Γ. Τζογόπουλος στην «Κ»: Συνέχεια στις τουρκικές επιδιώξεις

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

Η τρέχουσα ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις περισσότερο αποτελεί συνέχεια των επιδιώξεων της Αγκυρας παρά καινούργια τακτική.

Η τρέχουσα ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις περισσότερο αποτελεί συνέχεια των επιδιώξεων της Αγκυρας παρά καινούργια τακτική. Η συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη τον Μάρτιο είχε γίνει υπό πρωτόγνωρες συνθήκες –λόγω του πολέμου στην Ουκρανία– και δύσκολα θα επηρέαζε δραματικά τις τουρκικές επιδιώξεις μεσοπρόθεσμα. Ετσι, μετά μια πολύ μικρή περίοδο σχετικής ηρεμίας, η κατάσταση επανήλθε γρήγορα στο προηγούμενο επικίνδυνο επίπεδο.

Η σύνδεση της στρατιωτικοποίησης ορισμένων νησιών του Αιγαίου με την αμφισβήτηση της κυριαρχίας τους από τη γειτονική χώρα είναι γνωστή εδώ και καιρό. Το ίδιο ακριβώς ισχύει με την ενίσχυση των αμυντικών δεσμών Ελλάδας – Ηνωμένων Πολιτειών, που προβληματίζει ιδιαίτερα την Αγκυρα. Από την οπτική της τελευταίας, υπάρχει ανησυχία πως η λειτουργία του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης ως στρατιωτικής βάσης ίσως επηρεάσει τους αμερικανικούς στρατηγικούς υπολογισμούς στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Στη δημόσια ρητορική η Τουρκία χαρακτηρίζεται μεν ως αναπόσπαστο μέλος της Συμμαχίας, αλλά είναι γνωστό πως η Ουάσιγκτον προσπαθεί να βρει αντίδοτο στην αυτονομία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι ότι η κυβέρνηση Ερντογάν εξακολουθεί να ρίχνει γέφυρες σε ορισμένες χώρες με τις οποίες είχε έλθει σε ρήξη στο παρελθόν, αλλά όχι με την Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, που ο υπουργός εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο συνεννόησης με το Ισραήλ, ο Τούρκος πρόεδρος αναφέρει πως δεν επιθυμεί να ξανασυναντήσει τον Ελληνα πρωθυπουργό. Σίγουρα, η Τουρκία δεν διαβλέπει ουσιαστική αντίδραση από την Ευρωπαϊκή Ενωση, που καταπιάνεται μόνον με την ουκρανική κρίση. Υπολογίζει, παράλληλα, στη βελτίωση των σχέσεών της με τη Γαλλία, που ήταν εξαιρετικά προβληματικές το 2020. Προχθες ο Ερντογάν και ο Μακρόν είχαν μακρά τηλεφωνική επικοινωνία προς την κατεύθυνση αυτή.

Η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για το χειρότερο δυνατό σενάριο. Ακόμα και αν ο Ερντογάν χάσει τις επόμενες εκλογές, ο διάδοχός του δεν πρόκειται να αλλάξει πολιτική σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά.

Επίσης, το γεγονός ότι η Τουρκία εισέρχεται σε προεκλογική περίοδο μπορεί να επηρεάζει –έως ένα βαθμό– την πολιτική της έναντι της Ελλάδας. Βέβαια, είναι αμφίβολο κατά πόσον η πλειονότητα των Τούρκων πολιτών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν σημαντικά οικονομικά προβλήματα, ασχολούνται με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής στην καθημερινότητά τους. Ακόμα και αν κάποιοι το πράττουν, τα ελληνοτουρκικά δεν είναι προτεραιότητά τους.

Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για το χειρότερο δυνατό σενάριο. Ακόμα και αν ο Ερντογάν χάσει τις επόμενες εκλογές, ο διάδοχός του δεν πρόκειται να αλλάξει πολιτική σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά. Παρά τις πολλές και μεγάλες δυσκολίες των τελευταίων ετών, η Toυρκία έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα, που είναι ο περισσότερο δυναμικός και νεανικός χαρακτήρας της κοινωνίας της συγκριτικά με την ελληνική. Η παράμετρος αυτή επηρεάζει τη γενικότερη γεωπολιτική προσέγγιση της γειτονικής χώρας και θα είναι χρήσιμο αν δεν την αγνοήσουμε.

* Ο δρ Γιώργος Ν. Τζογόπουλος είναι senior fellow στο ΕΛΙΑΜΕΠ και στο Begin Sadat Centre του Ισραήλ. Την τρέχουσα περίοδο είναι λέκτωρ Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Luiss της Ρώμης.

“Καθημερινή”

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,750ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
22,400ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα