Άρθρο του Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου στην «Κ»: Οταν χρησιμεύει η Ιστορία

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

Η Ιστορία ασφαλώς δεν χρησιμεύει όταν πρόκειται για το αδιανόητο ενδεχόμενο πυρηνικού πολέμου. Χρησιμεύει όμως και χρειάζεται οπωσδήποτε όταν την επικαλείται και τη διαστρέφει η εχθρική επιχειρηματολογία και προπαγάνδα, όπως τώρα στην περίπτωση της Τουρκίας

Η Ιστορία ασφαλώς δεν χρησιμεύει όταν πρόκειται για το αδιανόητο ενδεχόμενο πυρηνικού πολέμου («Κ» 12.3.2022). Χρησιμεύει όμως και χρειάζεται οπωσδήποτε όταν την επικαλείται και τη διαστρέφει η εχθρική επιχειρηματολογία και προπαγάνδα, όπως τώρα στην περίπτωση της Τουρκίας. Και είναι παράδοξο ότι δεν γίνεται από την ελληνική πλευρά πιο συστηματική και τεκμηριωμένη επίκληση συγκεκριμένων και αδιαμφισβήτητων ιστορικών στοιχείων. Ασφαλώς δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε γενικόλογα και αόριστα ότι η τουρκική επιχειρηματολογία είναι απλώς «ανιστόρητη».

Γιατί λοιπόν δεν αξιοποιείται η Ιστορία συστηματικότερα από την ελληνική πλευρά; Μήπως φταίει και η άγνοια; Εξω από έναν μικρό κύκλο «ειδικών», ελάχιστοι γνωρίζουν τα πρακτικά της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης, που ουδέποτε μεταφράστηκαν στα ελληνικά ούτε κυκλοφόρησαν, έστω, σε προσιτή ελληνική έκδοση.

Από τα πρακτικά φαίνεται λ.χ. πώς προέκυψε η μερική αποστρατιωτικοποίηση της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και της Ικαρίας, από εισήγηση υποεπιτροπής εμπειρογνωμόνων με πρόεδρο τον φημισμένο Γάλλο στρατηγό Weygand. Η υποεπιτροπή απέρριψε την πλήρη αποστρατιωτικοποίηση που ζητούσε η Τουρκία, με το σκεπτικό ότι τότε θα έπρεπε να ισχύσει το ίδιο και για το απέναντι έδαφος της Μικράς Ασίας, ώστε να μην είναι τα νησιά στο έλεος της Τουρκίας. Η επιδίωξη αμοιβαιότητας και ισορροπίας φαίνεται ιδίως στο ζήτημα των υπερπτήσεων από στρατιωτικά αεροπλάνα. Απαγορεύθηκε να πετούν τα τουρκικά πάνω από τα νησιά και τα ελληνικά πάνω από το έδαφος της μικρασιατικής ακτής (Αρθρο 13 παρ. 2 Συνθήκης Λωζάννης). Εξάλλου, από τα πρακτικά προκύπτει επίσης ότι η αποστρατιωτικοποίηση και η κυριαρχία αντιμετωπίζονταν ως δύο χωριστά ζητήματα.

Παράδειγμα άστοχης αγνόησης του παρελθόντος προσφέρει και η δική μας ανιστόρητη αντίδραση στο ζήτημα της Αγίας Σοφίας. Σαν να μην ήταν τζαμί επί σχεδόν πέντε αιώνες, μέχρι το 1934. Σαν να έγινε μόλις τώρα, για πρώτη φορά. Αντίθετα, δεν αξιοποιήσαμε καθόλου το γεγονός ότι το 1934 έπαψε να είναι τζαμί με απόφαση του ιδρυτή της Τουρκικής Δημοκρατίας Κεμάλ Ατατούρκ.

Από τα πρακτικά της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης προκύπτει ότι η αποστρατιωτικοποίηση και η κυριαρχία αντιμετωπίζονταν ως δύο χωριστά ζητήματα.

Δεν είναι βέβαια ούτε το πρώτο ούτε το μόνο ζήτημα στο οποίο ο Ερντογάν ξηλώνει προκλητικά την κληρονομιά του Ατατούρκ. Πρόκειται για γενικότερη συμβολική «πατροκτονία» – αφού μάλιστα «Ατατούρκ» σημαίνει «πατέρας των Τούρκων»! Οταν θα γιορτάζεται του χρόνου η εκατοστή επέτειος από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, πώς θα δικαιολογηθεί ή θα μεταμφιεστεί αυτή η «πατροκτονία»; Πόσοι Τούρκοι τη συνειδητοποιούν; Πόσοι, τελικά, την αποδέχονται;

Για όσους, πάντως, δεν την αποδέχονται, χρειάζεται να προβάλει και να αξιοποιήσει η δική μας πλευρά, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, τη διάγνωση ότι τα τωρινά ανθελληνικά παραληρήματα συνιστούν ακύρωση και απόρριψη του Κεμάλ και της κληρονομιάς του. Κορυφαίο στοιχείο της κληρονομιάς αυτής υπήρξε η ελληνοτουρκική συμφιλίωση που θεμελίωσαν ο Κεμάλ με τον Βενιζέλο το 1930, μόλις οκτώ χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου. Γι’ αυτό άλλωστε πρότεινε ο Βενιζέλος τον Κεμάλ για το Νομπέλ Ειρήνης το 1934.

Η επίκληση των ιστορικών περιόδων ανέφελης ελληνοτουρκικής φιλίας δεν έχει μόνο αξία για την τουρκική κοινή γνώμη, αλλά και για τη διεθνή. Δεν αρκεί όμως ο γενικός ισχυρισμός ότι δεν τέθηκε ποτέ θέμα νησιών και βραχονησίδων. Χρειάζεται μεθοδική ανθολόγηση και συστηματική προβολή επίσημων δηλώσεων του ίδιου του Κεμάλ, του Ινονού και αμέτρητων Τούρκων υπουργών επί μισόν αιώνα, που βεβαιώνουν ρητά και κατηγορηματικά ότι δεν υπάρχει πλέον κανένα εδαφικό ζήτημα με την Ελλάδα. Χρειάζεται επίσης η συστηματική προβολή εκφραστικών και εμβληματικών φωτογραφιών! Ο Κεμάλ με τον Βενιζέλο, ο Ινονού με τον Βενιζέλο, ο Μεταξάς με τον Κεμάλ, ο βασιλέας Παύλος με τον Τσελάλ Μπαγιάρ κ.ο.κ.

Θα άξιζε πραγματικά να δημιουργηθεί ένας (τουλάχιστον) επίσημος ιστότοπος αφιερωμένος στην ιστορία της Ελληνοτουρκικής φιλίας, καθώς και ανάλογοι λογαριασμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που να βομβαρδίζουν διαρκώς την τουρκική, αλλά και τη διεθνή κοινή γνώμη με τέτοια ντοκουμέντα. Θα ήταν η πιο ταιριαστή αλλά και πιο ωφέλιμη δική μας συμβολή στον εορτασμό των 100 χρόνων της Τουρκικής Δημοκρατίας…

* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

“Καθημερινή”

 

spot_img

7 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Διακρίνω δύο βασικές θέσεις στο κείμενο:
    [1η] Την στηλίτευση του επικοινωνιακού ελλείμματος της Ελλάδος.
    [2η] Την υφέρπουσα προτίμηση σε μια “εκπολιτισμένη”, κεμαλική Τουρκία.

    Η πρώτη με βρίσκει απολύτως σύμφωνο, είναι κοινός τόπος ότι στρουθοκαμηλίζουμε, θεωρώντας αυταπόδεικτες και δίκαιες τις δικές μας θέσεις, αμελώντας την συστηματική προβολή τους στο εξωτερικό. Αυτή η νοοτροπία μάς στοίχισε την οδυνηρή ήττα από τα Σκόπια, αυτό το πεδίο απεδείχθη το πλέον προβληματικό, κατά τις αλλεπάλληλες ελληνοτουρκικές κρίσεις του 2020.

    Για την δεύτερη, όμως, έχω αρκετές επιφυλάξεις. Το δίπολο “κακός” Ερντογάν – “καλοί” κεμαλικοί, μου φαίνεται αρκούντως απλοϊκό. Ούτε είμαι βέβαιος ότι οι πλατιές μάζες της τουρκικής κοινωνίας προτιμούν τον Κεμάλ από τον νεοθωμανισμό, ώστε να είναι ευεπίφορες σε μια τέτοιου τύπου επικοινωνιακή εκστρατεία, όπως η προτεινόμενη από τον κ. Μαυρογορδάτο.

    Προκειμένου να μην μακρηγορήσω, θα παραπέμψω, για τον εκτενέστερο προβληματισμό επί της (επιθυμητής) υποστάσεως του τουρκικού κράτους (ως προς την πολιτική της διάσταση και μόνον), στα ακόλουθα κείμενα.
    α) Περυσινό μου σχόλιο, με αφορμή άρθρο για την Τουρκία του Α. Δοξιάδη.
    https://kak-ies.blogspot.com/2021/08/blog-post_28.html
    β) Εργασία του διεθνολόγου Ζήνωνος Τζιάρρα, με τίτλο “8+2 μύθοι για την τουρκική εξωτερική πολιτική”.
    https://geopoliticalcyprus.org/2022/01/03/vivlio-mythoi-gia-tin-tourkiki-eksoteriki-politiki/

  2. Την “οδυνηρή ήττα από τα Σκόπια” μάς στοίχισε η εγκατάληψη τής γραμμής τού 1992 (ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγό της) και τίποτε άλλο. Ανακατέψαμε ΟΗΕδες, το 2007 η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση Καραμανλή ανεκοίνωσε αποδοχή μεικτής ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό erga omnes και ακολούθησαν τα υπόλοιπα. Εμείς δεν τραβούσαμε κανένα ζόρι ν’ αναγνωρίσομε στα σύνορά μας ένα μόρφωμα με όνομα ελληνικής περιοχής.

  3. Ό,τι περιγράφετε είναι τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της διαρκούς υποχωρητικής μας πορείας.
    Πού οφειλόταν εκείνη, όμως;

    Χωρίς να θεωρώ μονοσήμαντη αιτία την επικοινωνιακή υστέρηση, έχω να παρατηρήσω ότι κάθε φορά που συνομιλούσα με ξένο (εντός ή εκτός Ελλάδος) και ανέφερα ότι κατάγομαι από την Μακεδονία (επίτηδες), έπρεπε να δώσω ολόκληρη διάλεξη στην συνέχεια, προκειμένου να εξηγήσω ότι οι Μακεδόνες είναι υποσύνολο των Ελλήνων και ότι δεν έχω καμμία σχέση με τα Σκόπια.

    Υπάρχει και πιο γενική επισήμανση, από τον Σαράντο Καργάκο, για το πλήθος ελληνικών και σκοπιανικών βιβλίων στην βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ (18 έναντι 400).
    https://www.youtube.com/watch?v=uTHNBsO5WMM&t=304s (στο 5:04)

    Ακόμη και αν υπήρχαν πολιτικοί με καλή προαίρεση, πόσο θα μπορούσαν να αντέξουν στην άκαμπτη γραμμή του 1992, όταν παραμελούσαμε την αξία της προβολής των θέσεών μας στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να θεωρούμαστε οι παράλογοι της υποθέσεως και να συγκεντρώνουμε τις πιέσεις των ξένων παραγόντων;

    Αυτό ήταν το νόημα της αποστροφής μου για τα Σκόπια.

    • Από το 1944, ο κόσμος είχε μάθει να λέει την περιοχή αυτή “Μακεδονία”. Αυτό, όμως, δεν ήταν λόγος να την αναγνωρίσει και η Ελλάδα μ’ αυτό το όνομα. Κατά την γνώμη, η γραμμή τού 1992 μπορούσε κι έπρεπε να συνεχισθεί. Τι πάει να πει “άκαμπτη”; Μήπως η Δ. Γερμανία δεν αρνούνταν ν’ αναγνωρίσει την Ανατολική επί 40 τόσα χρόνια, παρά το ότι όλος ο κόσμος, τού ΟΗΕ συμπεριλαμβανομένου, την αναγνώριζε; Σήμερα ποιος την θυμάται πια; Μόνοι μας βγάλαμε τα μάτια μας, επειδή κάποιοι μάς έπεισαν ότι είχαμε πρόβλημα στα βόρεια σύνορά μας, ενώ δεν είχαμε απολύτως κανένα!

  4. Δεν διαφωνούμε, αγαπητέ, ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε να υπογράψει μια αναγνώριση τύπου συμφωνίας Πρεσπών. Εξ άλλου τα σχόλια αμφοτέρων στις “Ανιχνεύσεις”, από εκείνη την περίοδο, παραμένουν αδιάψευστος μάρτυρας των θέσεών μας.

    Αυτό που θέλω να επισημάνω είναι πως η επικοινωνιακή ανυπαρξία μας στο εξωτερικό διευκόλυνε την υποχώρηση. Οι μεγάλοι στόχοι του 1992 απεδείχθησαν ευσεβείς πόθοι, σε βάθος χρόνου, τη απουσία υποστηρικτικών ενεργειών. Για να το παραλληλίσω και με στρατιωτική μάχη, είναι σαν να απουσίαζαν τα φίλια πυρά πυροβολικού, για κάλυψη του πεζικού. Ο αγώνας τότε γίνεται απείρως δυσκολότερος και οι φωνές για συνθηκολόγηση είναι επόμενο να πληθύνουν.

    Και η επικοινωνιακή στάση μας στο “μακεδονικό” δεν ήταν εξαίρεση (ως ενδεικτικό παράδειγμα την χρησιμοποίησα). Αλγεινή εντύπωση μου προξένησε ότι κατά την συγκεκαλυμμένη τουρκική επίθεση στον Έβρο, τον Μάρτιο του 2020, η Ελλάδα βρισκόταν κατηγορούμενη από μεγάλα ΜΜΕ του εξωτερικού και το έργο της ανασκευής των δημοσιευμάτων το επωμίζονταν ιδιώτες (χαρακτηριστική περίπτωση η απάντηση Δοξιάδη στους NY Times), ενώ το επίσημο κράτος απουσίαζε!

    Ορθώς, λοιπόν, ο κ. Μαυρογορδάτος στηλιτεύει αυτήν την αδυναμία μας, σε ένα πεδίο, που είναι ένας διόλου ευκαταφρόνητος παράγων ισχύος, μεταξύ πολλών άλλων. Για να μην μας ξαναστοιχίσει η επικοινωνιακή αδιαφορία σε άλλο μέτωπο…

    • Ναι, συμφωνώ απολύτως ότι και τότε, όπως και τώρα, δεν δίνομε στο εξωτερικό τις μάχες που πρέπει. Μήπως όταν σήμερα διακηρύττομε παντού ότι στηρίζομε την ευρωπαϊκή πορεία τής Αλβανίας, δεν θάβομε τον εκεί δεινοπαθούντα Ελληνισμό; Μήπως και σήμερα, ενώ καταπατείται η ΣτΠ από τους Σκοπιανούς, η κυβέρνηση δεν κάνει τα “στραβά μάτια” και υποστηρίζει κι αυτών την ευρωπαϊκή προοπτική;

      Όσον αφορά στην λάθος γραμμή που ακολουθήθηκε, μπορείτε να διαβάσετε, αν δεν τον έχετε ήδη διαβάσει, το άρθρο τού Χ. Λαζαρίσδη Λάθος «λύση», σε λάθος πρόβλημα, τη λάθος στιγμή, γραμμένο τo 2007.

  5. Ο ιστορικός J-F Colosimo δίνει απαντήσεις στο γιατί εξαπατήθηκε η Δύση αναφορικά με τον Μουσταφά Κεμάλ και για το λάθος να αντιπαραθέτουμε σε αυτόν τον Ερντογαν.

    Δεν πρέπει να ξεχνάμε, λέει, ότι η Τουρκία είναι γέννημα δυο μεταπολεμικών συνθηκών και μιας γενοκτονίας, οπότε δεν αναγνωρίζει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Παραλίγο να μην υπάρχει και έτσι τρέμει μπροστά στην ανυπαρξία. (αυτό δεν είναι απλός-συνήθης “αναθεωρητισμός”).

    «Ο ερντογανισμός ζει με τη βεβαιότητα ότι δεν ήρθε για να καταργήσει τον κεμαλισμό αλλά για τον ολοκληρώσει». Και οι δύο, μόνο φραστικά παρουσιάζουν την Τουρκία ειρηνευμένη και ειρηνοποιό.
    Η Τουρκο-Ελληνική «φιλία» είναι το αποτέλεσμα της ανατολίτικης πονηριάς και του δυτικού στραβισμού.
    Ο πόλεμος για εθνική ανεξαρτησία που επέβαλε τον διαμελισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν θεωρήθηκε τελειωμένος ούτε από τον Κεμάλ ούτε από τον Ερντογάν. Δεν παραιτήθηκαν ποτέ από τη διεκδίκηση των εδαφών που υποχρεώθηκαν να χάσουν.

    «Καθώς συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη Συνθήκη της Λωζάνης ο Ερντογάν
    ακυρώνει την υπογραφή της Τουρκίας επιβεβαιώνοντας την ισχύ της, με βία, για να πιστέψουμε στην υπερδύναμη, την υπερεκτίμηση, τη μπλόφα».
    «Όπως ο Ατατούρκ, ο Ερντογάν χειρίζεται τον φόβο και τα ιδεολογήματα αριστοτεχνικά. Και είναι ένα ενιαίο πράγμα η εσωτερική και εξωτερική τους πολιτική: η ισχύς της Μεγάλης Τουρκίας με κάθε τίμημα με όλα τα μέσα για πλήγμα του εσωτερικού εχθρού και διαρκείς εκρήξεις στο εξωτερικό.»
    «Ο Κεμάλ εγκαινίασε τον τουρκικό μεσσιανισμό. Κανένας δεν τον σταμάτησε. Ο Ερντογάν εγκαινίασε τον τουρκικό χιλιασμό. Ποιος θα τον σταματήσει;»

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,752ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
22,400ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα