Έχει ταυτότητα η Ευρώπη;

24/10/20 | 0 | 0 | 650 εμφανίσεις

ΣΗΜΕΙΩΣΗ “ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ” Πριν μερικά χρόνια κυκλοφόρησε στα ελληνικά το βιβλίο του Gerard Delanty “Επινοώντας την Ευρώπη”. Οι ¨Ανιχνεύσεις” της ΕΡΤ3 είχαν αφιερώσει μια εκπομπή την οποία μπορείτε να δείτε στο βίντεο που συνοδεύει το κείμενο.

Τις τελευταίες ημέρες με αφορμή την δολοφονία του Γάλλου καθηγητή ήρθε στην επικαιρότητα ο διάλογος για το τι είναι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, αν κινδυνεύει και απο ποιούς;

Διαβάστε παρακάτω ένα κείμενο βασισμένα σε σημειώσεις απο το βιβλίο του Gerard Delanty γιανα πάρετε μία ιδέα πως βλέπουν μερικοί τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και την ευρωπαϊκή ταυτότητα.

Δεν είναι η μόνη άποψη που διατυπώνεται. Στο παρελθόν ακούστηκαν πιο στενές απόψεις που συνέδεαν την Ευρώπη με τον Καρλομάγνο και εντόπισαν στα χρόνια του την αφετηρία της.

 

Είναι λάθος να θεωρείται η Ευρώπη ενιαία περιοχή, για τον απλούστατο λόγο ότι σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους σε διαφορετικά πλαίσια.

Η ευρωπαϊκή ταυτότητα είναι ένα αμφιλεγόμενο κατασκεύασμα, δεδομένου ότι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών πολιτισμών είναι ολοφάνερες και ανεπίλυτες, ενώ οι συλλογικές ταυτότητες παραμένουν αντιθετικές.

Ενώ ένα είδος συλλογικής ευρωπαϊκής ταυτότητας υπήρχε με κάποια μορφή απο το 16ο αιώνα, η ευρωπαϊκή ταυτότητα ως μέρος της προσωπικής ταυτότητας δεν υπήρχε έως και τα τέλη του 19ου αιώνα, αν και είχε αρχίσει ήδη να αναπτύσσεται σταδιακά απο την εποχή του Διαφωτισμού.

Δεν υπάρχει πραγματική παράδοση ευρωπαϊσμού με την έννοια μιας κοινής παράδοσης των ευρωπαϊκών κρατών ή ενός εθνικισμού.

Σήμερα γίνεται προσπάθεια να επινοηθεί μια τέτοια παράδοση με τη διάδοση σωρείας συνθημάτων και εμβλημάτων της νέας επίσημης κουλτούρας.

Μετά το Risorgimento και την ενοποίηση της Ιταλίας το 1861 (την οποία δεν πήραν είδηση οι περισσότεροι ιταλοί), ένας απο τους αρχιτέκτονες της ένωσης, ο Massimo d’Azeglio, είπε τη φημισμένη φράση: «φτιάξαμε την Ιταλία, τώρα πρέπει να φτιάξουμε Ιταλούς.».

Η κατάσταση δεν είναι πολύ διαφορετική σήμερα: η Ευρώπη έχει ενωθεί, αλλά αυτοί οι απροσδιόριστοι πολίτες, οι Ευρωπαίοι, δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί..

Απο την εξάπλωση των Μουσουλμάνων τον 8ο αιώνα, ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης βρέθηκε κάτω απο μη ευρωπαϊκή κυριαρχία.

Μετά τη πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453, περίπου το ένα τέταρτο των ευρωπαϊκών εδαφών βρισκόταν κάτω απο μουσουλμανική κυριαρχία και μετά την επέλαση του Κόκκινου Στρατού το 1945, το ένα τρίτο της Ευρώπης υποτάχθηκε στους Ρώσους οι οποίοι παραδοσιακά θωρούνταν μη Ευρωπαίοι.

Απο τη στιγμή που μια συλλογική ευρωπαϊκή ταυτότητα δεν μπορεί να συγκροτηθεί με βάση τη γλώσσα, τη θρησκεία, η την εθνικότητα, χωρίς να προκύπτουν σημαντικοί διχασμοί και συγκρούσεις, η μόνη πιθανή επιλογή είναι ίσως η ιδιότητα του πολίτη.          

Η ιδέα της Ευρώπης άρχισε να εμφανίζεται με την παρακμή του ελληνικού πολιτισμού. Άρχισε να παίρνει μια πρώτη πολιτική μορφή την εποχή του Αλεξάνδρου.

Όπως και οι Έλληνες πριν απο αυτούς, οι Ρωμαίοι δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερη αίσθηση της ευρωπαϊκής τους ταυτότητας, πιθανότατα γατί η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκτεινόταν και σε άλλες μη ευρωπαϊκές περιοχές.

Στους αιώνες που ακολούθησαν την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, η Πόλη απέκτησε τη δική της ταυτότητα όταν έγινε πιο ανατολίτικη και άρχισε να χρησιμοποιεί περισσότερο την ελληνική απο τη λατινική γλώσσα.

Ως αποτέλεσμα η έννοια της Ευρώπης άρχισε να προσδιορίζει τις πρώην δυτικές περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ η ίδια η αυτοκρατορία ταυτίστηκε με τη Βυζαντινή Ανατολή και τον Ανατολικό κόσμο.

Οι όροι «Δυτικός Κόσμος» και «Ευρώπη», άρχισαν να χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο για το δυτικό τμήμα της πρώην Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και με αυτόν τον τρόπο προέκυψε ο «Ευρωπαϊκός Δυτικός Κόσμος».

Στη συνέχεια, καθώς η Βυζαντινή Αυτοκρατορία θεωρούσε ότι ήταν συνεχιστής της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής παράδοσης, η ταυτότητα του δυτικού τμήματος άρχισε σταδιακά να στηρίζεται στο Λατινικό Χριστιανισμό και έτσι η Ευρώπη και ο Δυτικός κόσμος έγιναν συνώνυμα της χριστιανοσύνης.

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΗΜΙΣΕΛΗΝΟΣ

Απο τον 7ο αιώνα κι έπειτα η ιδέα της Ευρώπης άρχισε σταδιακά να αρθρώνεται στο πλαίσιο της αντίθεσή της με το Ισλάμ.

Μάχη του Πουατιέ

Κάτω απο τα λάβαρα του σταυρού και της ημισελήνου, η σύγκρουση του χριστιανισμού με το Ισλάμ στη Μάχη του Πουατιέ (732 μ.χ) ήταν καθοριστική για τη διαμόρφωση της ευρωκεντρικής κοσμοαντίληψης.

Έτσι, το περίγραμμα της χριστιανοσύνης άρχισε σιγά σιγά να διαγράφεται γύρω απο την Ευρώπη, με αποτέλεσμα οι δύο έννοιες να αποκτήσουν τελικά το ίδιο πολιτισμικό περιεχόμενο.

Η έννοια της Δύσης σχηματίστηκε ουσιαστικά κατά τη διάρκεια των εκατό χρόνων σφοδρών μουσουλμανικών επιθέσεων (απο το 650 ως το 750). Αυτή η περίοδος και όχι οι αρχές των λεγόμενων σκοτεινών χρόνων του Μεσαίωνα μετά τη διάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 5ο αιώνα ήταν το πραγματικό σημείο καμπής της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

 Κατά τη διάρκεια των λεγόμενων σκοτεινών χρόνων του Μεσαίωνα– που συμβατικά τοποθετούνται μεταξύ του 476, όταν στη Ραβέννα εκθρονίστηκε ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας της Δύσης, και των απαρχών της Καρολίγγειας δυναστείας τον 9ο αιώνα– η Ρώμη έπαψε να είναι το κέντρο της Ευρώπης.

Η πορεία προς ένα βορειοδυτικό ευρωπαϊκό πολιτισμό επιταχύνθηκε με την άνοδο του Καρλομάγνου στην εξουσία ο οποίος αυτοονομάσθηκε «πατέρας της Ευρώπης».

Η ανάγκη για πολιτισμική συνοχή άρχισε να γίνεται όλο και πιο απαραίτητη εξαιτίας της απουσίας μιας κεντρικής πολιτικής εξουσίας στο δυτικό φεουδαρχικό σύστημα μετά τη διάλυση της Καρολίγγειας αυτοκρατορίας το 10ο αιώνα.

Ο Χριστιανισμός με το αυστηρά ιεραρχικό σύστημα εξουσίας του και με μια ηθική που στηριζόταν στην υπακοή, ταίριαζε περισσότερο στο σταθερό αγροτικό κόσμο του φεουδαλισμού απ ό,τι στον αστικό κοσμικό κόσμο των συναλλαγών και του εμπορίου.

(ΑΡΑ: ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΜΕ ΦΕΟΥΔΑΛΙΚΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ ΜΕ ΑΣΤΙΣΜΟ-ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ)

Η λέξη Ευρώπη σπάνια χρησιμοποιούνταν πριν το 15ο αιώνα , αφού ο χριστιανισμός με τον οποίο συνήθως ταυτιζόταν η Ευρώπη, δεν αποτελούσε έναν εδαφικά ενοποιημένο πολιτισμό. Ο Χριστιανισμός υπερέβαινε τα όρια της ευρωπαϊκής ενότητας, και δεν ήταν, τουλάχιστον αρχικά μια αποκλειστικά ευρωπαϊκή θρησκεία, αλλά μια οικουμενική θρησκεία.

Το 1054, μετά το κάψιμο του επίσημου παπικού γράμματος στην Κωνσταντινούπολη που αφόριζε την ανατολική εκκλησία, το σχίσμα μεταξύ της Ανατολικής Ορθόδοξης και της δυτικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας οριστικοποιήθηκε και το 1204 κορυφώθηκε με τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης κατά την Δ! Σταυροφορία.

Έτσι, η ιδέα της Ευρώπης, όπως εκφράστηκε εκείνη την περίοδο, χρησίμευσε τελικά για να αποξενώσει την ελληνική εκκλησία απο τη λατινική δύση.

Είναι σημαντικό το γεγονός ότι η ταυτότητα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κατασκευάστηκε απο ένα κράτος που προσπάθησε να συγχωνεύσει το ιερό με το κοσμικό.

Αντίθετα, στη Λατινική δύση, ο τρόπος διαμόρφωσης της πολιτισμικής και πολιτικής ταυτότητας στηρίχθηκε στο διαχωρισμό του κράτους απο την εκκλησία.

Αυτή ήταν η βάση του διαφορετικού δρόμου διαμόρφωσης της Δύσης.

Η ΔΥΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Μέχρι τα τέλη του 15ου αιώνα, η ιδέα της Ευρώπης αναφερόταν κυρίως σε ένα γεωγραφικό όρο και ήταν υποδεέστερη της χριστιανοσύνης, η οποία κυριαρχούσε στον προσδιορισμό των ταυτοτήτων στη Δύση.

Η ιδέα της Ευρώπης ως Δύση άρχισε να εδραιώνεται με τις κατακτήσεις των νέων περιοχών κατά την εποχή των «ανακαλύψεων».

Τότε ήταν που η Ευρώπη άρχισε να κόβει τους δεσμούς της με τη χριστιανοσύνη και να γίνεται σιγά- σιγά αντικείμενο ενός αυτόνομου λόγου.

Οθωμανική επέκταση

Ήταν μέσα απο την αναμέτρηση με τους μη ευρωπαϊκούς λαούς και την αντίσταση στην οθωμανική επέκταση, που η ιδέα της Ευρώπης βρέθηκε στο επίκεντρο για την κατασκευή μιας καθαρά ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Η παλαιότερη σύγχυση μεταξύ χριστιανοσύνης και Ευρώπης αντικαταστάθηκε απο μια νέα σύγχυση μεταξύ Ευρώπης και Δύσης

Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι η ενότητα της Ευρώπης που επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια αυτού του μετασχηματισμού, ήταν μια επινοημένη ενότητα, καθώς, για να φανταστεί κανείς πως είναι η Ευρώπη, έπρεπε πάντα να έχει υπόψη του συγκεκριμένους αναφορικούς όρους για τους άλλους.

Στο Μεσαίωνα οι όροι αυτοί αφορούσαν το χριστιανισμό και το ισλάμ, ενώ στην πρώιμη νεότερη εποχή τη νίκη του πολιτισμού επι της φύσης.

Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΜΙΑΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ             

 Η Ευρώπη εξαιτίας της διαδικασίας κατακερματισμού της κατά τους σκοτεινούς αιώνες κατάφερε τελικά να απαλλαγεί απο το βάρος των παλαιών αυτοκρατοριών και να ξεπεράσει την ανατολική αυτοκρατορία και τους ανατολικούς πολιτισμούς των οποίων η ανάπτυξη καθυστερούσε εξαιτίας της πρόσδεσής τους σε προφεουδαρχικούς τρόπους παραγωγής.

Μόνο με την ανάπτυξη του καπιταλισμού και την υιοθέτηση του συστήματος των εθνών-κρατών η Δύση τελικά κατάφερε να ξεπεράσει την Κίνα.

Στη διάρκεια των σκοτεινών χρόνων του Μεσαίωνα, απο τον 4ο ως τον 9ο αιώνα, η «Ευρώπη» -και εννοούμε φυσικά τη Χριστιανοσύνη- ήταν αδύνατο να υψώσει το ανάστημά της απέναντι σε ένα πανίσχυρο Ισλάμ.

Μόνο στα ύστερα χρόνια του Μεσαίωνα, περίπου απο το 900 ως το 1250,η Χριστιανοσύνη στηριζόμενη σε μια ώθηση του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής, η οποία οδήγησε σε μια δημογραφική έκρηξη, προσπάθησε να εξαπολύσει μια αντεπίθεση εναντίον του Ανατολικού κόσμου.

Η κατάρρευση της Καρολίγγειας αυτοκρατορίας απο τον 9ο αιώνα και μετά οδήγησε στη δημιουργία μιας σειράς ανεξάρτητων χριστιανικών βασιλείων, τα οποία ισχυροποιήθηκαν λόγω του φεουδαρχικού συστήματος και απέκτησαν ένα σημαντικό αριθμό εδαφών κατά τη διάρκεια των χρόνων που ακολούθησαν.

Ανάμεσα στο 1000 και στο 1250, ένα εντελώς νέο πολιτισμικό πρότυπο, βασισμένο στη φεουδαρχία διαδόθηκε απο την Ιρλανδία ως την Ιερουσαλήμ, φέροντας μαζί του ένα ομοιόμορφο τύπο κοινωνίας,

Η σημασία των σταυροφοριών έγκειται στο ότι διαμόρφωσαν μια ομοιογενή εθνοπολιτισμική ταυτότητα, η οποία στη συνέχεια αποτέλεσε ένα απο τα κύρια συστατικά στοιχεία της ευρωπαϊκής ταυτότητας.  

Η ιδέα της Ευρώπης δεν κατείχε κεντρική θέση την περίοδο των Σταυροφοριών.  Οι σταυροφορίες, μάλιστα, ίσως ήταν μια άρνηση της Ευρώπης. Η κύρια ταυτότητα των σταυροφοριών ήταν ο χριστιανισμός.

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ.

Άλωση Κωνσταντινούπολης

Η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν απο εκείνα τα γεγονότα που διαμόρφωσαν καθοριστικά την ευρωπαϊκή νεοτερικότητα. Απο τότε και στο εξής η λατινική Δύση βρέθηκε σε θέση άμυνας: με την εξαφάνιση της ελληνικής χριστιανικής αυτοκρατορίας της Ανατολής, η λατινική Δύση ήταν άμεσα εκτεθειμένη στο Ισλάμ.

Μόλις ο Πάπας Πίος II άκουσε για την πτώση της Κωνσταντινούπολης έκανε το εξής σχόλιο: «Τώρα έχουμε πράγματι χτυπηθεί στην Ευρώπη, δηλαδή στο σπίτι μας».

Κατά την αντίληψή του, μετά την τουρκική επέλαση η Ευρώπη δεν περιοριζόταν πλέον στη λατινική χριστιανοσύνη.

Περιελάμβανε επίσης την Ελλάδα, τα Βαλκάνια και το Βυζάντιο.    

Οι ρίζες της ευρωπαϊκής ταυτότητας μπορεί να εντοπιστούν στην αντίσταση στους Τούρκους τον 16ο αιώνα.

Σ αυτήν περίπου την περίοδο, η ιδέα της Ευρώπης άρχισε να αντικαθιστά τη χριστιανοσύνη ως πολιτισμικό πλαίσιο αναφοράς για την κατασκευή νέων ταυτοτήτων.

 Κατά τη διάρκεια αυτού του μετασχηματισμού, η Ευρώπη έπαψε πλέον να αναπαριστά απλώς μια γεωγραφική περιοχή και άρχισε να αντιπροσωπεύει κυρίως ένα σύστημα αξιών.

 Σ αυτό βοήθησαν και οι Έλληνες συγγραφείς που διέφυγαν στη λατινική Δύση μετά το 1453, οι οποίοι έβρισκαν πολύ πιο φυσική τη χρησιμοποίηση της ελληνικής λέξης «Ευρώπη» παρά τη λέξη «χριστιανοσύνη», κάτι που μάλλον συμφωνούσε και με τη γενικότερη προτίμηση που έδειχναν οι ανθρωπιστές της εποχής.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

  Μια εμβρυακή μορφή της Ευρώπης εμφανίστηκε στα τέλη του 9ου αιώνα, όταν πια τα σύνορα της Γερμανίας και της Γαλλίας είχαν αρχίσει να ξεκαθαρίζουν

 Η αυτοκρατορία του Καρλομάγνου περιλάμβανε περίπου τις περιοχές που θα συγκροτούσαν την πρώτη σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινότητα στον 20ο αιώνα, ενώ τα ανατολικά της σύνορα σταματούσαν εκεί όπου αργότερα θα χωριζόταν η Γερμανία σε Ανατολική και Δυτική.

Όλοι  οι Ρωμαιοκαθολικοί θεωρούνταν ευρωπαίοι. Έτσι, όμως, οι Έλληνες θεωρούνταν μη Ευρωπαίοι ενώ η εκκλησιαστική διαμάχη μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως πήρε τη μορφή μιας μόνιμης σύγκρουσης μεταξύ λατινικής Δύσης και ελληνικού Ανατολικού Κόσμου.

Τα όρια της Ευρώπης έγιναν ορατά με την εδραίωση δύο κέντρων εξουσίας: ένα στη δύση με τις κτήσεις των Φράγκων και ένα στην ανατολή με τις κτήσεις των Βυζαντινών.

 Η Ευρώπη σταμάτησε σιγά σιγά να αποτελεί απλώς μια γεωγραφική έκφραση και άρχισε να υποδηλώνει την πολιτισμική ενότητα των περιοχών που βρίσκονται κάτω απο την κυριαρχία του Καρλομάγνου σε αντιπαράθεση με τις περιοχές που διοικούσαν οι Βυζαντινοί.

Με την κατάρρευση της Καρολίγγειας αυτοκρατορίας στα τέλη του 9ου αιώνα, ένα γεγονός παγκοσμίων διαστάσεων, που δεν αφορούσε μόνο τους Φράγκους- οι Γερμανοί κατάφεραν να εκμεταλλευτούν το πολιτικό κενό που προέκυψε.

Το 962 ο πάπας Ιωάννης ΧΙΙ έστεψε τον Όθωνα αυτοκράτορα της Ρώμης, καθιστώντας τον προστάτη του παπισμού.

Ο αυτοκρατορικός τίτλος πέρασε στη Γερμανία, γεννώντας της τη σφοδρή επιθυμία να ταυτίσει τα σύνορά της με αυτά της Ευρώπης.        

    Καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, οι Γερμανοί ηγεμόνες αγωνίστηκαν για να διατηρήσουν μια ηγεμονική αντίληψη για την ευρωπαϊκή κυριαρχία μέσω της επινόησης της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Αυτό είχε μεγάλη σημασία μακροπρόθεσμα γιατί η ιδέα της Ευρώπης συνδέθηκε στενά με τη γερμανική εθνική ταυτότητα.

Η ΔΥΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

 Η μεγάλη αλλαγή για τη Δύση συντελέστηκε τέσσερις δεκαετίες μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης.

 Το έτος 1492 ήταν, σε συμβολικό επίπεδο, πολύ σημαντικό για τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Κατά τη διάρκεια αυτού του έτους, η Ανακατάκτηση της Ισπανίας, που είχε αρχίσει το 12ο αιώνα, ολοκληρώθηκε με την κατάληψη της Γρανάδας, οι Εβραίοι εκδιώχθηκαν απο την Ισπανία και οι Μουσουλμάνοι προσηλυτίστηκαν βίαια στο χριστιανισμό.

Την επομένη της ανακατάληψης της Ιβηρικής Χερσονήσου η έννοια της Δύσης υποκατέστησε την έννοια της Ευρώπης αφού συμπεριλάμβανε πλέον και την πρώην μουσουλμανική Ισπανία, η οποία ως τότε δεν αναγνωριζόταν απο τους Χριστιανούς ως «Δύση».

Πριν την εποχή των Ανακαλύψεων, η Δύση, με την έννοια τους Δυτικού Κόσμου, προσδιοριζόταν σε σχέση με τα ανατολικά σύνορα, δηλαδή, σε αντίθεση με το Ισλάμ.

Μετά το 1492, το έδαφος είχε προετοιμαστεί για την επινόηση ενός νέου μύθου της Δύσης.

Ο Κολόμβος αντικατέστησε τον Καρλομάγνο ως προάγγελος της νέας εποχής και η έννοια της Δύσης άρχισε να ξεφεύγει απο το στενό πλαίσιο της ευρωπαϊκής ηπείρου.

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ: ΤΑ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΣΥΝΟΡΑ

Η ιδέα της Ευρώπης αποτέλεσε το πολιτισμικό μοντέλο των δυτικών κρατών του κεντρικού πυρήνα.

Η παλαιά σύγκρουση μεταξύ της Ευρώπης και της ισλαμικής Ανατολής- και κυρίως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – μετεξελίχθηκε σε σύγκρουση στο εσωτερικό της Ευρώπης μεταξύ του δυτικού και του ανατολικού της μέρους.

Tα σύνορα μεταξύ δυτικής και ανατολικής Ευρώπης, απο τη Βαλτική Θάλασσα ως το Αιγαίο, συνέπιπταν λίγο-πολύ με τη διαίρεση μεταξύ Ορθοδοξίας και Λατινικής Χριστιανοσύνης.

Τέλος, καθώς η Ρωσία άρχισε να αντικαθιστά την Οθωμανική αυτοκρατορία ως νέος μεγάλος εχθρός της Ευρώπης, η διαφορά μεταξύ της Ρωσίας και των ορθόδοξων περιοχών της ανατολικής Ευρώπης έγινε ασαφής για τη δύση και η εχθρότητα απέναντι στον εξωτερικό εχθρό στράφηκε και προς το εσωτερικό.

Όπως στα χρόνια του Μεσαίωνα η Ευρώπη δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα γεωγραφικό πλαίσιο ικανό να ενσωματώσει τόσο τον ελληνικό χριστιανισμό όσο και τη λατινική χριστιανοσύνη, έτσι και η κοσμική ευρωπαϊκή νεοτερικότητα απέτυχε να εντάξει τις σλαβικές και τις άλλες ανατολικές περιοχές της Ευρώπης σε ένα ενιαίο σύνολο

ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΩΣ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΟΣ ΠΕΡΙΟΧΗ  

  Τα Βαλκάνια ήταν η διαχωριστική γραμμή μεταξύ δύο πολιτισμών, το σημείο σύγκρουσης της Ευρώπης με την Ασία.

Σ αυτές τις ορεινές χώρες όχι μόνο δύο αλλά τρείς θρησκείες αλληλοσυγκρούονταν: το σουνητικό Ισλάμ, ο Ρωμαιοκαθολικισμός και η Ορθοδοξία.

Ως τα 1919 τα Βαλκάνια ήταν μια συνοριακή αψβουργο-οθωμανική κοινωνία, μια μεταβατική ζώνη μεταξύ δύο πολιτισμών.

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του ελληνικού και του λατινικού χριστιανισμού ακολούθησε τη διοικητική διαίρεση του 385 μεταξύ των δύο μερών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Τα Βαλκάνια επομένως έγιναν η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του Ανατολικού και του Δυτικού κόσμου. ί πληθυσμοί μεγαλύτερων σε έκταση περιοχών.

Απο το σχίσμα του 1054 και ύστερα, η λατινική Δύση θεωρούσε την ελληνική ορθοδοξία αιρετική και ξένη προς τη χριστιανοσύνη.

Η σύγκρουση μεταξύ του λατινικού και του ελληνικού Χριστιανισμού υπερέβαινε κατά πολύ τη μετέπειτα διαίρεση μεταξύ του Προτεσταντισμού και του Ρωμαιοκαθολικισμού.

Το αποτέλεσμα αυτής της διαίρεσης ήταν ότι οι ταυτότητες της δυτικής και της ανατολικής Ευρώπης άρχισαν σιγά-σιγά να εκφράζονται στα πλαίσια μιας μόνιμης πολιτισμικής αντιπαράθεσης, ενώ η ορθοδοξία αντιμετωπιζόταν σχεδόν σαν ανατολική θρησκεία, ξένη ως προς την ταυτότητα της λατινικής Δύσης.

Μετά το 1204 η εχθρότητα μεταξύ της Ορθοδοξίας και του λατινικού Χριστιανισμού ήταν ανάλογη της εχθρότητας μεταξύ του χριστιανισμού και του Ισλάμ.

Τα Βαλκάνια, λοιπόν, παρέμειναν μια ανωμαλία στο σύστημα ισορροπίας δυνάμεων.

ΟΙ ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ         

 Η ρωμαιο-γερμανική δυτική Ευρώπη διαμορφώθηκε αποκλειστικά και μόνο απο το λατινικό χριστιανισμό, ενώ η ανατολική Ευρώπη διαμορφώθηκε τόσο απο τον ελληνο-ορθόδοξο όσο και απο το λατινικό χριστιανισμό κάτι το οποίο τη δίχασε πολύ περισσότερο απ’όσο δίχασε τη δυτική Ευρώπη ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός.

Οι τρείς μεγάλοι «κακοί» για τη δυτική Ευρώπη ήταν οι Μουσουλμάνοι, οι Εβραίοι και οι Σλάβοι.

Οι βαθιές ρίζες του αντισλαβισμού εντοπίζονται στον πολιτικό ψυχισμό της Μεσευρώπης [Mitteleyropa].

Όπως οι Εβραίοι και οι Μουσουλμάνοι έτσι και οι Σλάβοι θεωρούνταν είτε ασιάτες, είτε σχεδόν ανατολίτες.

Όμως αντί να εκδιωχθούν, όπως οι Εβραίοι, οι Σλάβοι χρησιμοποιήθηκαν ως εξαγώγιμο προϊόν της Ευρώπης προς τον ισλαμικό κόσμο, δηλαδή ως σκλάβοι- εξ’ου και ο όρος «Σλάβος», που προέρχεται απο τη λέξη «σκλάβος».

Στην Ανατολική Ευρώπη, υπήρξε μεγαλύτερη ασυνέχεια επειδή η αγροτική οικονομία των πρώτων εγκατεστημένων Σλάβων συγκρούστηκε με τον ποιμενικό νομαδισμό των διαδοχικών εισβολέων απο την ανατολή, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αναπτυχθεί ένας πρώιμος φεουδαλισμός και να απουσιάσουν έτσι οι ιστορικές συνθήκες για την εμφάνιση μιας εκσυγχρονιστικής αστικής τάξης.

Πιο κρίσιμη, όμως, για το σχηματισμό της Ευρώπης ήταν η διαδικασία με την οποία ο κεντρικός πυρήνας διείσδυσε στην περιφέρεια και την ημιπεριφέρεια για να διαμορφώσει ένα πανίσχυρο σύστημα πολιτικού και οικονομικού ελέγχου.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

Αναγέννηση, Μεταρρύθμιση, Διαφωτισμός.

Η επίδραση του εθνικισμού και του ρομαντισμού στην ιδέα της Ευρώπης, ως δημιούργημα του 15ου και 16ου αιώνα.

Κατά τη διάρκεια αυτών των αιώνων, η ιδέα της Ευρώπης απέκτησε μια αυτονομία, μετατρεπόμενη σε μια κοσμική εκδοχή της χριστιανοσύνης, η οποία είχε αρχίσει να παρακμάζει ως ενοποιητικό πλέγμα.

 Δεν ενοποιεί πλέον ο χριστιανισμός αλλά διαιρεί

Θρησκευτικοί πόλεμοι

Η Μεταρρύθμιση και ο θρησκευτικοί πόλεμοι του 17ου αιώνα αποτελείωσαν τα απομεινάρια της ενότητας της χριστιανοσύνης και η Αναγέννηση με το Διαφωτισμό (η θεωρία) δημιούργησαν τη βάση για μια νέα κοσμική ταυτότητα.

 (διαρκής η προσπάθεια του ανθρώπου να προσδιοριστεί. Είτε αυτοπροσδιοριζόμενος, είτε ετεροπροσδιορσζόμενος.Η θρησκεία ικανοποιούσε αυτή του την αναγκαιότητα. Όταν, όμως δεν μπορούσε η θρησκεία έπρεπε να το κάνει κάποιος άλλος. Την περίοδο αυτή η θρησκεία δεν μπόρεσε να παίξει έναν ενοποιητικό ρόλο. Χρειαζόταν, όμως, ένα ενοποιητικό στοιχείο. Κα άρχισε να ανακαλύπτεται η έννοια της Ευρώπης. Η έννοια της Ευρώπης, όμως είναι έννοια κοσμική και όχι θρησκευτική).  

Από τότε και στο εξής η ιδέα της Ευρώπης έγινε ένα ένα πολιτισμικό πρότυπο για τη Δύση και χρησίμευσε ως ενοποιητικός παράγοντας της νεοτερικότητας.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη ήρθε σε ριζική ρήξη με τη χριστιανική κοσμοαντίληψη.

Αυτό που συνέβη ήταν ότι η ιδέα της Ευρώπης απλώς σταμάτησε να παίζει το ρόλο του βοηθητικού εργαλείου στην παλαιά σύγκρουση μεταξύ χριστιανοσύνης και του alter ego της, του ισλάμ, και ανέλαβε έναν καινούριο ρόλο στη νέα αντίθεση που εκφραζόταν, πλέον, ανάμεσα στον πολιτισμό και τη φύση, ανάμεσα στην Ευρώπη και τον μη ευρωπαϊκό κόσμο, που τώρα περιλάμβανε και το «Νέο Κόσμο» και συμβόλιζε τη «βαρβαρότητα» της απολίτιστης φύσης.

(Δηλαδή, η Ευρώπη σήμαινε μια ιδεολογία ενάντια στη φύση. Ήταν η εποχή της ανάδυσης του ορθολογισμού και των επιστημών στοιχεία με τα οποία ο δυτικός άνθρωπος πίστευε πως θα κυριαρχήσει πάνω στη «βαρβαρότητα» ατ’ αυτόν, της φύσης. Να την κατακτήσει. Τις συνέπειες σήμερα τις βλέπουμε. Η οικολογική ή περιβαλλοντική κρίση είναι συνέπεια αυτής της κατακτητικής αντίληψης. Άρα η σημερινή κρίση είναι κρίση της νεοτερικότητας, όπως ονομάσθηκε εκείνη η εποχή και των παραγώγων της. Ένα τέτοιο παράγωγο ήταν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. )

Η Γαλλική Επανάσταση αποτέλεσε την ενσάρκωση της ιδέας της Ευρώπης και έγινε το σύμβολο της πολιτισμένης κοινωνίας των εθνών-κρατών.

Με την τελική κατάρρευση της χριστιανοσύνης ως πολιτικού συστήματος, που ακολούθησε τη μεγάλη κρίση του Παλαιού Καθεστώτος [Ancien Régime], μετά το 1789, δημιουργήθηκαν νέα πολιτισμικά και πολιτικά πεδία, στα οποία η ιδεολογία άρχισε να παίζει ολοένα και σημαντικότερο ρόλο.

Η ιδέα της Ευρώπης συνδέθηκε στενά με την εμφάνιση μιας δυτικοευρωπαϊκής πολιτείας εθνών-κρατών και προσέλαβε προοδευτικά το χαρακτήρα μιας κανονιστικής ιδέας.

Γι αυτό το λόγο σπάνια θεωρήθηκε ως εναλλακτική πρόταση στο έθνος-κράτος.

Το πιο σημαντικό πείραμα διαμόρφωσης ταυτοτήτων το 19ο αιώνα έγινε απο τους διανοούμενους των εθνών, οι οποίοι προσπάθησαν να κατασκευάσουν εθνικές ταυτότητες με σκοπό την ενσωμάτωση των μαζών στη βιομηχανική κοινωνία.

 (Κρίθηκε ότι στον αναδυόμενο καπιταλιστικό κόσμο το πολιτειακό μόρφωμα που αντιστοιχεί καλύτερα είναι το κράτος-έθνος. Άρα στην ιδεολογία του κράτους έθνους έπρεπε να προσαρμοστεί ο άνθρωπος)

Έτσι, τελικά η ιδέα της Ευρώπης υποτάχθηκε στο εθνικό ιδεώδες.

Όπως ακριβώς η Αναγέννηση εκφράστηκε μέσω της Μεταρρύθμισης, έτσι και ο Διαφωτισμός εκφράστηκε μέσω μιας ταραγμένης νεοτερικότητας, η οποία στα τέλη του 19ου αιώνα έψαχνε να βρει τη χαμένη γοητεία στον εθνικισμό και το χριστιανισμό.

Η ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ 

 Η Μεταρρύθμιση ήταν αυτή που υπονόμευσε την ιδέα μιας παγκόσμιας χριστιανικής τάξης και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση μιας κοσμικής αντίληψης για την Ευρώπη.

 (Γι αυτό και η ανάπτυξη του καπιταλισμού θεωρείται ότι υποβοηθήθηκε απο τον προτεσταντισμό. Με την προϋπόθεση ότι αναπτύχθηκαν στη συνέχεια και άλλες αντιλήψεις, όπως η αποδοχή του δανεισμού με τόκο, Καλβίνος, «ισλαμικός καλβινισμός» σήμερα)

Η διάσπαση την οποία επέφερε η Μεταρρύθμιση στη χριστιανική ενότητα έκανε προβληματική τη χρήση του όρου χριστιανοσύνη για το σύνολο της Ευρωπαϊκής ηπείρου και έτσι όρος Ευρώπη φυσιολογικά την αντικατέστησε.

Αυτό δεν σήμαινε ότι η χριστιανοσύνη δεν ήταν σημαντική.

Αυτό που συνέβη ήταν ότι η παλαιά αντίθεση ανάμεσα στους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους αντικαταστάθηκε απο μια νέα αντίθεση μεταξύ «πολιτισμένων Ευρωπαίων» και «απολίτιστων βαρβάρων».

Μετά το 1648 η Χριστιανοσύνη βρέθηκε διασπασμένη σε διάφορες μορφές χριστιανισμού ανταγωνιστικές μεταξύ τους, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός, ο Αγγλικανισμός, ο Λουθηρανισμός και ο Καλβινισμός με τις διάφορες αιρέσεις των Πουριτανών.

Η χριστιανοσύνη, μετά τη Μεταρρύθμιση και τους θρησκευτικούς πολέμους δεν μπορούσε πια να προσφέρει στο δυτικό τύπο πολιτικής οργάνωσης μια ομοιόμορφη πολιτική κουλτούρα.                  

  Ήταν τότε που η ιδέα της χριστιανοσύνης είχε περιέλθει σε παρακμή και η ιδέα του έθνους δεν είχε ακόμη προκύψει ως αυτόνομη έννοια.

Όταν η ιδέα της Ευρώπης αντικατέστησε τη χριστιανοσύνη ως κυρίαρχο πολιτισμικό πρότυπο, η έννοια του Δυτικού Κόσμου διατηρήθηκε ως σημείο αναφοράς της.

Με αυτόν τον τρόπο η ιδέα της Ευρώπης έγινε το κοσμικό υποκατάστατο της χριστιανοσύνης.

Η περίοδος μεταξύ της Μεταρρύθμισης και του Διαφωτισμού παρήγαγε για πρώτη φορά κάτι σαν κοσμική συνείδηση.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ

Διαφωτισμός

 Η κριτική θεώρηση του παρελθόντος δεν ήρθε παρά με το Διαφωτισμό του 18ου αιώνος, όταν εδραιώθηκε και η ιδέα μιας διακριτής ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Ο Διαφωτισμός μπορεί να θεωρηθεί έτσι ως έκφραση μιας πλήρως αναπτυγμένης ευρωπαϊκής ταυτότητας, αφού ο ορθολογισμός και το ερευνητικό πνεύμα της εποχής ταυτίζονταν απόλυτα με τους λόγους εμφάνισης μιας περισσότερο διαφοροποιημένης κοινωνίας, στην οποία το Κράτος και η Εκκλησία είχαν διαφορετικούς ρόλους.

Παρόλα αυτά η εκκοσμίκευση δεν συνιστούσε μια άρνηση της θρησκείας.

Ο Χριστιανισμός στον 19ο αιώνα δεν ήταν κατάλοιπο της μεσαιωνικής εποχής, αλλά προϊόν της νεωτερικότητας μέσα απο μια διαδικασία επανεκχριστιανισμού: η θρησκεία είχε αρχίσει να εσωτερικεύεται.

Σε αυτό το μετασχηματισμό, ο Εβραίος αντικατέστησε το Μουσουλμάνο ως εχθρός του χριστιανού.

Οι Γερμανοί εθνικιστές για παράδειγμα, απαιτούσαν ως κριτήριο συμμετοχής στο γερμανικό έθνος να είναι κανείς χριστιανός.

Η κοσμοπολίτικη κοινωνία σχεδόν ταυτιζόταν με τη γαλλική γλώσσα και τα γαλλικά κριτήρια κοινωνικής συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια του 18ου και του μεγαλύτερου μέρους του 19ου αιώνα.

Η γαλλική ήταν η γλώσσα που αντικατέστησε τη λατινική ως γλώσσα της διπλωματίας και της «καλής κοινωνίας».

Το να είναι κανείς «Ευρωπαίος» σήμαινε ότι μιλούσε γαλλικά.

Το γαλλικό έθνος δεν ήταν απλώς ένα έθνος αλλά το μεγάλο έθνος (la grande nation)

Η ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Οι οικουμενικές ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης έδωσαν στην Ευρώπη την αίσθηση μιας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας και ταυτόχρονα την ακύρωσαν.

Απο το 1789 ως το 1848, ο εθνικισμός με τη μορφή του δημοκρατισμού ταυτίστηκε γενικά με το φιλελευθερισμό και την εχθρότητά του προς την Παλαιά Τάξη πραγμάτων.

Απο το 1848 και μετά ο εθνικισμός αποποιήθηκε την αρχική επαναστατική του μορφή και έγινε όργανο του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού.

Πως μπορούμε, λοιπόν, να μιλάμε για μια Ευρώπη ως ιδέα στην εποχή του εθνικισμού;

Πρώτον, υπάρχει η έννοια της Ευρώπης, όπως εξελίχθηκε απο την Αναγέννηση ως το Διαφωτισμό με βάση το χριστιανικό ανθρωπιστικό ιδανικό και την πίστη σε ένα παγκόσμιο σύστημα αξιών βασισμένο στον Ορθό Λόγο, την Πρόοδο και την Επιστήμη.

Αυτά τα ιδανικά αποτελούν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ταυτότητας και είναι ενσωματωμένα στην ιδέα της νεοτερικότητας.

 Δεύτερον, υπάρχει το ιδανικό της ευρωπαϊκής πολιτικής ενότητας όπως αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια  του 19ου αιώνα.

Αυτό ήταν ουσιαστικά μια αναπαραγωγή του εθνικού ιδεώδους και ο πιο γνωστός υποστηρικτής του ήταν ο Μαντσίνι.

Αυτές οι δύο διαστάσεις της ευρωπαϊκής ιδέας- η πολιτισμική και η πολιτική- αν και εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, έχουν απο κοινού διαμορφώσει τη σύγχρονη αντίληψη για την ενότητα της Ευρώπης.

Η Ευρώπη ως ενσάρκωση του χριστιανικού ανθρωπιστικού ιδεώδους της Δύσης έχει συγκροτηθεί με βάση το έθνος-κράτος, το οποίο ήταν ο φορέας της ευρωπαϊκής νεοτερικότητας.

Έτσι, παρόλο που ο πολιτισμός της Δύσης αποκρυσταλλώθηκε στο πολιτισμικό πρότυπο που παρείχε η ιδέα της Ευρώπης, ήταν το έθνος-κράτος αυτό που έγινε φορέας της ευρωπαϊκής νεοτερικότητας, στηριζόμενο στην κραταιά, πια έννοια του «λαού».

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Η έννοια του «λαού» εξελίχθηκε σε σχέση με το αρχικό νόημα που είχε κατά τη Γαλλική Επανάσταση- το οποίο αρχικά ήταν ουσιαστικά πολιτικό- και κατέληξε να γίνει ένα πολιτισμικό κατασκεύασμα.

Οι εθνικές κοινότητες ανακαλύφθηκαν απο τους διανοούμενους και ακολούθως πολιτικοποιήθηκαν απο τους πατριώτες και τα εθνικά κινήματα.

Η ιδέα της Ευρώπης είχε συνδεθεί με τα ιδιαίτερα συμφέροντα κάθε χώρας.

Οι Βρετανοί που περισσότερο απο όλους ήταν αντίθετοι προς την ιδέα της Ευρώπης, την αποκαλούσαν με μια λέξη: η «ηπειρος».

Απο τη Μεταρρύθμιση και έπειτα, η εθνική ταυτότητα των Άγγλων είχε διαμορφωθεί ως αντίθετο των δυνάμεων της ηπειρωτικής Ευρώπης, και ότι η γαλλοφοβία, παρέμενε ένα απο τα βασικά χαρακτηριστικά μιας απο τις πιο διαστρεβλωμένες μορφές της αγγλικής εθνικής ταυτότητας.

(Έχει ρίζες ο βρετανικός αντιευρωπαϊσμός. Εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε την απαρχή της σύγχρονης Ευρώπης και των επιφυλάξεων ή των ιδεολογιών που αναπτύσσονται)    

Αν και η έννοια της Ευρώπης, άρχισε να χρησιμοποιείται συχνά απο τα μέσα του 19ου αιώνα, ωστόσο παρέμεινε υποδεέστερη της έννοιας της εθνικότητας.

Ήδη απο τις αρχές του 19ου αιώνα, η ιδέα του διαφωτισμού για έναν «πολίτη του κόσμου», είχε ξεπερασθεί και αντικατασταθεί απο την έννοια ενός πολίτη του έθνους.

(Ζητούμενο: πως μπορούμε να τις ενώσουμε σε μια εποχή που ούτε η μια ούτε η άλλη ξεπερνιούνται;)

Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΤΟ ΝΕΟΕΘΝΙΚΙΣΜΟ

 Και σήμερα η Ελλάδα ο πυρήνας για τη νέα μεγάλη μετάβαση απο το παλαιό στο νέο)

Αυτό, όμως, που ταρακούνησε τις Μεγάλες Δυνάμεις, πολύ περισσότερο απο την προοπτική μιας ενωμένης ηπείρου ήταν ο θάνατος του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι το 1824.     

Αυτό το γεγονός σήμανε σε συμβολικό επίπεδο τη γέννηση του νεότερου εθνικισμού αφού οι Μεγάλες Δυνάμεις επενέβησαν εναντίον της οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την ανεξαρτησία της Ελλάδας η οποία αναγνωρίσθηκε ως λίκνο της Ευρώπης.

 Ο εθνικισμός που απελευθερώθηκε με τον πόλεμο για την ανεξαρτησία της Ελλάδας- που συνέπεσε με μια περίοδο αντεπαναστατικού συντηρητισμού στη δυτική Ευρώπη- ήταν ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό πολιτισμικό εργαλείο, που χρησίμευσε για να ενώσει την Ευρώπη εναντίον των παραδοσιακών ισλαμικών εχθρών της στην Ασία και την Αφρική.

Δηλαδή με την Ελληνική Επανάσταση αναδύθηκε ο νεοεθνικισμός.

Η ιδέα μιας ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων λοιπόν, περιορίστηκε απο τον αναπτυσσόμενο εθνικισμό και απο το σύστημα της ισορροπίας δυνάμεων.

Ο εθνικισμός, ωστόσο, δεν ήταν μια άρνηση του ευρωπαϊσμού, αλλά όρος της ίδιας του της ύπαρξης.

Και ήταν τελικά στο βωμό του εθνικισμού που οι Μεγάλες Δυνάμεις θυσίασαν την Ευρώπη τόσο στη θεωρία όσο και στα πεδία των μαχών το 1914.

Η ιδέα ενός ιστορικού έθνους-κράτους δεν κέρδιζε πάντα τη λαϊκή υποστήριξη.

Το ιδανικό του Βίκτωρος Ουγκώ που μιλούσε για τις «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» ή το όραμα του Βολταίρου για μια «Ευρωπαϊκή Δημοκρατία» ήταν ανωμαλίες στην εποχή του εθνικισμού.

Η ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΚΑΜΨΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ                  

Ο 19ος αιώνας δεν ήταν μόνο ο αιώνας του εθνικισμού αλλά και του ρομαντισμού.

Αν και ο εθνικισμός και ο ρομαντισμός συνδέονταν στενά μεταξύ τους, εννοιολογικά ήταν πολύ διαφορετικοί.

Ο εθνικισμός, ήταν πάνω απο όλα μια πολιτική ιδέα που συνήθως κοιτούσε το μέλλον, ενώ ο ρομαντισμός ήταν ένα απολίτικο κίνημα που κοιτούσε το παρελθόν.

Ο ρομαντισμός έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην «επανανακάλυψη» του παρελθόντος ενώ στην επαναστατική του μορφή εξυμνούσε τις διάφορες εκφάνσεις του ηρωϊσμού.

Στις ρομαντικές ιδέες της Ευρώπης που επικράτησαν τον 19ο αιώνα, η νοσταλγία έπαιξε σημαντικό ρόλο.

Η Ευρώπη ταυτίστηκε με τις πολιτιστικές της κατασκευές: τους μεγάλους καθεδρικούς ναούς, τις όπερες, τα καφέ και τα βασιλικά παλάτια.

Ο ρομαντισμός προσέφερε στο λόγο περί Ευρώπης αναμνήσεις χωρίς τις οποίες θα παρέμενε απλώς κενός περιεχομένου.

Η ιδέα της Ευρώπης μετατράπηκε σε μια συντηρητική αντεπαναστατική ερμηνεία του παρελθόντος που δεν αποτελούσε ούτε θεωρία για το παρόν, ούτε οδηγό δράσης για το μέλλον.

Έτσι, η Ευρώπη ξαναγκάλιασε το παρελθόν που είχε αποκηρύξει η κριτική του Διαφωτισμού.

Η γενική εντύπωση που παραμένει, είναι ότι στην πραγματικότητα η ιδέα της Ευρώπης επιβλήθηκε απο την Παλαιά Τάξη ως χίμαιρα μιας ενότητας που κάποτε στηριζόταν στη χριστιανοσύνη, με στόχο να αντιμετωπιστούν τα φιλελεύθερα και δημοκρατικά μεταρρυθμιστικά κινήματα.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΤΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Τα πολιτισμικά και πολιτικά σημεία αναφοράς στα οποία εστιάστηκε η ιδέα της Ευρώπης δεν μπόρεσαν να προσφέρουν τη βάση για μια σταθερή και πολιτισμικά ομοιογενή ευρωπαϊκή ταυτότητα.

Τα λατινικά έπαψαν να αποτελούν μια ενοποιητική κοινή διάλεκτο (lingua franca)  απο τα τέλη του 16ου αιώνα όταν αντικαταστάθηκαν απο τα γαλλικά και αργότερα απο τις εθνικές διαλέκτους.

Η θρησκεία αποτελούσε πηγή διχασμών απο την εποχή του σχίσματος της λατινικής με την ελληνική Εκκλησία και της Μεταρρύθμισης που χώρισε στα δύο τη δυτική χριστιανοσύνη

Η γεωγραφική έννοια της Ευρώπης ήταν αυθαίρετα ορισμένη και καθοριζόταν πάντοτε με βάση τα ανατολικά της σύνορα και τη σύγκρουσή της με το ισλάμ

Συνείδηση μιας κοινής ιστορίας δεν υπήρχε.

Η ευρωπαϊκή ταυτότητα, λοιπόν, γεννήθηκε μέσα σε αντίξοες συνθήκες και η ιδέα της Ευρώπης υποτάχθηκε στον εθνικό σοβινισμό.

 ( Όπως και σήμερα)

Το κύριο στοιχείο της ευρωπαϊκής κοσμικής ταυτότητας έγινε η φυλή, με την οποία ταυτίστηκε η ίδια η ιδέα της Ευρώπης..

Η ιδέα της Ευρώπης παρείχε έναν τρόπο με τον οποίο η κοινή συλλογική ταυτότητα μπορούσε να βρεθεί σε μια νοερή σφαίρα έξω απο το έθνος-κράτος.

Η ιδέα της Ευρώπης, επομένως, είναι πιο πολύ ένα υποκατάστατο του έθνους παρά μια εγκατάλειψη της αρχής της εθνικότητας και λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα για τη διατήρηση των εύθραυστων εθνικών ταυτοτήτων.

 Η Ευρώπη, λοιπόν, άρχισε να αναπαριστά την κατεστραμμένη απο τον εθνικισμό ενότητα και η μάχη για νομιμοποίηση άρχισε να πραγματοποιείται στο επίπεδο μιας νοερής πραγματικότητα, η οποία δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας φιλοσοφικός μύθος της νεοτερικότητας.

Σ αυτό το «μεταεπίπεδο», οι αξιώσεις για οικουμενικούς ηθικούς κανόνες προβάλλονταν επικαλούμενες ένα φανταστικό ‘Άλλο.

 (Έπρεπε να βρούν έναν Άλλο, σε αντίθεση με τον οποίο να προσδιορίσουν τους οικουμενικούς ηθικούς κανόνες τους. Ποιος είναι αυτός ο Άλλος; Ο δεσποτικός Ανατολικός Κόσμος, ο οποίος περιλάμβανε πάλι και το Ισλάμ αλλά και άλλους).

Η ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 Για να μπορέσει η Ευρώπη να αυτοπροσδιοριστεί  και να κατασκευάσει τη δική της ταυτότητα είχε ανάγκη απο έναν αντιθετικό Άλλο.

Εάν αυτός ο Άλλος δεν υπήρχε έπρεπε να τον εφεύρει.

Ο Ανατολικός Κόσμος αναπαριστάνονταν όχι μόνο ως δεσποτικός και διαβολικός αλλά και ως απάνθρωπος.

Αυτό ήταν το φάντασμα που προσέδιδε νομιμότητα στις επιθέσεις της Δύσης εναντίον του ισλάμ.

Με αυτόν τον τρόπο η ευρωπαϊκή ταυτότητα συγκροτήθηκε με βάση μια αντίθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, η οποία ήταν ψευδής.

Η εικόνα του Ανατολικού Κόσμου κατασκευάστηκε με τέτοιον τρόπο ώστε να υπάρχει μόνο για να τον κατακτήσει η Δύση.

Η Δύση αντιπροσώπευε την κοινωνική σταθερότητα, ενώ η Ανατολή την απόλαυση.

Με αυτόν τον τρόπο ο σχηματισμός ταυτότητας της Δύσης στηρίχθηκε τελικά σε  μια άρνηση: στην άρνηση της Ανατολής.

Ο Διαφωτισμός έθεσε τις βάσεις ενός νέου πλαισίου επεξεργασίας του παγκόσμιου πολιτισμού.

Ο Διαφωτισμός προσπάθησε να εγκαινιάσει την εμφάνιση μιας νέας κοσμικής φιλοσοφίας της ιστορίας, βασισμένης στα θεμέλια του βιομηχανικού καπιταλισμού.

Μία απο τις προκαταλήψεις του Διαφωτισμού ήταν η πίστη ότι ο Ανατολικός Κόσμος ήταν φύση αγνός και αθώος.

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

 Η έννοια του «πολιτισμού» (civilization)  χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στα τέλη του 18ου αιώνα, αν και το ρήμα «εκπολιτίζω» (civilize) και η μετοχή «πολιτισμένος» (civilized), προϋπήρχαν.

Εμφανίστηκε στη γαλλική γλώσσα στη δεκαετία του 1760 μέσω των φιλοσόφων, για τους οποίους σήμαινε την πρόοδο της λογικής.

Η έννοια του πολιτισμένου, αντιθέτως αναφερόταν περισσότερο στην κοινωνική συμπεριφορά- στους αστικούς κανόνες ευγένειας- και λιγότερο στη φύση της κοινωνίας.

Η επινόηση της έννοιας του πολιτισμού υποδήλωνε κάτι πιο βαθύ απ’ ό,τι η συμπεριφορά του ατόμου.

Πολιτισμός ήταν η κοινωνική, ηθική και διανοητική πρόοδος και η Γαλλική Επανάσταση ενσάρκωνε ακριβώς αυτήν την ιδέα. της πολιτισμένης κοινωνίας που στηρίζεται σε ορθολογικούς νόμους.

Κατόπιν, προς τα μέσα του 19ου αιώνα, γεννήθηκε η ιδέα ότι υπάρχουν πολλοί «πολιτισμοί» και επομένως μπορούσε κανείς να μιλάει για τον «πολιτισμό της Αναγέννησης», ή τον «Ρωμαϊκό Πολιτισμό», αφού δεν υπήρχαν χρονικοί ή τοπικοί περιορισμοί για τον πολιτισμό.

Αυτή η άποψη για τον πολιτισμό αντικατέστησε επίσης την παλαιότερη αναγεννησιακή έννοια civilita, δηλαδή, του αστικού καθήκοντος του πολίτη, ιδέα που είχε τις ρίζες της στη societas civilis του Κικέρωνα και που μετατράπηκε σε «κοινωνία των πολιτών» (civil society)- ουσιαστικά σε αστική κοινωνία- εκφραζόμενη μέσα απο την ιδέα της αστικής-πολιτικής διακυβέρνησης και τις πρώιμες ιδέες περί της ιδιότητας του πολίτη (citizenship).

Ενώ για τους Γερμανούς η έννοια kultur  υποδήλωνε την πνευματική ζωή και είχε προτεραιότητα σε σχέση με τον πολιτισμό,, ο οποίος αναφερόταν στην υλική ζωή, για τους Βρετανούς και τους Γάλλους η έννοια του πολιτισμού δεν σήμαινε απαραίτητα κάτι υποδεέστερο της κουλτούρας.

Το κίνημα του ρομαντισμού, όμως, κατάφερε να ανυψώσει την κουλτούρα σε ένα επίπεδο υψηλότερο απο τον πολιτισμό., ο οποίος ταυτιζόταν με την υλιστική ηθική της νεοτερικότητας.

Σύμφωνα με τον Νόρμπερτ Ελίας (334), η γερμανική λέξη zivilisation προέρχεται απο την έννοια της καλής συμπεριφοράς και των καλών τρόπων, που σημαίνει απλώς την εξωτερική συμπεριφορά και είναι κατώτερη της kultur , δηλαδή της ζωής του πνεύματος.

Πολιτισμός ήταν ο τρόπος έκφρασης της αυλής και οι κοινότυπες δημόσιες τελετές, ενώ η kultur, συσχετιζόταν περισσότερο με τη νέα αστική διανόηση, η οποία προσπαθούσε να διαφοροποιηθεί απο τους αυλικούς που μιλούσαν γαλλικά.

Μετά τη Γαλλική Επανάσταση η ιδέα του πολιτισμού άρχισε να ταυτίζεται με τη Γαλλία και τη Δύση, ενώ η έννοια kultur υποδήλωνε κάτι που ήταν αποκλειστικά γερμανικό.

Αν και οι λέξεις «πολιτισμός» και «κουλτούρα» χρησιμοποιούνται εναλλακτικά σε μεγάλο βαθμό, ωστόσο, η πρώτη, μάλλον αναφέρεται στο σύνολο της ευρωπαϊκής κοινωνίας, ενώ η δεύτερη συνήθως παραπέμπει στα διανοητικά επιτεύγματα.

Ο πολιτισμός, όμως, φαίνεται ότι στηριζόταν στην κουλτούρα, με την έννοια της υψηλής καλλιέργειας, και αναμφίβολα αυτή ήταν μια απο τις βασικές αιτίες που οι ευρωπαίοι θεωρούσαν τη μη ευρωπαϊκή κουλτούρα κατώτερη και συγκρίσιμη με τη λαϊκή κουλτούρα των πληβείων.

Για το Διαφωτισμό, ο πολιτισμός ερχόταν σε αντίθεση με τη φύση.

Στο 19ο αιώνα ο όρος «πολιτισμός» χρησιμοποιούνταν αναφερόμενος στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, ενώ ο όρος «κουλτούρες» υποδείκνυε τους μη ευρωπαϊκούς πολιτισμούς.

Η Ασία και η Αφρική αποτελούσαν κουλτούρες ενώ η Ευρώπη συνιστούσε πολιτισμό.

Για τους Άγγλους, λοιπόν, η έννοια του πολιτισμού ήταν ανώτερη της κουλτούρας στον πληθυντικό και εξέφραζε μια ισχυρή αίσθηση ευρωκεντρισμού

Ο πολιτισμός εξέφραζε την τάξη και την ηθική, ενώ η Αφρική το χάος, το σκοτάδι και τα ανεξερεύνητα μυστήρια.

Η έννοια του πολιτισμού που είχε τις ρίζες της στην έννοια της πολιτισμένης συμπεριφοράς, εξορθολογίστηκε εντασσόμενη σε μια ευρύτερη κατηγορία και μεταφέρθηκε απο το επίπεδο του κράτους, καταλήγοντας να ταυτιστεί με την αντίληψη των αστών για την πρόοδο.

Με αυτόν τον τρόπο ο πολιτισμός έγινε ένα μονοπώλιο του ευρωκεντρισμού και χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο αντισημιτισμού και συχνά για να ικανοποιήσει μαζί με τη  έννοια της Ευρώπης και τις γαλλικές φιλοδοξίες.

Γενικά η έννοια του πολιτισμού μετατράπηκε σε ένα δείκτη με βάση τον οποίο όλες οι χώρες μπορούσαν να ενταχθούν στις κατηγορίες των «πολιτισμένων», των «βαρβάρων», ή των «πρωτόγονων».

Η ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

 Ο πυρήνας της ευρωπαϊκής συνείδησης οικοδομήθηκε με βάση ένα φιλοσοφικό μύθο της ιστορίας που κατέτασσε τις άλλες κοινωνίες με βάση τις δυτικές αξίες, οι οποίες θεωρούνταν παγκόσμια πρότυπα αξιών.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού η ταυτότητα της Ευρώπης ως χριστιανικού πολιτισμού έγινε πιο σαφής απο ό,τι στην εποχή του Διαφωτισμού.

Ο 19ος αιώνας ανακάλυψε εκ νέου τη χριστιανική ταυτότητα, με την οποία είχε έρθει σε σύγκρουση ο 18ος αιώνας, και μέσα απο την αντιμετώπιση των μη χριστιανικών πολιτισμών η Ευρώπη επεδίωξε να οικοδομήσει μια ηγεμονική χριστιανική ταυτότητα.

Μετά τον 1ο αιώνα μ.χ, ο 19ος αιώνας ήταν ο σπουδαιότερος απο όλους για τη διάδοση του χριστιανισμού και μέσω αυτού εξασφαλίστηκε και η διάδοση της ιδέας μιας «πιστής στο χριστιανισμό Ευρώπης».

Ο κοινωνικός δαρβινισμός ή κοινωνικός εξελικτισμός, ουσιαστικά δηλαδή η εφαρμογή των ιδεών του Δαρβίνου στην κοινωνία, έδωσε ουσία στις ιδέες της προόδου και της ηθικής βελτίωσης  που είχαν εμποτίσει βαθιά το βικτοριανό ψυχισμό.

Η κοινωνική και φυλετική ανισότητα αντιμετωπιζόταν απο τους βικτοριανούς ιμπεριαλιστές ως προϊόν φυσικής επιλογής.

Η θεωρία της «επιβίωσης του ισχυρότερου» τροποποιήθηκε έτσι ώστε να δικαιολογεί τον ιμπεριαλισμό, την ταξική εξουσία και τα αριστοκρατικά προνόμια.

Γιατί, όμως, η ευρωπαϊκή ταυτότητα συνδέθηκε τόσο πολύ με τους φυλετικούς μύθους περί ανωτερότητας;

Νομίζω πως αυτό μπορεί να εξηγηθεί με βάση το κεντρικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού ότι κάποιος αρνείται να αναγνωρίσει στον Άλλο τον εαυτό του και, κατά συνέπεια, τον υποβιβάζει της πρωτόγονης φυσικής κατάστασης του ανθρώπου.

Ο ρατσισμός δεν ήταν τυχαία ένα χαρακτηριστικό του ευρωπαϊσμού.

Βρισκόταν στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Η ταυτότητα της Ευρώπης αναδύθηκε μέσα απο τη βία και την αποικιοκρατία.

 (Άρα, τον αποικιοκρατούμενο, για να μπορέσουμε να δικαιολογήσουμε την πράξη μας πρέπει να τον χαρακτηρίσουμε ως κατώτερο Άλλο, με τον οποίο εμείς δεν έχουμε σχέση διότι είμαστε ανώτεροι)

Ήταν μέσω του αποικιοκρατικού της προσώπου που η Ευρώπη μπόρεσε να επιδείξει μια ενιαία ταυτότητα στον υπόλοιπο κόσμο.

Αυτό δείχνει πολύ πειστικά το ρόλο που έπαιξε ο Ξένος (Outsider) ο μόνιμος Άλλος, του οποίου η ύπαρξη έπρεπε πάντα να διατηρείται ώστε να μπορεί να υπονομεύεται.

 Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Η ιδέα της Ευρώπης δεν μπορεί να διαχωριστεί απο τον ευρωπαϊκό φασισμό ή το ναζιστικό ολοκαύτωμα το οποίο διαπράχθηκε στο όνομα της πολιτισμικής ομοιογένειας της Ευρώπης.

Ο επανασχεδιασμός του ευρωπαϊκού πολιτικού χάρτη μετά το 1945 διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό απο την αποκαλούμενη και «ιδιαίτερη ιστορική πορεία» της Γερμανίας στην προσπάθειά της να κυριαρχήσει στην Ευρώπη.

Η συζήτηση γύρω απο αυτό το θέμα εστιάζεται στο ερώτημα αν η Γερμανία ακολούθησε μια ιδιαίτερη ιστορική πορεία/ διαδρομή που να ερμηνεύει την άνοδο και την ισχύ του ναζισμού.

Το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι ότι η Γερμανία, εξαιτίας της πλεονεκτικής γεωγραφικής της θέσης στο κέντρο της ηπείρου, πλησίασε περισσότερο απο οποιονδήποτε άλλο στο να ενοποιήσει την Ευρώπη.

Ούτε οι δυτικές Δυνάμεις με τις διάφορες πειραματικές μεθόδους, ούτε ο Κόκκινος Στρατός κατάφεραν να ενοποιήσουν την Ευρώπη μετά το 1918.

Την αποστολή αυτή ανέλαβαν οι Γερμανοί και γι αυτόν το λόγο το φάντασμα μιας ενωμένης Ευρώπης παρουσιαζόταν πάντοτε τρομακτικό στην ιδέα μιας Ευρώπης κυριαρχούμενης απο τη Γερμανία.

Η ιδέα της Ευρώπης απέτυχε να γίνει ένα πολιτισμικό πλαίσιο αναφοράς, ικανό να ενσωματώσει ανταγωνιστικά έθνη-κράτη, (¨όπως και σήμερα) σε μια ευρύτερη πολιτική κοινότητα.

Και δυστυχώς, το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και σήμερα. Άρα το πρόβλημα δεν είναι σημερινό αλλά διαχρονικό.

Ως αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης συμπόρευσης της αρχής της εθνότητας με την ιδέα της Ευρώπης, η δεύτερη παγιδεύτηκε σε σχέδια ταυτότητας που συνδέονταν ασαφώς με διάφορες πολεμικές ιδεολογίες.

Η ιδέα της Μεσευρώπης ήταν ένα απο αυτά τα σχέδια που χρησιμοποιήθηκαν απο τους Γερμανούς οπαδούς του επεκτατισμού ως ιδεολογικό εργαλείο για την εξασφάλιση της ενότητας της Ευρώπης με βάση την εικόνα μιας επιθετικής Γερμανίας.

Τι είναι η Μεσευρώπη;

Μεσευρώπη

 Η Μεσευρώπη δεν είναι απλώς το γεωγραφικό όνομα μιας διαρκώς μεταβαλλόμενης περιοχής μεταξύ δυτικής και ανατολικής Ευρώπης.

Είναι επίσης μια πολιτική ιδεολογία που σχετίζεται με διάφορα εγχειρήματα διαμόρφωσης ταυτοτήτων.

Ως πολιτικό κατασκεύασμα θα μπορούσε κανείς να πει ότι γεννήθηκε ως αντίθετο της Ευρώπης του Ναπολέοντα και ότι αντιπροσπώπευε ένα είδος αντι-ευρώπης.

Η πολιτική κουλτούρα της Μεσευρώπης αντανακλούσε την παλινορθωμένη Παλαιά Τάξη.

Στην αντίληψη και δημιουργία της Μεσευρώπης βρίσκονται πολλά απο τα σημερινά συμπλέγματα και αγκυλώσεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής και γερμανικής συμπεριφοράς.

Απο την πτώση του Μπίσμαρκ απο την ηγεσία της Πρωσίας το 1890, έως και την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας το 1945, η ιδέα της Ευρώπης συνδέθηκε στενά με την έννοια της Μεσευρώπης.

Η κατάλληλα επαναπροσδιορισμένη ιδέα της Ευρώπης, βρήκε μεγαλύτερη απήχηση στους Γερμανούς, οι οποίοι θεωρούσαν τη χώρα τους ένα κράτος που βασιζόταν στην κοινή κουλτούρα και όχι ένα έθνος-κράτος.

Η ιδέα ενός γερμανικού έθνους κράτους, που θα συμπεριλάμβανε όλους τους γερμανικούς λαούς είχε θαφτεί το 1866 με τη νίκη της Πρωσίας επί της Αυστρίας.

Εκείνο το χρόνο διαλύθηκε ή ήδη νεκρή Γερμανική Συνομοσπονδία και ένα χρόνο αργότερα η Αυστρία επέλεξε το συμβιβασμό με την Ουγγαρία, τη δημιουργία δηλαδή της διπλής Μοναρχίας της Αυστροουγγαρίας

Για να υπάρξει λοιπόν η Γερμανία ως έθνος-κράτος, έπρεπε πρώτα να γίνει αυτοκρατορία.

Η ίδρυση όμως της Δεύτερης Αυτοκρατορίας το 1871, δηλαδή του γερμανικού κράτους, δεν σήμαινε τίποτε άλλο παρά μια διεύρυνση της Πρωσίας.

Επρόκειτο μόνο για μια «Μικρή Γερμανία».

Έτσι, η παλαιά φιλελεύθερη αρχή του εθνικισμού περιθωριοποιήθηκε και η γερμανική εθνική ταυτότητα δεν αναζητήθηκε στο υπάρχον κράτος αφού το κράτος αυτό δεν περιελάμβανε το σύνολο του γερμανικού έθνους, αλλά στις σκοταδιστικές ιδέες του Reich  και του Volk.

Εξ ού και το δέλεαρ της Ευρώπης ως Μεσευρώπης. Εκεί βρισκόταν το σύνολο σχεδόν των γερμανών.

Το πνεύμα της Μεσευρώπης δεν δολοφονήθηκε απο τον σοβιετικό κομμουνισμό, όπως συχνά υποστηρίζεται, αλλά απο τον εθνικοσοσιαλισμό.

Ο φασισμός και ο αντισημιτισμός ήταν προϊόντα της Μεσευρώπης.

Η νέα Ευρώπη που προέκυψε μετά τον πόλεμο και τη Συνθήκη των Βερσαλλιών κατασκευάστηκε ως αντίθετο του σοβιετικού κομμουνισμού, ο οποίος είχε διακηρύξει ότι ένας απο τους στόχους του ήταν η παγκόσμια επανάσταση.

Ο φόβος μιας επερχόμενης επανάστασης με διαστάσεις αποκαλύψεως βοήθησε στη διαμόρφωση μιας ταυτότητας της Ευρώπης ως αντεπαναστατικού οχυρού εναντίον του διεθνούς κομμουνισμού.

Η ευρωπαϊκή ταυτότητα των χρόνων του μεσοπολέμου γεννήθηκε μέσα σε συνθήκες πολιτισμικής απαισιοδοξίας και παρακμής.

Δυστυχώς, η αλήθεια είναι ότι η ευρωπαϊκή ιδέα δεν μπορεί να διαχωριστεί απο τις φασιστικές ιδέες και πρακτικές, παρόλο που ο περισσότερος κόσμος σήμερα θα προτιμούσε να συνδέσει την ιδέα της Ευρώπης με την αρχαιο-ελληνική πόλη- κράτος και τη δημοκρατία παρά με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τον ολοκληρωτισμό.

Η έξοδος απο την Ευρώπη όσων Εβραίων επέζησαν απο το Ολοκαύτωμα, σήμανε για πολλούς το τέλος της ευρωπαϊκής νεοτερικότητας.

Έτσι, το ευρωπαϊκό παρελθόν μετατράπηκε μάλλον σε βάρος παρά σε ουτοπία.

Όπως έγραψε και ο Σάρτρ το 1948: «Η λέξη Ευρώπη αναφερόταν πριν στη γεωγραφική, οικονομική και πολιτική ενότητα της γηραιάς ηπείρου.

Σήμερα διατηρεί μια μουχλιασμένη μυρωδιά γερμανισμού και υποτέλειας».

Φοβάμαι πως κάτι τέτοιο συμβαίνει και σήμερα.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΩΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΑ ΤΟΥ ΨΥΧΡΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Μέχρι και τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου το 1989, τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης που είχαν προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα διατηρούσαν το μονοπώλιο της ιδέας της Ευρώπης: Ευρώπη ήταν η Δυτική Ευρώπη και σύμβολό της ήταν η Δυτική Γερμανία, το τεχνητό δημιούργημα του Ψυχρού Πολέμου.

Το 1989 αυτός ο προσεκτικά τακτοποιημένος κόσμος κατέρρευσε και μαζί του κατέρρευσε και η Ευρώπη ως φιλελεύθερη δημοκρατική Δύση.

Όπως οι Ευρωπαίοι είχαν στο παρελθόν δημιουργήσει μύθους για τον Ανατολικό κόσμο, έτσι και οι Αμερικανοί δημιούργησαν τους δικούς τους μύθους για την Ευρώπη.

 Για τους Αμερικανούς η Ευρώπη ήταν το αντιστάθμισμα της δικής τους έλλειψης ιστορίας και της αίσθησής τους ότι υστερούσαν πολιτισμικά..

Ήταν ο τόπος αναζήτησης της ιστορικής τους ταυτότητας.

Για τους Αμερικανούς σε τελική ανάλυση η Ευρώπη αντιπροσώπευε τα δύο κακά επι των οποίων οι Αμερικανοί υποτίθεται είχαν θριαμβεύσει: τις τάξεις και το έθνος.

Ο μύθος του αμερικανικού δυτικού συνόρου (wild west), του προφανούς πεπρωμένου, δηλαδή της μοιραίας πορείας των Αμερικανών προς την οικοδόμηση μιας Αυτοκρατορίας ως τον Ειρηνικό, αποτέλεσε έναν πολύ σημαντικό κινητήριο μοχλό και για την ευρωπαϊκή ιστορία, της οποίας η ταυτότητα διαμορφώθηκε μέσα απο τις κατακτήσεις.

Μία απο τις διεστραμμένες παραλλαγές αυτού του μύθου ήταν η ναζιστική επίθεση στα ανατολικά [Drang nach Osten], η οποία είχε ως πρότυπο την αμερικανική κατάκτηση της Δύσης με στόχο να κάνει ναζιστική ολόκληρη τη μελλοντική Ευρώπη, ενώ ο Χίτλερ έβλεπε συχνά τον εαυτό του σα ένα Γερμανό Ρούζβελτ.

Ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ήταν δημιούργημα της Σοβιετικής Ένωσης και του Κομμουνισμού, όπως ισχυρίζονται συνεχώς οι συντηρητικοί ρήτορες της Δύσης, αλλά της καπιταλιστικής υπερπαραγωγής και της αυτοκαταστροφικής πολιτικής της Γερμανίας που, επεκτεινόμενη προς την ανατολική Ευρώπη και επιτιθέμενη εναντίον της Ρωσίας, οδήγησε τελικά τον κόκκινο Στρατό στο κέντρο της Ευρώπης.

Ο Όρος ψυχρός Πόλεμος, του οποίου οι ρίζες εντοπίζονται βαθιά στη διαμάχη μεταξύ της μεσαιωνικής χριστιανοσύνης και του ισλάμ, επινοήθηκε εκ νέου απο τον Ουώλτερ Λίπμαν λίγο μετά το τέλος του Β! Π.Π. και χρησιμοποιήθηκε ευρέως για να καλύψει ιδεολογικά τον καθοδηγούμενο απο τις ΗΠΑ νέο διεθνισμό: την ίδρυση της Παγκόσμιας Τράπεζας, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το Δόγμα Τρούμαν, το Σχέδιο Μάρσαλ.

Καθώς ο Β! Π.Π. πλησίαζε προς το τέλος του, ο νέος πολεμικός στόχος του Ρούζβελτ έγινε η περιθωριοποίηση της Ευρώπης, την οποία εκλάμβανε ως τον κυριότερο παράγοντα αποσταθεροποίησης του κόσμου.

Θεωρήθηκε, λοιπόν αναγκαίος ο κατακερματισμός της γηραιάς ηπείρου σε σχετικά ανίσχυρα κράτη.

Για την επίτευξη αυτής της αποστολής -σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ θα δημιουργούσαν μαζί με τη Σοβιετική Ένωση μια νέα συμμαχία υπερδυνάμεων για να εξασφαλιστεί η παγκόσμια σταθερότητα- απαραίτητη ήταν η εξαφάνιση της Γερμανίας απο το χάρτη των ισχυρών δυνάμεων.

Δύο γερμανικά κράτη και μια διαιρεμένη Ευρώπη ήταν το αποτέλεσμα της αποτυχίας του Γερμανικού έθνους να κατακτήσει τη Μεσευρώπη, πάνω στις στάχτες της οποίας οικοδομήθηκε η νέα τάξη πραγμάτων.

Μετά τον πόλεμο το ζήτημα τέθηκε ως εξής: Γερμανία ή Ευρώπη.

 Ολωσδιόλου περιέργως προτιμήθηκε η Ευρώπη.

Η Ευρώπη άρχισε να βρίσκει τη νέα ταυτότητά της στη βιομηχανία του πολιτισμού και του νέου μεσαστικού υλισμού των μεταπολεμικών δεκαετιών, η οποία αναπαρήγαγε την ίδια αμερικάνικη κουλτούρα, τόσο στη σύλληψή της όσο και στο ήθος, απο την Καλιφόρνια ως τη Βιέννη.

 Με ποιόν τρόπο ο Ψυχρός Πόλεμος διαμόρφωσε την ταυτότητα της Ευρώπης;

Η σύγκρουση Ανατολής –δύσης δε αφορούσε μόνο τον Ψυχρό Πόλεμο αλλά και έναν νεοαποικιοκρατικό ανταγωνισμό για τον έλεγχο του Τρίτου Κόσμου.

Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν ένα χρήσιμο εργαλείο που δεν αφορούμε απλώς τον καπιταλισμό ή τον κομμουνισμό. Και οι δύο πλευρές τον χρησιμοποιούσαν ως ιδεολογικό εργαλείο μέσω του οποίου οι βιομηχανικές πολεμικές οικονομίες της Δύσης και της Ανατολής ασκούσαν την ηγεμονία τους στους αντίστοιχους πληθυσμούς τους.

Με λίγα λόγια, το πλαίσιο του ψυχρού Πολέμου κατασκευάστηκε στη βάση της ύπαρξης εσωτερικών απειλών και της πεποίθησης ότι υπήρχαν εξωτερικοί κίνδυνοι..

Η Δύση βρήκε τη νέα της ταυτότητα στην απειλή μιας απόλυτης καταστροφής, σε έναν πόλεμο και ένα σύστημα τεχνολογίας όπου δεν μπορούσε ούτε να ηττηθεί ούτε να νικήσει.

Η ίδια η ταυτότητα της Ευρώπης ως χριστιανο-ουμανιστικής Δύσης αποτέλεσε μέρος της πορείας προς τη βιομηχανοποίηση του πολέμου στη διάρκεια της οποίας δύο πολιτισμοί ήρθαν αντιμέτωποι μεταξύ τους και η κληρονομιά δύο επαναστάσεων επιστρατεύθηκε για να υποστηρίξει δύο συστήματα κρατικής βίας, νομιμοποιώντας το ένα με βάση τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης και το άλλο με βάση την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία και το alter ego της, ο κομμουνισμός, κινητοποίησαν τεράστιους μηχανισμούς καταπίεσης και ηγεμόνευσης που άγγιξαν όλες τις πτυχές της κοινωνίας και διαμόρφωσαν τον πολιτικό λόγο για δεκαετίες.

Με την ίδρυση της ΕΟΚ, η ιδέα της Ευρώπης προσέλαβε μια νέα διάσταση. Δεν υπήρχε τίποτε τυχαίο στο γεγονός ότι η κοινότητα ήταν οικονομική και όχι ξεκάθαρα πολιτική.

Η πολιτική ταυτότητα αυτής της Ευρώπης είχε διαμορφωθεί απο τις πολλές προκαταλήψεις και την παράνοια που γέννησε ο Ψυχρός Πόλεμος.

Η Ευρώπη δεν αφορούσε πλέον μόνο την πολιτική αλλά και την «κοινή αγορά» και το νέο καταναλωτισμό της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης.

Στη μεταπολεμική περίοδο έγινε ευρέως αποδεκτό όττι η Ευρώπη ως πνευματικό και φιλοσοφικό σχέδιο ολοκλήρωσης είχε τελειώσει.

Ο πόλεμος είχε απαξιώσει την ευρωπαϊκή κουλτούρα ως πνευματική ζωή.

Η νέα Ευρώπη ήταν υλιστική και δεν ζητούσε άλλη νομιμοποίηση απο αυτήν που της παρείχε η καπιταλιστική νεοτερικότητα.

Η «κοινή αγορά», όπως είπε ένας απο τους επικριτές της, ήταν «κοινή γι αυτούς που πληρούσαν τις προδιαγραφές. Και αυτές οι προδιαγραφές αφορούσαν περισσότερο τις μονάδες μέτρησης της γενικότερης δύναμής τους παρά τις οικονομικές μονάδες».

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το σχέδιο ευρωπαϊκής ενότητας ήταν ένα μέσο για να ξεπεραστούν τα προβλήματα των αποτυχημένων εθνών κρατών που είχαν ιδρυθεί το 1919 και ιδιαίτερα της Γερμανίας, η οποία αποτελούσε το ακραίο παράδειγμα αποτυχημένου έθνους-κράτους.

Για να μην επαναληφθεί ποτέ η καταστροφή στην οποία οδήγησε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, η λύση φαινόταν να μην είναι άλλη απο την εξαφάνιση του παλαιού έθνους-κράτους.

Η κοινότητα, περισσότερο απο την κοινωνία, το κράτος ή την εθνικότητα, θεωρούνταν για πολύ καιρό ο σκοπός της ιστορίας και αποτελούσε ως ιδέα, αναπόσπαστο τμήμα του χριστιανισμού, των ουτοπικών ιδεών της Αναγέννησης, του εθνικισμού και του κομμουνισμού.

Στην προσπάθειά της να υπερβεί τον εθνικισμό, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αποπειράθηκε να διαπλάσει την ευρωπαϊκή ταυτότητα χρησιμοποιώντας ακριβώς τα ίδια εργαλεία: μια σημαία, έναν ύμνο, ένα διαβατήριο και την αίσθηση μιας κοινής ιστορίας.

Αντίθετα, όμως, απο την εθνική ταυτότητα, η ευρωπαϊκή ταυτότητα αναζήτησε τη νομιμοποίησή της στην υψηλή αστική κουλτούρα, όπως φαίνεται και απο την επιλογή του ύμνου  (¨Ενατη Συμφωνία του Μπετόβεν), και την αφοσίωσή της στις «πολιτιστικές πρωτεύουσες».

Η εθνική ταυτότητα, απεναντίας, εμπνεόταν παραδοσιακά απο την ύπαιθρο και όχι απο την πόλη, ενώ η κουλτούρα με την οποία προσπαθούσε να ορίσει το έθνος στηριζόταν κυρίως στη γλώσσα.

Παρόλο που υπάρχουν πολλά επίπεδα ορισμού της έννοιας της κοινότητας, οι πολιτικές πρακτικές του ευρωπαϊσμού αποδείχτηκαν ανίκανες να δημιουργήσουν μια συνεκτική κοινοτική ταυτότητα, ικανή να προσφέρει μια εναλλακτική πρόταση στην εθνική ταυτότητα.

Τι είναι, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή κουλτούρα;

Σύμφωνα με τον Τζώρτζ Στάϊνερ αυτή φαίνεται καλύτερα μέσα απο το θεσμό των café, ο οποίος κατά τη γνώμη του προσδιορίζει έναν ιστορικό χώρο που εκτείνεται περίπου απο τη δυτική Πορτογαλία ως τη νοητή γραμμή που ενώνει την Αγία Πετρούπολη με το Κίεβο και την Οδυσσό», αλλά που σίγουρα αποκλείει τη Μόσχα.

Αυτή η παρατήρηση, όμως, δεν έχει κανένα νόημα.

Ο θεσμός των café είναι αραβικός και εντοπίζεται σε όλες τις πόλεις της βόρειας Αφρικής, απο την Ταγγέρη ως την Αλεξάνδρεια και μπορεί όντως να είναι άγνωστος στη Μόσχα, όμως είναι απών και απο την καθημερινή κουλτούρα των Βρετανικών Νήσων.

Για τον Πάοτσκα, η ευρωπαϊκή κουλτούρα εντοπίζεται στη φιλοσοφική παράδοση της μεταφυσικής σκέψης που εγκαινίασε ο Πλάτων.

Έτσι, ενώ η Αμερική μπορεί να ανιχνευθεί ως τρόπος ζωής, η Ευρώπη δεν μπορεί.

 Η ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ

Καθώς τα ευρωπαϊκά κράτη προσεγγίζουν επιφυλακτικά το ευαίσθητο ζήτημα μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας κρατώ, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ευρωπαϊκή ιδέα είναι ικανή να ενσωματώσει τις διάφορες εθνικότητες προσφέροντας ένα σταθερό σύστημα αξιών..

Δεδομένου ότι οι κοινές παραδόσεις έχουν ελάχιστα κοινά χαρακτηριστικά ικανά να ενοποιήσουν την ευρωπαϊκή ήπειρο, το κοινό ενοποιητικό στοιχείο βρέθηκε έξω απο την Ευρώπη.

Η εχθρότητα απέναντι στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες και στο μουσουλμανικό κόσμο προσέφερε νέες απειλές σε μια πνευματικά αποστειρωμένη Ευρώπη.

Μέχρι το 1989 η ταυτότητα της Ευρώπης ως Δύση ήταν εξασφαλισμένη εξαιτίας της υποτιθέμενης απειλής του κομμουνισμού.

Με την εξαφάνιση, όμως, του παλαιού φανταστικού εχθρού, έγινε μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια κατασκευής ενός νέου «κακού», ώστε η ευρωπαϊκή ταυτότητα να αναπροσανατολιστεί προς ένα πολυπολικό κόσμο.

Τη θέση των παλαιών πόλων αντιπαράθεσης Δύσης-Ανατολής πήρε η νέα πόλωση Βορρά –Νότου απο την οποία σε εσωτερικό επίπεδο υποφέρουμε, τώρα, και εμείς.

Η θεσμοθέτηση μιας πολιτισμικής ιδέας, όπως αυτή της Ευρώπης, σε μια κυρίως οικονομικά οργανωμένη πολιτεία, μπορεί να οδηγήσει, με δεδομένες τις εγγενείς κρίσεις του καπιταλισμού, σε μια κρίση νομιμοποίησής της, εκτός και αν υπάρξει μια αντίστοιχη συλλογική ταυτότητα, που θα βασίζεται σε ένα στέρεο σύστημα δημοκρατικών κανόνων.

Απο μια άποψη το νέο ρατσιστικό κύμα δεν αφορά στην πραγματικότητα μόνο την εχθρότητα εναντίον των αλλοδαπών.

Είναι και ενδεικτικό σημάδι μιας σοβαρότερης ασθένειας.

Οι εκρήξεις ξενοφοβίας και φυλετικής βίας, είναι συμπτώματα αυτού που ο Ντυρκχάιμ αποκάλεσε «ανομία», της κατάρρευσης δηλαδή της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης.

Πρόκειται για μια βαθύτερη τάση, ενδεικτική αυτού που ο Χάμπερμας έχει αποκαλέσει «αποικιοποίηση του βιόκοσμου» απο απρόσωπους μηχανισμούς που δεν ελέγχονται πια απο τις κοινωνικές δυνάμεις και διαβρώνουν τα προϋπάρχοντα συστήματα αξιών.

Αυτό έχει άμεση σχέση με το θέμα της Ευρώπης.

Το σύγχρονο εγχείρημα οικοδόμησης μιας νέας «μεγα-Ευρώπης», που γίνεται αντιληπτό ως μια γιγαντιαία άσκηση πολιτικού και οικονομικού σχεδιασμού, θα συνεχίσει να ασκεί μεγαλύτερη πίεση απο ποτέ στις παραδοσιακές μορφές ζωής, οι οποίες με τη σειρά τους θα εκφραστούν αναγκαστικά μέσα απο αρρωστημένες μορφές ταυτότητας.

Τα σχέδια για την Ευρώπη κινδυνεύουν να γίνουν δυνητικά ένα καζάνι ζύμωσης λαϊκού αναβρασμού.

Η πεμπτουσία του προβλήματος είναι ότι η ιδέα της Ευρώπης δεν έχει διαμορφώσει τη βάση για μια συλλογική ταυτότητα που θα δεσμεύεται απο δημοκρατικούς κανόνες και θα ανέχεται τις πολιτισμικές διαφορές.

Ο λόγος αυτής της αποτυχίας βρίσκεται στο γεγονός ότι η κυρίαρχη αντίληψη για την ευρωπαϊκή ταυτότητα σήμερα έχει ως πρότυπό της το κράτος.

(Ή καλύτερα, η αναζήτηση συλλογικής ταυτότητας, προϋποθέτει υπέρβαση της σημερινής κρατικής δομής της Ευρώπης)

Σήμερα, η γερμανική εθνική ταυτότητα εστιάζεται περισσότερο στην ικανότητα της εξαρτημένης απο τις εξαγωγές οικονομίας να διατηρήσει ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο.

Οι πραγματικοί φόβοι, λοιπόν, εντοπίζονται στην προοπτική της Γερμανικής κυριαρχίας στις χρηματιστικές αγορές.

Η αλήθεια είναι ότι η Ευρώπη του τέλους του 20ου αιώνα ποτέ δεν πλησίασε την ενότητα του 1815, όταν ιδρύθηκε η Συμφωνία της Ευρώπης με το Συνέδριο της Βιέννης.

Τότε, με εξαίρεση τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν απαιτούνταν διαβατήρια για να ταξιδέψει κανείς στις περισσότερες περιοχές του κόσμου, και μέχρι και το Μεγάλο Πόλεμο δεν υπήρχαν νομικού ταξιδιωτικοί περιορισμοί.

Σήμερα ο ευρωπαϊσμός μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μια ιδεολογική στρατηγική έκφρασης μίσους και σοβινισμού, καθώς η Ευρώπη έχει διαφορετικό νόημα, για διαφορετικούς λαούς, σε διαφορετικές καταστάσεις.

Ο ευρωπαϊσμός δεν είναι ένα σταθερό σύνολο ιδεών και ιδανικών, που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν μια εναλλακτική πρόταση απέναντι στον εθνικό σοβινισμό και την ξενοφοβία.

Η ιδέα της Ευρώπης μπορεί να είναι μια προσπάθεια επινόησης μιας νέας αρχής πολιτικής κυριαρχίας με την οποία θα νομιμοποιούνται τα νέα είδη εξουσίας που εμφανίστηκαν στον ύστερο καπιταλισμό.

Σ αυτό το πλαίσιο η Ευρώπη μπορεί να ιδωθεί ως μια νέα αδιαμόρφωτη δύναμη, που προσπαθεί να αποκτήσει το κύρος μιας κυρίαρχης ιδεολογίας.

Η ιδέα της Ευρώπης έχει σήμερα αποσπαστεί απο το μηχανισμό παραγωγής πολιτισμού της αστικής τάξης και έχει μετατραπεί σε ιδεολογία του διεθνούς χρηματοοικονομικού καπιταλισμού και σε πολιτικό στόχο των νέων αρχηγεσιών που αντικαθιστούν τις παλαιές αστικές αρχηγεσίες.

Εκείνο που κυρίως θέλω να πω είναι ότι η ιδέα της Ευρώπης είναι ένα πολιτισμικό πλαίσιο αναφοράς, το οποίο αποκτά διχαστικό χαρακτήρα όταν γίνεται μέρος του πολιτικού πλαισίου των πολιτικών νομιμοποίησης.

Με εξαίρεση την Ελλάδα είναι ένα φρούριο της λατινικής χριστιανοσύνης και συγκεντρώνει έναν απο τους μεγαλύτερους αριθμών μοναρχιών στον κόσμο.

Αυτό που παρατηρούμε είναι ουσιαστικά μια σταδιακή διεύρυνση της διαίρεσης μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης.

ΛΑΟΣ   

Η ταυτότητα της Ευρώπης ήταν πάντα στενά συνδεδεμένη με τη γενική έννοια του όρου «λαός.

Υπάρχουν τρείς αντικρουόμενες μεταξύ τους πολιτικές ταυτότητες, που όλες τους βασίζονται στην έννοια του «λαού».

Αρχικά, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης η έννοια του λαού έγινε συνώνυμη των ριζοσπαστικών αιτημάτων για δημοκρατία και κοινωνικές ελευθερίες.

Αυτή η έννοια του «λαού» προσδιοριζόταν ουσιαστικά ως το αντίθετο του απολυταρχικού κράτους.

Ο λαός αντιπροσώπευε την κοινωνία των πολιτών ως αντίθετο του κράτους.

Στη συνέχεια, η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 καθιέρωσε την έννοια του «λαού»ως βάση της επανάστασης των προλετάριων μαζών.

Σύμφωνα με αυτήν την έννοια, ο «λαός» αναφερόταν λιγότερο στην κοινωνία των πολιτών και περισσότερο σε μια αντίληψη περί συνεχούς προλεταριακής ή ταξικής επανάστασης εναντίον της καπιταλιστικής εξουσίας.

Τέλος, η παράδοση του ευρωπαϊκού πολιτισμικού εθνικισμού, περίπου απο τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα, οδήγησε στη διαμόρφωση μιας λαϊκής εθνικής συνείδησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο «λαός» αναφερόταν στην ιστορική κοινότητα του εθνικού κράτους.

Σε αντίθεση με τις άλλες αντιλήψεις για το λαό, αυτή η διατύπωση εξέφραζε την κυριαρχία του «λαού» σε σχέση με τα άλλα κράτη.

Οι λαοί προσδιορίζονται όχι ως το αντίθετο του κράτους, αλλά ως το αντίθετο άλλων εθνικών κοινοτήτων.

Ο ορισμός αυτός του «λαού» χρησιμοποιήθηκε αποτελεσματικά και ως μέσο προσδιορισμού της Ευρώπης.

Όσον αφορά τη διαμόρφωση πολιτικής ταυτότητας στην Ευρώπη, τελικά επικράτησε η έννοια του λαού ως αδιαφοροποίητης μάζας επικεντρωμένης στο έθνος-κράτος.

Σήμερα γινόμαστε μάρτυρες μιας αναβίωσης της ιδέας της Ευρώπης ως μέρους μιας διαδικασίας συγκρότησης πολιτικής ταυτότητας, που προσπαθεί να συνδέσει την ευρωπαϊκή ιδέα με την προστασία των πολιτισμικών διαφορών και των διαφορετικών τρόπων ζωής, βασιζόμενη στην κοινωνική ευημερία και τον καταναλωτισμό.

Η ιδέα της Ευρώπης εστιάζεται έτσι περισσότερο στον πολιτισμό παρά στο κράτος.

ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΜΕΤΑΕΘΝΙΚΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Υπάρχουν πολλές «Ευρώπες».

Αυτή που κυριαρχεί σήμερα είναι μια Ευρώπη που αποκλείει και όχι που περικλείει.

Η συζήτηση γύρω απο την Ευρώπη μπορεί να ιδωθεί σαν ένας χώρος διατύπωσης νέων αιτημάτων.

Γι αυτό μια απλουστευτική εναντίωση στην Ευρώπη μπορεί να είναι ακόμα και αντιδημοκρατική.

Το όραμα της ευρωπαϊκής ενότητας δεν ήταν στην πραγματικότητα μια εναλλακτική πρόταση στο έθνος-κράτος.

Η ιδέα της Ευρώπης διαφοροποιήθηκε απο τη χριστιανική κοσμοαντίληψη μετά την Αναγέννηση, συνδέθηκε στενά με το αναδυόμενο όραμα του έθνους- κράτους, και απο τότε και μετά με εξαίρεση ορισμένες παρεκκλίνουσες ουτοπικές ιδέες, γινόταν πάντοτε αντιληπτή ως Ευρώπη των εθνών-κρατών.

Μόνο αν μπορέσει η ιδέα της Ευρώπης να συνδεθεί με την πολυπολιτισμικότητα και με μια μεταεθνική ιδιότητα του πολίτη θα σταματήσει να αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό ως πολιτική έννοια.

Εάν η ιδέα της Ευρώπης μπορέσει να ευθυγραμμιστεί με τις προοδευτικές δυνάμεις της ευρωπαϊκής ιστορίας, θα αποκτήσει απελευθερωτικό χαρακτήρα.

Άμεση σχέση με αυτά έχουν οι λαϊκές ποικιλόμορφες παραδόσεις της ιδιότητας του πολίτη.

Το ιδανικό της ιδιότητας του πολίτη είναι άμεσα συνδεδεμένο με το ιδανικό της αυτονομίας της πόλης που αντιστέκεται στην τυραννία της κεντρικής εξουσίας.

Το κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον είναι αν μπορεί να δημιουργηθεί ένα μεταεθνικό είδος ιδιότητας του πολίτη.

Εάν δούμε απο κοντά την παλαιά έννοια της ιδιότητας του πολίτη, όπως αυτή προέκυψε κατά τη Γαλλική Επανάσταση , θα δούμε ότι η επαναστατική αντίληψη της ιδιότητας του πολίτη ήταν στενά συνδεδεμένη με τις ιδέες της ριζοσπαστικής δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας.

Η ιδέα της αυτοδιάθεσης βρισκόταν στο επίκεντρο των πρώιμων αντιλήψεων για την ιδότητα του πολίτη.

Το άτομο θεωρούνταν πάνω απ όλα πολίτης μιας δημοκρατικής πολιτείας και όχι υπήκοος ενός μονάρχη ή της εκκλησίας

Με τη μετατροπή, όμως της ιδιότητας του πολίτη σε εθνική ταυτότητα χάθηκε η αρχική και ριζοσπαστική ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία συνδέθηκε με την έννοια της «αρνητικής ελευθερίας»: της ιδέας δηλαδή ότι ελευθερία σημαίνει απελευθέρωση απο οποιαδήποτε δεσμά ή εξαναγκασμό.

Η ιδιότητα του πολίτη περιγράφει τα όρια μιας δημόσιας σφαίρας, όπου η αυτονομία του ατόμου διασφαλίζεται απο τις αυθαίρετες παρεμβάσεις του κράτους

Αυτό, ακριβώς, θεωρείται ευρέως ως αστική ελευθερία ή αστικά δικαιώματα και συνιστά μέρος μιας ευρύτερης αντίληψης για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η έννοια, όμως, της ιδιότητας του πολίτη είναι άμεσα συνδεδεμένη και με την πολιτική ή δημόσια ελευθερία, η οποία σχετίζεται με τη σφαίρα του δημόσιου λόγου και την αρχή της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, δηλαδή με τον πολίτη ως πολιτικό παράγοντα.

Μπορούμε να διακρίνουμε επίσης και ένα τρίτο είδος ελευθερίας; Το δικαίωμα στην ευημερία.

Αυτό σχετίζεται με την άποψη ότι ο ρόλος του κράτους είναι να υπηρετεί την κοινωνία και να αποτελεί τη βάση της κοινωνικής πρόνοιας.

Με τα παραπάνω ακολουθούμε τη γνωστή ταξινόμηση του Τ. Μάρσαλ για τους τρείς τύπους ιδιότητας του πολίτη: τον αστικό, τον πολιτικό και τον κοινωνικό.

Σύμφωνα με τον Μάρσαλ, οι τρείς τύποι ιδιότητας του πολίτη διαφοροποιήθηκαν μεταξύ τους απο το 12ο αιώνα και ύστερα, καθιστώντας δυνατή τη σύνδεση του καθενός με .ένα συγκεκριμένο αιώνα.:

Τα αστικά δικαιώματα με το 18ο αιώνα, τα πολιτικά με το 19ο αιώνα και τα κοινωνικά με τον 20ο αιώνα.

Η κυρίαρχη αντίληψη της ιδιότητας του πολίτη στη σύγχρονη εποχή έχει πράγματι διαμορφωθεί απο τις αντιλήψεις μας για την εθνικότητα.

Το έθνος-κράτος ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θεσμοθετήθηκε η ιδιότητα του πολίτη καθώς η γέννηση της έννοιας συνδέθηκε στενά με την ιδέα της ελευθερίας η οποία ήταν με τη σειρά της στενά συνδεδεμένη με την αρχή της εθνικότητας.

Σε αυτήν τη μεταμόρφωση η πολιτική ταυτότητα των ατόμων διαμορφώθηκε λιγότερο απο τη σχέση τους με το κράτος ως μηχανισμό εξουσίας και περισσότερο απο το έθνος ως ηθική κοινότητα.

Η ιδιότητα του πολίτη, λοιπόν, υποβιβασμένη σε εθνικότητα, έγινε ένα μέσο με το οποίο η πολιτική ταυτότητα των ατόμων πλάστηκε βασιζόμενη στη χάραξη διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των εθνικοτήτων.

Σ αυτό το μοντέλο δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή μεταξύ ιδιότητας του πολίτη και εθνικού πατριωτισμού: ο πολίτης μετατρέπεται σε πατριώτη, πράγμα το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αρχική σύλληψη της ιδέας που γεννήθηκε με τη Γαλλική Επανάσταση, όταν η ιδιότητα του πολίτη θεωρούνταν αντίπαλος του καταπιεστικού κράτους.

Παρά τις αντιφάσεις της επαναστατικής αντίληψης της έννοιας, δεν υπήρξε ταύτιση μεταξύ της ιδιότητας του πολίτη και της εθνικότητας στην αρχική διατύπωση του όρου.

Στα συντάγματα, όμως, των σύγχρονων κρατών δεν είναι ξεκάθαρη η διάκριση μεταξύ ιδιότητας του πολίτη και εθνικότητας.

Το βασικό κριτήριο στις περισσότερες περιπτώσεις για την ιδιότητα του πολίτη είναι η εθνικότητα, η οποία στην πρωταρχική επαναστατική αντίληψη είχε δευτερεύουσα σημασία.

Έτσι, η ιδιότητα του πολίτη κατέληξε τελικά να βασίζεται στον τόπο γέννησης και σε μερικές περιπτώσεις, όπως στη σύγχρονη Γερμανία στην εξ αίματος καταγωγή.

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, καθώς η Παλαιά Τάξη προσαρμόστηκε στις συνθήκες της καπιταλιστικής νεοτερικότητας, το μοντέλο της ιδιότητας του πολίτη μετατράπηκε σε μια αντανάκλαση των ιδιοκτησιακών σχέσεων της αστικής κοινωνίας: ο πολίτης ήταν πλέον ένας οικονομικός παράγοντας που βασιζόταν στην ατομική ιδιοκτησία μέσα σε ένα πατριαρχικό σύστημα εξουσίας.

Με την έλευση της καθολικής ψηφοφορίας η έννοια της ιδιότητας του πολίτη απέκτησε δευτερεύουσα σημασία σε σχέση με τη δημοκρατία.

Όμως, οι αντιλήψεις για τη δημοκρατία που υποβιβάζουν την ιδιότητα του πολίτη σε δευτερεύουσα αξία πρέπει να απορρίπτονται ως στενόμυαλες: η ιδιότητα του πολίτη δεν είναι απλώς μια προέκταση της δημοκρατίας.

Η δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά μόνο στη βάση μιας ενεργής ιδιότητας του πολίτη.

Αυτή η στενή έννοια της ιδιότητας του πολίτη ως εθνικότητας απομακρύνεται βαθμιαία πο την Ευρώπη καθώς πλησιάζει ο 21ος αιώνας.

Η ιδιότητα του πολίτη δεν πρέπει να λειτουργεί ως μέσο καθορισμού της ταυτότητας της Ευρώπης με βάση έναν καθαρά αστικό εθνικισμό.

Αυτός είναι ο κίνδυνος σήμερα: να υποβιβαστεί η ιδιότητα του πολίτη σε έναν εθνικό σοβινισμό των προηγμένων χωρών.

Μια τέτοια οπισθοδρόμηση θα σήμαινε ότι οι «Ευρωπαίοι» είναι απλώς καταναλωτές, αποδέκτες κοινωνικών παροχών και τουρίστες.

Η σύνδεση μεταξύ εθνικής ταυτότητας και ιδιότητας του πολίτη γίνεται σήμερα όλο και πιο ισχυρή  μπροστά στον κίνδυνο της μαζικής μετανάστευσης.

Αντί να γίνει ένα μέσο προστασίας των μειονοτήτων, των προσφύγων, των απάτριδων και αυτών που ζητούν άσυλο, γίνεται ένα μέσο προστασίας της πλειονότητας απο τους ξένους.

Η ιδιότητα του πολίτη έχει γίνει συνώνυμο της εθνικότητας και ένας τρόπος νομιμοποίησης της εθνικιστικής ξενοφοβίας.

Η μετα-εθνική ιδιότητα του πολίτη αποτελεί, λοιπόν, μια εναλλακτική πρόταση στην περιοριστική αντίληψη της εθνικότητας.

Στην ουσία πρόκειται για μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία, η ιδιότητα του πολίτη δεν καθορίζεται απο τον τόπο γέννησης, ούτε απο την εθνικότητα αλλά απο τον τόπο διαμονής.

Αντίθετα με την εθνικότητα, η ιδιότητα του πολίτη δεν πρέπει να θεωρείται μέρος του εθνικού πολιτισμού ενός κράτους.

Η ιδιότητα του πολίτη είναι διεθνής και υπερβαίνει τις ιδιαιτερότητες των πολιτισμών και των εθνικοτήτων.

Μπορεί επίσης να είναι κάτι περισσότερο απο μια νομικοπολιτική αρχή και να σημαίνει και αναγνώριση διαφόρων κοινωνικών δικαιωμάτων.

Είναι σημαντικό να ακυρωθεί η σχέση μεταξύ ιδιότητας του πολίτη και εθνικότητας τόσο θεωρητικά όσο και ουσιαστικά.

Ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσει η Ευρώπη την πολιτική της αμφισημία είναι να επαναπροσδιορίσει τη βασική πολιτική της μονάδα καθώς και τις έννοιες της κυριαρχίας.

Η ευρωπαϊκή ταυτότητα και η πιθανότητα δημιουργίας μιας μετα-εθνικής ιδιότητας του πολίτη συνδέονται στενά με το πρόβλημα των νόμων για τη μετανάστευση.

Μόνο, λοιπόν, μια άποψη για την Ευρώπη που θα συνδέεται με τον αντιρατσισμό και θα τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ μιας μετα-εθνικής ιδιότητας του πολίτη μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική.

Η μετε-εθνική ιδιότητα του πολίτη δεν μπορεί να γίνει κατανοητή απλώς ως ένα τυπικό συνταγματικό δικαίωμα.

Εμπεριέχει και της σημαντική διάσταση της δυνατότητας συμμετοχής των πολιτών στη δημοκρατική πολιτεία.

Με αυτήν την έννοια είναι θεμελιακά διαφορετική απο την εθνική ιδιότητα του πολίτη, η οποία είναι καθαρά τυπική.

 

 

Category: Κυριο Θεμα, Πολιτισμός, Προτεινόμενα άρθρα

Leave a Reply

 characters available

 


Το σχόλιο της ημέρας

    4/12/20 | (0 σχόλια)
    της Sylvie Kauffmann (*) Η τελευταία επίσκεψη του Τζο Μπάιντεν στην Ευρώπη χρονολογείται από τον Φεβρουάριο του 2019. Στη Διάσκεψη του Μονάχου για την ασφάλεια, ο αντιπρόεδρος Πενς τα έψελνε στους ευρωπαίους ηγέτες, καλώντας τους να αποσυρθούν, όπως και ...

Ροή Ειδήσεων


Εορτολόγιο

Φωτογραφία της ημέρας