«Ζωντάνεψε» λίγο πριν τον θάψουν…

20/7/20 | 0 | 0 | 360 εμφανίσεις
  19 Ιουλίου 2020, 11:47 πμ

Όταν προσπάθησαν να τον μαζέψουν από το νεκροτομείο όπου είχε μεταφερθεί με σκοπό να τον μεταφέρουν στο κοιμητήριο Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης για να τον θάψουν, κάποιος πρόσεξε πως κουνήθηκαν τα δάκτυλα του. Τον οδήγησαν στους θαλάμους του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου παρέμεινε σε αφασία περίπου 15 μέρες. Είχε τραυματιστεί από ριπές που έριξαν εναντίον του καταδρομείς οι οποίοι επιτέθηκαν στο Προεδρικό την ημέρα του πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου 1974. Ωστόσο, ο λόγος που κινδύνευσε να πεθάνει ήταν μια κλωτσιά που δέχτηκε στο πρόσωπο από άρβυλα καταδρομέα ανθυπολοχαγού. Έφυγαν σχεδόν όλα τα δόντια του και έχει 20 εμφυτεύματα και 25% αναπηρία από τα βασανιστήρια που υπέστη όταν συνελήφθη.  

Όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα πήρε το όπλο του και περίπου 500 σφαίρες και καλύφθηκε πίσω από πέτρες κοντά στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα του Κυριάκου Μάτση, δίπλα από το Προεδρικό. Οι καταδρομείς ήταν ακάλυπτοι και όπως λέει, «αν ήθελα τους σκότωνα όλους». Έβαλε εναντίον τους μόνο όταν χρειάστηκε να καλύψει φρουρό στο Προεδρικό. Εντοπίστηκε από εξ Ελλάδος αξιωματικό, ο οποίος έδωσε οδηγίες σε περίπου 50 καταδρομείς να βάλουν προς το μέρος του.

Αργότερα ο αξιωματικός κινήθηκε προς το μέρος του για να τον συλλάβει, να τον σκοτώσει ή απλώς να διαπιστώσει αν ήταν νεκρός. Όταν τον πλησίασε, πάτησε πέτρα η οποία μετακινήθηκε και ο αξιωματικός έπεσε κάτω.

Ο ήρωας της παρούσας ιστορίας βρέθηκε από πάνω του με το όπλο ακουμπισμένο στο λαιμό. Μίλησαν λίγο και μετά του είπε: «Θα σου χαρίσω τη ζωή αλλά δεν θέλω να με πυροβολήσετε πισώπλατα». Ο αξιωματικός έδωσε οδηγίες οι οποίες και εισακούστηκαν. Όταν σηκώθηκε από τη γη, ο αξιωματικός τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Έβγαλε ένα πτυσσόμενο μαχαίρι από την τσέπη και του το έδωσε λέγοντας πως «αυτό είναι για τους γενναίους».

Τον τίμησαν τρεις Πρόεδροι (Γλαύκος Κληρίδης και Τάσσος Παπαδόπουλος με γαλόνια) και ο Δημήτρης Χριστόφιας με τιμητική διάκριση. Είναι ο Νίκος Ιωάννου (Μοναγρίτης) ο οποίος κουβαλά πληγές ορατές και αόρατες εδώ και 46 χρόνια. Σαν τον Νίκο Μοναγρίτη δεν υπάρχουν πολλοί. Είχε τη δυνατότητα να φύγει από το πόστο του και να μην διακινδυνεύσει την ίδια του τη ζωή. Αλλά είπε στον εαυτόν του: «Είσαι επαναστάτης ή φασίστας; Απόδειξε το».

Αρχίζει την αφήγηση του με αυτοκριτική και λέει: «Ευθυνόμαστε κι εμείς που τασσόμασταν κατά της ανατροπής του Μακαρίου για την επικράτηση του πραξικοπήματος. Πού βρέθηκαν 3.000-4.000 αντιστασιακοί; Αν ήμασταν τόσοι, θα μπαίναμε στην Άγκυρα, όχι να διενεργηθεί πραξικόπημα…»

Εξηγεί ότι κατετάγη στο Εφεδρικό στις 4 Αυγούστου το 1973. «Μας έμαθαν», λέει, «απλώς να χειριζόμαστε τα όπλα, χωρίς ιδιαίτερη εκπαίδευση για την τεχνική του πολέμου κ.λπ. Ηταν σαν να πηγαίνεις σε μια ομάδα για να παίξεις ποδόσφαιρο και να σου λέει ο προπονητής κλώτσα δύο φορές την μπάλα να δούμε πώς κλωτσάς. Είσαι ποδοσφαιριστής έτσι;»

Όσα έμαθε, τα έμαθε από τον πατέρα του που πολέμησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Υπηρετούσα, λέει, στον πρώτο λόχο που ήταν λοχαγός ο Νίκος Βαρναβίδης. Ήμουν αποσπασμένος στο λόχο του διοικητή του 3ου Λόχου Τάκη Τσαγκάρη και την ημέρα του πραξικοπήματος ήμουν στη φρουρά για κάλυψη της διαδρομής του Μακαρίου που θα επέστρεφε στο Προεδρικό προερχόμενος από το Τρόοδος. Φύλαγα στον Καρβουνά σε μια στροφή. Είχα υποψίες ότι θα γινόταν πραξικόπημα διότι ένας θείος μου, ο οποίος έζησε χρόνια στην Αγγλία και άκουγε το BBC, μου έλεγε ότι θα εκδηλωνόταν πραξικόπημα.

Συνοδεύσαμε τον Μακάριο στο Προεδρικό. Μόλις εισήλθε μέσα, ο Τάκης Τσαγκάρης έδωσε διαταγή τα τρία Land Rover να επιστρέψουν στη βάση τους, στην Αστυνομική Σχολή (πρώην Αστυνομική Διεύθυνση Στροβόλου). Μπήκαμε μέσα και επειδή ήμουν ξάγρυπνος 24 ώρες, πήγα απευθείας για ύπνο στους θαλάμους της Σχολής. Έβγαλα τα άρβυλα και ασφάλισα το τσέχικο στο ντουλάπι μου. Δεν έφτασα να κλείσω τα μάτια και άρχισαν συνάδελφοι μου να φωνάζουν «πραξικόπημα- πραξικόπημα»… ακούγονταν πυροβολισμοί και εκρήξεις. Σηκώθηκα και όταν βγήκα έξω, δεν υπήρχε κανείς. Προηγουμένως ο χώρος ήταν γεμάτος αστυνομικούς και οπλίτες οπλισμένους μαζί με ανθρώπους του Λυσσαρίδη.

Εκεί ήταν μόνο ο Αντρέας ο Μουστάκας ο υπαστυνόμος και κρατούσε ένα στέρλιγκ (όπλο) παλιό, ξεκούμπωτος και βημάτιζε. Μόλις με είδε με ρώτησε πού ήμουν. Ρώτησα πού είναι ο λόχος για να πάω. Μου είπε πως πριν δύο λεπτά επικοινώνησε μαζί του ο Τσαγκάρης που βρισκόταν προς την πλευρά του ποταμού, πίσω από το Προεδρικό, είπε πως ήταν όλα διαλυμένα και ζητούσε βοήθεια. Του είπα πως δεν υπάρχει βοήθεια να του στείλω, είπε ο Μουστάκας. Ο ίδιος, μου είπε να φύγω διότι σε λίγο θα έρχονταν οι πραξικοπηματίες ”και θα σε σκοτώσουν”. ”Εμένα άφησε με”, είπε. Του είπα ότι θα μαζέψω σφαίρες και θα πάω στην Αγγλική Σχολή σε ένα ύψωμα πάνω από το σημερινό μνημείο του Κυριάκου Μάτση. Πήρα μαζί μου περίπου 500 σφαίρες.

Στον λόγο μου σου λέω πως αν υπήρχαν 50 άτομα του Εφεδρικού θα συλλάμβαναν όλους τους καταδρομείς χωρίς να υπάρχουν καν θύματα. Οι λοκατζήδες ήταν έξω από τον κόμβο του Προεδρικού μέχρι το υπουργείο Εξωτερικών όπως τα πρόβατα. Όλοι κάθονταν κάτω και ήταν ακάλυπτοι. Αν ήθελα θα σκότωνα πάρα πολλούς. Πήγα και βρήκα έναν βράχο και άκουγα πυροβολισμούς στην έξοδο του Προεδρικού. Ένας Ελλαδίτης φώναζε στους λοκατζήδες «επίθεση – επίθεση» και όταν επιχειρούσαν να ανέβουν στα κάγκελα, ο δικός μας ο φρουρός ήταν γενναίος, έμεινε στο πόστο του και τους πυροβολούσε.

Του τέλειωσαν οι σφαίρες και τότε ο αξιωματικός φώναξε ξανά επίθεση, οπότε οι λοκατζήδες άρχισαν να πετάγονται από τα κάγκελα στο Προεδρικό. Τότε έριξα πέντε σφαιροθήκες ριπή κατά ριπή. Ούρλιαζαν και έτρεχαν άλλοι από εδώ άλλοι από εκεί για να κρυφτούν, κατέβηκαν από τα κάγκελα και όταν κατάφερε ο φρουρός να φύγει μέσω του δάσους του Προεδρικού, σταμάτησα να πυροβολώ προς το μέρος τους και πυροβολούσα είτε στον αέρα είτε προς τα πόδια τους… τους λυπόμουν. Άκουσα τον Ελλαδίτη να λέει «μας ξεγάλασαν οι π… Μας είπαν ότι δεν θα είχε ανθρώπους του παπά πάνω στην πλαγιά, τώρα πως βρέθηκε λόχος στην πλαγιά;»

Φαίνεται ότι σκοπός τους ήταν να σκοτώσουν τον φρουρό και να συλλάβουν τον Μακάριο, να τον πάρουν στο ΡΙΚ να τον ρεζιλέψουν και από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα έκαναν.

Ένας καλαμαράς όταν παρατήρησε από πού προέρχονταν οι ριπές κατάλαβε πως δεν υπήρχαν πολλοί στον λόφο και έδωσε οδηγίες σε 50 λοκατζήδες να ρίξουν προς το μέρος μου αλλά γλύτωσα επειδή με κάλυπταν οι βράχοι. Φώναξαν να παραδοθώ αλλά δεν παραδόθηκα. Πέρασαν με ανταλλαγή πυρών περίπου δύο ώρες. Μετά διαπίστωσα ότι είχα μόνο δύο σφαίρες. Αν παραδιδόμουν θα με εκτελούσαν, αν πεταγόμουν στο γήπεδο από ύψος τρία μέτρα θα κτυπούσα και θα με συλλάμβαναν. Βόρεια βρίσκονταν αυτοί. Έμενε η μισή νότια πλευρά και η ανατολή και μπήκα στην σπηλιά της αλεπούς.

Σε κάποια στιγμή  επικράτησε μεγάλη ησυχία. Άκουσα θόρυβο και ένας καλαμαράς υπολοχαγός έκανε τα βήματα της γάτας επειδή κατάλαβε πού ήμουν αλλά την ώρα που κρατούσε το πιστόλι, πάτησε σε μία πέτρα που δεν ήταν σταθερή και έπεσε κάτω. Πετάχτηκα και του ακούμπησα το τσέχικο στον λαιμό. Τον ρώτησα: Είσαι Έλληνας; Είπε «ναι».  Τον ρώτησα «ξέρεις πως είμαι Ελληνοκύπριος»; Με κοίταζε και συνέχισα: «Γιατί με κυνηγάτε εμένα να με σκοτώσετε που είμαι Ελληνοκύπριος και δεν κυνηγάτε αυτούς που πήραν τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη»; Δεν είπε λέξη. Έτρεξαν τα δάκρυα του. Του είπα και πέταξε το πιστόλι και το μαχαίρι. Με αγκάλιασε, με φίλησε και μου είπε «είσαι γενναίο παλικάρι». Του είπα «θα σου χαρίσω τη ζωή αλλά θέλω να μην με πυροβολήσετε πισώπλατα». Την ώρα που θα έφευγα ήρθε και μου έδωσε το χέρι του, κάναμε χειραψία και μου έδωσε αυτό το μαχαίρι κλειστό σε ένα νάιλον και μου είπε «αυτό είναι για τους γενναίους». Το έκρυψα και πήγα ύστερα από περίπου ένα μήνα και το βρήκα κάτω από μια πέτρα.

Όσον αφορά τον αξιωματικό φάνηκε κύριος, έδωσε οδηγίες και δεν με πυροβόλησαν. Στο μεταξύ, από τις ριπές που μου έριξαν τραυματίστηκα σε διάφορα μέρη του σώματός μου και βρέθηκα σε ένα σπίτι με έναν δικό μας που τραυματίστηκε όταν εκπυρσοκρότησε το όπλο του. Εκεί ήταν μια κοπέλα με τον θείο της και περιέθαλψε τα τραύματα μου. Τραυματίστηκα και στο κεφάλι και έτρεχαν αίματα αλλά ευτυχώς κάηκαν μόνο τα μαλλιά μου και μέρος του δέρματος. Μας άφησαν τα κλειδιά και έφυγαν και γύρω στις 12.30 μετά τα μεσάνυχτα σταμάτησαν έξω από το σπίτι πέντε  LandRover και μας συνέλαβαν. Άλλοι έξι που ήταν στο σπίτι, έφυγαν προηγουμένως με τη βοήθεια ενός συμμαθητή μου. Με οδήγησαν στο αρχηγείο και άρχισαν τα βασανιστήρια.

Κλωτσιά με άρβυλο του διέλυσε τα δόντια…

Ο Νίκος Μοναγρίτης θυμάται από εκείνες τις εφιαλτικές ώρες: «Τη μεγαλύτερη ζημιά την έπαθα όταν με κλώτσησε ένας λοκατζής με το άρβυλο στο στόμα. Έφυγαν σχεδόν όλα τα δόντια μου και αυτά που βλέπεις είναι 20 εμφυτεύματα και υπάρχουν μάρτυρες που έδωσαν καταθέσεις για ό,τι συνέβη.

Ο λοκατζής, ο οποίος τώρα ζει στον Καναδά, με έπιασε από τα μαλλιά και με κλώτσησε στο στόμα. Αυτό μου το είπε αργότερα ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού, διότι εγώ δεν θυμόμουν πώς έγινε. Πέραν του ότι έσπασαν τα δόντια μου, δεν έχω οσμή. Λόγω των κτυπημάτων έχω επίσης πρόβλημα με το στομάχι μου, ενώ πρόβλημα έχω και με τον οισοφάγο και τη μέση μου. Αυτός που με κλώτσησε ήταν αυτός που με συνέλαβε και όταν με πήρε στο Αρχηγείο, για να δείξει την παλικαριά του με κλώτσησε με τον άρβυλο στο στόμα. Ένας από τους εφέδρους, του είπε «εν κρίμαν ρε, εσκότωσες τον» και αυτός σχολίασε: «Είπαμεν του δέκα  φορές να παραδοθεί τζιαι εν επαραδόθηκεν». Ο Τ.Π. με ρώτησε αν μου είπαν να παραδοθώ και του απάντησα «ναι». Δεν θα κτυπούσα ποτέ κρατούμενο ανήμπορο να αντιδράσει. Χρόνια μετά, συναντηθήκαμε τυχαία με τον Τ.Π. και μου είπε ότι με θεωρούσε νεκρό λόγω των βασανιστηρίων. Αργότερα, για να πάρω αναπηρικό επίδομα έπρεπε να μαρτυρήσει και κάποιος που ήταν παρών στα βασανιστήρια, του τηλεφώνησα και μου είπε «να δώσω χίλιες καταθέσεις» και όντως έδωσε κατάθεση και τον ευχαριστώ διότι δεν ανήκαμε στην ίδια παράταξη.

Εν πάση περιπτώσει, μετά τα βασανιστήρια, με οδήγησαν στον επικεφαλής του πραξικοπήματος, όπως έλεγαν που ήταν ανώτατο στέλεχος της ΕΛΔΥΚ. Μου υπέβαλε αρκετές ερωτήσεις. Με ρώτησε από πού είμαι και όταν του είπα από τα Λύμπια, μου είπε: «Τα Λύμπια βγάζουν πατριώτες πως έβγαλαν ένα σκουλήκι σαν κι εσένα»; Μου έβαλε το πιστόλι στο μέτωπο και μου είπε περίπου ότι του έκανα ανεπανόρθωτη ζημιά διότι καθυστέρησα την είσοδό τους στο Προεδρικό και τους ξέφυγε ο «παπάς», εννοώντας τον Μακάριο. Μου είπε επίσης, ότι είχε πληροφορίες ότι δεν θα υπήρχε κανείς στην περιοχή όπου βρέθηκα. «Με γέλασαν οι π… είπε».

Υποψιάζομαι πως κάποιοι υποστηρικτές του Μακαρίου έδιναν πληροφορίες και στους πραξικοπηματίες. Εν πάση περιπτώσει, ο υπασπιστής του αξιωματικού, τού είπε να μην με πυροβολήσει».

 ΣΤΟΝ ΚΑΝΑΔΑ 

«Αυτός που με κλώτσησε, λέει ο Νίκος Μοναγρίτης, είναι από την Πεντάγυια και μετά τα γεγονότα του 1974 μετανάστευσε στον Καναδά και βρήκα το τηλέφωνο του και τηλεφώνησα αλλά το απάντησε ο αδελφός του, ο οποίος μου είπε ότι έγινε εκατομμυριούχος και ότι δεν τον βλέπει. Μου είπε πως ήταν έκπληξη γι’ αυτόν αυτά που άκουσε. Δεν είχα πλέον μίσος μέσα μου, ήθελα απλώς να τον ρωτήσω κάποια πράγματα. Του άφησα μήνυμα αλλά δεν επικοινώνησε».

Η περιπέτεια με τα γαλόνια

Ο Νίκος Μοναγρίτης εξηγεί, πως όταν ο Γλαύκος Κληρίδης όντας Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ενημερώθηκε από τον Ευστάθιο Ευσταθίου, πρώην βουλευτή και στέλεχος της ΕΔΕΚ, για την ιστορία του, του είπε «θέλω να μου φέρεις αυτό το παιδί και θα του δώσω δύο γαλόνια επ’ ανδραγαθία, τιμής ένεκεν. «Για μένα, αυτό έχει περισσότερη αξία από τα χρήματα. Βεβαίως, αυτό έγινε 15 μέρες πριν τις εκλογές που ήταν υποψήφιος και με κάλεσε στο γραφείο του ο τότε αρχηγός Αστυνομίας κ. Χατζηλοϊζου και μου είπε ότι προάγεσαι από σήμερα αλλά θα ανακοινωθεί μετά τις εκλογές.

Εξελέγη ο Γλαύκος Κληρίδης και έγιναν προαγωγές και με άφησαν έξω. Πήγα και βρήκα τον Ευσταθίου. Τηλεφώνησε εκείνη την ώρα στο Προεδρικό και έκλεισε ραντεβού με τον Πρόεδρο. Ο Ευσταθίου τον ρώτησε αν οι δικοί του τον λαμβάνουν υπόψη. Ο Κληρίδης ρώτησε τι συμβαίνει και τον ενημέρωσε. Από ό,τι ενημερώθηκα κάλεσε τον Αρχηγό, ο οποίος αντικαταστάθηκε και τα γαλόνια μου τα έδωσε ο επόμενος Αρχηγός. Στην πορεία, επί Τάσσου Παπαδόπουλου, μου έδωσαν άλλο ένα γαλόνι όπως έδωσαν σε όλους τους αντιστασιακούς».

Μόνος στη μάχη μέχρι και την τελευταία σφαίρα

Τώρα σκέφτομαι, πως πολλά από όσα λέγαμε τα μάθαιναν ύστερα από 1-2 ώρες. Μονάδα που έπρεπε να επέμβει στην έξοδο του Προεδρικού εκεί που επενέβηκα εγώ τράπηκε σε φυγή. Αξιωματικός που έπρεπε να βρίσκεται σε συγκεκριμένο πόστο βρέθηκε αλλού. Όταν ο Παντελάκης Πανταζής έδωσε οδηγίες να επιτεθεί συγκεκριμένη ομάδα, δεν υπήρχε κανείς. Ποιος έδωσε οδηγίες να φύγουν κάποια άτομα ή κάποιοι αξιωματικοί; Αν οι μονάδες βρίσκονταν στη θέση τους είτε θα συλλαμβάνονταν όλοι οι πραξικοπηματίες είτε θα σκοτώνονταν διότι ήταν εκτεθειμένοι. Οι Ελλαδίτες γνώριζαν ότι δεν ήταν επανδρωμένα κάποια πόστα.

Ο Τάκης Τσαγκάρης ήξερε 30 χρόνια ότι κάποιοι δικοί μας έβαλαν κατά των λοκατζήδων από την Αγγλική Σχολή. Αυτός ήμουν εγώ. Μου είπε κάποιος κοινός φίλος να του το πω και το είπα στον Τσαγκάρη και με ρώτησε πως βρέθηκα εκεί χωρίς διαταγή και με κίνδυνο της ζωής μου αντί να φύγω να κρυφτώ. Με ρώτησε αν το έκανα αυθόρμητα και του είπα «ναι».

Δεν του είπα πως όταν ο Μουστάκας μου είπε ότι ζήτησες βοήθεια και ότι δεν υπήρχε, είπα μέσα μου: «Νίκο, λαλείς ότι είσαι επαναστάτης. Στα λόγια; Χρειάζεται βοήθεια ο λοχαγός σου κι εσύ έχεις όπλο και σφαίρες. Είσαι φασίστας ή είσαι επαναστάτης»; Και είπα στον Μουστάκα ότι θα πάω στην Αγγλική Σχολή και πήγα.

Ο Τσαγκάρης, όταν τον κάλεσαν σε ένα κανάλι, περιέγραψε κάποια περιστατικά και ύστερα είπε πως ο μόνος που πολέμησε στο Προεδρικό μέχρι την τελευταία σφαίρα ήταν ο Νίκος ο Μοναγρίτης.

Από τα βασανιστήρια με μετέφεραν στις Κεντρικές Φυλακές χωρίς καμιά περίθαλψη και υπέστηκα μόλυνση. Κάποιους κρατούμενους τους απέλυσαν ενώ εμάς, περίπου 100 άτομα, μας κράτησαν. Το Σάββατο όταν φύγαμε από τις φυλακές (οι κρατούμενοι έσπρωξαν τους δεσμοφύλακες και άνοιξαν τις πόρτες) έπεσα κάτω και άνοιξα τα μάτια μου ύστερα από 15 μέρες στους θαλάμους του νοσοκομείου. Ήρθε ένας που μάλλον εργαζόταν στο νεκροτομείο και μου είπε πως όταν μάζευαν τους νεκρούς από το νεκροτομείο και ήρθε η σειρά μου, είδε ότι κουνήθηκαν τα δάκτυλα του χεριού μου. «Σε είδα και είπα του νοσοκόμου τι έγινε και αυτός δεν πίστευε», μου είπε. Με έβγαλαν στους θαλάμους αλλά δεν θυμάμαι τίποτε από όλα αυτά. Τους άλλους τους πήραν στο κοιμητήριο Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης».

Υποτιμούν τους αντιστασιακούς

Μας δείχνει δύο διαφορετικά έγγραφα και λέει πως το ένα γράφει πως δεν είμαι ανάπηρος ή παθόντας, ούτε και υπηρέτησε στο στρατό κα το άλλο λέει το αντίθετο. «Το εφάπαξ μου όλο», συνεχίζει, «το δαπάνησα στους γιατρούς. Ούτε και θέλω τιμητικό επίδομα. Απλώς υπέβαλα αίτημα όπως υπέβαλαν όλοι. Γιατί να το θέλω; Ανακατέλαβα τη Σμύρνη ή την Κωνσταντινούπολη ή νίκησα τους Τούρκους; Ήρθαν οι Τούρκοι και μας πήραν την μισή Κύπρο και θα μου δώσουν και τιμητικό επίδομα;»

Λέει ότι «γενικά υποτιμούν τους αντιστασιακούς. Δέχομαι», προσθέτει, «να πάμε σε δικαστήριο να αποφασίσει αν έχουν προσφέρει αυτοί που οργάνωσαν και εκτέλεσαν το πραξικόπημα ή εμείς που προσπαθήσαμε να το αποτρέψουμε και να το εξουδετερώσουμε. Διότι, αν κοιτάξεις ποιοι κρατούν τα πόστα, φαίνεται πως αυτούς θεωρούν πως έχουν προσφέρει. Και μέχρι σήμερα θεωρώ ότι μας κυνηγούν κι εμάς και τα παιδιά μας, που δεν βρήκαν μια δουλειά παρόλα τα πτυχία που έχουν και μιλώ για την κόρη μου».

Σε επιστολή του πρώην υπουργού Άμυνας Χριστόφορου Φωκαΐδη αναφέρεται, πως το τιμητικό επίδομα «αποτελεί μια ελάχιστη συμβολική έκφραση οφειλής της Πολιτείας για την ανδρεία, την αυταπάρνηση και το πνεύμα ηρωισμού που επιδείξατε, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια σας τη ζωή, προασπιζόμενοι την ελευθερία της Κύπρου».

Προηγουμένως, όταν υπέβαλε αίτημα για να του παραχωρηθεί τιμητικό επίδομα αυτό απερρίφθη επειδή, δεν θεωρήθηκε δικαιούχο πρόσωπο καθότι:

– Έχει θητεία μικρότερη του ενός μηνός.

– Δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο αιχμαλώτων πολέμου ή και στον κατάλογο αναπήρων πολέμου.

  Βάσος Βασιλείου   

Category: Ειδησεις, Προτεινόμενα άρθρα

Leave a Reply

 characters available

 


Το σχόλιο της ημέρας

Ροή Ειδήσεων


Εορτολόγιο

Φωτογραφία της ημέρας