Γιατί εκτινάχθηκε το κόστος της ενέργειας

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

Ειδικοί της αγοράς αναλύουν τις αιτίες της κρίσης, τονίζοντας ότι οι ΑΠΕ είναι η λύση και όχι η αιτία του προβλήματος

giati-ektinachthike-to-kostos-tis-energeias-561538717

Η μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συνιστά ασπίδα προστασίας από κρίσεις σαν αυτή που βιώνει σήμερα η Ευρώπη και η οποία οφείλεται στην απότομη άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου. Στην εκτίμηση αυτή συμπίπτουν στελέχη και αναλυτές της αγοράς ενέργειας, στους οποίους απευθύνθηκε η «Κ».

Κάποιοι, όπως ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Γιώργος Περιστέρης, σημειώνουν ότι το αποτύπωμα της κρίσης στην οικονομία θα ήταν μικρότερο εάν δεν είχαν καθυστερήσει επενδύσεις στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και την υποθαλάσσια αποθήκευση φυσικού αερίου. Αλλοι, όπως o πρόεδρος της Ενωσης των ενεργοβόρων βιομηχανιών, Αντώνης Κοντολέων, υποστηρίζουν πως θα πρέπει να επανεξετασθεί η απόφαση για άμεση απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων, άποψη με την οποία φαίνεται να διαφωνεί ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, ο οποίος επισημαίνει πως η μεγάλη αύξηση των τιμών των ρύπων διοξειδίου του άνθρακα «δικαιώνουν πλήρως την ελληνική επιλογή για γρήγορη αποανθρακοποίηση».

Ως προς τη διάρκεια αυτής της κρίσης, κανένας δεν είναι πρόθυμος να ρισκάρει. Ολοι συμφωνούν πως αιτία είναι η ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης για φυσικό αέριο, ο περυσινός βαρύς χειμώνας στην Ευρώπη, κάποιοι σημειώνουν και «εμπορικούς τακτικισμούς στρατηγικών προμηθευτών της Ε.Ε. που εκμεταλλεύονται την εθελούσια κατάρρευση της εγχώριας παραγωγής και την πανηγυρική αποτυχία της ευρωπαϊκής στρατηγικής διαφοροποίησης πηγών και οδεύσεων φυσικού αερίου μετά το 2010». Ο κ. Στάσσης εκτιμάει πως «η κρίση φυσικού αερίου» θα εξομαλυνθεί σταδιακά και θα επιστρέψουμε σε κανονικά επίπεδα αποθεμάτων και τιμών φυσικού αερίου, μόλις αποκατασταθούν οι ροές, κυρίως από τη Ρωσία. Αμεσο επακόλουθο θα είναι η εξομάλυνση και των τιμών Η/Ε στην Ελλάδα και την Ευρώπη εντός του 2022. Επειδή ωστόσο αυτό είναι μεγάλο διάστημα, κάποιοι επισημαίνουν την ανάγκη να στηριχθούν τόσο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά και κυρίως να γίνουν δομικές παρεμβάσεις στην αγορά, «διαφορετικά πολύ γρήγορα οι απλοί καταναλωτές θα παύσουν να υποστηρίζουν την πράσινη μετάβαση».

Η τέλεια καταιγίδα στην αγορά του φυσικού αερίου

giati-ektinachthike-to-kostos-tis-energeias0Μαρία Ρίτα Γκάλι*

Η αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου στην Ευρώπη εγείρει ανησυχίες για την ασφάλεια του εφοδιασμού αυτόν τον χειμώνα. Η κρίση είναι παγκόσμια και οι τιμές του φυσικού αερίου κινούνται ανοδικά, καθώς η ζήτηση αυξάνεται παγκοσμίως, λόγω της οικονομικής ανάκαμψης και του πλήρους ανοίγματος των οικονομιών.

Η Ευρώπη βλέπει μια τέλεια καταιγίδα στην αγορά φυσικού αερίου λόγω ενός συνδυασμού παραγόντων, τόσο από την πλευρά της προσφοράς όσο και της ζήτησης. Η ζήτηση αυξήθηκε για διάφορους λόγους, συμπεριλαμβανομένου του ότι η Ευρώπη είχε έναν δριμύτερο χειμώνα το 2020-2021, με την περίοδο θέρμανσης να διαρκεί περισσότερο από το συνηθισμένο. Αυτό, σε συνδυασμό με τη σταδιακή κατάργηση του λιγνίτη και την κακή χρονιά στην αιολική παραγωγή, αύξησε την ανάγκη για φυσικό αέριο.

Στην Ελλάδα από πέρυσι υπάρχει μια σταθερά υψηλή μέση ζήτηση φυσικού αερίου για την ηλεκτροπαραγωγή της τάξης του 160.000 MWh/ημέρα (με αιχμή 210.000 MWh/ημέρα), δηλαδή 43% υψηλότερη από την προηγούμενη χειμερινή περίοδο. Υπήρξαν επίσης διάφορα θέματα από την πλευρά του εφοδιασμού της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης της λιγότερης συντήρησης των κοιτασμάτων φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια της κρίσης COVID-19, λιγότερες επενδύσεις και σταδιακή κατάργηση του μεγαλύτερου κοιτάσματος φυσικού αερίου της Ε.Ε. στο Γκρόνινγκεν (Ολλανδία) από το 2018.

Η Ρωσία αυτό το καλοκαίρι είχε περιορίσει τις εξαγωγές, καθώς αναπλήρωνε τις αποθήκες της με Φ.Α., χωρίς όμως να σταματήσει να πληροί τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ευρώπη. Οι αποθήκες Φ.Α. της Ευρώπης είναι τώρα στο 74%, όταν την ίδια περίοδο πέρυσι ήταν στο 94%, σύμφωνα με την Gas Infrastructure Europe. Στην Ελλάδα επανέρχεται το ζήτημα της εποχιακής έλλειψης, αλλά και στρατηγικής αποθήκευσης φυσικού αερίου – και στο μέλλον υδρογόνου.

Ο ΔΕΣΦΑ εγγυάται την πλήρη ετοιμότητα του συστήματος, καθώς δεν προγραμματίζονται συντηρήσεις στο εθνικό δίκτυο φυσικού αερίου, ενισχύοντας περαιτέρω την αξιόπιστη και αδιάκοπη λειτουργία του. Η χωρητικότητα των σημείων εισόδου από τον Βορρά (170.000 MWh/ημέρα) και της Ρεβυθούσας (200.000 MWh) μπορεί να καλύψει την υψηλή ζήτηση φυσικού αερίου στην ελληνική επικράτεια σε περιόδους κρύου κατά την επερχόμενη χειμερινή περίοδο, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα προμηθεύεται ομαλά από τα βόρεια σημεία εισόδου του συστήματος και ότι πραγματοποιείται ένας σωστός προγραμματισμός αφίξεων φορτίων LNG.

Οι προμηθευτές αερίου θα έχουν καθοριστικό ρόλο στην εξασφάλιση ομαλής και σταθερής ροής αερίου στη χώρα. Τα αποτελέσματα της δημοπρασίας για την κατανομή της χωρητικότητας στη Ρεβυθούσα θα αποτελέσουν σημαντική ένδειξη για το πόσο LNG θα καταφέρει να εξασφαλίσει η ελληνική αγορά.

* Η κ. Μαρία Ρίτα Γκάλι είναι διευθύνουσα σύμβουλος του ΔΕΣΦΑ.

Οι ΑΠΕ μειώνουν τις τιμές

giati-ektinachthike-to-kostos-tis-energeias2Γιώργος Περιστέρης*

Οι αυξημένες τιμές στο ρεύμα οφείλονται στις μεγάλες αυξήσεις στο φυσικό αέριο. Χωρίς τη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, οι τιμές του ρεύματος θα ήταν ακόμη υψηλότερες. Οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, που στο παρελθόν επιδότησαν τις ΑΠΕ μέχρι να ωριμάσουν οι τεχνολογίες, δικαιώνονται απόλυτα για την επιλογή τους.

Σήμερα, οι ώριμες τεχνολογίες ΑΠΕ αποτελούν τη φθηνότερη ηλεκτροπαραγωγή. Μάλιστα, τις μέρες που καταγράφεται υψηλό αιολικό δυναμικό, οι τιμές πέφτουν κατά 30%.  Οι ΑΠΕ λοιπόν κατακρημνίζουν τις τιμές. Για να υπάρξει όμως ακόμη μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ και ακόμη χαμηλότερες τιμές για όλους, πρέπει να υπάρξει αποθήκευση μεγάλης κλίμακας, όχι μόνο ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και φυσικού αερίου. Για παράδειγμα, αν λειτουργούσε ο αντλησιοταμιευτικός σταθμός της Αμφιλοχίας (680 MW), η ετήσια εξοικονόμηση που θα προέκυπτε για το ηλεκτρικό μας σύστημα θα ήταν της τάξης των 120 εκατομμυρίων ευρώ, χρήματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται για την ανακούφιση των νοικοκυριών, που πλήττονται σήμερα από τις υπέρογκες αυξήσεις στο ρεύμα.

Αντίστοιχα, αν είχαμε σε λειτουργία την υποθαλάσσια αποθήκη αερίου της Νότιας Καβάλας, θα είχαμε ένα σημαντικό όπλο έναντι των διακυμάνσεων των διεθνών τιμών του αερίου και ετήσια εξοικονόμηση της τάξης των 400 εκατ. – με βάση τα τρέχοντα επίπεδα τιμών του φυσικού αερίου.

* Ο κ. Γιώργος Περιστέρης είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.

Γεωπολιτικά παιχνίδια με όπλο την ενέργεια

giati-ektinachthike-to-kostos-tis-energeias4Θεόδωρος Τσακίρης*

Οι αλματώδεις πανευρωπαϊκές αυξήσεις στις τιμές Φ.Α., που συμπαρασύρουν τις τιμές του ρεύματος, δεν σχετίζονται με την αύξηση της συμμετοχής διακοπτόμενων ΑΠΕ στο ευρωπαϊκό μείγμα ηλεκτροπαραγωγής. Η εποχική αυτή εκτόξευση των τιμών φαίνεται να έχει περισσότερο σχέση με εμπορικούς τακτικισμούς στρατηγικών προμηθευτών της Ε.Ε., που εκμεταλλεύονται την εθελούσια κατάρρευση της εγχώριας παραγωγής και την πανηγυρική αποτυχία της ευρωπαϊκής στρατηγικής διαφοροποίησης πηγών και οδεύσεων Φ.Α. μετά το 2010.

Η ενεργειακή μετάβαση είναι οικονομικά αναπόφευκτη και ηθικά επιβεβλημένη. Αυτό που ωστόσο έχει διαφύγει της προσοχής κεντρικών σχεδιαστών της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής, είναι ότι η μετάβαση σε ένα μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα δεν μπορεί να υλοποιηθεί ταχύτερα από τους μεταλλευτικούς πόρους και τα διαθέσιμα τεχνολογικά μέσα που θα καταστήσουν αυτή τη μετάβαση δίκαιη, ασφαλή και εμπορικά ανταγωνιστική για την Ευρώπη, την ώρα μάλιστα που τα μέσα αυτά δεν είναι και δεν θα είναι ισομερώς διαθέσιμα σε όλα τα κράτη της Ε.Ε. Αντιθέτως, τα κρίσιμα ενεργειακά μεταλλεύματα που καθιστούν τη μετάβαση αυτή εφικτή βρίσκονται σε ποσοστά 90% εκτός της Ε.Ε., υπό τον έλεγχο γεωπολιτικά ασταθών περιοχών και ανταγωνιστικών προς την Ευρώπη δυνάμεων.

Καθώς στοχεύουμε σε ένα ευρωπαϊκό ηλεκτροπαραγωγικό μείγμα με ποσοστά ΑΠΕ έως 70%-75% έως το 2030, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι ένα τέτοιο σύστημα δεν θα μπορεί να παράσχει το ίδιο επίπεδο ασφαλείας και επάρκειας με το σημερινό, εν τη απουσία αξιόπιστων λύσεων που θα ισοσταθμίσουν τη μεταβλητότητα και τη χαμηλή αποδοτικότητα ηλιακών και αιολικών μονάδων. Οι λύσεις αυτές, σε μια Ε.Ε. που γυρνάει την πλάτη της σε νέες υδροηλεκτρικές και πυρηνικές μονάδες, περιορίζονται κατά κύριο λόγο στην αύξηση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων και την ανάπτυξη συστημάτων ενεργειακής αποθήκευσης, προεξαρχουσών των μπαταριών λιθίου. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι α) πολύ μεγάλος αριθμός ευρωπαϊκών κρατών έχει ανεπαρκείς διασυνδέσεις σε σχέση με τις παρούσες και μελλοντικές αιχμιακές του ανάγκες, την ώρα που οι περίοδοι υπερυψηλής ζήτησης αυξάνουν κάθε χρόνο και β) ότι οι καλύτερες μπαταρίες που θα αναπτυχθούν μέσα σε αυτή τη δεκαετία μπορούν να παράσχουν στο σύστημα εφεδρείες μερικών ωρών, όχι μερικών ημερών.

Συνεπώς, για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά μια αιχμιακή υπερζήτηση που θα αδρανοποιήσει είτε το ηλιακό είτε το αιολικό μας δυναμικό, χρειαζόμαστε την ανάπτυξη νέων ευέλικτων και υπεραποδοτικών (65%+) μονάδων Φ.Α., το ανθρακικό αποτύπωμα των οποίων μπορούμε να μειώσουμε μακροπρόθεσμα μέσα από την ανάπτυξη μονάδων CCS. Σε διαφορετική περίπτωση τα υποστυλώματα της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης θα αρχίσουν να τρίζουν υπό τον κίνδυνο ενός καταστρεπτικού blackout, αντίστοιχου με αυτό που έλαβε χώρα στο Τέξας τον περασμένο Φεβρουάριο.

* Ο κ. Θεόδωρος Τσακίρης είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής και Ενεργειακής Πολιτικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Η κρίση θα έχει διάρκεια και σοβαρές συνέπειες

giati-ektinachthike-to-kostos-tis-energeias6Αντώνης Κοντολέων*

Το κοινό κείμενο –  πρόταση, που προσυπέγραψαν προχθές οι υπουργοί Οικονομικών της Ελλάδας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Τσεχίας και της Ρουμανίας για τα διαρθρωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν στη λειτουργία των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, για να αντιμετωπιστεί η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους σε μόνιμη βάση, δυστυχώς συναντάει την άρνηση της Ε.Ε. και πολλών ισχυρών χωρών, οι οποίες θεωρούν ότι το πρόβλημα είναι παροδικό.

Κρίση διαρκείας

Η Ε.Ε. φαίνεται ότι προς το παρόν αρνείται να παραδεχθεί ότι για όλη την περίοδο που θα απαιτηθεί για τη μετάβαση σε πράσινη ενέργεια (2030-2050) οι ευρωπαϊκές οικονομίες, ανάμεσά τους και η δική μας, θα εξαρτώνται ακόμη από τα ορυκτά καύσιμα και επομένως η λήψη διαρθρωτικών μέτρων στις αγορές ενέργειας είναι μονόδρομος. Διαφορετικά, πολύ γρήγορα οι απλοί καταναλωτές θα παύσουν να υποστηρίζουν την πράσινη μετάβαση.
Οσον αφορά τη χώρα μας, με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε αυτονόητο να επανεξεταστεί η σχεδιαζόμενη άμεση απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων.

Οι επιπτώσεις από την εκτόξευση των τιμών ενέργειας είναι πολύ μεγαλύτερες για την ελληνική βιομηχανία στη μέση τάση, καθώς οι νέες συμβάσεις τις οποίες υποχρεώθηκαν να υπογράψουν στις αρχές του τρίτου τριμήνου του τρέχοντος έτους τους μετακυλίουν 100% το όποιο κόστος διαμορφώνεται στην αγορά.

Αναγκαία η στήριξη

Θεωρούμε ότι οι αρνητικές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία δεν θα αργήσουν να φανούν, με προφανή επίπτωση στην επιδιωκόμενη ανάπτυξη της οικονομίας μας. Απαιτείται η άμεση λήψη μέτρων στήριξης των μικρών βιομηχανιών πριν είναι αργά.

* Ο κ. Αντώνης Κοντολέων είναι πρόεδρος του Δ.Σ. της ΕΒΙΚΕΝ.

Στήριξη χωρίς εξαιρέσεις

giati-ektinachthike-to-kostos-tis-energeias8Γιάννης Αληγιζάκης*

Δύο χρόνια μετά την πανδημία, όπου η οικονομία σταδιακά ανακάμπτει και η πορεία της Ευρώπης είναι σε τροχιά ανάπτυξης, η ενεργειακή κρίση επιβραδύνει τις θετικές προοπτικές, κυρίως όμως αποτελεί απειλή για την κοινωνική συνοχή.

Η ενεργειακή κρίση είναι συνδυασμός διαφόρων παραγόντων, όπου τελικά πράγματι δημιουργούν την τέλεια καταιγίδα. Η αυξημένη ζήτηση αγαθών, οι επιπτώσεις της πανδημίας, αλλά και τα γεωπολιτικά παιχνίδια με τακτικές που αλλάζουν τα δεδομένα από τη μια στιγμή στην άλλη, είναι οι αιτίες που οδηγηθήκαμε στην κατάσταση αυτή.

Το κάθε κράτος-μέλος της Ε.Ε. οφείλει να πάρει μέτρα. Και προς την κατεύθυνση αυτή η ελληνική κυβέρνηση αναθεωρεί τον αρχικό της σχεδιασμό. Στο πετρέλαιο θέρμανσης, το οποίο θα κινηθεί σε επίπεδα τιμών τουλάχιστον 45% υψηλότερα των περυσινών, δημιουργείται ένα μεγάλο πρόβλημα στα νοικοκυριά που δεν θα βρουν λύσεις, με αποτέλεσμα κάποια να καταφύγουν σε επιλογές επιβαρυντικές για το περιβάλλον, ή να μη θερμανθούν καθόλου. Στόχο πρέπει να αποτελέσει ένα επίδομα, το οποίο θα καλύψει το 80% των νοικοκυριών, με ελάχιστες εξαιρέσεις και κριτήρια. Στο ηλεκτρικό ρεύμα η ετήσια κατανάλωση για τα νοικοκυριά φέτος θα ξεπεράσει τα 4 δισ. ευρώ, δηλαδή 1,5 δισ. ευρώ υψηλότερα από πέρυσι. Η πλήρης κάλυψη του αυξημένου κόστους ισοδυναμεί με 100 εκατ. ευρώ μηνιαίως, ποσό που είναι αδύνατον να καλυφθεί με οποιαδήποτε επιδοματική πολιτική.

Συνεπώς, επιβάλλεται μια ευρωπαϊκή συλλογική παρέμβαση. Η αποτελεσματική δημοσιονομική πολιτική για την αντιμετώπιση της πανδημίας, πρέπει να αποτελέσει τον οδηγό μιας νέας ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας. Το τίμημα δεν θα είναι μόνο οικονομικό και κοινωνικό. Σήμερα διατυπώνονται θέσεις που αμφισβητούν τα μέτρα για την κλιματική αλλαγή. Θα ήταν τραγικό λάθος να ανασταλούν τα μέτρα για την πράσινη ενέργεια και να ακυρωθεί ο στόχος των μηδενικών εκπομπών. Αυτό μας υποχρεώνει να αντιμετωπίσουμε με υπευθυνότητα και αποφασιστικότητα την κρίση.

* Ο κ. Γιάννης Αληγιζάκης είναι πρόεδρος ΣΕΕΠΕ και διευθύνων σύμβουλος ΕΛΙΝΟΪΛ.

Στις ΑΠΕ το «κλειδί» για φθηνότερη ενέργεια

giati-ektinachthike-to-kostos-tis-energeias10Γιώργος Στάσσης*

Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη χονδρεμπορική αγορά παντού στην Ευρώπη, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, παρουσιάζουν αυξητική τάση τους τελευταίους μήνες, ενώ πρόσφατα έχουν εκτιναχθεί σε πρωτοφανή επίπεδα, ξεπερνώντας ακόμη και τα 300 ευρώ/MWh σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, έναντι 35-40 ευρώ/MWh πέρυσι.
Βασικότερος λόγος της παραπάνω αύξησης των τιμών Η/Ε είναι η πρωτοφανής αύξηση των τιμών φυσικού αερίου, που ξεπέρασαν πρόσφατα τα 150 ευρώ/MWh, από 15 ευρώ/MWh πέρυσι. Αυτό οφείλεται κυρίως στα χαμηλά αποθέματα που υπάρχουν διαθέσιμα αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη (μεταξύ άλλων λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, προβλημάτων σε εγκαταστάσεις εξόρυξης φυσικού αερίου και ισχυρής ανάκαμψης στην μετά COVID-19 εποχή), χωρίς ορατή προοπτική βελτίωσης των αποθεμάτων στο προσεχές χρονικό διάστημα, καθώς οι ροές από Ρωσία είναι περιορισμένες και τα φορτία υγροποιημένου αερίου καλύπτουν κατά προτεραιότητα τις υψηλές ανάγκες της ασιατικής αγοράς. Αντιθέτως, είναι πολύ πιθανή η περαιτέρω επιδείνωση των αποθεμάτων λόγω αυξημένων καταναλώσεων φυσικού αερίου τον χειμώνα.

Η αύξηση των τιμών Η/Ε οφείλεται επίσης στην άνοδο των τιμών δικαιωμάτων εκπομπής CO2, από 25 ευρώ/τόνο πέρυσι σε 60 ευρώ/τόνο σήμερα, ως επακόλουθο των πολιτικών της Ε.Ε. για το κλίμα (π.χ. Fit for 55) και δικαιώνουν πλήρως την ελληνική επιλογή για γρήγορη απο-ανθρακοποίηση.

Αναμένουμε ότι η «κρίση φυσικού αερίου» θα εξομαλυνθεί σταδιακά και θα επιστρέψουμε σε κανονικά επίπεδα αποθεμάτων και τιμών φυσικού αερίου μόλις εξομαλυνθούν οι ροές, κυρίως από τη Ρωσία. Αμεσο επακόλουθο θα είναι η εξομάλυνση και των τιμών Η/Ε στην Ελλάδα και στην Ευρώπη εντός του 2022.

Για την Ελλάδα, η οριστική απεξάρτηση από εξωγενείς ενεργειακές κρίσεις θα έρθει με τη δραστική διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα. Το σχέδιο της ΔΕΗ για επενδύσεις 8,2 δισ. ευρώ σε ΑΠΕ υπηρετεί ακριβώς αυτόν τον στόχο, τη γρήγορη απεξάρτηση από τις εισαγόμενες ανατιμήσεις. Και η παρούσα συγκυρία δείχνει την ανάγκη αυτό το σχέδιο να υλοποιηθεί τώρα!

* Ο κ. Γιώργος Στάσσης είναι διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ.

Χρηματιστηριακές τιμές, βόμβα για καταναλωτές

giati-ektinachthike-to-kostos-tis-energeias12Παντελής Κάπρος*

Η Ευρώπη βιώνει έκρηξη των τιμών φυσικού αερίου, οι οποίες συμπαρασύρουν σε πολύ υψηλά επίπεδα τις χρηματιστηριακές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, γιατί αυτές καθορίζονται από την πιο ακριβή μονάδα που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης ενέργειας. Η εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής από το φυσικό αέριο είναι προσωρινή και προβλέπεται να μειωθεί πολύ με τη μεγάλη ανάπτυξη των ΑΠΕ στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης. Η τρέχουσα συγκυρία είναι όμως δυσμενής για τα εισοδήματα και εγείρει αμφιβολίες για την πορεία που ακολουθείται.

Εκτός από τα άμεσα μέτρα ανακούφισης των καταναλωτών με μεσαία και χαμηλά εισοδήματα που ήδη υιοθετήθηκαν, τίθεται ένα γενικότερο ερώτημα περί δομής της ηλεκτρικής αγοράς. Είναι σωστό οι μεγάλες χρηματιστηριακές διακυμάνσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας να αντανακλώνται απευθείας στα τιμολόγια των καταναλωτών;

Σε μια υγιή αγορά, η ημερήσια χρηματιστηριακή τιμή χρειάζεται, αλλά όμως όχι για να καλύπτει το 100% της αγοράς όπως στην Ελλάδα.  Χρειάζεται μόνο για να διευθετούνται αποτελεσματικά οι ανισορροπίες παραγωγών και προμηθευτών. Ταυτόχρονα,  το μεγάλο μέρος της κατανάλωσης πρέπει να βασίζεται σε προμήθεια σε σταθερές τιμές, μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων. Οι τιμές αυτές πρέπει να αντανακλούν το μακροχρόνιο μέσο κόστος της ενέργειας και να περιέχουν ασφάλιστρα κινδύνου έναντι ακραίων διακυμάνσεων των χρηματιστηριακών τιμών. Ετσι αποφεύγονται οι κρίσεις, οι καταναλωτές ξέρουν σταθερά τι θα πληρώνουν και οι παραγωγοί έχουν βεβαιότητα για τα έσοδά τους.

Ακόμα και αν η τιμή της χρηματιστηριακής αγοράς φθάσει, ας πούμε, τα 200 ευρώ/MWh, το ποσοστό συμμετοχής της στο σύνολο της κατανάλωσης θα πρέπει να είναι μικρό, ας πούμε 20%, ενώ οι σταθερές τιμές των διμερών συμβάσεων, ας πούμε 80 ευρώ/MWh, καλύπτουν το 80%, με αποτέλεσμα η μέση τιμή καταναλωτή να είναι 200Χ20% + 80Χ80% = 104 ευρώ/MWh. Αν οι υψηλές χρηματιστηριακές τιμές διατηρούνται επί μακρόν και οι τιμές των συμβάσεων θα αυξηθούν, όμως αν η διαταραχή είναι προσωρινή οι τιμές των συμβάσεων δεν θα αλλάζουν, χάρις στο ασφάλιστρο κινδύνου που εμπεριέχουν. Με άλλο τρόπο φθάνουμε στο ίδιο αποτέλεσμα: αν το κόστος παραγωγής από φυσικό αέριο γίνει 200 ευρώ/MWh και η παραγωγή καλύπτει το 30%, ενώ το υπόλοιπο καλύπτεται από ΑΠΕ ή άλλες πηγές σταθερού κόστους, ας πούμε 60 ευρώ/MWh, τότε η μέση τιμή των συμβάσεων καταναλωτή θα είναι 200Χ30% + 60Χ70% = 102 ευρώ/MWh. Το συμπέρασμα είναι ότι δεν επιτρέπεται η 100% εξάρτηση από τις χρηματιστηριακές τιμές και η αγορά ηλεκτρισμού να μην έχει την κατάλληλη οργάνωση ώστε τα τιμολόγια καταναλωτή να είναι σταθερά, μακροχρόνια και με βάση το μέσο συνολικό κόστος της ενέργειας.

* κ. Ο Παντελής Κάπρος είναι καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας του ΕΜΠ.

“Καθημερινή”

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,640ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
17,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα