πολίτικα καταλόγισε στη Σοφία ότι στο παρελθόν ήταν πράκτορας του αδελφού της, του Κάιζερ, και πως  προσπάθησε να καταστρέψει τη Σερβία και τους συμμάχους της και την  κατηγόρησε ανοιχτά για κατασκοπία σε βάρος της Σερβίας.

Η υπογραφή τον Σεπτέμβριο του 1924 ανεπίσημης ελληνογιουγκοσλαβικής συμφωνίας για τη μετανάστευση δημιούργησε αρχικά καλό κλίμα μεταξύ των δύο χωρών, σύντομα όμως η κατάσταση επιδεινώθηκε με την υπογραφή του  πρωτοκόλλου Πολίτη-Καλφώφ στις 29 Σεπτεμβρίου 1924, με το οποίο η ελληνική πλευρά αναγνώρισε τους σλαβόφωνους κατοίκους της ελληνικής Μακεδονίας ως βουλγαρική μειονότητα. Το Βελιγράδι αντέδρασε άμεσα και έντονα, διότι θεωρούσε ότι οι σλαβόφωνοι ήταν σερβικής και όχι βουλγαρικής καταγωγής. Ο γιουγκοσλάβος πρέσβης στην Αθήνα επέδωσε στο ελληνικό υπουργείο εξωτερικών την καταγγελία της συνθήκης συμμαχίας του 1913 προβάλλοντας ως λόγους το θέμα των  υπηκοοτήτων που δεν είχε λυθεί μετά τις προσπάθειες πέντε ετών, τα δικαιώματα στη σιδηροδρομική γραμμή και στο λιμάνι που παρέμεναν εκκρεμή και το ζήτημα της Ι. Μ. Χιλανδαρίου, της οποίας κτήματα επρόκειτο να εκποιηθούν από τις ελληνικές αρχές μαζί με κτήματα άλλων μονών.

Μετά από κάποιο διάστημα ανταλλαγής επιχειρημάτων οι τόνοι άρχισαν να πέφτουν και τα υπουργεία εξωτερικών των δύο χωρών εξέδωσαν παρεμφερή ανακοινωθέντα, όπου εκφραζόταν η ετοιμότητα για επανέναρξη συνομιλιών και τονιζόταν ότι οι σχέσεις των δύο χωρών παρέμεναν φιλικές. Όμως ο πρέσβης στο Βελιγράδι Μιχαήλ Τσαμαδός κατέγραψε το ανθελληνικό κλίμα στη Σερβία και τόνισε ότι οι Σέρβοι γνώριζαν ότι άδικα ζητούσαν την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, όμως επέμεναν, διότι αυτά θα τους εξασφάλιζαν μία  προνομιούχο θέση στη Μακεδονία για την ικανοποίηση των βλέψεών τους στο ζήτημα της Θεσσαλονίκης, ενώ ιδιαίτερα υπογράμμισε ότι η άποψη των Ελλήνων ότι οι Σέρβοι ήταν φίλοι τους ήταν εσφαλμένη, καθώς ο γιουγκοσλαβικός τύπος έβριθε  από ανθελληνική αρθρογραφία.

Νικόλαος Πολίτης

Στο ζήτημα της μετανάστευσης των σλαβοφώνων της Μακεδονίας η Αθήνα επέδειξε μεγάλη ανεκτικότητα έναντι των Γιουγκοσλάβων. Ακόμη πριν την καταγγελία της συνθήκης συμμαχίας το Βελιγράδι είχε αποστείλει στη Θεσσαλονίκη ειδική επιτροπή μετανάστευσης, αποτελούμενη από τον Επιθεωρητή του υπουργείου εσωτερικών, Ιβάνοβιτς, τον επιθεωρητή Αγροτικών Μεταρρυθμίσεων, Μαγκόβτσεβιτς και τον αστυνόμο από τη Γευγελή, Ρίστο Χατζηκοΐτσεβιτς, βάσει της προαναφερομένης συμφωνίας που είχε επιτευχθεί μεταξύ των δύο χωρών, ύστερα από μυστικές διαπραγματεύσεις, η οποία δεν είχε επίσημο χαρακτήρα, για να διευκολύνει τη μετανάστευση όσων σλαβοφώνων επιθυμούσαν να μεταβούν στη Γιουγκοσλαβία και όχι στη Βουλγαρία. Παράλληλα, η Γενική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης είχε ζητήσει με έγγραφο της προς τις τοπικές αρχές της Γουμένισσας, των Γιαννιτσών και του Κιλκίς τη διευκόλυνση του έργου της επιτροπής.  Όμως τα μέλη της δεν σεβάστηκαν καθόλου τον ανεπίσημο χαρακτήρα της αποστολής τους και προπαγάνδιζαν δημόσια τη μετανάστευση στη Γιουγκοσλαβία προκαλώντας τις ελληνικές αρχές. Ιδιαίτερη δραστηριότητα επέδειξε ο Χατζηκοΐτσεβιτς, ο οποίος περιόδευε στην κεντρική Μακεδονία παρά τις συστάσεις των ελληνικών αρχών προς το γενικό προξενείο της Γιουγκοσλαβίας στη Θεσσαλονίκη. Όμως τα αρμόδια υπουργεία συνέστησαν να μη ληφθούν μέτρα κατά του Χατζηκοΐτσεβιτς και απλώς να παρακολουθούνται διακριτικά οι κινήσεις των μελών της επιτροπής.

Στις διπλωματικές επαφές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των δύο χωρών η Αθήνα μετέβαλε τις θέσεις της και αποδέχθηκε αρκετά από τα αιτήματα του Βελιγραδίου και στις 18 Φεβρουαρίου 1925, το ελληνικό υπουργείο Συγκοινωνιών ανακοίνωσε ότι συμφωνούσε με την παραχώρηση από την Εταιρεία Λιμένος της ΣΕΖ στους Σέρβους, με τους ακόλουθους όρους:

α΄) Ποσοστό 60% των κερδών, που προβλέπεται στο άρθρο 5 της σύμβασης της 21ης Δεκεμβρίου 1914, δεν θα καταβαλλόταν στην Ελλάδα,

β΄) όλα τα λιμενικά δικαιώματα αποθήκευσης κ.τ.λ. θα διαβιβάζονταν στη σερβική κυβέρνηση,

γ΄) η Ελλάδα διατηρούσε το δικαίωμα εξαγοράς του λιμένος ή τμήματος αυτού και η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να αποδώσει το αναλογούν σε αυτή τμήμα,

δ΄) η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να συμμετέχει στα έξοδα συντήρησης του λιμένα κατόπιν συνεννοήσεως και

ε΄) η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση δεν μπορούσε να ελαττώσει τα λιμενικά δικαιώματα, σε σχέση με τα τότε ισχύοντα, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την ελληνική.

Τρεις ημέρες αργότερα έφτασε στην Αθήνα πολυμελής επιτροπή Σέρβων επιχειρηματιών και οικονομολόγων προκειμένου να διαπραγματευτεί τη σύναψη εμπορικής συνθήκης μεταξύ των δύο χωρών. Τότε διαπιστώθηκε ότι η Γιουγκοσλαβία αξίωνε την κατασκευή διπλής σιδηροδρομικής γραμμής Γευγελής – Θεσσαλονίκης όπως και επιπλέον προνόμια στο λιμάνι. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα υπογράφηκε στις 5 Μαρτίου 1925 το πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής της ΣΕΖ από τον Γενικό Διοικητή Θεσσαλονίκης Ιωάννη Κανναβό και τον διευθυντή του τμήματος Τιμών της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων του γιουγκοσλαβικού υπουργείου εξωτερικών Σάβα Μπόζιτς, παρουσία του Γιουγκοσλάβου γενικού προξένου, Ίβαν Γκερασίμοβιτς

Τον Απρίλιο του 1925 ξεκίνησε στο Βελιγράδι νέα φάση διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ελλάδας και του Βασιλείου Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Επικεφαλής των δύο αντιπροσωπειών ήταν οι διπλωμάτες Δημήτριος Κακλαμάνος και ο Ματία Μπόσκοβιτς. Σύντομα η γιουγκοσλαβική πλευρά έθεσε επιτακτικά πολλά ζητήματα. Η  σκληρή στάση του Βελιγραδίου οφειλόταν, σύμφωνα με εξομολόγηση του πρέσβη Πάντα Γκαβρίλοβιτς στους Έλληνες συνομιλητές του, στην πίεση που ασκούσε η Ιταλία στον Γιουγκοσλάβο υπουργό εξωτερικών Νίντσιτς, ο οποίος με τη σειρά τους έδωσε εντολή στην επιτροπή να θέσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τις ανώτατες δυνατόν αξιώσεις. Η παρελκυστική τακτική του Νίντσιτς προκάλεσε την δυσφορία ακόμη και μελών της γιουγκοσλαβικής διαπραγματευτικής ομάδας και τελικά οι διαπραγματεύσεις έληξαν άκαρπες.

Θεόδωρος Πάγκαλος

Με την ανάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα από τον Πάγκαλο υπήρξε αντιστροφή του κλίματος και προσέγγιση μεταξύ των δύο πλευρών που  οδήγησε σε υπογραφή, στις 17 Αυγούστου 1926, Σύμβασης Φιλίας  και Συνεννόησης μεταξύ της Ελλάδας και του Βασιλείου Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Ουσιαστικά επρόκειτο για τέσσερις συμφωνίες, γνωστές και ως «παγκαλικές συμφωνίες», που παρείχαν μεγάλες διευκολύνσεις στη Γιουγκοσλαβία. Βάσει των συμφωνιών η ΣΕΖ επεκτεινόταν σημαντικά και ουσιαστικά αποτελούσε γιουγκοσλαβικό έδαφος. Αποκτούσε τόσα προνόμια, ώστε μπορούσε να ανταγωνισθεί το ελληνικό τμήμα του λιμανιού, καθώς θα διέθετε αυτάρκεια και αυτονομία και τα πλοία θα μπορούσαν να εισέρχονται σ’ αυτήν χωρίς να απαιτείται θεώρηση των ελληνικών αρχών. Επιπλέον, η μετάβαση των υπό γιουγκοσλαβική σημαία πλοίων από τη ΣΕΖ σε άλλο λιμάνι της Ελλάδας δεν θα θεωρούταν ακτοπλοΐα, με προφανή κίνδυνο της καταστροφής της ελληνικής ναυτιλίας, ιδίως αν και άλλες χώρες επικαλούνταν τη ρήτρα του μάλλον ευνοουμένου κράτους για να αποκτήσουν και αυτές δικαίωμα ακτοπλοΐας. Επίσης, παραχωρούταν το δικαίωμα διεξαγωγής μέσω της ΣΕΖ του διεθνούς διαμετακομιστικού εμπορίου της Γιουγκοσλαβίας, με ταυτόχρονη υποχρέωση της Ελλάδας να προσχωρήσει σε οποιαδήποτε σχετική συμφωνία της Γιουγκοσλαβίας με τρίτη χώρα.

Σημαντική ήταν η ρύθμιση για τη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης- Γευγελής, η οποία περνούσε σε μερικό γιουγκοσλαβικό έλεγχο, με Γάλλο διαιτητή και με υποχρέωση εναρμόνισης των κανονισμών που διέπαν τη λειτουργία της με τους αντίστοιχους γιουγκοσλαβικούς. Το προσωπικό της γραμμής υποχρεωνόταν να oμιλεί, πλέον, και τη σερβοκροατική γλώσσα. Έτσι η γραμμή ουσιαστικά περνούσε στα χέρια των Γιουγκοσλάβων και αποτελούσε τμήμα των Γιουγκοσλαβικών Σιδηροδρόμων.

Η υπογραφή των λεγόμενων «παγκαλικών συμφωνιών» προκάλεσε μεγάλη αντίδραση στην πολιτική ζωή της Ελλάδας και συνέβαλε στην ανατροπή της κυβέρνησης, που οδήγησε στη ακύρωση τους παμψηφεί από το ελληνικό κοινοβούλιο στις 25 Αυγούστου 1927. Στο μεταξύ είχε αναπτυχθεί έντονη διπλωματική δραστηριότητα μεταξύ Αθήνας και Βελιγραδίου με αντικείμενο τις εν λόγω συμφωνίες. Η ελληνική πλευρά προσπαθούσε με εύσχημο τρόπο να τις ακυρώσει, χωρίς να προκαλέσει την αντίδραση της γιουγκοσλαβικής, η οποία επέμενε σταθερά στην επικύρωση τους. Όμως η Ελλάδα είχε, πλέον, τη δυνατότητα να είναι πιο σθεναρή στην υπεράσπιση των συμφερόντων  της, καθόσον είχε ήδη αρχίσει να εξέρχεται από την απομόνωση της και να προσεγγίζει την Ιταλία. Από την άλλη η Γιουγκοσλαβία, αν και μέλος της Μικρής Αντάντ, μπροστά στην επιθετική βαλκανική πολιτική των Ιταλών, που είχαν προσεγγίσει και την Αλβανία, εμφανίστηκε περισσότερο διαλλακτική.

Όμως ο γιουγκοσλαβικός τύπος καθ’ όλη αυτήν την περίοδο ήταν σταθερά επικριτικός έναντι της Ελλάδας και μόνο περιστασιακά δημοσίευε άρθρα που προωθούσαν την καλή γειτονία. Στα πλαίσια αυτά και ενόσω διαρκούσαν οι συνομιλίες για την ακύρωση ή μη των «παγκαλικών συμφωνιών», η εφημερίδα Βρέμε του Βελιγραδίου, η οποία απηχούσε τις απόψεις του γιουγκοσλαβικού υπουργείου εξωτερικών, έγραψε ότι ξεκινούσαν εμπορικές διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα και ότι γιουγκοσλαβική αντιπροσωπεία θα αναχωρούσε για την Αθήνα με πρόεδρο τον τμηματάρχη Εμπορικών Συνθηκών στο γιουγκοσλαβικό υπουργείο εξωτερικών, Σάβα Κούτσιτς.

Ο Κούτσιτς όταν έφτασε στην Ελλάδα και είδε την κατάσταση εκ του σύνεγγυς διαφοροποιήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα από την επίσημη γιουγκοσλαβική θέση, η οποία επέμενε στην απαρέγκλιτη τήρηση των συμφωνιών και προσδοκούσε, με βάση λανθασμένες πληροφορίες που είχε, επάνοδο του Πάγκαλου στην εξουσία, πράγμα που θα εγγυόταν τη συνέχιση της ισχύος τους. Ο Κούτσιτς με αναφορά του προς τον τότε Γιουγκοσλάβο υπουργό εξωτερικών Βόισλαβ Μαρίνκοβιτς εξήγησε την όλη κατάσταση και τόνισε ότι από την αρχή ο νεοτοποθετηθείς πρέσβης στην Αθήνα,  Τίχομιρ Πόποβιτς, ήταν εναντίον της έναρξης συνομιλιών με την Ελλάδα για εμπορική σύμβαση.  Εκείνο όμως που υπερτόνισε ήταν ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε στο όνομα οποιασδήποτε φιλίας να θυσιάζεται η οικονομική ανεξαρτησία μιας χώρας ή να εκτίθενται σε κίνδυνο τα οικονομικά της συμφέροντα. Έπρεπε πάντα να υπερασπίζεται η ανεξαρτησία και να εξασφαλίζεται η οικονομική ανάπτυξη, άρα υπήρχε ένα όριο που δεν έπρεπε να ξεπερνιέται, ούτε ακόμη και από τις απαιτήσεις πολιτικών αναγκών και συμφερόντων της στιγμής. Έτσι εξηγούταν γιατί ήταν δύσκολες οι διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα.

Διευκρίνιζε ότι μόνο συμφωνίες που βασίζονταν σε ισότητα και ικανοποίηση των διμερών συμφερόντων μπορούσαν να έχουν διάρκεια. Μια πολιτική κλειστών θυρών που ζητά από τους άλλους να τις έχουν ανοιχτές ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Και ο Κούτσιτς συνέχιζε, όσον αφορά τις συμβάσεις των Αθηνών («παγκαλικών»), θεωρώντας, ότι το κύριο σφάλμα ήταν γιουγκοσλαβικό, διότι είχαν ζητηθεί και είχαν συμφωνηθεί μη αναγκαία πράγματα, τα οποία προκάλεσαν την ευαισθησία των Ελλήνων και έτσι δημιουργήθηκε διαμάχη, την οποία δεν χρειαζόταν η Γιουγκοσλαβία, ούτε από πολιτικής, ούτε από οικονομικής απόψεως.

Η συμφωνία του 1923 κάλυπτε τις ανάγκες της Γιουγκοσλαβίας. Ποιο θα ήταν το όφελος αν οι Έλληνες παραχωρούσαν ολοένα και περισσότερα στη ΣΕΖ και το Βελιγράδι θα έπρεπε να ξοδεύει εκατοντάδες εκατομμυρίων για έργα υποδομής; Η εμμονή στις συμβάσεις των Αθηνών δεν έφερνε τίποτα άλλο παρά ζημία στη γιουγκοσλαβική πλευρά. Προσέβαλλαν την άλλη πλευρά και στην πράξη δεν απέφεραν τίποτα. Πολιτική σοφία θα ήταν με την πρώτη διαμαρτυρία να εξετάζονταν ποιες διατάξεις προσέβαλλαν τα συμφέροντα και την αξιοπρέπεια της Ελλάδας και να τεθούν ισότιμα οι βάσεις για το αμοιβαίο συμφέρον. Λόγω της συμπεριφοράς της Γιουγκοσλαβίας, η Ελλάδα μπορούσε να στραφεί σε κάποια ξένη δύναμη και μετά να υπάρξει κάποια δύναμη στο έδαφός της που θα εγγυόταν την ακεραιότητά της, όπως έκανε πλέον η Ιταλία στην Αλβανία, πράγμα που θα έβλαπτε άμεσα τη Γιουγκοσλαβία. Τέλος, ο Κούτσιτς πρότεινε να γίνουν δεκτές οι θέσεις της Ελλάδας για τα τιμολόγια των σιδηροδρόμων και να διεξαχθούν συνομιλίες για το διασυνοριακό εμπόριο.

Οι επαφές μεταξύ των δύο πλευρών συνεχίζονταν με το Βελιγράδι να προσπαθεί να πετύχει όσο το δυνατόν περισσότερα κέρδη από την ελληνική πλευρά και με τον γιουγκοσλαβικό Τύπο να τονίζει το δίκαιο των αιτημάτων του. Από το γενικό κλίμα διαφοροποιήθηκε πάλι ο Κούτσιτς που σε άλλη αναφορά του έγραφε ότι η κατάθεση των συμφωνιών στην ελληνική Βουλή και η απόρριψή τους είναι το λιγότερο, διότι τώρα η Ελλάδα μπορούσε να πέσει στην αγκαλιά μιας ξένης δύναμης και η Ιταλία ήδη το εκμεταλλεύτηκε πολύ καλά και την προσέγγισε. Δεν έπρεπε η Γιουγκοσλαβία να εκμεταλλεύεται τις άλλες χώρες και να τις επιβάλλει δύσκολες υποχρεώσεις. Έτσι, οι συμφωνίες δεν ήταν δίκαιες και δεν μπορούσαν να έχουν καλά αποτελέσματα, αντίθετα, μπορούσαν να προκαλέσουν αντιδράσεις καθιστώντας τα συμφωνηθέντα αμφίβολα ή χωρίς αξία. Τέτοια ήταν και η περίπτωση της Ελλάδας. Η πολιτική «Τα Βαλκάνια στους Βαλκάνιους», την οποία είχε εκφράσει ο Μιχαλακόπουλος και η διευθέτηση των διαβαλκανικών σχέσεων έπρεπε να λαμβάνονται υπ’ όψιν από την γιουγκοσλαβική πολιτική. Αυτό όμως δεν έγινε και ζητήθηκαν υποχρεώσεις από την άλλη πλευρά, άχρηστες για τη Γιουγκοσλαβία, οδήγησαν όμως τους Έλληνες στους εχθρούς της Γιουγκοσλαβίας, με αποτέλεσμα η πολιτική «Τα Βαλκάνια στους Βαλκάνιους» να υποστεί πλήγμα. Ήδη η ιταλική Κοριέρε ντε λα Σέρα χαρακτήριζε αυτήν την πολιτική ηλίθια.

Και ο Κούτσιτς ρωτούσε «τι χρειαζόταν στους Γιουγκοσλάβους το καμποτάζ στις ελληνικές ακτές; Τι χρειαζόταν το ξένο διαμετακομιστικό εμπόριο μέσω Θεσσαλονίκης; Τι χρειάζονταν οι ξένοι επίτροποι για τις διαφορές με τους Έλληνες»; Η σύμβαση του 1923 έδινε αυτό που χρειαζόταν το σερβικό εμπόριο. Οι συμβάσεις των Αθηνών έβλαπταν τα συμφέροντα των Ελλήνων και την κρατική και εθνική αξιοπρέπειά τους και έπρεπε η Γιουγκοσλαβία να αποποιηθεί τέτοιων ρυθμίσεων και να επιζητήσει τα αμοιβαία συμφέροντα. Ο ίδιος δήλωνε ότι αισθανόταν απογοητευμένος με τη στάση του πρέσβη Πόποβιτς που πίστευε στις φήμες για ανατροπή της ελληνικής κυβέρνησης και επαναφορά του Πάγκαλου στην εξουσία, ο οποίος θα επικύρωνε τις συμβάσεις που είχε υπογράψει. Και να γινόταν αυτό δε θα υπήρχε όφελος, διότι μια άλλη κυβέρνηση θα μπορούσε να θέσει εκατοντάδες εμπόδια και έτσι μελλοντικά θα υπέφερε το σερβικό εμπόριο. Αυτή η πολιτική είχε οδηγήσει σε πιθανό σύμφωνο Ελλάδας-Ιταλίας και στην επικείμενη απόρριψη των συμβάσεων. Αυτά τα δύο θα ήταν επιτυχία της ελληνικής κυβέρνησης και ταπείνωση της γιουγκοσλαβικής, γι’ αυτό και έπρεπε να επιζητηθεί η ελαχιστοποίηση των αρνητικών αποτελεσμάτων της απόρριψης και η σωτηρία των μελλοντικών ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων.

Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί τί ήταν εκείνο που ώθησε τον Κούτσιτς να διαφοροποιηθεί από την επίσημη γιουγκοσλαβική πολιτική, την οποία υπηρετούσε. Ενώ σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος της Γιουγκοσλαβίας και ο γιουγκοσλαβικός τύπος στήριζαν τις αξιώσεις του Βελιγραδίου, αυτός μόνος του στάθηκε κριτικά απέναντι στην κυβέρνησή του και επιχειρηματολόγησε στηρίζοντας, ουσιαστικά, τις ελληνικές θέσεις. Έθεσε ερωτήματα για τα θέματα που προωθούσε το Βελιγράδι, τονίζοντας ότι κάτι αντίστοιχο δεν θα γινόταν αποδεκτό ούτε από τη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση, αν κάποια άλλη χώρα τα ζητούσε από το Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Από τα παραπάνω εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα, ότι εφόσον οι αρμόδιοι πολιτικοί άνδρες της Γιουγκοσλαβίας αναγνώριζαν είτε επίσημα είτε ανεπίσημα ότι η υπάρχουσα μέχρι τότε συμφωνία κάλυπτε τις οικονομικές ανάγκες της χώρας τους η εμμονή του Βελιγραδίου στο να πετύχει και άλλες παραχωρήσεις αποσκοπούσε καθαρά σε πολιτικούς σκοπούς σε βάρος της Ελλάδας.

Σύντομα, στις 2 Νοεμβρίου 1927, υπογράφηκε από τους Μιχαλακόπουλο και Ξυδάκη από ελληνικής πλευράς και από τους Πόποβιτς και Κούτσιτς από γιουγκοσλαβικής, συνθήκη εμπορίου και ναυσιπλοΐας, ολοκληρώνοντας την αποστολή του τελευταίου. Η συνθήκη ήταν διάρκειας ενός έτους με δικαίωμα σιωπηρής ανανέωσης. Η ισχύς της έπαυε με τη συμπλήρωση τριών μηνών από ενδεχόμενη καταγγελία από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Επίσης, επισυνάφθηκαν πίνακες με οικεία προϊόντα με εκατέρωθεν δασμολογικές εκπτώσεις. Το σχέδιο της συμφωνίας εγκρίθηκε από τα κοινοβούλια των δύο χωρών το επόμενο έτος. Στο Βελιγράδι υπεγράφη από τον βασιλιά Αλέξανδρο στις 28 Ιουλίου 1928 και υποβλήθηκε δύο ημέρες αργότερα στη Σκούψτινα (γιουγκοσλαβική βουλή) οπότε και κυρώθηκε. Στο μεταξύ η ελληνική βουλή είχε ήδη εγκρίνει τη συμφωνία την 21η Ιουνίου που επικυρώθηκε την ίδια ημέρα στην Ύδρα από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Κουντουριώτη.

Οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της συνθήκης εμπορίου και ναυσιπλοΐας είχαν κρατηθεί μυστικές, ωστόσο στις 3 Νοεμβρίου 1927 η εφημερίδα Πολίτικα του Βελιγραδίου δημοσίευσε άρθρο, στο οποίο έγραφε ότι πληροφορίες από ελληνικούς πολιτικούς κύκλους στην Αθήνα έκαναν λόγο για διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο χωρών. Η είδηση προκάλεσε έκπληξη στους διπλωματικούς κύκλους του Βελιγραδίου, διότι δεν υπήρχαν εξακριβωμένες πληροφορίες, ενώ ο τύπος δεν προέβαινε σε κανένα σχόλιο, καθόσον εξακολουθούσε να υπάρχει δυσπιστία για τις καλές προθέσεις της Ελλάδας.

Είναι άγνωστο γιατί τηρήθηκε μυστικότητα στις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της συνθήκης, η οποία δεν είναι ίσης σπουδαιότητας με τις άλλες συνθήκες που διαπραγματεύονταν οι δύο χώρες. Ίσως γι’ αυτήν την έλλειψη σπουδαιότητας να  μη δόθηκε η απαραίτητη σημασία. Από την άλλη πλευρά, το ίδιο διάστημα διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μεταξύ του Βασιλείου Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων και της Γαλλίας για υπογραφή συνθήκης, η οποία τελικά υπεγράφη στις 11 Νοεμβρίου του 1927 και όπως ήταν φυσικό συγκέντρωσε την προσοχή της κοινής γνώμης και του Τύπου.

Η κατάσταση που είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει, μετεβλήθη πιο έντονα μετά τις εκλογές του 1928, τις οποίες κέρδισε ο Βενιζέλος και επανέκαμψε στην εξουσία. Οι συνθήκες είχαν ωριμάσει, τα δεδομένα και οι ισορροπίες είχαν αλλάξει, η αυτοπεποίθηση είχε αρχίσει να επανέρχεται στην Ελλάδα, καθώς έβλεπε να εντάσσεται πάλι σταδιακά στο βαλκανικό και ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και η εξωτερική της πολιτική έγινε πιο πολύπλευρη.  Η τάση αυτή συνεχίστηκε και στις αρχές τις επόμενης δεκαετίας με επιστέγασμα το Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934 που συνυπέγραψε με τη Γιουγκοσλαβία και την Τουρκία και έτσι το ελληνικό κράτος από την παντελή απομόνωση του μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή επανήλθε στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή και στην κανονικότητα.

 

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,641ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
17,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα