Εκπομπή “Τομές στην Επικαιρότητα”: είναι αναγκαία η αναθεώρηση του Συντάγματος;

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

 

Στο ερώτημα αν είναι αναγκαία η αναθεώρηση του Συντάγματος και πως κρίνονται οι προτάσεις που έκανε Επιτροπή του Συριζα, θα απαντήσουν σήμερα, Πέμπτη 30 Μαρτίου, οι προσκεκλημένοι της εκπομπής “Τομές στην Επικαιρότητα”

Η εκπομπή μεταδίδεται απο τις 9μμ-10μμ κάθε Πέμπτη και επαναλαμβάνεται το Σάββατο απο τις 5μμ-6μμ απο την TV-100.

ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ

Κώστας Χρυσόγονος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ευρωβουλευτής Συριζα

Γεώργιος Γεραπετρίτης, αναπλ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Αθηνών

Μιχαήλ Παρούσης, αναπλ. Καθηγητής  Φιλοσοφίας, Θεωρίας και Επιστημολογίας του Δικαίου Πανεπιστημίου Πατρών.

Το σήμα της TV-100 μεταδίδεται:

Μέσω της Digea στην Κεντρική Μακεδονία

Απο την OTE TV οπουδήποτε

Διαδικτυακά απο τη διεύθυνση:

www.anixneuseis.gr

και

www.fm100.gr

spot_img

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ Ή ΣΥΝΤΑΞΗ ΝΕΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ;

    Την 7η Μαρτίου, με εισήγηση του Πρωθυπουργού, συνεδρίασε η Επιτροπή για την Συνταγματική Αναθεώρηση και έτσι, το ζήτημα της Συνταγματικής Οργάνωσης της Πολιτείας μας, επανέρχεται στην επικαιρότητα.
    Το ισχύον Σύνταγμα, σε σχέση με το Σύνταγμα του 1952 είναι ποιο προοδευτικό, αφού περιέλαβε διατάξεις προοδευτικού χαρακτήρα, με τις οποίες υιοθετήθηκε το δόγμα του κοινωνικού κράτους, θεσμοθετώντας τον συναφή κρατικό παρεμβατισμό.
    Προοδευτικές διατάξεις τέθηκαν και για την ορθολογιστική δημοσιονομική διαχείριση χωρίς όμως να θεσμοθετηθεί ρύθμιση σχετικά με το μέγεθος του επιτρεπτού μεγέθους του δημοσίου χρέους, ιδίως στις αναθεωρήσεις του συντάγματος, του 2001 και 2006, όταν ήταν εμφανές ότι βαίνουμε σε υπερχρέωση της χώρας.
    Επίσης στο ακροτελευταίο άρθρο του θεσμοθετήθηκε ως θεμελιώδης υποχρέωση και δικαίωμα η αντίσταση των πολιτών με “κάθε μέσο” εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει με τη βία το Σύνταγμα.
    Περαιτέρω, εξετάζοντας κριτικά τις διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, οφείλουμε να σημειώσουμε τους εξής προβληματισμούς :
    Το Σύνταγμα του 1975, που είχε ψηφισθεί μόνο από την τότε συγκυριακή πλειοψηφία των βουλευτών της Ν.Δ., από την σκοπιά της λαϊκής κυριαρχίας, είχε εξαρχής ουσιαστικό πρόβλημα νομιμοποίησης, λόγω της αποχώρησης σύσσωμης της τότε αντιπολίτευσης από την Βουλή, κατά την διαδικασία κύρωσής του και του γεγονότος ότι το εκλογικό σώμα των Ελλήνων πολιτών ποτέ δεν κλήθηκε να ψηφίσει για την κύρωσή του.
    Ο τρόπος, που φαίνεται να αντιλαμβανόταν η αναθεωρητική βουλή του 1975 το δημοκρατικό πολίτευμα, είναι η ταύτιση της δημοκρατίας με τον κοινοβουλευτισμό, με συνέπεια την θεσμοθέτηση του δόγματος ότι οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος και νομοθετούν στο όνομα του και έχουν απεριόριστη αποκλειστική αρμοδιότητα να εκφράζουν τη θέληση και το συμφέρον του έθνους (άρθρα 51 και 60).
    Αντίθετα με τις διατάξεις που θέσπισε, περιορίστηκε η άμεση έκφραση της θέλησης του Λαού. Έτσι θεσμοθετήθηκε το εκλογικό σώμα , ως άμεσο όργανο της πολιτείας, να περιορίζεται να μετέχει στην άσκηση της εξουσίας , εκφράζοντας άμεσα την θέλησή του, μια φορά κάθε 4 χρόνια στις εκλογές βουλευτών και τοπικών αρχόντων. Επίσης, θεσμοθετήθηκε ρύθμιση τέτοια, για την διαδικασία του θεσμού του δημοψηφίσματος, ώστε αυτό να είναι δυνατό, μόνο όταν του το επιτρέπει η Κυβέρνηση (άρθρο 44 παράγραφος 2 ). Ρυθμίσεις, που όμως, δεν εναρμονίζεται με το δόγμα της λαϊκής κυριαρχίας (άρθρο 1 παράγραφος 2 του Συντάγματος).
    Επίσης, η ρύθμιση του άρθρου 15 παρ. 2, για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν επιτυγχάνει την αποφυγή δημιουργίας ολιγοπωλίου και καρτέλ στον ζωτικό αυτόν χώρο για την δημοκρατία.
    Δυστυχώς, με τις θεσμοθετήσεις αυτές και άλλες , όπως η παροχή στην εκάστοτε Βουλή αρμοδιότητας καθορισμού οποιουδήποτε εκλογικού συστήματος, χωρίς κατοχύρωση ισότητας και ισοδύναμου των ψήφων και της επιλογής των βουλευτών επικρατείας με βάση την σειρά λίστας (άρθρο 54), επινοήθηκε μια διαστροφή της δημοκρατίας, όπου η κυριαρχία αποσπάστηκε από τον φυσικό της φορέα, τον λαό και μεταφέρθηκε στους βουλευτές στο κοινοβούλιο την Κυβέρνηση και τα κόμματα.
    Έμπρακτη απόδειξη του γεγονότος αυτού είναι ότι ποτέ ο Ελληνικός Λαός δεν αποφάνθηκε για κορυφαίες πολιτικές επιλογές, όπως ήταν η διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων, η ένταξή μας στην ΕΟΚ, στην Ευρωζώνη , στο Ευρώ, στα μνημόνια και στο PSI.
    Συνεπώς το Σύνταγμα του 1975, διακηρύσσει την λαϊκή κυριαρχία μόνο στα λόγια και αποτρέπει με κάθε τρόπο την έκφραση και την άσκησή της στην πράξη. Μετατρέπει τους βουλευτές από το να είναι οι εντολοδόχοι του θέλησης του λαού , σε αντιπροσώπους του έθνους με απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου. Δεν δημιουργεί νομική υποχρέωση για τους βουλευτές , να είναι συνεπείς στην τήρηση των προεκλογικών δεσμεύσεων των, με βάση τις οποίες εκλέχθηκαν από τους εκλογείς πολίτες.
    Η λαϊκή κυριαρχία υπονομεύτηκε και αποδυναμώθηκε και με τη διάταξη της ερμηνευτικής δήλωσης του άρθρου 80 παράγραφος 2 της αναθεώρησης του 2001. Στηριζόμενοι σ’ αυτήν, οι κυβερνήσεις μας εκχώρησαν το προνόμιο της δημιουργίας του χρήματος αποκλειστικά στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που είναι ένα καρτέλ ιδιωτικών τραπεζών.
    Ο θεσμός αυτός δεν συνάδει με την θεμελιώδη διάταξη της λαϊκής κυριαρχίας του πολιτεύματός μας (άρθρο1 παρ.2), αφού της αφαιρεί ένα σημαντικότατο τμήμα εξουσίας από την αρμοδία κατά το Σύνταγμα εκτελεστική εξουσία, την άσκηση της νομισματικής πολιτικής.
    Με την διάταξη αυτή, ανοίξανε οι πολιτικοί μας την πόρτα για να πέσει η χώρα μας άοπλη στη αρένα του νεοφιλελευθερισμού, ως δόγματος σωστής λειτουργίας της οικονομίας.
    Στις Δημοκρατίες η δικαστική λειτουργία είναι έργο του δικαστικού σώματος, το οποίο πρέπει να είναι ανεξάρτητο από την Κυβέρνηση.
    Όμως, την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος , την έπληξε καίρια, η θεσπισθείσα συνταγματική διάταξη (αρ. 90 παρ.5), που δίνει την αρμοδιότητα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης στο Υπουργικό Συμβούλιο. Επίσης υπονομεύεται η ανεξαρτησία του και από το γεγονός ότι δεν θεσμοθετήθηκε στο άρθρο 89 διάταξη που να επιβάλλει το ανεπίτρεπτο του διορισμού εν ενεργεία ή συνταξιούχων δικαστών σε θέσεις διοικητών ή μελών συμβουλίων και επιτροπών διοικητικών οργάνων .
    Οι ρυθμίσεις των ανωτέρω άρθρων, ως έχουν, ευνόησαν την διαπλοκή μεταξύ του πολιτικού συστήματος και του δικαστικού σώματος.
    Άλλο άτοπο και άστοχο σε σχέση με την δικαιοσύνη είναι το γεγονός ότι με τις συνταγματικές διατάξεις (όπως αυτές αναθεωρήθηκαν), αφαιρέθηκαν δικαιοδοτικές αρμοδιότητες από το δικαστικό σώμα σχετικά με τα αδικήματα των Υπουργών και των βουλευτών και εκχωρήθηκαν στο νομοθετικό σώμα, την Βουλή (άρθρα 62 και 86).
    Αν και θεμελιώδης αρχή κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος είναι η διάκριση των τριών λειτουργιών της κρατικής εξουσίας, το σύνταγμα του 1975 δεν θεσμοθέτησε ασυμβίβαστο για την κατοχή του αξιώματος του Υπουργού και του Βουλευτή στο άρθρο 81.
    Είναι γεγονός ότι με το σύνταγμα του 1975 για πρώτη φορά τα πολιτικά κόμματα ρητά αναγνωρίζονται ως πολιτικά υποκείμενα, όργανα της πολιτείας μας ( άρθρο 29). Όμως η ρύθμιση αυτή δεν είναι πλήρης, γιατί δεν περιέχει τίποτε σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία των, πλην της σύστασης για δημοκρατική λειτουργία.
    Το 1975, για την θεσμική ισχυροποίηση της Κυβέρνησης και ιδιαίτερα του Πρωθυπουργού, που έγινε με τις διατάξεις του συντάγματος, προβλήθηκε τότε το επιχείρημα ότι είναι αναγκαία η ισχυρή εκτελεστική εξουσία, για την ταχεία και αποτελεσματική αντιμετώπιση των περίπλοκων και δύσκολων προβλημάτων της εποχής μας.
    Με την αναθεώρηση του 1986, η αναθεωρητική Βουλή , οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας περιορίσθηκαν , ενώ ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο εκείνες του Πρωθυπουργού με αποτέλεσμα να θεμελιωθεί μια διαδοχική τετραετής απολυταρχία του εκάστοτε εκλεγμένου πρωθυπουργού με κοινοβουλευτικό μανδύα.
    Περαιτέρω, πολύ ποιο σοβαρή υπονόμευση της λαϊκής κυριαρχίας θεσμοθετήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 28. Αυτή λειτουργεί ως κουκούλι, που μέσα του επωάζεται η ολοκληρωτική κατάλυση της ελληνικής πολιτείας, της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, υπέρ των διεθνών υπερκρατικών οργάνων, αγορών, δανειστών και “επενδυτών”, γιατί κρύβει μέσα της την δυνατότητα αποδόμησης της συνταγματικής υπόστασης του κράτους μας με την δυνατότητα που παρέχει μεταβίβασης κυριαρχικών αρμοδιοτήτων στα παραπάνω υποκείμενα.
    Η υποταγή μας στην ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η οποία μετά από την διαδρομή μιας πορείας εξήντα περίπου ετών αποδεικνύεται χίμαιρα και ονειδιστική ουτοπία, οδήγησε το κράτος μας, έχοντας χάσει έμμεσα την αφεαυτής αυτοδυνάμως επιβαλλομένη ενιαία αδιαίρετη και αναπαλλοτρίωτη εξουσία του, ήτοι την κυριαρχία του, να αδυνατεί να λάβει αυτογνώμονα αποφάσεις.
    Ήδη η δυνατότητα αυτή έγινε πραγματικότητα και την βιώνουμε δυστυχώς σήμερα υπό το καθεστώς των μνημονίων .
    Έτσι, με τις διατάξεις των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων της περιόδου 2010-2015 έχει πλέον γίνει το πέρασμα του ελέγχου της χώρας σε υπερκρατικά και υπερεθνικά κέντρα εξουσίας. Σαφέστατα φαίνεται αυτό στις ρυθμίσεις της απόφασης της συνόδου των αρχηγών των κρατών – μελών της Ευρωζώνης της 12-7-2015, που επικύρωσε ο νόμος 4334/2015 (Φ.Ε.Κ. 80/16-7-2015 Τ.Α.), στην οποία χαρακτηριστικά αναφέρεται επί λέξει: «Η κυβέρνηση πρέπει να συσκέπτεται και να συμφωνεί με τους θεσμούς για όλα τα σχέδια νόμου στους σχετικούς τομείς, με επαρκές χρονικό περιθώριο πριν την υποβολή τους για δημόσια διαβούλευση ή το κοινοβούλιο….. Η Ελληνική Κυβέρνηση θα επανεξετάσει με σκοπό την τροποποίηση την νομοθεσία που εισήχθη σε αντίθεση με την συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, υπαναχωρώντας σε δεσμεύσεις προηγουμένων προγραμμάτων…….»
    Μετά από την επιβολή των τριών μνημονίων και των εφαρμοστικών των νόμων, η συνταγματική τάξη στην χώρα έχει αλλάξει ριζικά. Οι επιβληθείσες «διεθνείς δεσμεύσεις» της, έχουν αναδειχθεί σε απόλυτο ρυθμιστή της εσωτερικής έννομης τάξης. Κανένα ανθρώπινο, κοινωνικό, ή πολιτικό δικαίωμα του ελληνικού λαού (άρθρα 4 παρ.5, 21, 22 και 25 του Συντάγματος) δεν υπερτερεί έναντι των «διεθνών δεσμεύσεων».
    Η Πολιτεία μας , με την απορρύθμιση του κοινωνικού κράτους, δεν παρέχει σωστές δημόσιες υπηρεσίες στους πολίτες και δεν συνεργάζεται με άλλα κράτη ισότιμα, ως μέλος της διεθνούς κοινότητας .
    Το ότι οι διατάξεις αυτές, όπως και πλήθος άλλων των δανειακών συμβάσεων είναι αντισυνταγματικές , δεν αναιρούν τις διεθνείς δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Κυβέρνηση και η Βουλή της χώρας .
    Η παραμονή στο σημερινό πολιτειακό πλαίσιο, δίνει το δικαίωμα στα κράτη δανειστές της χώρας και στα όργανα της ευρωζώνης να παρεμβαίνουν ανοιχτά στα εσωτερικά μας και να ασκούν πιέσεις με κάθε τρόπο και μέσο. Καμιά από τις διεθνείς δεσμεύσεις που έχουν περάσει στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας δεν μπορούμε να αρνηθούμε, υπό το υπάρχων συνταγματικό και πολιτειακό πλαίσιο.
    Με άλλα λόγια, η εμμονή μόνο σε αναθεώρηση του ισχύοντος συντάγματος , δεν αποτρέπει το θεμελιωμένο με τα μνημόνια και τις συμβάσεις διεθνές δικαίωμα επέμβασης στο εσωτερικό της χώρας, με πρόφαση ή αιτία τυχόν άρνησή της να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της.
    Όσο διατηρείται η περίφημη «συνέχεια του κράτους», δηλαδή όσο ο λαός αναγνωρίζει το υπάρχων πολιτειακό σύστημα μέσα στα πλαίσια του οποίου έχουν αναληφθεί οι δεσμεύσεις (παράνομα ή νόμιμα είναι αδιάφορο από την σκοπιά του διεθνούς δικαίου και των αντισυμβαλλόμενων κρατών), τόσο θα δίνει το δικαίωμα να διεκδικούν την χώρα του οι διεθνείς τοκογλύφοι, τα κράτη και οι οργανισμοί που τους προστατεύουν.
    Με δεδομένα όλα τα ανωτέρω, επιβάλλεται ο λαός μας, ως αναπαλλοτρίωτη πηγή όλων των εξουσιών, να αναδείξει μέσω εκλογών νέα Εθνική Εθνοσυνέλευση, η οποία θα συντάξει νέο σύνταγμα, εξ υπαρχής συγκρότησης νέου κράτους, γνήσια δημοκρατικού, με ρεαλιστικούς θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, με λειτουργικές διαδικασίες και ευρείες αρμοδιότητες, αποσκοπώντας στην οργάνωση ενός κράτους ενεργών πολιτών και όχι υπηκόων.
    Το πολιτικό σύστημα πρέπει από δημιούργημα μηχανισμών, να γίνει ο πραγματικός εντολοδόχος των Ελλήνων πολιτών, γνήσια αντιπροσωπευτικό, του εκλογικού σώματος και η βούληση της κοινωνίας πρέπει να γίνει θεσμός της πολιτείας.
    Έτσι ενεργώντας , θα δικαιωθούμε απέναντι στους λαούς της Γης, αφού θα τους κάνουμε να θυμηθούν από πού καταγόμαστε και συγχρόνως να τους υποδείξουμε μια νέα εμπνευσμένη σύγχρονη πρωτοποριακή γνήσια δημοκρατική κρατική οργάνωση, αντάξια της κληρονομιάς μας, προσφορά μας στην ανθρωπότητα.

    Νικήτας Αποστόλου
    πτυχιούχος του Πάντειου Πανεπιστημίου
    Συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος και
    πρώην Τμηματάρχης Υπουργείου Γεωργίας
    κάτοικος Ιωαννίνων (οδός Ν. Ζέρβα αρ. 39)

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,656ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
18,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα