Αριάδνη Χατζηγιώργη: ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠ’ ΤΗ ΜΑΣΚΑ Μέρος Α. Οι πάπιες του Θερμαϊκού

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

 

ΑΡΙΑΔΝΗ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Σήμερα πλακώσανε πολλές ρομαντικές στο πεζουλάκι μου. Ο συνήθης ερασιτέχνης ψαράς στο πόστο του, ήρθανε και ενισχύσεις, σύνολο τέσσερις μαντραχαλαίοι και δύο οι ρομαντικές και μια φιλόζωη με το σκυλί της. Συνωστισμός, πλήθος. Τα καβουράκια και οι μέδουσες θορυβήθηκαν και δεν σιμώνουν. Μια πάπια του Θερμαϊκού έκανε εμφάνιση αρκετά μακριά από τα βοτσαλάκια και τα μπλόκια. Επεξήγηση: οι πάπιες του Θερμαϊκού πρέπει να είναι είδος νέο, μεταλλαγμένο, διότι είναι όλες καστανού χρώματος και πολύ θαρραλέες. Κάνουν μακροβούτια και κολυμπάνε κόντρα στο ρεύμα. Το πώς επιβιώνουν στα βρωμόνερα είναι ένα θαύμα. Υπάρχουν και οι γλάροι του Θερμαϊκού, που είναι επίσης τολμηροί σαν πιλότοι της πολεμικής αεροπορίας. Βουτάνε αθόρυβα από ύψος είκοσι μέτρων τουλάχιστον και αρπάζουνε το ψάρι. Υπάρχουν και τα βρωμοπερίστερα και τα συμπαθή και αδύναμα σπουργιτάκια που πάνε κι αυτά από κοντά να φάνε κανένα περίσσεμα από πεταμένο σάντουιτς ή κουλούρι. Ένα πρωί που είχε ψοφόκρυο, γυρνούσαν απελπισμένα ψάχνοντας παντού, ερευνητικά, επίμονα. Ακολουθούσαν τις λιγοστές ανθρώπινες φιγούρες. Με ζύγωσαν στο παγκάκι χωρίς ενδοιασμούς και ζητούσαν επίμονα κάτι. Έκανα την καλή. Τους είπα πως δυστυχώς μόλις έφαγα το κρουασάν κι έψαξα για τρίμματα στο χάρτινο σακουλάκι. Έκαναν μεγάλες χαρές και δεν άφησαν τίποτα. Ένας μάλιστα μικρός σπουργίτης βούτηξε το φυλλαράκι που έπεφτε στον αέρα. «Εσύ θα πας μπροστά» σκέφτηκα. Τους είπα κάτι γλυκανάλατα για την άλλη φορά κι έφυγα. Την άλλη φορά είχε ήλιο, είχε γυρίσει το πλήθος κι ήταν σκασμένα από σάντουιτς, πίτες και τα συναφή που πουλάνε οι φούρνοι μαζί με τον καφέ. Σιγά μη μου δίναν σημασία: να τα χαίρεσαι τα ψίχουλάκια σου. Δεν τα πετάς στον κάδο να μη ρυπαίνεις; Kαταλάβατε, τόσο λίγο κράτησε η πλαισίωση και η κολακεία.

 

Σήμερα όμως, όπως σας είπα, πλάκωσαν οι ρομαντικές. Ούτε φλοίσβο χάρηκα, ούτε τις νησίδες ηρεμίας στην επιφάνεια της θάλασσας στο βάθος. Έφυγε και ο «Αειναύτης», η συμπάθειά μου, από το λιμάνι. Βρήκα την πάπια του Θερμαϊκού, ήπια τον καφέ μου χωρίς καμία απόλαυση, χωρίς καμία δραματική σκέψη (η πολυκοσμία δεν ενδείκνυται). Και το σουσαμοκούλουρο που ο Σταμάτης πουλάει με ταμπελίτσα «Κουλούρι Θεσσαλονίκης» έχω να καταγγείλω επ’ αυτού, μας αλλοιώνουν, πάνε ύπουλα να μας κάνουν Αθηναίους, τι Θεσσαλονίκης, ωρέ; Πού είμαστε, στην Καλαμάτα; To κουλούρι το μισοέφαγα γιατί παρόλο που πήγα να κάνω τη σεμνή και λιτή ως προς τη διατροφή (ένα κορίτσι με το μονό καφέ του με ολίγη και το σουσαμοκούλουρο, ούτε πεινασμένη ήμουν (είχα φάει γενναίο πρωινό στο σπίτι) και ο μονός καφές ήταν ο δεύτερος μετά από ένα διπλό σε μεγάλη κούπα. Εκεί λοιπόν που πήρα τη λιτή, αισθαντική μου παρουσία κι ετοιμαζόμουν να αποχωρήσω (ούτε τα δύο καφέ δελφίνια – θα τα τρόμαξαν τα δύο άτιμα τζετ σκι που εμφανίστηκαν χθες, ούτε η φανταιζί μέδουσα, με κύκλους υψηλής ραπτικής, τότε λοιπόν που σηκώθηκα από το τσιμεντένιο μου παγκάκι, πήρε ο αέρας το χάρτινο σακουλάκι με το υπόλοιπο μισό σουσαμοκούλουρο και τό’ριξε στα βρωμόνερα του Θερμαϊκού, που ελλείψει άλλων καλύτερων, είναι ο αποδέκτης των μύχιων σκέψεών μου, της βαθιάς ευαισθησίας μου τον τελευταίο χρόνο, τον  annus horribilis. Άρπαξα το σακκουλάκι και το κουλούρι που είχε βγει έξω και είχε μουλιάσει μόνο στη μια άκρη. Κρίμα το κουλούρι είπα, αλλά και μια ευκαιρία λαμπρή να δείξω τα φιλοπερίστερα αισθήματά μου και να τους δείξω ότι δεν κρατάω καμιά κακία (ξέρετε, κάτι ξαδέρφια τους, μιλιούνια δηλαδή, φωλιάζουν στο πίσω μπαλκόνι και μου το γεμίζουν κουτσουλιές, δηλαδή ένα κανονικό γεωλογικό στρώμα που θέλει ζεστά νερά πάνω στο μάρμαρο για να φύγει η αηδία). Όχι δεν ήθελα να νομίσουν ότι κρατάω κακία. Πήρα το κουλούρι, είπα να αφαιρέσω το μουλιασμένο κομμάτι – αλλά γιατί, αν είναι να κάνω τη φιλανθρωπία ας την κάνω εντυπωσιακή. Δεν ξέρεις, μπορεί αυτά να μετράνε (γιατί να μη φάνε και το μουσκεμένο, θα τους βλάψει;). Έκοψα το κουλούρι κομματάκια γύρω από τον κορμό ενός πεύκου και περίμενα να το πάρουν χαμπάρι, η κομπανία των περιστεριών και μαζί και τα σπουργίτια από δίπλα. Πέρα βρέχει, κοιτούσαν αλλού. Πήρα τη μια μπουκιά και την πέταξα στον αέρα για να τη δουν. Πράγματι, την πήρε χαμπάρι ο πιο μάγκας και αγριοκοίταξε όλα τα άλλα που έκαναν ένα κύκλο, αλλά δεν τόλμησαν να πλησιάσουν. Κι εκεί που η φιλάνθρωπη καρδιά μου ετοιμάζονταν να χαρεί με την καλοσύνη της ένας ναρκομανής πλησίασε «κυρία, κυρία, κάτι να φάω» από τόσους γέρους, εμένα βρήκε, αλλά τα ξέρω αυτά, είναι για να ανοίξεις την τσάντα. Σηκώθηκα γρήγορα κι άρχισα να βαδίζω με γρήγορο βήμα. Έτσι δεν μπόρεσα να χαρώ το χαμό των περιστεριών και την επιβράβευση της καλοσύνης μου. Στο δρόμο ο ήλιος χάθηκε. Τα περιστέρια μπορεί και να άφησαν το κουλούρι. Η παραλία είναι γεμάτη αρκετά. Αυτά συμβαίνουν όταν δεν βγαίνεις με κωδικό 6 νωρίς το πρωί. Ούτε να ρεμβάσεις μπορείς, ούτε να δείξεις τι καλός άνθρωπος είσαι.

 

Φωτογραφία: Μόλις βούτηξε η πάπια.

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,659ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
18,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα