Από πού θα μπορούσε να βρεθεί  ο αναγκαίος πακτωλός δισεκατομμυρίων για τα αναγκαία σχέδια ανάκαμψης ;

29/4/20 | 0 | 0 | 689 εμφανίσεις

Του Αλκη Καλλιαντζίδη, Οικονομολόγου, alkis@kalkis.eu  www.kalkis.eu

Η περίπτωση της γαλλικής οικονομίας

Σε αυτό το καίριο πολιτικό, κοινωνικό και τεχνικό ερώτημα, που απασχολεί όλο τον κόσμο μετά την πανδημία του Κορωνοϊού, επιχείρησαν να απαντήσουν η Mathilde Damgé και ο Maxime Vaudano στις 23-4-2020 στον ηλεκτρονικό Le Monde, υπό τον τίτλο : «Κορωναϊός : από πού προέρχονται όλα αυτά τα δισεκατομμύρια των σχεδίων ανάκαμψης;»(Coronavirus : d’où viennent tous ces milliards des plans de relance ?). Μάλιστα ενθυμούνται ότι για την περίπτωση της Γαλλίας «πριν από λίγους μήνες, η κυβέρνηση έκρινε παράλογο να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες. Σήμερα απελευθερώνει 110 δισεκατομμύρια ευρώ. Πώς είναι δυνατόν

Θα μπορούσαμε να βρούμε «μαγικά χρήματα» ; Τις τελευταίες εβδομάδες, οι  ηγέτες σχεδόν όλου του κόσμου ανακοίνωσαν χιονοστιβάδα δισεκατομμυρίων για να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές συνέπειες του Covid-19. Η γαλλική κυβέρνηση π.χ. έχει ήδη ανακοινώσει τη διάθεση περισσότερων από 110 δισεκατομμυρίων ευρώ μέχρι το τέλος του έτους, και ο σχετικός λογαριασμός θα μπορούσε να διογκωθεί περαιτέρω.

«Θα κάνουμε τα πάντα για να προστατέψουμε τους μισθωτούς μας και τις επιχειρήσεις μας, όσο και να στοιχίσει», δήλωσε ο Emmanuel Macron. Αυτή η διατύπωση, που μπορεί να οδηγήσει κάποιον να πιστέψει σε ένα άπειρο μάννα εξ ουρανού δημόσιου χρήματος, είναι πρωτόγνωρη : πώς μπορεί μια κυβέρνηση να ξεκουμπώσει το πορτοφόλι της σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, όταν της έχουν ζητηθεί διαχρονικά πολύ μικρότερα ποσά για την υποστήριξη των νοσοκομείων, των  σχολείων ή την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των Γάλλων;

Αποκρυπτογράφηση ενός θαύματος … όχι και τόσο μαγικού.

  1. Από πού θα μπορούσαν να προέλθουν αυτά τα χρήματα;

Γενικά, ένα κράτος έχει τρεις πηγές για να χρηματοδοτηθεί:

  • πραγματοποίηση περικοπών προϋπολογισμού (για να μειώσει τις δαπάνες του). Ας μη λησμονούμε την οικονομική αρχή : «εξοικονόμηση πόρων = πηγή κερδών».
  • αύξηση των φόρων (για να αυξήσει τα έσοδά του).
  • δανεισμός από πιστωτές που είναι πρόθυμοι να του δανείσουν χρήματα.

Από τότε που εκλέχθηκε το 2017, ο Μακρόν προσπάθησε να μειώσει το χρέος, περικόπτοντας  ορισμένες δημόσιες δαπάνες, χωρίς να αυξήσει τους φόρους. Η κρίση του Κορωνοϊού τον ανάγκασε να αλλάξει ρότα. Για να βοηθήσει τις επιχειρήσεις, να χρηματοδοτήσει την μερική απασχόληση για εκατομμύρια μισθωτούς και για να ενισχύσει τάχιστα το σύστημα υγείας, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να αυξήσει το γαλλικό χρέος.

Από την πλευρά του ο υπουργός Οικονομικών Bruno Le Maire, ο οποίος συνήθως είναι περισσότερο υπέρ της δημοσιονομικής πειθαρχίας, συμφωνεί προς την ίδια κατεύθυνση. «Σε μια δεδομένη στιγμή, θα έχουμε όλο το χρόνο να κάνουμε τους λογαριασμούς μας, αλλά σήμερα, η κινητοποίηση θα είναι συνολική για να σώσουμε το σύστημά μας παραγωγής και να εγγυηθούμε ότι υπάρχουν όσο το δυνατόν λιγότερες χρεοκοπίες στη χώρα μας». Η κατάρρευση της οικονομίας θα κόστιζε τελικά πολύ περισσότερο στη χώρα. Για να χρηματοδοτήσει το σχέδιο έκτακτης ανάγκης, το κράτος θα πρέπει να δανειστεί τουλάχιστον 90 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από αυτά που είχε αρχικά προγραμματίσει στον τρέχοντα προϋπολογισμό, ή 323 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό το καθήκον ανήκει στον γαλλικό ΟΔΗΧ (δηλαδή στην Agence France Trésor), ο οποίος δανείζεται χρήματα εβδομαδιαίως από τράπεζες για λογαριασμό του γαλλικού Κράτους. Σε αντάλλαγμα, οι τράπεζες λαμβάνουν «ομόλογα του δημοσίου», συμβόλαια που δεσμεύουν τη Γαλλία να αποπληρώσει αυτά τα χρήματα, περισσότερο ή λιγότερο, μακροπρόθεσμα. Οι τράπεζες με τη σειρά τους μεταπωλούν αυτά τα ομόλογα σε επενδυτές που επιθυμούν να δανείσουν χρήματα στη Γαλλία με αντάλλαγμα το εισόδημα από τόκους ή, τουλάχιστον, για μια ασφαλή τοποθέτηση. Οι επενδυτές θα μπορούσαν να είναι ξένα κράτη, επενδυτικά κεφάλαια, τράπεζες ή ακόμη και ασφαλιστικές εταιρείες. Το σύνολο όλων αυτών συγκροτεί αυτό που αποκαλούμε  «οι αγορές».

 

 

  1. Είναι ριψοκίνδυνο να δανειζόμαστε τόσο πολύ ;

Κοιτάζοντας ψυχρά τα στοιχεία, θα μπορούσε κανείς να έχει λόγους ανησυχίας : το σωρευτικό γαλλικό χρέος θα ανέλθει στο 115% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) το 2020, από περίπου 98,1% που ήταν το 2019. Τούτο σημαίνει ότι θα ήταν απαραίτητο να μαζέψουν οι Γάλλοι  περισσότερα από τον πλούτο που παράγεται σε ένα χρόνο για να το αποπληρώσουν. Προσοχή ! Δεν πρέπει να συγχέουμε το χρέος με το δημόσιο έλλειμμα, το οποίο, μετρά την τρύπα του κρατικού προϋπολογισμού για ένα μόνο χρόνο, όταν οι εισπράξεις του κράτους είναι χαμηλότερες από τις δαπάνες του. Το γαλλικό έλλειμμα αναμένεται να αυξηθεί περισσότερο από 9% του ΑΕΠ φέτος. Αν και το χρέος και το έλλειμμα δεν είναι απαραίτητα κακά από μόνα τους, πρέπει να σημειωθεί ότι η Γαλλία δεν έχει φτάσει ποτέ σε αυτά τα επίπεδα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο – ακόμη και κατά τη διάρκεια της τραπεζικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 (που τότε ήταν 68,8% του ΑΕΠ το χρέος της και 3,3% του ΑΕΠ το έλλειμμά της, σύμφωνα με την γαλλική Στατιστική Υπηρεσία INSEE).

Βεβαίως, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) εγκατέλειψε προσωρινά τον κανόνα ο οποίος θεωρητικά απαγόρευε στα ευρωπαϊκά κράτη να υπερβαίνουν το 3% στο έλλειμμα και το 60% στο χρέος. Αλλά το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Γαλλία (όπως κι η Ιταλία, η Ελλάδα, κι άλλες υπερχρεωμένες χώρες) είναι αυτό της αξιοπιστίας της έναντι των αγορών. Πώς μπορούν δηλαδή να εμπιστεύονται μια χώρα που έχει τόσο μεγάλο χρέος; Εάν οι δανειστές αρχίσουν να αμφισβητούν την οικονομική δύναμη ενός κράτους, ενδέχεται να μπουν στον πειρασμό να φύγουν (όπως έγινε στην Ελλάδα το 2010, στην Τουρκία και στην Αργεντινή σήμερα), επειδή φοβούνται ότι δεν θα τους επιστραφούν τα δανεικά ή θα απαιτήσουν υψηλότερο επιτόκιο, σε αντάλλαγμα για τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν – απαιτώντας για παράδειγμα Επιστροφή 110 ευρώ για δάνειο 100 ευρώ. Κι άρα, όσο αυξάνονται τα επιτόκια, τόσο περισσότερο η κυβέρνηση πρέπει να ξοδεύει χρήματα για να χρηματοδοτήσει τα δικά της δάνειακάτι που αυξάνει περαιτέρω το χρέος της. Είναι το είδος του φαύλου κύκλου που απειλεί τα υπερχρεωμένα κράτη, όπως η Ελλάδα τη δεκαετία του 2010.

Οι τόκοι για τα δάνεια επιβαρύνουν το χρέος

Ευτυχώς, η Γαλλία απέχει πολύ από την άβυσσο: θεωρείται «ασφαλής» από τους επενδυτές. Τα επιτόκια που της χρεώνουν αυτή τη στιγμή είναι πολύ χαμηλάή ακόμη και αρνητικά σε ορισμένες περιπτώσεις, πράγμα που σημαίνει ότι της πληρώνουν για να της δανείσουν χρήματα (-0,06% είναι σήμερα το μέσο επιτόκιο δανεισμού 10 ετών, σύμφωνα με την Γαλλική Τράπεζα) ! «Δεν έχουμε καμία δυσκολία να αυξήσουμε το χρέος», δήλωσε ο υπουργός οικονομικών, Bruno Le Maire,  πριν από λίγες μέρες. Ο ίδιος καθησυχαστικός τόνος και από την πλευρά των εταιρειών αξιολόγησης, αυτές τις  ιδιωτικές εταιρείες ανάλυσης που παρακολουθούνται πολύ από τις αγορές, οι οποίες βαθμολογούν τα κράτη ή τις επιχειρήσεις ανάλογα με τον κίνδυνο πτώχευσής τους Εκτιμούν δηλαδή ότι οι προοπτικές της Γαλλίας είναι σταθερές. «Είναι μια αναγνώριση της γαλλικής υπογραφής, εκ του γεγονότος ότι τα δημόσια οικονομικά μας είναι σταθερά», δήλωσε με ικανοποίηση ο αρμόδιος υφυπουργός επί του προϋπολογισμού, ο rald Darmanin . Και πώς διατηρεί η Γαλλία την εμπιστοσύνη των αγορών όταν έχει τόσο μεγάλο χρέος; Για να το καταλάβουμε, μπορούμε να θυμηθούμε τη ρήση του Talleyrand, Υπουργού Εξωτερικών του Λουδοβίκου του 18ου : «Όταν κοιτάζομαι, θλίβομαι. Όταν συγκρίνομαι με άλλους, παρηγορούμαι». Αν συγκρίνουμε για παράδειγμα το χρέος της Γαλλίας και της Ελλάδας, οι Γάλλοι παρηγορούνται. Με την παγκόσμια κρίση, πολλά κράτη επέλεξαν να δανειστούν για να στηρίξουν τις οικονομίες τους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το σχέδιο ρευστότητας των 2.000 δισεκατομμυρίων δολαρίων του Ντόναλντ Τραμπ θα ανεβάσει το δημόσιο χρέος τους στο 107% του ΑΕΠ. Ακόμη και η αυστηρή Γερμανία, με πλεόνασμα προϋπολογισμού επί 8 συναπτά χρόνια, αποφάσισε να αυξήσει το χρέος της για να χρηματοδοτήσει ένα σχέδιο ρευστότητας 750 δισεκατομμυρίων ευρώ. Σε αυτό το πλαίσιο, ο γαλλικός δημοσιονομικός «εκτροχιασμός» επομένως δεν φαίνεται να τρομάζει τους επενδυτές, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση πρέπει να επενδύσουν τα χρήματά τους κάπου.

  1. Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό ;

Αλλά ποιος θα εξοφλήσει αυτό το υπέρογκο χρέος; Αυτά τα δισεκατομμύρια «θα προέλθουν από το μέλλον», συνόψισε η βραβευθείσα με Νόμπελ στα οικονομικά Γαλλίδα Esther Duflo, στις 7 Απριλίου 2020, στην εκπομπή του καναλιού  TMC «καθημερινά» : «Οι κυβερνήσεις μπορούν να δανείζονται από τις μελλοντικές γενιές χωρίς δυσκολία. Βρίσκονται εκεί για αυτό. Οι κυβερνήσεις ζουν πολύ καιρό, θα έχουν το χρόνο να αποπληρώσουν». Μια επιχειρηματολογία που ο  Macron χρησιμοποιούσε από την ανάποδη  πριν από δύο χρόνια για να απαντήσει σε μια νοσοκόμα από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Ρουέν, η οποία του ζητούσε περισσότερους πόρους για τα νοσοκομεία : «Τελικά, τους πόρους εσείς τους πληρώνετε και το γνωρίζετε. Δεν υπάρχουν μαγικά χρήματα. (…) Είναι τα παιδιά σας αυτά που θα πληρώσουν, όταν δεν θα πληρώσετε εσείς!»

Το καλό νέο είναι ότι αυτό το δάνειο δεν είναι απαραιτήτως εξοφλούμενο άμεσα : ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, François Villeroy de Galhau, έθεσε έτσι την ιδέα της αναστολής μέρους της αποπληρωμής των ποσών : «Μπορεί να περιχαρακωθεί το χρέος που συνδέεται με τον κορωναϊό, προκειμένου να εξοφληθεί μόνο σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα». Κάποιοι φοβούνται, ωστόσο, ότι μόλις τελειώσει η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, το τίμημα αποπληρωμής του χρέους θα είναι πικρό. Θα πρέπει να αυξηθούν οι φόροι για την εξόφληση ; Η υπόθεση αποκλείεται επισήμως από την παρούσα κυβέρνηση, η οποία προτιμά να βασίζεται στην οικονομική ανάκαμψη: εάν συνεχιστεί η ανάπτυξη, οι επιχειρήσεις και τα άτομα θα πληρώσουν περισσότερους φόρους και θα σώσουν τα ταμεία του κράτους. Για να μην αναφέρουμε ότι με μια σταθερή ανάπτυξη και με χαμηλά επιτόκια, το χρέος μειώνεται. Αλλά αν δεν υπάρχει ανάπτυξη ή αν δεν είναι αρκετή, θα είναι επίσης απαραίτητη η μείωση των κρατικών δαπανών; Η κυβέρνηση δεν έχει προχωρήσει σε αυτόν τον τομέα, όμως ο διοικητής της Banque de France προτείνει: «Θα πρέπει επίσης να (…) αντιμετωπίσουμε αυτό που ήταν ήδη το πρόβλημά μας πριν από την κρίση : για το ίδιο κοινωνικό μοντέλο με τους γείτονές μας, ξοδεύουμε πολύ περισσότερα. Θα πρέπει λοιπόν να στοχεύσουμε σε μια πιο αποτελεσματική διαχείριση». Ανεξάρτητα από τη θέση τους, οι περισσότεροι μελετητές και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συμφωνούν σε ένα πράγμα: η λήψη μέτρων λιτότητας άμεσα θα μπορούσε να φρενάρει την οικονομική ανάκαμψη και να αποδειχθεί αντιπαραγωγική.

  1. Γιατί να μην «κόψουμε χρήμα»;

Εάν τα κράτη δεν έχουν κρυμμένα αποθεματικά «μαγικών χρημάτων», ένα ίδρυμα που εδρεύει στη Φρανκφούρτη έχει αυτήν τη φανταστική δύναμη : η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Από τη δημιουργία της ζώνης του ευρώ, διαχειρίζεται το απόθεμα των ευρώ σε κυκλοφορία. Γιατί λοιπόν να μην της ζητήσουμε να κόψει χρήμα για τη χρηματοδότηση του χρέους, απαλλάσσοντας τα κράτη από την πίεση των χρηματοπιστωτικών αγορών; Στην πραγματικότητα, η ΕΚΤ το κάνει ήδη εδώ και αρκετά χρόνια. Όχι άμεσα, γιατί οι ευρωπαϊκοί κανόνες της απαγορεύουν να δανείζει χρήματα στα κράτη. Αλλά εξαγοράζει «ευκαιριακά» αποθέματα χρεών του Κράτους από δανειστές που τα κατέχουν. Κατά συνέπεια αυτά τα χρέη παραμένουν επιθυμητά στα μάτια των αγορών και τα κράτη, όπως η Γαλλία, μπορούν να συνεχίσουν να χρεώνονται με χαμηλά επιτόκια. Η ΕΚΤ έχει ήδη προγραμματίσει να δαπανήσει 1.110 δισεκατομμύρια ευρώ για αυτόν τον σκοπό για το 2020 – ένα ποσό που έχει αυξηθεί πέντε φορές λόγω της κρίσης του Κορωνοϊού. Γιατί να μην προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο, στηριζόμενοι σε αυτό το άπειρο μάννα εξ ουρανού «δωρεάν» χρήμα για τη χρηματοδότηση των υφιστάμενων χρεών, αλλά και τις επενδύσεις στην υγεία, την κοινωνική προστασία ή το περιβάλλον; Μέχρι τώρα, το κύριο εμπόδιο σε αυτήν την πολιτική ήταν ο κίνδυνος πληθωρισμού: εάν κυκλοφορήσουν πάρα πολλά ευρώ, το νόμισμα κινδυνεύει να χάσει την αξία του, οι τιμές θα μπορούσαν να ανέβουν και οι καταθέσεις των αποταμιευτών να λυόσουν  σαν το χιόνι στον ήλιο. Αυτό συνέβη στη περίοδο του μεσοπολέμου στη Γερμανία, όπως συμβαίνει σήμερα και στην Τουρκία και στην Αργεντινή κι όπου αλλού τα νομίσματα είναι μαλακά.  Αλλά ένας τέτοιος κίνδυνος περιορίζεται στην τρέχουσα κρίση, καθώς η πλήρης παράλυση της οικονομίας δεν ευνοεί τον πληθωρισμό – τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα- αφού ο κόσμος δεν ξοδεύει πολύ όντας κλεισμένος στο σπίτι του. Μπορεί να ανατραπεί η απροθυμία των Ευρωπαίων να θέσουν σε λειτουργία το νομισματοκοπείο  ; Στις πρόσφατες κρίσεις, οι Ευρωπαίοι αγνόησαν μια δέσμη αρχών νομισματικής πολιτικής που θεωρούνταν ότι ήταν αμετάκλητες. Έτσι, για το μέλλον, τίποτα δεν αποκλείεται.

  1. Γιατί απλούστατα να μην ακυρώσουμε το χρέος;

Υποστηρίζοντας την άνευ προηγουμένου φύση της κρίσης, αρκετοί οικονομολόγοι έχουν προτείνει την ιδέα της διαγραφής κρατικών χρεών, απλά και καθαρά. Ο Macron π.χ. πρότεινε να γίνει για την Αφρική, οπότε γιατί όχι και για τη Γαλλία;

Το πρόβλημα είναι ότι δεν θα ήταν ανώδυνο για τους κατόχους του γαλλικού χρέους :

  • Το 20% του γαλλικού χρέους ανήκει εν δυνάμει στην Banque de France : εάν λοιπόν το κράτος αρνηθεί την αποπληρωμή του, στην ουσία δεν θα το γλιτώσει, δεδομένου ότι είναι ο μοναδικός μέτοχος της Banque de France.
  • Το 25% του χρέους κατέχεται από γαλλικές τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες : εάν το κράτος αποκηρύξει την αποπληρωμή του, κινδυνεύουν αυτές να χρεοκοπήσουν, με καταστροφικές συνέπειες για τους αποταμιευτές και την οικονομία.

Το υπόλοιπο γαλλικό χρέος ανήκει σε κυβερνήσεις, τράπεζες και ξένους επενδυτές, για τους οποίους θα μπορούσαν εγωιστικά και οι Γάλλοι να αδιαφορήσουν, όπως επιχείρησαν να κάνουν ανεπιτυχώς το 2015 οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ με το «επονείδιστο χρέος». Το πρόβλημα είναι ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτούς είναι Ευρωπαίοι. Αρνούμενοι να τους εξοφλήσουν, θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην χρεοκοπία άλλες ευρωπαϊκές χώρες μέσα σε μια κρίση που θα ξεσπούσε στη Γαλλία. Άλλωστε, αν συμπεριφερόταν έτσι ως κακοπληρωτές, θα ήταν πιο δύσκολο να βρουν νέους δανειστές για τα μελλοντικά τους δάνεια. Πολλοί οικονομολόγοι προτιμούν να στραφούμε, για άλλη μια φορά, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: η ΕΚΤ θα μπορούσε να αγοράσει το μέγιστο χρέος των ευρωπαϊκών κρατών με το νομισματοκοπείο της και, στη συνέχεια, να ελαφρύνει το βάρος, αυξάνοντας τη διάρκεια αποπληρωμής του χρέους και μειώνοντας το επιτόκιο δανεισμού, ή και παραιτούμενη πλήρως από την επιστροφή των δανεικών χρημάτων. Κάτι που θα ισοδυναμούσε με τη δημιουργία του αέναου χρέους.

«Υπάρχει μια σιωπηρή συναίνεση προς αυτήν την κατεύθυνση», εξηγεί ο Eric Dor, οικονομολόγος και διδάσκων στο seg. «Γνωρίζουμε ότι η ΕΚΤ θα πρέπει να αγοράσει πάρα πολλά χρέη από τις ευρωπαϊκές χώρες για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά δεν ξέρουμε πότε θα μπορέσει να τα μεταπωλήσει… ». Αυτά τα χρέη θα παραμείνουν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στους λογαριασμούς της ΕΚΤ, δεν θα ακυρωθούν ποτέ επίσημα, αλλά θα εγκαταλειφθούν στην πραγματικότητα. Αυτό θα απέφευγε τις «υπερβολικά μεγάλες οικονομικές και πολιτικές συνέπειες εντός της ευρωζώνης» και θα απέφευγε να εκνευρίσει «ορισμένες χώρες που αρνούνται την επισημοποίηση της αμοιβαιποίησης  του χρέους, όπως η Γερμανία για παράδειγμα». Ορισμένοι μάλιστα προτείνουν να πάμε μακρύτεραεξουσιοδοτώντας την ΕΚΤ να δίνει  χρήματα απευθείας στα κράτη και στους πολίτες, εφαρμόζοντας στην πράξη αυτό που ο οικονομολόγος Milton Friedman ονόμασε «νομισματικό ελικόπτερο» .

Στο νέο πλαίσιο της κρίσης του Κορωνοϊού, η μόνη βεβαιότητα σε οικονομικά θέματα είναι ότι ήρθε η ώρα να εφεύρουμε λύσεις, χωρίς να ανησυχούμε για την τήρηση των δογμάτων και των κανόνων του παρελθόντος. Έτσι θα μπορούσε να γίνει κατανοητή κι η χθεσινή είδηση που αναφέρει : «Η Τράπεζα της Ιαπωνίας, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών, που θα συναντηθούν αυτή την εβδομάδα, πολλαπλασιάζουν τα  προγράμματά τους για την υποστήριξη της οικονομίας, λαμβάνοντας αποφάσεις που κάποτε ήταν αδιανόητες». Αυτό αναφέρεται από τον Eric Albert στις 28-4-2020 στον ηλεκτρονικό Le Monde με τίτλο : «Οι Κεντρικές τράπεζες, το τελευταίο προπύργιο της παγκόσμιας οικονομίας» (Les banques centrales, ultime rempart de l’économie mondiale).

 

 

 

Category: Διπλωματία

Leave a Reply

 characters available

 


Το σχόλιο της ημέρας

    1/12/20 | (2 σχόλια)
    Νίκος Χ. Βαρσακέλης Καθηγητής Βιομηχανικής Πολιτικής Τμήμα Οικονομικών Επιστημών Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης barsak@econ.auth.gr Μετα το καλοκαίρι, και ειδικά μετά τον Οκτώβριο, η δημόσια συζήτηση και η συμπεριφορά πολιτών, πολιτικών και κομμάτων μου έφερε στον νου το ποίημα του αείμνηστου συνάδελφου Μελέτη Θεοφίλου: Λέω να ...

Ροή Ειδήσεων


Εορτολόγιο

Φωτογραφία της ημέρας