του Δημήτρη Μακροδημόπουλου
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και όσα προηγήθηκαν με την αναγνώριση από τον πρόεδρο Πούτιν της ανεξαρτησίας του Λουγκάνσκ και του Ντονμπάς όπου κατοικούν ρωσόφωνοι, θα πρέπει να θεωρηθεί ως η απάντηση της Μόσχας σε όσα συνέβησαν από τον Νοέμβριο του 2013 και μετά στην πλατεία Ανεξαρτησίας του Κιέβου και οδήγησαν στην βίαιη αποκαθήλωση του εκλεγμένου ρωσόφιλου προέδρου Γιαννουκόβιτς. Τί είχε συμβεί στην Ουκρανία;
Μέχρι τότε στην εξουσία της Ουκρανίας εναλλάσσονταν ρωσόφιλοι και δυτικόφιλοι πρόεδροι. O δυτικόφιλος πρόεδρος Βίκτορ Γιουστσένκο και η πρωθυπουργός Γιούλια Τιμοσένκο προηγήθηκαν του Γιαννουκόβιτς. Όλα ξεκίνησαν όταν ο Γιαννουκόβιτς αρνήθηκε τη σύνδεση της χώρας του με την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια της «Ανατολικής Συνεργασίας» που απευθύνονταν από τις Βρυξέλλες σε μετασοβιετικά κράτη, προκρίνοντας την τελωνειακή ένωση που προωθούσε η Ρωσία με πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες. Δηλαδή να μην ενταχθεί η Ουκρανία στη δυτική σφαίρα επιρροής αλλά στη ρωσική. Εκεί επικεντρώνεται και σήμερα η διαμάχη. Στις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που ακολούθησαν στην πλατεία Ανεξαρτησίας του Κιέβου από δυτικόφιλους πολίτες, επικεφαλής τέθηκαν ο ένοπλος ναζιστικός “Δεξιός Τομέας” και το εθνικοσοσιαλιστικό “Σβόμποντα” που είχε ως σήμα παραλλαγή της σβάστικας, και προσέδωσαν στις διαμαρτυρίες χαρακτήρα συγκρούσεων με την ενθάρρυνση της Γερμανίας και των ΗΠΑ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 5 Δεκεμβρίου 2013 ο Γερμανός ΥΠΕΞ Γκίντο Βέστερβελε σε μια πρωτοφανή παρέμβαση στην ουκρανική πολιτική κρίση διαδήλωσε στα οδοφράγματα στο Κίεβο μαζί με τους διαδηλωτές, διαβεβαιώνοντας ότι «οι πύλες της ΕΕ παραμένουν ανοιχτές». Ακολούθησαν, η επικεφαλής της Εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ Κάθριν Άστον, η βοηθός ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Βικτόρια Νούλαντ, ο προεδρικός υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων το 2008 Τζο Μακκέιν, που επισκέφθηκαν το Κίεβο ενθαρρύνοντας τους διαδηλωτές κατά της νόμιμης πολιτειακής εξουσίας της χώρας. Ήταν και οι συναντήσεις της καγκελαρίου στο Βερολίνο με τους επίδοξους ανατροπείς της νόμιμης εξουσίας του Κιέβου, και εν τέλει η αποδοχή ενός πραξικοπηματικού καθεστώτος με έντονες ναζιστικές αποχρώσεις μετά τη φυγάδευση του Γιαννουκόβιτς. Με αυτή την έννοια η αναφορά περί ναζιστικοποίησης της Ουκρανίας δεν είναι χωρίς περιεχόμενο. Δηλαδή, κατά πόσο στελέχη των δύο αυτών ναζιστικών φασιστικών οργανώσεων μετά την κατάληψη της εξουσίας έχουν εμπλακεί στην πολιτική ζωή της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στελέχη τους συμμετείχαν στη μεταβατική κυβέρνηση ενώ ο ναζιστικός χαιρετισμός του πρώτου πρωθυπουργού Αρσένι Γιατσένιουκ, μετά την βίαιη αποκαθήλωση του Γιαννουκόβιτς, είναι δεδομένος. Αυτούς στήριξε η Δύση προκειμένου να επεκτείνει την επιρροή της στην Ουκρανία έναντι της Ρωσίας. Είναι άμοιρη ευθυνών για τα σημερινά δεινά του ουκρανικού λαού, δυτικόφιλων και ρωσόφωνων;
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε στις συνιστώσες ομόσπονδες δημοκρατίες της με τη διενέργεια δημοψηφισμάτων χωρίς να πέσει ούτε μία τουφεκιά. Όσες φορές επιχειρήθηκε αυτό στη Δύση αποδείχθηκε αδύνατο. Στην Καταλωνία, στους Βάσκους, στη Σκωτία, στη Βόρεια Ιρλανδία. Ο Γούντροου Ουίλσον, πρόεδρος των ΗΠΑ μετά το τέλος του Α’ Παγκόσμιου πολέμου, με τα 14 σημεία της διακήρυξής του ζητούσε την αυτοδιάθεση των εθνών. Σήμερα όλα αυτά γίνονται αποδεκτά επιλεκτικά, όπως στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, με μοναδικό υποβολέα κάθε φορά τα συμφέροντα που εξυπηρετούνται.
Όμως γιατί διαλύθηκε και η Γεωργία το 2008 στις συνιστώσες της (Αμπχαζία, Ν. Οσετία) όπως συμβαίνει σήμερα στην Ουκρανία με το Ντονμπάς και το Λουγκάνσκ; Διότι οι εθνικισμοί διαλύουν, δεν ενώνουν και αξιοποιούνται ως όχημα για παρεμβάσεις τρίτων, με τις λεγόμενες “πολύχρωμες επαναστάσεις”. Έγραφε ο Ούλριχ Μπεκ προφητικά το 1993 ερμηνεύοντας τη διάλυση της ΕΣΣΔ: «Δεν είναι η Δύση που εξάλειψε τον κομμουνισμό αλλά οι καταπιεσμένοι εθνικισμοί. Απ’ αυτήν τη νίκη γεννιέται το μυστικό του εθνικιστικού ενθουσιασμού, ο οποίος απειλεί να πνίξει τώρα στο αίμα την Ευρώπη». Διότι ο εθνικισμός, στις μεταψυχροπολεμικές συνθήκες, πυροδοτεί μια διελκυστίνδα εξελίξεων χωρίς τέλος: Οι αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στη διάλυση των πολυεθνικών κρατών (Γιουγκοσλαβία, ΕΣΣΔ) στα όρια των ομόσπονδων Δημοκρατιών τους, που διατήρησαν άθικτο το διοικητικό μηχανισμό, εγκλώβισαν όμως τα σπέρματα της μελλοντικής τους διάλυσης με τις πολυπληθείς σερβικές και ρωσικές μειονότητες αντίστοιχα. Διότι άλλα τα κριτήρια της οριοθέτησης των ομόσπονδων Δημοκρατιών σε ένα πολυεθνικό κράτος και άλλα τα κριτήρια με την ανεξαρτητοποίησή τους στα ίδια σύνορα, όταν η πολυεθνικότητα αναδεικνύεται σε μοχλό παρέμβασης τρίτων. Αυτό συνέβη στη Γιουγκοσλαβία, όπου ο Τίτο είχε χαράξει τα όρια των ομόσπονδων Δημοκρατιών κατά τρόπο ώστε να αποδυναμώσει την κυρίαρχη εθνότητα των Σέρβων, με αποτέλεσμα σερβικοί πληθυσμοί να εγκλωβιστούν παντού. Με ανάλογο τρόπο και στην ΕΣΣΔ ο Λένιν είχε ως πρώτο μέλημα την καταπολέμηση του μεγαλορωσικού σοβινισμού γιαυτό και σε όλες τις πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες υπάρχουν πολυπληθείς ρωσικές μειονότητες. Αυτό συνέβη και στην Ουκρανία. Με τη διαφορά ότι μεγαλύτερες δυνατότητες παρέμβασης είχε η Δύση στη Γιουγκοσλαβία παρά στην πρώην σοβιετική επικράτεια, που η Μόσχα τη θεωρεί ως «Εγγύς εξωτερικό» και προβάλλει την ευθύνη της ασφάλειας των ρωσικών πληθυσμών.
Όμως το μήνυμα που θα πρέπει να εισπράξει η Δύση και η χώρα μας σήμερα, με τη βάση της Αλεξανδρούπολης και όχι μόνον, είναι ότι η έκταση και η ένταση της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία είναι εξαιρετικά δυσανάλογη ως προς το διακύβευμα, δηλαδή την απειλή που υφίστανται οι ρωσόφωνοι του Λουγκάνσκ και του Ντονμπάς. Η υπερβολή αυτή αποκαλύπτει την ανασφάλεια της Μόσχας, μιας μεγάλης πυρηνικής δύναμης, και αυτή η διαπίστωση αναδεικνύει τον τεράστιο κίνδυνο για την παγκόσμια ειρήνη αφού η ανασφάλεια από ένα σημεία και πέρα δεν αποκλείει απονενοημένες ενέργειες. Η περικύκλωση της Ρωσίας που συνεχίζει να προωθείται από τη Δύση με φορέα το ΝΑΤΟ με την αξιοποίηση των εθνικισμών στις πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, δημιουργεί στη Μόσχα εύλογες ανησυχίες για τη μελλοντική υπόσταση της ίδιας της Ρωσικής Ομοσπονδίας που συντίθεται από μεγάλο αριθμό εθνοτήτων. Εκεί θα πρέπει να αποδοθεί η σφοδρότητα της ρωσικής εισβολής και θα πρέπει να εκληφθεί από τη Δύση ως προειδοποίηση από τη Μόσχα για μελλοντικές αντιδράσεις της χωρίς όρια εφόσον θεωρήσει ότι απειλείται. Όταν οι ΗΠΑ επικαλούνται λόγους εθνικής ασφαλείας απλά για να προωθήσουν τα συμφέροντα τους σε παγκόσμια κλίμακα, οι φόβοι της Ρωσίας για την μελλοντική της υπόσταση έχουν λογική βάση και θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη από τη Δύση.
Μακροδημόπουλος Δημήτρης
Αλεξ/πολη – κιν. 6947-771412
26/2/2022