Άρθρο του Γ. Στούμπου στην «Κ»: Από την ενισχυμένη εποπτεία στην ενισχυμένη αβεβαιότητα

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

Στη χώρα μας, πριν καλά καλά λήξει η περίοδος της ενισχυμένης εποπτείας, ανέτειλε η περίοδος της ενισχυμένης αβεβαιότητας.

Στη χώρα μας, πριν καλά καλά λήξει η περίοδος της ενισχυμένης εποπτείας, ανέτειλε η περίοδος της ενισχυμένης αβεβαιότητας. Η οικονομική κρίση που αντιμετωπίζουν οι ευάλωτες οικονομίες της Ευρωζώνης (όπως η Ιταλία και η Ελλάδα), με την άνοδο του πληθωρισμού, τη διεύρυνση των διαφορών αποδόσεων των ομολόγων (spreads) από τα αντίστοιχα γερμανικά και τη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης, είναι πολύ πιο σοβαρή και επικίνδυνη υπόθεση για να αντιμετωπιστεί μόνο με τα παλιά εργαλεία νομισματικής πολιτικής. Η πρόσφατη παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει περισσότερο καθησυχαστικό χαρακτήρα παρά αποτρεπτικό μακροπρόθεσμα. Στέλνει ένα σαφές μήνυμα στις αγορές ότι η ΕΚΤ είναι εδώ, αλλά για πόσο διάστημα θα «είναι εδώ» δεν είναι καθόλου σίγουρο.

Πιο συγκεκριμένα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η διεύρυνση του κόστους δανεισμού σε μια εθνική οικονομία μπορεί να γίνει η θρυαλλίδα της καταστροφής. Αρχικά του Δημοσίου και του τραπεζικού συστήματος και, πολύ σύντομα, ολόκληρης της οικονομίας. Η καταστροφή είναι αλυσιδωτή. Το ίδιο το κράτος αδυνατεί να εξυπηρετήσει τις δανειακές υποχρεώσεις του και να καλύψει τις ανάγκες του. Η άνοδος του κόστους δανεισμού μειώνει την αξία των κρατικών ομολόγων που κατέχουν οι τράπεζες. Η μείωση της αξίας τους είναι καθοριστική διότι περιορίζει σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα των τραπεζών να δανειστούν και προφανώς να δανείσουν. Ο επόμενος κρίκος της αλυσίδας είναι η οριζόντια και η κάθετη διασπορά πανικού τόσο στις χρηματαγορές (την εθνική και τις διεθνείς) όσο και στους πολίτες. Θεωρητικά και στην πράξη, το παιχνίδι τελειώνει εδώ. Για να αποφευχθεί το σημείο μηδέν, λοιπόν, η ΕΚΤ ήταν αναγκαίο να παρεμβεί για να προστατεύσει τις πιο ευάλωτες οικονομίες της ζώνης του ευρώ. Γι’ αυτόν τον λόγο, μετά την εκτίναξη των επιτοκίων των ελληνικών δεκαετών ομολόγων από το 1% στο 4,5% (και τις αντίστοιχες αυξήσεις των επιτοκίων των ιταλικών ομολόγων), η ΕΚΤ εξήγγειλε την ενεργοποίηση ενός νέου «εργαλείου κατά του κατακερματισμού», με το οποίο θα αγοράζει ομόλογα των χωρών του Νότου, επανεπενδύοντας κεφάλαια προερχόμενα από τη λήξη ομολόγων των ισχυρών οικονομιών, όπως της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας. Με την πολιτική αυτή αποβλέπει στην επίτευξη δύο στόχων ταυτόχρονα: στη συγκράτηση της ανόδου του κόστους δανεισμού στις ευάλωτες οικονομίες, ενώ η ΕΚΤ θα μπορεί να προχωρήσει σε αυξήσεις επιτοκίων όπως οι πληθωριστικές πιέσεις επιβάλλουν.

Με τα μέτρα αυτά η τυραννία των διαφορών αποδόσεων των ομολόγων τίθεται προσωρινά υπό έλεγχο, αλλά η δημοσιονομική σταθερότητα δεν έχει εξασφαλιστεί για τις ευάλωτες οικονομίες, όπως η ελληνική. Οι λόγοι είναι πολλοί και σύνθετοι. Το πρόγραμμα της ΕΚΤ μπορεί να απαιτήσει τεράστια κεφάλαια ανάλογα με τη διάρκεια της κρίσης. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η διαθεσιμότητα κεφαλαίων δεν είναι ποτέ απεριόριστη. Επομένως, η διάρκεια του νέου προγράμματος πρέπει να θεωρείται εξ ορισμού περιορισμένη. Η επάνοδος σε φυσιολογικά επίπεδα πληθωρισμού θα σημάνει και το τέλος αυτής της πολιτικής.

Αυτό που πρέπει να αποσαφηνιστεί, επίσης, είναι ότι η βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα δεν εξαρτάται μόνο από τη βιωσιμότητα του χρέους της. Είναι αναγκαίο και απαραίτητο να διατηρείται ένας σχετικά υψηλός ρυθμός ανάπτυξης. Αυτό δεν είναι πάντα εφικτό. Η ΕΚΤ, ό,τι δίνει με το ένα χέρι, μερικώς τουλάχιστον, το παίρνει με το άλλο. Το επόμενο διάστημα, και ιδιαίτερα μέχρι το τέλος του χρόνου, η ΕΚΤ αναμένεται να αυξήσει τα επιτόκια ως μέτρο απαραίτητο και αναγκαίο για να περιοριστεί ο πληθωρισμός. Αυτό συνεπάγεται αυτόματα μείωση των προοπτικών αύξησης των επενδύσεων. Η πολιτική της ΕΚΤ μπορεί να στέλνει το μήνυμα ότι το δίχτυ προστασίας έχει απλωθεί, αλλά ο επενδυτής, μεγάλος ή μικρός, βιώνει την αβεβαιότητα του αύριο, που τον κάνει πιο συντηρητικό και επιφυλακτικό στις κινήσεις του. Αποτέλεσμα η αναιμική ανάπτυξη. Τους τελευταίους μήνες οι προβλέψεις για ανάπτυξη αναθεωρούνται συνεχώς προς τα κάτω.

Αυτό είναι ένα δυσοίωνο σημάδι για τη μακροπρόθεσμη μείωση του χρέους, διότι ένας βασικός παράγοντας μείωσής του είναι η αύξηση του ΑΕΠ, δεδομένου ότι η απόλυτη τιμή του χρέους είναι όντως σημαντική, αλλά πιο σημαντικός είναι ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ. Εδώ υπεισέρχεται και ένα παράδοξο σε περίπτωση που διατηρηθεί μια σημαντική μεγέθυνση του ΑΕΠ. Ο πληθωρισμός, σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση στο χρέος, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Αυτό άλλωστε επισημαίνεται ως πιθανή επίπτωση στην πρόσφατη Εκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2021-22 (Ιούνιος 2022), υπό την προϋπόθεση ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα τεθούν υπό έλεγχο προτού τροφοδοτήσουν έναν επίμονο πληθωρισμό τιμών – μισθών.

Η διεύρυνση του κόστους δανεισμού σε μια εθνική οικονομία μπορεί να γίνει η θρυαλλίδα της καταστροφής.

Δεδομένου ότι τα οικονομικά προβλήματα είναι υπαρκτά και διαρκώς οξυνόμενα, μια μερίδα πολιτικών ηγετών της Ευρώπης καλούν σε περαιτέρω ενοποίηση της Ενωσης, αλλά υπάρχουν και οικονομικοί ηγέτες, όπως ο κεντρικός τραπεζίτης της Γερμανίας Γιόαχιμ Νάγκελ, που αντιστέκονται σθεναρά στο «εργαλείο κατά του κατακερματισμού». Κατά τη διάρκεια της έκτακτης σύσκεψης της ΕΚΤ στις 15 Ιουνίου εξέφρασε την αντίθεσή του στη νέα πολιτική που αποβλέπει στη μείωση των διαφορών αποδόσεων των ομολόγων στις ευάλωτες οικονομίες της Ευρωζώνης με τη λογική ότι το κόστος δανεισμού πρέπει να το αποφασίζουν οι αγορές, ώστε να στέλνουν τα «πραγματικά» μηνύματα στους αποδέκτες τους. Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι τέτοιες πολιτικές οδηγούν τις κυβερνήσεις σε εφησυχασμό, με αποτέλεσμα να μην κατανοούν ότι βρίσκονται σε θανάσιμο κίνδυνο δημοσιοοικονομικής κατάρρευσης, και πρέπει να παίρνουν δραστικά μέτρα, ανεξάρτητα από το ύψος των επιτοκίων και των διαφορών αποδόσεων των ομολόγων. Εχει και αυτό βέβαια τη δική του λογική. Επίσης, το πρόγραμμα αυτό μπορεί να συνιστά νομισματική χρηματοδότηση των κυβερνήσεων από την κεντρική τράπεζα, η οποία απαγορεύεται από τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες.

Κανείς δεν είπε ότι η διαχείριση της οικονομικής κρίσης είναι εύκολη υπόθεση. Το αντίθετο μάλιστα. Κάθε μέτρο που εφαρμόζεται κάπου τέμνει θετικά, κάπου τέμνει αρνητικά τον επιδιωκόμενο στόχο. Και όλα αυτά είναι συνάρτηση του χρόνου. Θα είναι το νέο εργαλείο νομισματικής πολιτικής αρκετό για να συγκρατήσει το κόστος δανεισμού της χώρας μας όσο χρειαστεί, και όσο είναι αναγκαίο, όπως θα έλεγε ο Μάριο Ντράγκι; Θα συνεχιστεί η ανάπτυξη σε επίπεδα ικανοποιητικά ώστε να βελτιωθεί ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ; Πόσο μακριά είναι το τέλος της κρίσης ως μόνη βασική προϋπόθεση που θα επιφέρει μια κανονικότητα στην ελληνική οικονομία;

Κλείνοντας, να θυμηθούμε αυτό που έχει ειπωθεί από τον Πλάτωνα μέχρι τον Αϊνστάιν, ότι οι ερωτήσεις είναι πιο σημαντικές από τις απαντήσεις. Οι πρώτες έχουν στόχο να κατανοήσουμε ένα υπαρκτό πρόβλημα. Οι δεύτερες απλώς δίνουν μια εφήμερη απάντηση, η αξία της οποίας μπορεί να αναθεωρηθεί στο μέλλον με βάση νέα δεδομένα. Προσπαθήσαμε σε αυτό το κείμενο να δώσουμε κάποιες εφήμερες απαντήσεις, αλλά τα ερωτήματα, δυστυχώς, παραμένουν.

* Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.

Καθημερινή

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,747ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
22,900ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα