Βρασίδας Νεόφυτος: Τριγμοί στην αγορά υπό τον φόβο ύφεσης και υψηλών επιτοκίων

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

του Βρασίδα Νεόφυτου, Υπεύθυνου Επενδυτικής Στρατηγικής Executive Capital

Οι επενδυτές και οι οικονομολόγοι αντιλαμβάνονται πλέον ότι μια ταχύτατη και μεγαλύτερη αύξηση των επιτοκίων εκ μέρος των κεντρικών τραπεζών (επιθετική νομισματική σύσφιγξη) για να περιορίσουν τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό θα έχει αρνητικό αντίκτυπο τόσο στην παγκόσμια οικονομία με κόστος την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης μετά την πανδημία αλλά και τόσο στις κοινωνίες με την αύξηση της ανεργίας και του περιορισμού της αγοραστικής δύναμης.

Οι κεντρικοί τραπεζίτες εκτιμήσαν λάθος υποβαθμίζοντας την απειλή του πληθωρισμού (το παραδέχτηκε πρόσφατα η Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Τζάνετ Γέλεν) από το τέλος του 2021 βαφτίζοντας τον «προσωρινό» ή «παροδικό» (transient), με αποτέλεσμα της μη έγκαιρης σταδιακής και ισορροπημένης αύξησης των επιτοκίων (μη επιθετική) από τις ίδιες τις κεντρικές τράπεζες.

Οι πολιτικοί και οικονομικοί φορείς λήψης αποφάσεων (κέντρα εξουσίας της Ευρώπης και ΗΠΑ) δεν είχαν κατανοήσει πλήρως τις διαστάσεις και τα πλήγματα που θα είχαν κάποια γεγονότα στην οικονομία που ανατροφοδότησαν τον πληθωρισμό.

Η απόφαση για την μη έγκριση του ρωσικού αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2 από την Γερμανία και ο στόχος της ενεργειακής απεξάρτησης της Ευρώπης από την Ρωσία (μετά από πιέσεις των ΗΠΑ και ΝΑΤΟ), ο πόλεμος μεταξύ δύο γιγάντων στην παραγωγή εμπορευμάτων όπως είναι η Ρωσία και η Ουκρανία, οι δυτικές κυρώσεις στα ρωσικά εμπορεύματα, τα πρόσφατα lockdowns για την Covid-19 στην Κίνα ενίσχυσαν τις τιμές ενέργειας και τροφίμων, αλλά και χειροτέρεψαν τα προβλήματα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, βάζοντας φωτιά στις τσέπες των καταναλωτών.

Οι καταναλωτές αντιλαμβάνονται πλέον τον καλπάζοντα πληθωρισμό όταν ανοίγουν το ψυγείο τους και έχει λιγότερα προϊόντα με σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, ενώ δυσκολεύονται να γεμίσουν το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου τους καθώς οι τιμές των καυσίμων έχουν διπλασιάσει από τα μέσα του 2020.

Κίνδυνος μειωμένης ανάπτυξης ή ύφεσης στο 2022 και 2023:

Ολοένα και αυξάνονται οι προβλέψεις μεταξύ των οικονομολόγων για μια πιθανή παγκόσμια ύφεση, αν όχι φέτος, εντός του 2023 καθώς ο συνδυασμός του πληθωρισμού, της μειωμένης ρευστότητας στην αγορά λόγο ανοδικών επιτοκίων, και του πολέμου στην Ουκρανία θα δημιουργήσει το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού και της μειωμένης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Ο στασιμοπληθωρισμός εμφανίζεται όταν οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό υπερβαίνουν τον στόχο του 2% των κεντρικών τραπεζών, ενώ η οικονομία μένει στάσιμη ή συρρικνώνεται για τουλάχιστον δύο χρόνια.

Οι οικονομολόγοι ανησυχούν ότι μπορεί να αντιμετωπίσουμε μια επανάληψη του στασιμοπληθωρισμού που έπληξε τις παγκόσμιες οικονομίες τη δεκαετία του 1970, καθώς ο πληθωρισμός έχει πλέον ξεπεράσει το 8% ενώ προβλέπετε ύφεση μέχρι το 2024 με τα τωρινά δεδομένα.

Ενδεικτικό της άσχημης κατάστασης είναι ότι πλέον όλες οι σημαντικές κεντρικές τράπεζες ξεκίνησαν να αναθεωρούν προς τα κάτω τις εκτιμήσεις τους για τους οικονομικούς ρυθμούς ανάπτυξης των οικονομιών τους.

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης μόνο 1,7% στο 2022 και στο 2023 για τις ΗΠΑ, το οποίο είναι πολύ χαμηλότερο από τις προηγούμενες εκτιμήσεις του 2,8% και 2,2% αντίστοιχα.

Στην Ευρώπη, η Ομοσπονδία Γερμανικών Βιομηχανιών ανακοίνωσε ότι η Γερμανία, η οποία είναι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης είναι αντιμέτωπη με την απειλή της ύφεσης με ρυθμούς ανάπτυξης στο 1,5% στο 2022 έναντι εκτιμήσεων για ανάπτυξη 3,5% πριν από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, συμπαρασύροντας το Ευρώ σε 20ετή χαμηλά των $1,04/δολάριο.

Επιπλέον, η αύξηση του κόστους ζωής θα δημιουργήσει σύντομα ένα σπιράλ μισθολογικών και τιμολογιακών αυξήσεων τα οποία θα ανατροφοδοτήσουν τον πληθωρισμό στο άμεσο μέλλον, καθώς οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα θα απαιτήσουν υψηλότερες αυξήσεις ως αντιστάθμισμα για τον πληθωρισμό.

Οι οικονομικές προοπτικές για τις επιχειρήσεις λιανεμπορίου και καταναλωτικών αγαθών των μεγάλων οικονομιών της Ευρώπης είναι ολοένα και πιο δύσκολες για δεύτερη φορά μέσα στην δεκαετία μετά την πανδημία του Covid.

Οι επιχειρήσεις και οι βιομηχανίες βλέπουν την ρευστότητα στην αγορά να μειώνεται, να δυσκολεύονται στην πιστωτική χρηματοδότηση, να αισθάνονται την αγοραστική δυσφορία των καταναλωτών να μεγαλώνει, την διόγκωση του κόστους παραγωγής λόγο ακριβής πρώτης ύλης, ενέργειας, και ελλείψεων, το εργατικό δυναμικό να ζητεί αυξήσεις, με αποτέλεσμα πολλές από αυτές να κινδυνεύουν με χρεοκοπία καθώς δεν μπορούν να αντέξουν επιπλέον χρέος και μειωμένο εισόδημα.

Επιθετική νομισματική πολιτική από τις κεντρικές τράπεζες:

Επιδιώκοντας να τιθασεύσει τον καλπάζοντα πληθωρισμό στις ΗΠΑ που σκαρφάλωσε στο 8,6% τον Μάιο, το υψηλότερο επίπεδο από το 1981, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve) αποφάσισε στις 15 Ιουνίου να αυξήσει τα επιτόκια αναφοράς κατά 0,75% στο 1,50%-1,75% -το υψηλότερο από λίγο πριν από την πανδημία του κορονοϊού τον Μάρτιο του 2020, και η οποία ισοδυναμεί με την πιο επιθετική αύξηση από το 1994.

Οι αναλυτές αναμένουν την Federal Reserve να διατηρήσει την επιθετική νομισματική πολιτική της και στους επόμενους μήνες ανεβάζοντας στο 3,4% τον στόχο των επιτοκίων έως τα τέλη του 2022 και στο 3,8% έως τα τέλη του 2023, με σκοπό να ρίξει τον πληθωρισμό κοντά στο 2% όπου είναι ο στόχος της πριν το 2024.

Επιπλέον, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζό Μπάιντεν και οι Δημοκρατικοί αναζητούν απεγνωσμένα μια πολιτική απάντηση στον πληθωρισμό και στις τιμές της βενζίνης που ανέβηκε μέχρι τα $5/γαλόνι, και αν δεν περιοριστούν, πιθανόν να τους κοστίσει τον έλεγχο της Βουλής, της Γερουσίας ή και των δύο στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2022.

Παρόμοια επιθετική νομισματική πολιτική ακολουθείται και από τις υπόλοιπες μεγάλες κεντρικές τράπεζες του κόσμου για να περιορίσουν την ανησυχία του πληθωρισμού και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής.

Η Τράπεζα της Αγγλίας αύξησε τα επιτόκια κατά περαιτέρω 0,25% στο 1,25% στα μέσα Ιουνίου για πέμπτη συνεχόμενη συνεδρίαση, για να περιορίσει τον πληθωρισμό στο μεγάλο νησί που έχει ξεπεράσει το 9% τον Μάιο, ενώ προβλέπει ότι οι τιμές θα εκτιναχθούν πάνω από 11% τον Οκτώβριο.

Από την μεριά της, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα-ΕΚΤ έχει προαναγγείλει ότι τον ερχόμενο Ιούλιο θα αυξήσει τα επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης για πρώτη φορά μετά από 10 χρόνια, φέρνοντας το βασικό της επιτόκιο από το -0,50% στο -0,25% και με πιθανή νέα αύξηση τον Σεπτέμβριο σαν ανάχωμα στην συνεχή άνοδο του πληθωρισμού που κατέγραψε νέο ρεκόρ 8,1% τον Μάιο στην Ευρωζώνη.

Επιπλέον, η ΕΚΤ ετοιμάζει νέα εργαλεία παρέμβασης στις αγορές των ομολόγων για να αντιμετωπίσει την εκκολαπτόμενη κρίση χρέους στις χώρες του φτωχού Νότου όπως της Ιταλίας και Ελλάδας, όπου οι αποδόσεις ανέβηκαν μέχρι το 4% για πρώτη φορά από το 2014.

Προβλήματα από την ανατίμηση του Ελβετικού Φράγκου:

Εντύπωση προκαλεί η αιφνιδιαστική απόφαση της Ελβετικής Κεντρικής Τράπεζας να προχωρήσει στην πρώτη αύξηση του επιτοκίου της από το 2007 κατά 50 μονάδες βάσης με αποτέλεσμα τα επιτόκια να ανέβουν από το -0,75% στο -0,25%, και η οποία οδήγησε σε ισχυρή άνοδο του ελβετικού φράγκου.

Η πιθανότητα για νέες αυξήσεις επιτοκίων και η περεταίρω ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ θα αφήσει για άλλη μια φορά εκτεθειμένους τους δεκάδες χιλιάδες ιδιώτες δανειολήπτες στην Κύπρο, Ελλάδα, και στην Ευρώπη που έκαναν το λάθος να προσφύγουν σε τέτοιο δανεισμό με ελκυστικά χαμηλά επιτόκια στα προηγούμενα χρόνια.

Επιπλέον, το ελβετικό φράγκο ενδυναμώνεται από τις μεγάλες εισροές κεφαλαίων από τους θεσμικούς επενδυτές μέσα στο 2022, καθώς η παγκόσμια αστάθεια στις αγορές και ο πόλεμος στην Ουκρανία οδηγούν τους επενδυτές στα ασφαλή καταφύγια.

Αν η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα αυξήσει πάνω από το μηδέν το ελβετικό επιτόκιο, εκτιμάται ότι οι ροές κεφαλαίων προς το ελβετικό θα αυξηθούν περαιτέρω, ενισχύοντας το ράλι στο φράγκο.

Σε αυτό το σενάριο, ίσως να έχουμε επανάληψη της φούσκας των δανείων σε ελβετικά φράγκα του 2008, όπου χιλιάδες δανειολήπτες στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο υπέστησαν δυσβάστακτες επιβαρύνσεις από το ράλι της ισοτιμίας του φράγκου με το ευρώ, με την υπόθεση να φθάνει μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο χωρίς αίσιο τέλος για αυτούς.

Σε “bear market” οι χρηματαγορές:

Οι παγκόσμιες χρηματαγορές σαν προεξοφλητικοί μηχανισμοί που είναι, αντέδρασαν αρνητικά στην αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες και στον φόβο για επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, με αποτέλεσμα πολλοί δείκτες σε ΗΠΑ, Ευρώπη, και Ασία να έχουν εισέλθει σε μια ζώνη ύφεσης ή «bear market», δηλαδή να έχουν υποχωρήσει πέραν του 20% από τα πρόσφατα υψηλά τους.

Η μειωμένη και ακριβή πλέον ρευστότητα στις αγορές λόγω των επιτοκίων και η ανησυχία για το ενδεχόμενο λιγότερης καταναλωτικής ζήτησης στα επόμενα τρίμηνα ενδέχεται να πλήξουν την κερδοφορία των εταιρειών που ασχολούνται με τους κυκλικούς τομείς της οικονομίας, όπως τα ταξίδια και η αναψυχή, οι αυτοκινητοβιομηχανίες, οι εταιρείες τεχνολογίας, και λιανεμπορίου, και αντανακλάται με τις πτώσεις στο χρηματιστηριακό ταμπλό.

Η αγορά κινείτε πλέον πλαγιοκαθοδικά από την έναρξη του πολέμου στην Ουρκανία στις 24 Φεβρουαρίου, με πολλούς επενδυτές να καταγράφουν μεγάλες απώλειες και να βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μετοχές τεχνολογίας που ήταν οι κερδισμένες κατά την διάρκεια του Covid, όπως οι Amazon, Netflix, Nvidia, και Paypal, που διαπραγματεύονται μέχρι και 70% χαμηλότερα από τα ιστορικά υψηλά του 2021.

Οι μόνοι τομείς που καταγράφουν εντυπωσιακά κέρδη αυτή την περίοδο του Ουκρανικού πολέμου και των κυρώσεων είναι φυσικά της ενέργειας και των εμπορευμάτων, με πρωταγωνιστές πετρελαϊκές εταιρείες και διυλιστήρια όπως τις Exxon Mobile, ConocoPhillips, Chevron, Valero, Halliburton, Schlumberger, Cheniere LNG, και μετάλλων όπως την Alcoa, με κάποιες από αυτές να δεκαπλασιάζουν την κεφαλαιοποίηση τους.

Κραχ στα κρυπτονομίσματα:

Μεγάλες ρευστοποιήσεις καταγράφηκαν και στην αγορά των κρυπτονομισμάτων λόγο μειωμένης διάθεσης για ανάληψη ρίσκου σε ριψοκίνδυνα περιουσιακά στοιχεία εκ μέρος των επενδυτών.

Πλέον καταρρίπτεται ο μύθος ή το αφήγημα από τους υποστηρικτές του Bitcoin ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν ασφαλές καταφύγιο σε περίοδο κρίσης έναντι των παραδοσιακών καταφυγίων όπως το αμερικανικό δολαρίου, το ελβετικό φράγκο, τα κρατικά ομόλογα ή τον χρυσό.

Το μεγαλύτερο κρυπτονόμισμα Bitcoin έφθασε να υποχωρεί κάτω από τις $20,000 στα μέσα Ιουνίου, για πρώτη φορά από τον Δεκέμβριο του 2020, ενώ το Ethereum υποχώρησε κάτω από τα $1.000, το Solana κατρακύλησε μέχρι τα $25, ενώ τα MANA και SAND που ασχολούνται με το αναδυόμενο metaverse ecosystem κατακρημνίστηκαν κάτω από τα $0,80 σεντς.

Τα κρυπτονόμισμα βρίσκονται πλέον πολύ μακριά από τα ιστορικά υψηλά του Νοέμβριου 2021, όταν το Bitcoin διαπραγματευόταν κοντά στα $70.000, το Ethereum κοντά στα $5,000, το Solana στα $260, το MANA στα $6, και το SAND στα $8,50.

Η συνολική κεφαλαιοποίηση των κρυπτονομισμάτων ανέρχεται πλέον γύρω στα $900 δισ., από τα $3 τρισ. τον περασμένο Νοέμβριο 2021, σύμφωνα με την CoinGecko, χάνοντας κεφαλαιοποίηση πέραν του $2 δις σε λίγους μήνες, οπού είναι η μεγαλύτερη και γρηγορότερη απώλεια πλούτου στην χρηματοοικονομική ιστορία (μέχρι την επόμενη).

Economy Today

 

 

 

 

 

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,747ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
22,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα