Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟ 1912 ΩΣ ΤΟ 1990

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

του Απόστολου Τσομπάνη-Νότιου

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ (1912-
1913) ΩΣ ΤΟ 1990

Ο 20ος αιώνας ήταν μία περίοδος εδαφικών και πολιτικών αναπροσαρμογών, όχι μόνο για την Ευρώπη αλλά και για τα Βαλκάνια. Ξεκίνησε με δύο μεγάλες Αυτοκρατορίες (Οθωμανική, Αυστροουγγρική) σε παρακμή και τελείωσε με τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο και τη δημιουργία νέων κρατών. Κατά τη διάρκεια του αιώνα αυτού, ενσαρκώθηκαν αλλά και διαψεύστηκαν προσδοκίες εθνών – κρατών (όπως το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας).

Το άρθρο αυτό έχει ως σκοπό να εξετάσει, να παρουσιάσει και να αναδείξει όλες τις εδαφικές μεταβολές που συντελέστηκαν στην περιοχή των Βαλκανίων από τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο μέχρι και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η περιοχή των Βαλκανίων υπήρξε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα. Συνέπεια αυτού, υπήρξαν τέσσερις αναδιανομές εδαφών, μία μετά το τέλος κάθε πολέμου.[1]

Η πρώτη αναδιανομή εδαφών στην περιοχή των Βαλκανίων συντελέστηκε μετά το τέλος του Α’ Βαλκανικού Πολέμου και η τελευταία μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στην ανατολή του 20ου αιώνα, το μεγαλύτερο τμήμα των Βαλκανίων αποτελούσε τμήμα της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα εδαφικά όρια της Ελλάδας έφταναν στη Θεσσαλία και σε τμήμα της Ηπείρου.[2] [3]

Η Βουλγαρία, μετά το Συνέδριο του Βερολίνου (1878), περιελάμβανε τα εδάφη βόρεια του Αίμου, ενώ νότια αυτού ιδρύθηκε η αυτόνομη επαρχία της Ανατολικής Ρωμυλίας με βόρειο σύνορο της τον Αίμο και νότιο την οροσειρά της Ροδόπης. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1885 τμήμα του βουλγαρικού στρατού κατέλαβε την Ανατολική Ρωμυλία και την προσάρτησε στο βασίλειο της Βουλγαρίας.[4]

Το 1908 εκδηλώθηκε η Επανάσταση των Νεότουρκων. Πρόκειτο, ουσιαστικά, για μία κίνηση αποτελούμενη, κυρίως, από μουσουλμάνους Οθωμανούς. Κύρια αιτήματα τους ήταν η επαναφορά του Συντάγματος που είχε καταργήσει ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β’, η απομάκρυνση του Σουλτάνου από τον θρόνο και η ισονομία μεταξύ των διάφορων εθνοτήτων της Αυτοκρατορίας. Πράγματι, ο Αμπντούλ Χαμίτ Β’ έφυγε από τον θρόνο και τον διαδέχτηκε ο Μεχμέτ Ε’.[5] Παρά την επικράτηση της Επανάστασης των Νεότουρκων, δεν πραγματοποιήθηκαν οι προγραμματικές δεσμεύσεις, ειδικότερα τα τμήματα που αφορούσαν στους μη μουσουλμάνους υπηκόους της Αυτοκρατορίας.

Τα Βαλκάνια πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους (http://www.bc.edu/bc org/avp/cas/his/CoreArt/maps/balkan maps.html , 14/10/2015)

Στις 12 Μαρτίου 1912 υπογράφτηκε η Συνθήκη Φιλίας και Συμμαχίας μεταξύ της Σερβίας και της Βουλγαρίας και δύο μήνες αργότερα, στις 29 Μαΐου του ίδιου έτους, η Ελλάδα εντάχθηκε στη Βαλκανική Συμμαχία υπογράφοντας αντίστοιχη συμφωνία με τηΒουλγαρία.[6] Τελευταίο προσχώρησε στη Συμμαχία το Μαυροβούνιο. Παρόλα αυτά, στο κείμενο της Συνθήκης δεν υπήρξε καμία αναφορά στην διανομή των εδαφών μετά τον πόλεμο,[7] κάτι που οδήγησε στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο.

Στις 6 Οκτωβρίου 1912, οι πρέσβεις της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας, με τελεσίγραφο που επέδωσαν στην Υψηλή Πύλη, αξίωσαν από τον Σουλτάνο να προβεί σε μεταρρυθμίσεις στις ευρωπαϊκές κτήσεις της Αυτοκρατορίας. Η Υψηλή Πύλη απέρριψε το τελεσίγραφο ως απαράδεκτο. Αυτό σήμανε και την αρχή των πολεμικών επιχειρήσεων.

Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, οι στρατοί των τεσσάρων σύμμαχων κρατών (Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο, Βουλγαρία) κατέλαβαν σχεδόν το σύνολο των ευρωπαϊκων εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Ελλάδα κατέλαβε την Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, την Ήπειρο και τα νησιά του Αιγαίου (εκτός από τα Δωδεκάνησα). Η Βουλγαρία κατέλαβε την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Η Σερβία κατέλαβε το Κόσσοβο και την Άνω Μακεδονία (σημερινή ΠΓΔΜ), ενώ τα εδαφικά κέρδη του Μαυροβουνίου ήταν μικρά.

Back to top Συνθήκη του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913) έβαλε τέλος στον Α` Βαλκανικό πόλεμο..

Μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, συγκλήθηκε στο Λονδίνο Διεθνής Διάσκεψη με τη  συμμετοχή των αντίπαλων πλευρών και των Μεγάλων Δυνάμεων, που κατέληξε στην ομώνυμη Συνθήκη με την οποία τερματίστηκε και επίσημα ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (30.05.1913).

Σύμφωνα με τη Συνθήκη αυτή: α) εκχωρούνταν όλες οι κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δυτικά της γραμμής Αίνου – Μήδειας (με εξαίρεση την περιοχή της Αλβανίας) στους συμμάχους, β) ο Σουλτάνος παραιτούνταν από τα δικαιώματά του στην Κρήτη, γ) οι Μεγάλες Δυνάμεις, από κοινού με τα σύμμαχα κράτη, αναλάμβαναν να καθορίσουν τα εδαφικά όρια του νεοσύστατου κράτους της Αλβανίας, καθώς και το μέλλον των νησιών του Αιγαίου.

Επί της ουσίας, η Συνθήκη του Λονδίνου δεν επίλυσε το ζήτημα της διανομής των απολεσθέντων εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, η Σερβία και η Βουλγαρία συνελήφθησαν εξ απήνης λόγω προέλασης του Ελληνικού Στρατού στη Μακεδονία και την Ήπειρο, κάτι που εμπόδισε την εφαρμογή των διατάξεων της σερβοβουλγαρικής αμυντικής συμφωνίας του Μαρτίου του 1912. Ακόμη, άφηνε ανοιχτό το ζήτημα της διανομής της Μακεδονίας. [1]

Με βάση τα παραπάνω, τα σύμμαχα κράτη προσάρτησαν τα εδάφη που κατέλαβαν κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις. Η εξέλιξη αυτή, όπως ήταν φυσικό, δυσαρέστησε τη Σερβία[2] αλλά, κυρίως, τη Βουλγαρία που έβλεπε το όραμά της (της Μεγάλης Βουλγαρίας) να διαψεύδεται για μια ακόμα φορά.

Με τις παραπάνω εξελίξεις, η Βουλγαρία θεώρησε ότι ήταν η μεγάλη αδικημένη της Συνθήκης του Λονδίνου και έπρεπε να καταλάβει και να προσαρτήσει τα εδάφη που της είχαν στερήσει οι έως τότε σύμμαχοί της (Ελλάδα, Σερβία). Στο μεταξύ, υπογράφτηκε αμυντικό σύμφωνο μεταξύ της Ελλάδας και της Σερβίας στις 1 Ιουνίου 1913. Μεταξύ των όρων της συνθήκης περιλαμβανόταν η αλληλέγγυα υποστήριξη των δύο κρατών για να έχουν κοινά σύνορα με τη Βουλγαρία και η απαγόρευση σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος να προχωρήσει σε ιδιαίτερες συνομιλίες με τη Βουλγαρία.

Στις 29 Ιουνίου 1913, ο βουλγαρικός στρατός εξαπέλυσε επίθεση εναντίον των ελληνικών δυνάμεων στην περιοχή της Νιγρίτας και του Παγγαίου και των σερβικών στη Μπρεγκάλνιτσα και στη Γευγελή. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, μόλις ένα μήνα, η Βουλγαρία έχασε τον πόλεμο και συγκλήθηκε διάσκεψη ειρήνης στο Βουκουρέστι.

Η Διάσκεψη του Βουκουρεστίου, 30 Ιουλίου 1913, και το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων

Η διάσκεψη στο Βουκουρέστι κατέληξε στην υπογραφή της ομώνυμης συνθήκης ειρήνης (30.07.1913). Σύμφωνα με αυτή τη Συνθήκη: α) παραχωρήθηκε η Ανατολική Μακεδονία στην Ελλάδα. Η Βουλγαρία διατήρησε τη Δυτική Θράκη, καθώς και την περιοχή Στρώμνιτσα-Πετρίτσι και Άνω Τζουμαγιά-Ράζλογκ, β) η Νότια Δοβρουτσά παραχωρήθηκε στη Ρουμανία, γ) το Μαυροβούνιο προσάρτησε τμήμα του Κοσσυφοπεδίου και του Νόβι Παζάρ. Επίσης, στις 29 Ιουλίου 1913 αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος η Αλβανία.[3]

Δύο μήνες μετά, υπογράφτηκε η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα με αυτή: α) η Βουλγαρία παραχωρούσε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την Ανατολική Θράκη, εκτός των πόλεων Σβίλεγκραντ, Ιβαήλοφγκραντ και Μάλκο Τύρνοβο, β) οι Μεγάλες Δυνάμεις εκχωρούσαν στην ελλάδα την κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου, εκτός των νησιών Ίμβρος, Τένεδος και Καστελόριζο.[4]

Τα Βαλκάνια μετά το τέλος του Β’ Βαλκανικού Πολέμου (http://www.bc.edu/bc org/avp/cas/his/CoreArt/maps/balkan

 Ο Α! ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914, τα Βαλκάνια χωρίστηκαν στα δύο στρατόπεδα, την Αντάντ και τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες. Η Ελλάδα, η Ρουμανία και η Σερβία εντάχθηκαν στην Αντάντ, ενώ η Βουλγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία στις Κεντρικές Αυτοκρατορίες.

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στις 11 Νοεμβρίου 1918, τα δύο αντιμαχόμενα μέρη ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για την υπογραφή συνθηκών ειρήνης. Παράλληλα, συστήθηκε ένα νέο κράτος στην περιοχή των Βαλκανίων, το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων,[5] [6] [7] ενώ η Αλβανία ανέκτησε την εδαφική της υπόσταση.[8]

Με τη συνθήκη του Αγίου Γερμανού, τον Σεπτέμβριο του 1919, η Αυστρία αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Ουγγαρίας, του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας.[9] [10]

Με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919) η Βουλγαρία παραχώρησε όλες τις εδαφικές κτήσεις της κατά τους Βαλκανικούς Πολέμουςστο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβενών, την Ελλάδα και τη Ρουμανία, ενώ της επιδικάστηκε η πληρωμή πολεμικών αποζημιώσεων στα γειτονικά της κράτη ύψους 2,250 δισεκατομμυριών χρυσών φράγκων.

Με τη Συνθήκη των Σεβρών, η Οθωμανική Αυτοκρατορία προβλεπόταν να παραχωρήσει στην Ελλάδα την Ανατολική Θράκη μέχρι τη γραμμή της Τσατάλτζας και τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο. Η περιοχή της Σμύρνης θα τελούσε υπό ελληνική διοίκηση για πέντε χρόνια και οι κάτοικοι της θα αποφάσιζαν μέσω δημοψηφίσματος την ένωση με την Ελλάδα ή την ίδρυση νέου κράτους. Όμως, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Αύγουστο του 1922, η κατάσταση άλλαξε.

Με τη Συνθήκη της Λωζάνης, τον Ιούλιο του 1923, παραχωρήθηκε στην Τουρκία η Ανατολική Θράκη, τα νησιά Ίμβρος και Τένεδο και η περιοχή της Σμύρνης. Χερσαίο σύνορο μεταξύ των δύο κρατών ορίστηκε ο ποταμός Έβρος. Επίσης, συμφωνήθηκε υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, με εξαίρεση τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και τους Μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης. Τέλος, αναγνωρίστηκε η παραμονή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη. [11]

Μετά την ολοκλήρωση των πολεμικών επιχειρήσεων και την εδαφική αναδιανομή που συντελέστηκε ως απόρροια των συνθηκών ειρήνης που υπογράφτηκαν ξεκίνησαν οι πρώτες ρεβανσιστικές τάσεις κρατών, όπως η Βουλγαρία, αλλά και αποσχιστικά κινήματα εθνοτικών ομάδων, όπως οι Κροάτες του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων.[12] [13]

Η Βουλγαρία, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καλούνταν να πληρώσει ένα μεγάλο για την εποχή ποσό ως πολεμική αποζημίωση. Μετά την ανατροπή του Σταμπολίσκυ από την ΕΜΕΟ, το 1923, η νέα κυβέρνηση ζήτησε ξεκάθαρα αναθεώρηση των συνθηκών ειρήνης του 1919. Η αξίωση αυτή βασίστηκε στο άρθρο 19 της Κοινωνίας των Εθνών, σύμφωνα με το οποίο:

Η Συνέλευση (της Κοινωνίας των Εθνών) μπορεί από καιρό σε καιρό να συμβουλεύσει την αναθεώρηση, από τα μέλη της Κοινωνίας, των συνθηκών που έχουν καταστεί ανεφάρμοστες και την εξέταση των διεθνών εξελίξεων, η συνέχιση των οποίων μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την παγκόσμια ειρήνη.[14]

Παράλληλα, η Βουλγαρία ακολούθησε μία πολιτική εξομάλυνσης των σχέσεων της με το γειτονικό Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων,[15] γεγονός που ερμηνεύθηκε από την ελληνική πλευρά ως από κοινού διεκδίκηση της Μακεδονίας και της Θράκης προκειμένου να επιλυθούν οριστικά τα μεταξύ τους εδαφικά ζητήματα. Προς αντιμετώπιση των αναθεωρητικών πολιτικών, αλλά και ως μία απόπειρα δημιουργίας μίας περιφερειακής συμμαχίας, η Γιουγκοσλαβία, η Ρουμανία και η Τσεχοσλοβακία ίδρυσαν, με τη στήριξη της Γαλλίας, την Μικρή Αντάντ.

ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1930

Διασκέψεις για την δημιουργία μιας “Ομοσπονδίας των Βαλκανικών Λαώ” στο μεσοπόλεμο. Η υπογραφή του τετραμερούς Βαλκανικού Συμφώνου το 1934.

Το 1930 εγκαινιάστηκε μία νέα προσπάθεια δημιουργίας περιφερειακής συμμαχίας σην περιοχή των Βαλκανίων, με την καθιέρωση των ετήσιων συνόδων της Βαλκανικής Διάσκεψης. Επρόκειτο, επί της ουσίας, για μία προσπάθεια βαλκανικής ομοσπονδίας των κρατών της περιοχής. Συμβαλλόμενα μέρη ήταν η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Γιουγκοσλαβία, η Ελλάδα, η Ρουμανία και η Τουρκία.[16] [17] [18] Την ίδια χρονιά, υπογράφτηκε μταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας το Σύμφωνο Φιλίας. Οι ετήσιες σύνοδοι αυτές ακολουθήθηκαν από την υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου το 1934, που υπογράφτηκε από την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία.[19]

Η υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου συνάντησε αντιδράσεις σε πολλά επίπεδα. Η Αλβανία[20] [21] και η Βουλγαρία αρνήθηκαν να υπογράψουν το Σύμφωνο, έχοντας υποστεί πιέσεις τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό. Επίσης, η Κοινωνία των Εθνών δεν αναγνώρισε, επί της ουσίας, τη νομική δεσμευτικότητα του Συμφώνου λόγω του γεγονότος ότι δε συμμετείχαν σε αυτό όλες οι χώρες των Βαλκανίων. Αντιδράσεις υπήρξαν και στην Ελλάδα, κυρίως από το Κόμμα των Φιλελυθέρων. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος θεωρούσε λάθος την ένταξη της Ελλάδας στο Βαλκανικό Σύμφωνο διότι δε θα πρόσφερε κάτι το ουσιώδες στη χώρα, παρά μόνο υποχρεώσεις. Επιπλέον, θεωρούσε ότι υπήρχε κίνδυνος να διαλυθεί η συμφωνία που είχε υπογραφεί με την Ιταλία κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του.[22] [23] Παρά την ψήφιση του Βαλκανικού Συμφώνου, η προσπάθεια δεν καρποφόρησε. Η άρνηση της Αλβανίας και της Βουλγαρίας να προσχωρήσουν στο Σύμφωνο, πιεζόμενες από την Ιταλία και τη Γερμανία αντίστοιχα, αποτέλεσε σημαντική τροχοπέδη που οδήγησε στην αναστολή του εγχειρήματος της ένωσης των βαλκανικών κρατών μέσω της δημιουργίας μίας ισχυρής περιφερειακής πολιτικής συμμαχίας στην περιοχή.

Ο Χιάλμαρ Σαχτ (Horace Greeley Hjalmar Schacht, 22 Ιανουαρίου 1877 – 3 Ιουνίου 1970) ήταν Γερμανός τραπεζίτης και ειδικός επί των οικονομικών

Η Γερμανία είχε αντιδράσει έντονα στην υπογραφή του Βαλκανικού Συμφώνου, καθώς επιχειρούσε να κηδεμονεύσει πολιτικά την περιοχή των Βαλκανίων διά της οικονομικής οδού. Για να το επιτύχει αυτό, δημιούργησε το Νέο Σχέδιο ή Σχέδιο Σαχτ. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε τη σύναψη εμπορικών σχέσεων με χώρες που δεν απαιτούσαν την πληρωμή τους σε συνάλλαγμα, αλλά αρκούνταν με πληρωμή σε είδος, γνωστή ως μέθοδος κλήριγκ. Μεσω του Σχεδίου Σαχτ υπογράφτηκαν συμφωνίες της Γερμανίας με την Ελλάδα[24] και με τις περισσότερες χώρες των Βαλκανίων, πλην της Βουλγαρίας. Σε συνδυασμό με ταξίδια υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Γ’ Ράιχ,[25] οι περισσότερες χώρες των Βαλκανίων εντάχθηκαν στη γερμανική σφαίρα επιρροής.

 

Ο Β! ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Η κήρυξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία ενταγμένες πλήρως στον Άξονα, την Αλβανία υπό ιταλική κατοχή, την Ελλάδα, τη Γιουγκοσλαβία και την Τουρκία υπό καθεστώς ουδετερότητας. Μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου 1940, η Ελλάδα εντάχθηκε στο στρατόπεδο των Συμμάχων. Η κατάληψή της από τον Άξονα ολοκληρώθηκε στη 1 Ιουνίου 1941, με την κατάκτηση της Κρήτης. Η Γιουγκοσλαβία, ενώ στην αρχή είχε υπογράψει συνθήκη προσχώρησης στον Άξονα, μετά από εκθρόνιση του βασιλιά Πέτρου Β’ απέσυρε την υπογραφή της. Ο Χίτλερ κήρυξε τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία και μετά από 12 ημέρες ο στρατός της χώρας παραδόθηκε. Συστήθηκε «ανεξάρτητο κράτος» της Κροατίας,[26] [27] ενώ το Κοσσυφοπέδιο ενώθηκε με την Αλβανία.

Μετά την ήττα του Άξονα Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής από τις καταληφθείσες χώρες των Βαλκανίων (Αλβανία, Γιουγκοσλαβία, Ελλάδα), συντελέστηκαν σημαντικές πολιτικές αλλαγές στις περισσότερες χώρες της περιοχής. Στην Αλβανία, την εξουσία κατέλαβε το Κομμουνιστικό Κόμμα Αλβανίας, με επικεφαλής τον Ενβέρ Χότζα, το οποίο είχε συγκροτήσει ένοπλες ομάδες εναντίων των κατοχικών δυνάμεων της χώρας. Στις πρώτες βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν στη χώρα μετά την απελευθέρωση της, το Κομμουνιστικό Κόμμα Αλβανίας έλαβε σχεδόν το 92% των ψήφων. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, επιβλήθηκε κομμουνιστικό καθεστώς στη χώρα.

Στη Βουλγαρία, στις 8 με 9 Σεπτεμβρίου 1944 εισήλθε ο σοβιετικός στρατός από τη Ρουμανία και ομάδα αξιωματικών του βουλγαρικού στρατού προχώρησαν στηνανατροπή της τότε φιλομοναρχικής κυβέρνησης και το σχηματισμό νέας, φιλικά προσκείμενης προς τη Σοβιετική Ένωση.[28] [29]

Στη Γιουγκοσλαβία, την εξουσία κατέλαβαν οι Παρτιζάνοι του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, με επικεφαλής τον Γιοζίπ Μπρος (Τίτο), επικουρούμενοι από δυνάμεις του σοβιετικού στρατού. Στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου 1945, το Λαϊκό Μέτωπο, πολιτική οργάνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος, έλαβε το 90% των ψήφων. Στην πρώτη συνεδρίαση της νέας βουλής καταργήθηκε η Μοναρχία και ανακηρύχθηκε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας.

Συμφωνία της Βάρκιζας. Φεβρουάριος 1945

Στην Ελλάδα, μετά την απελευθέρωση της χώρας από την τριπλή κατοχή επανήλθε η κυβέρνηση της Αιγύπτου με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Σύντομα, όμως, οι διαμάχες μεταξύ των υπουργών του ΕΑΜ με τους συναδέλφους τους από την εξόριστη κυβέρνηση οδήγησαν στην αποχώρηση των μελών του ΕΑΜ από την κυβέρνηση. Παρά την υπογραφή της [30] Συμφωνίας της Βάρκιζας (Φεβρουάριος 1945), δεν επήλθε ειρήνευση και η συνέχιση των ένοπλων συγκρούσεων οδήγησε στον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949). Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στις μάχες του Γράμμου και του Βίτσι (καλοκαίρι 1949), η Ελλάδα εντάχθηκε de facto στη σφαίρα επιρροής της Δύσης, ενσαρκώνοντας την απόφαση της Διάσκεψης της Γιάλτας (Φεβρουάριος 1945).[31]

Η Ρουμανία μπήκε στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης μετά την υπογραφή συνθήκης ανακωχής με τους Συμμάχους, στις 12 Σεπτεμβρίου 1944. Επικεφαλής της νέας κυβέρνησης ανέλαβε ο Κονσταντίν Σανατέσκου. Στις 30 Δεκεμβρίου 1947 ο εξόριστος βασιλιάς της Ρουμανίας, Μιχαήλ, παραιτήθηκε από τον θρόνο και η Ρουμανία ανακηρύχθηκε Λαϊκή Δημοκρατία.[32]

Μετά τον χωρισμό των χωρών σε σφαίρες επιρροής, διαμορφώθηκε ένα νέο περιβάλλον στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα παρέμεινε μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου σύμμαχη χώρα της Δύσης. Το 1952 εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ[33] και το 1981 έγινε μέλος της ΕΟΚ (νυν ΕΕ).[34] Η Βουλγαρία και η Ρουμανία παρέμειναν στο πλευρό της Σοβιετικής Ένωσης μέχρι την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων του Ζίβκοφ και του Τσαουσέσκου αντίστοιχα. Η Γιουγκοσλαβία του Τίτο χάραξε ένα δικό της δρόμο, αποκομμένη από τη σοβιετική σφαίρα, και εντάχθηκε στο Κίνημα των Αδεσμεύτων, διαδραματίζοντας ηγετικό ρόλο σε αυτό, μαζί με την Ινδία του Νεχρού και την Αίγυπτο του Νάσερ. Η Αλβανία, μέχρι τον θάνατο του Χότζα (1985), ήταν το πιο κλειστό κράτος στην περιοχή των Βαλκανίων, με κλειστά σύνορα για τους πολίτες της και απαγορευμένη την εξωτερική μετανάστευση.

ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Ο 20ος αιώνας υπήρξε μία περίοδος μεγάλων ανακατατάξεων στην περιοχή των Βαλκανίων. Μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Αυστροουγγαρίας, ως συνέπεια της ήττας τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συντελέστηκε μεγάλη εδαφική αναδιανομή στην περιοχή και δημιουργήθηκαν νέα κράτη. Παρά την προσπάθεια τους να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα τους, τα κράτη της Βαλκανικής δε κατάφεραν να μην εκτραπούν από την δημοκρατική οδό. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Ψυχρός Πόλεμος συνετέλεσαν αποφασιστικά στην πορεία των Βαλκανίων στο μέλλον. Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση παρέσυρε ως ντόμινο και την περιοχή των Βαλκανίων. Μέχρι το τέλος του 1989, είχαν καταρρεύσει τα κομμουνιστικά καθεστώτα στην Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία (με την ζωντανή μετάδοση της εκτέλεσης του Νικολάε Τσαουσέκου, τα Χριστούγεννα του 1989). Η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε υπό τις στάχτες των πολεμικών συγκρούσεων στη Βοσνία και στο Κοσσυφοπέδιο. Βαδίζοντας, πλέον, στην οδό της αστικής δημοκρατίας, η Βουλγαρία και η Ρουμανία αποτελούν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2007, η Κροατία από το 2013, ενώ αναμένεται να ενταχθεί σύντομα και η Σερβία. Ακόμη, η Αλβανία έχει λάβει καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι παραπάνω κινήσεις υποδεικνύουν την προσπάθεια των χωρών αυτών για «αποκομμουνιστοποίηση» του παρελθόντος τους, ενώ ο εθνικισμός είναι στο ζενίθ. Μία πρόκληση που καλούνται όλοι οι συμμετέχοντες παίκτες της διεθνούς σκακιέρας να αντιμετωπίσουν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

E.M. Burns, Ευρωπαϊκή Ιστορία. Ο Δυτικός Πολιτισμός: Νεότεροι Χρόνοι, μετάφρ. Τάκης Δαρβέρης, δ’ έκδ., εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006 Georges Castellan, Ιστορία των Βαλκανικών κρατών, μετάφρ. Βασιλική Αλιφέρη, εκδόσεις Γκοβόστη, χτε 1991 Stevan K. Pavlowitch, Ιστορία των Βαλκανίων 1804 – 1945, μετάφρ. Λουκιανός Χασιώτης, εκδόσεις Βάνια, Θεσσαλονίκη 2005

Ιστορία της Βουλγαρίας, μετάφρ. Γεώργιος Ε. Χρηστίδης, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2015 Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800. Η διαμόρφωση και η άσκηση της εθνικής πολιτικής, τόμος β’, εκδόσεις Βάνια, Θεσσαλονίκη 2002 Κωνσταντίνος Δ. Σβολόπουλος, Το Βαλκανικόν Σύμφωνον και η ελληνική εξωτερική πολιτική, 1928-1934, εκδόσεις Εστία, χτε 1974

Κωνσταντίνος Δ. Σβολόπουλος, Διπλωματική Ιστορία της Ελλάδος. 1900-1941, τόμος β’, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα 1980

Κωνσταντίνος Δ. Σβολόπουλος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1900-1945, εκδόσεις Εστία, Αθήνα 1992 Σπυρίδων Σφέτας, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία. Από την Οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόμος α’, εκδόσεις Βάνια, Θεσσαλονίκη 2009

Γεώργιος Ε. Χρηστίδης, Τα Κομμουνιστικά Βαλκάνια. Εισαγωγή στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική στην Αλβανία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία την περίοδο 1945-1989, εκδόσεις Βάνια, Θεσσαλονίκη 2003

Ο Απόστολος Τσομπάνης-Νότιος (Θεσσαλονίκη, 1987), μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, είναι αποφοιτος του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (Φλώρινα) και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στις Κοινωνικές, Πολιτισμικές & Πολιτικές Δομές των Χωρών της

ΝΑ Ευρώπης. Άσκησε την πρακτική του άσκηση στην Υπηρεσία Διεθνών Σχέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα. Στα επιστημονικά του ενδιαφέροντα συγκαταλέγονται η νεότερη και σύγχρονη πολιτική ιστορία των Βαλκανίων και οι τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις στην περιοχή. Ομιλεί Αγγλικά και Τούρκικα.

[1]  Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η Βουλγαρία θα προσαρτούσε τα εδάφη μεταξύ του ποταμού Στρυμόνα και της οροσειράς της Ροδόπης, ενώ η Σερβία θα προσαρτούσε τα εδάφη βορειοδυτικά του όρους Σκάρδου.

[2]  Η Σερβία αποκλείστηκε από έξοδο προς την Αδριατική λόγω της ίδρυσης του κράτους της Αλβανίας.

[3]  Σπυρίδων Σφέτας, ό.π., σ. 505

[4]  Ό.π., σ. 506.

[5]   Η Βουλγαρία κήρυξε τον πόλεμο στη Σερβία στις 14 Οκτωβρίου 1915. Ιβάν Ίλτσεφ, ό.π., σ. 320.

[6]    E.M. Bums, Ευρωπαϊκή Ιστορία. Ο Δυτικός Πολιτισμός: Νεότεροι Χρόνοι, μετάφρ. Τάκης Δαρβέρης, δ’ έκδ., εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 828.

[7]   Την 1η Δεκεμβρίου 1918 πραγματοποιήθηκε η ένωση των Σλάβων του Νότου της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, της Κροατίας, της Βοσνίας, της Ερζεγοβίνης, της Δαλματίας, της Σλοβενίας και του Μαυροβουνίου με τη Σερβία. Το νεοσύστατο μόρφωμα έλαβε την ονομασία «Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων». Πρώτος βασιλιάς ανέλαβε ο Πέτρος Α’ της δυναστείας των Καραγεώργεβιτς. Stevan K. Pavlowitch, Ιστορία των Βαλκανίων 1804 – 1945, μετάφρ. Λουκιανός Χασιώτης, εκδόσεις Βάνια, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 370.

[8]   Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Αλβανία ήταν υπό πολλαπλή κατοχή. Συγκεκριμένα, η Κορυτσά και το Αργυρόκαστρο ήταν υπό ελληνική κατοχή. Η Αυλώνα και το νησί

Σάσωνα υπό ιταλική κατοχή. Τα Τίρανα, το Ελμπασάν και το Σκούταρι κατέχονταν υπό τους Σέρβους και τους Μαυροβούνιους ως το 1915, οπότε και κατελήφθησαν από την Αυστροουγγαρία. Georges Castellan, Ιστορία των Βαλκανικών κρατών, μετάφρ. Βασιλική Αλιφέρη, εκδόσεις Γκοβόστη, χτε 1991, σσ. 598-599.

[9]  Burns, ό.π., σ. 836

[10] Συγκεκριμένα, η Νότια Δοβρουτσά παραχωρήθηκε στη Ρουμανία, η Δυτική Θράκη στην Ελλάδα και οι περιοχές Τσάριμπορντ, Μποσίλεγκραντ και Στρούμιτσα στο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Ίλτσεφ, ό.π.,σσ. 326-327.

[11] Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, ό.π., σσ. 280-283.

[12]  Οι Κροάτες της Γιουγκοσλαβίας επιθυμούσαν την απόσχιση τους από το βασίλειο και την ίδρυση ενός ανεξάρτητου κροατικού κράτους. Η κίνηση τους αυτή ενθαρρύνονταν από την φασιστική Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι. Melek Firat, “Les Pactes de 1934 et 1953”, Association Internationale d’ Etudes du Sud-Est Europeen, Revue, 35­39 (Βουκουρέστι 2005-2009), σ. 292.

[13]   Αρετή Τούντα-Φεργάδη – Θεόδωρος Χριστοδουλίδης, Θέματα ελληνικής διπλωματικής ιστορίας 1912-1934, εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, σ. 282.

[14] Alfred Zimmem, The League of Nations and the rule of Law 1918­1935, Macmillan, Λονδίνο 1936, σ. 507.

[15]  Το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων μετονομάστηκε σε Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας από τον βασιλιά Αλέξανδρο Α’ της Γιουγκοσλαβίας το 1929. Georges Castellan, ό.π., σ. 574.

Κωνσταντίνος Δ. Σβολόπουλος, Το Βαλκανικόν Σύμφωνον και η ελληνική εξωτερική πολιτική, 1928-1934, εκδόσεις Εστία, χτε 1974, σ.21.

[17] Αρετή Τούντα – Φεργάδη – Θεόδωρος Χριστοδουλίδης, ό.π., σ. 255.

[18]  Κωνσταντίνος Δ. Σβολόπουλος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1900-1945, εκδόσεις Εστία, Αθήνα 1992, σ. 236

Κωνσταντίνος Δ. Σβολόπουλος, Διπλωματική Ιστορία της Ελλάδος. 1900-1941, τόμος β’, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα 1980, σ. 209.

[20] Η Αλβανία είχε καταστεί πλέον κράτος προτεκτοράτο της Ιταλίας. Ο Μουσολίνι δεν επιθυμούσε της είσοδο της Αλβανίας σε μία συμμαχία κρατών. Αρετή Τούντα – Φεργάδη, «Σταθμός στην ιστορία των κρατών της Ευρώπης», στο: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (www.kathimerini.gr, 22/08/2011).

[21] Η Βουλγαρία καυτηρίαζε την κίνηση αυτή, χαρακτηρίζοντας την ως εχθρική και αντιβουλγαρική. Επί της ουσίας, όμως, έβαζε «ταφόπλακα» στα σχέδια της χώρας για έξοδο στο Αιγαίο. Melek Firat, ό.π., σ. 293.

Κωνσταντίνος Δ. Σβολόπουλος, Το Βαλκανικόν Σύμφωνον, ό.π., σ. 25.

[23]  Ενδεικτικά είναι τα λόγια του Βενιζέλου σε επιστολή του, στις 12 Μαρτίου 1936: Αλλά δεν θα δεχθώ ποτέ ότι, διά να φανούμεν ευχάριστοι εις τους Σέρβους, ημπορούμεν να διακινδυνεύσωμεν την προς την Ιταλίαν φιλίαν μας, η οποία είναι δι’ ημάς πολυτιμοτάτη, διότι μας επιτρέπει να κοιμύμεθα ήσυχοι ως προς την Θεσσαλονίκην […]. Φαίδων Κ. Μπουμπουλίδης, Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η πολιτική κατάστασις της Ελλάδος. Άγνωστα και Ανέκδοτα Έγγραφα των ετών 1920-1922 και 1934-1936. Τα κείμενα, τόμος α’, Λέσχη Φιλελευθέρων-Μνήμη Ελευθερίου Βενιζέλου, Αθήνα 2000, σ. 689.

[24] Η συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και της Reichsbank υπογράφτηκε στις 16 Αυγούστου 1932. Η Ελλάδα κατέστη εξαγωγός χώρα αγροτικών προϊόντων και εισήγαγε μεγάλες ποσότητες βιομηχανικών υλικών από τη Γερμανία. Dilek Barlas, Germany’s Economic Policy in the Balkan Countries towards the 1930’s. A Case of Great Power Pursuit of Domination in the Peninsula, ζην: Foundation for Middle East and Balkan Studies, «Turkish Review of Balkan Studies», Istanbul 1994 – 1995, σσ. 140 – 141.

[25]   Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Στράτος Ν. Δορδανάς, «Τα ταξίδια του Χέρμαν Γκέρινγκ και η Γερμανική πολιτική στα Βαλκάνια (1934-1936)», στο: Βαλκανικά Σύμμεικτα, τ. 14-15, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 2003-2004, σσ. 196-213.

[26] Κολιόπουλος, ό.π., σσ. 334.

[27]   Γεώργιος Ε. Χρηστίδης, Τα Κομμουνιστικά Βαλκάνια. Εισαγωγή στην εσωτερικήκαι εξωτερική πολιτική στην Αλβανία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία και Ρουμανία την περίοδο 1945-1989, εκδόσεις Βάνια, Θεσσαλονίκη 2003, σ.67

[28] Στο ίδιο, σσ. 22-23

[29]  Ρουμιάνα Μαρίνοβα-Χρηστίδη, Η Σοσιαλιστική Βουλγαρία, 1944­1989, στο: «Ιστορία της Βουλγαρίας», ό.π., σ. 370

[30] Χρηστίδης, ό.π., σσ. 72-74

[31] Κολιόπουλος, ό.π., σσ. 338-350.

[32] Σφέτας, ό.π., σσ. 287-294.

[33] Στο ίδιο, σ. 355.

[34]   Παναγιώτης Κ. Ιωακειμίδης, Η Συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Πορεία, Αντιφάσεις, Συνέπειες, στο: «Σύγχρονη Ελληνική Εξωτερική Πολιτική. Μια Συνολική Προσέγγιση», τόμος β’, επιμ: Παναγιώτης Ι. Τσάκωνας, εκδόσεις Ι. Σιδέρης, χτε 2003, σ. 537.

[1] Δε θα εξεταστεί η αναδιανομή των εδαφών μετά τον Πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας.

[2]   Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800. Η διαμόρφωση και η άσκηση της εθνικής πολιτικής, τόμος β’, εκδόσεις Βάνια, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 160.

[3] Ό.π.

[4]   Σπυρίδων Σφέτας, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία. Από την Οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόμος α’, εκδόσεις Βάνια, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 327.

Hamit Bozarslan, Ιστορία της Σύγχρονης Τουρκίας. Από την Επανάσταση των Νεότουρκων μέχρι σήμερα, μετάφρ. Μάρθα Οικονόμου, εκδόσεις Σαββάλας, β’ έκδοση, Αθήνα 2008, σσ. 19 – 21.

[6] Σπυρίδων Σφέτας, ό.π., σσ. 484 – 486.

[7]  Ιβάν Ίλτσεφ, Από την Απελευθέρωση μέχρι και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, 1878-1944,στο: «Ιστορία της Βουλγαρίας», μετάφρ. Γεώργιος Ε. Χρηστίδης, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2015, σ. 305.

*Ο Απόστολος Τσομπάνης-Νότιος (Θεσσαλονίκη, 1987), μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, είναι αποφοιτος του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (Φλώρινα) και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στις Κοινωνικές, Πολιτισμικές & Πολιτικές Δομές των Χωρών της ΝΑ Ευρώπης. Άσκησε την πρακτική του άσκηση στην Υπηρεσία Διεθνών Σχέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα. Στα επιστημονικά του ενδιαφέροντα συγκαταλέγονται η νεότερη και σύγχρονη πολιτική ιστορία των Βαλκανίων και οι τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις στην περιοχή. Ομιλεί Αγγλικά και Τούρκικα.

spot_img

1 ΣΧΟΛΙΟ

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,629ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
17,400ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα