Το δίπολο: Ελευθερία – ισότητα και η σχέση τους με τη δικαιοσύνη

22/3/14 | 1 σχόλια | 0 απαντήσεις | 3,558 εμφανίσεις

7a2464ff58Του Δαμιανού Βασιλειάδη, εκπαιδευτικού, συγγραφέα

Μια προσπάθεια τετραγωνισμού του κύκλου!

 Ή μήπως στο μέρος εκείνο το υπερκόσμιο, μα και τόσο εγκόσμιο, όπου γεννιούνται τα όνειρα; Βουνά άπατα και μορφές αγαπημένες μπαρουτοκαπνισμένων προγόνων που ζητούν δικαίωση

                                                                            Οδυσσέας Ελύτης (Αξιον εστί)

 Εισαγωγή

Υπάρχουν ορισμένες κοσμοθεωρίες που έχουν καθοριστική σημασία για τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Σύμφωνα με μια τέτοια κοσμοθεωρία η ανθρώπινη κοινωνία λειτουργεί στη βάση της αντίθεσης: ελευθερία – ισότητα. Αυτή η αντίθεση επικαλύπτει όλες τις άλλες επί μέρους αντιθέσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Εδώ  εντοπίζεται το βασικό πρόβλημα και η πρόκληση για τους φιλοσόφους, κοινωνιολόγους και ανθρωπιστές γενικά. Πώς δηλαδή θα ερμηνεύσουν και συμβιβάσουν ή αποκλείσουν αυτές τις έννοιες, που είναι ανταγωνιστικές και είναι θεμελιωμένες και αποτελούν υπαρξιακά, οντολογικά στοιχεία του ανθρώπου και της ανθρώπινης ζωής και δράσης.

Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα της ανθρωπότητας. Και αυτό το πρόβλημα, για να αναδείξουμε τη δυσκολία του, είναι ωσάν το πρόβλημα της προσπάθειας τετραγωνισμού του κύκλου. Και επειδή έως σήμερα δεν υπήρξε επιστήμονας να το λύσει οριστικά, η πρόκληση αυτή, για να το εκφράσουμε έτσι, θα μας απασχολεί, όσο υπάρχει ανθρώπινη κοινωνία, χωρίς να δίδεται μια ικανοποιητική απάντηση, αλλά να γίνεται απλώς προσπάθεια προσέγγισης. Οι διάφορες σχετικές θεωρίες εντάσσονται σ’ αυτά τα πλαίσια.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο θεωρητικό. Αντιθέτως, αυτή η θεωρητική τοποθέτηση καθορίζει το αξιακό μας σύστημα που προσανατολίζει τη δράση μας και έχει άμεση επίπτωση στη ζωή μας.

Tα κοσμοϊστορικά γεγονότα που συγκλονίζουν την υφήλιο, έχουν άμεση σχέση με την πρακτική αποδοχή αυτού του προβλήματος. Κατά πόσο δηλαδή οι δυνάμεις που καθορίζουν τις διεθνείς εξελίξεις τάσσονται με την μία ή την άλλη έννοια, ή προσπαθούν να τις συμβιβάσουν.

Εκ πρώτης όψεως και για να το εκφράσουμε εκ προοιμίου, η προσέγγιση προς λύση του προβλήματος της σχέσης ελευθερίας και ισότητας γίνεται μέσω της δικαιοσύνης, ως δημιούργημα του ανθρώπινου πολιτισμού. Όσο πιο ανώτερος είναι ο πολιτισμός τόσο μεγαλύτερη προσέγγιση γίνεται ανάμεσα στην ελευθερία και την ισότητα, της οποίας διαμεσολαβητής είναι η δ ι κ α ι ο σ ύ ν η.

Θα αναφερθούμε λοιπόν σε ορισμένες προσεγγίσεις που επιχείρησαν διακεκριμένοι επιστήμονες, για να κατανοήσουμε το πρόβλημα σε όλες του τις διαστάσεις, χωρίς φυσικά να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι το εξαντλούμε.

 

Ι. Οι προσεγγίσεις διακεκριμένων στοχαστών

 

Ο φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Μπόμπιο, που ασχολήθηκε διεξοδικά με το φιλοσοφικό – κοσμοθεωρητικό αυτό πρόβλημα, παραδέχτηκε ότι «δεν υπάρχει λύση, τουλάχιστον προς το παρόν» και ομολόγησε συγχρόνως για τον εαυτό του: «Εγώ προσωπικά δεν έχω καμία συνταγή στην τσέπη μου».[1] Προσπαθεί όμως παρ’ όλα αυτά και ο ίδιος να λύσει την εξίσωση ανάμεσα στις έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας, ισχυριζόμενος ότι «η ελευθερία έρχεται σε αντίθεση με την ισότητα». Και προσθέτει: «Είναι δύο εξίσου θετικές αξίες, που όμως, όταν ωθούνται στα άκρα, έρχονται σε αντίθεση: είναι σαφές πως ένα καθεστώς που μεγιστοποιεί την ισότητα δύσκολα μπορεί να εξασφαλίσει όλες τις ατομικές ελευθερίες».[2] Καμία από τα δύο αξίες δεν μπορεί να πραγματωθεί ως την ακραία της συνέπειές, χωρίς να περιορίσει την πραγμάτωση του άλλης.

Όμως ο ίδιος επιμένει να διατυπώσει κάποια διέξοδο, λέγοντας ότι «Απλώς επαναλαμβάνω πως δεν πρέπει να χάσουμε τον πολιτικό αστέρα που οδήγησε τους σοσιαλιστές  στην εκατονταετή ιστορία τους: την κοινωνική δικαιοσύνη».[3]

Ο Μπόμπιο αναφέρεται στην κοινωνική δικαιοσύνη, συμπληρώνοντας ασφαλώς την πολιτική δικαιοσύνη, με την έννοια ότι μόνο η πολιτική δικαιοσύνη δεν λύνει την ανισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους.

Κατά την άποψή μου η προσέγγιση του προβλήματος της σχέσης ελευθερίας και ισότητας υλοποιείται μέσω της δικαιοσύνης, ως δημιούργημα του ανθρώπινου πολιτισμού. Όσο πιο ανώτερος είναι ο πολιτισμός τόσο μεγαλύτερη προσέγγιση υπάρχει ανάμεσα στην ελευθερία και την ισότητα.

Δεν πρέπει να συγχέουμε ωστόσο την έννοια του πολιτισμού με τον τεχνικό πολιτισμό, γιατί βλέπουμε κράτη που τεχνολογικά είναι στο έπακρο ανεπτυγμένα, ωστόσο προβαίνουν ακόμη και σήμερα σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ένα παράδειγμα στην πρόσφατη ιστορία είναι η ναζιστική Γερμανία και όχι μόνο. Κι εδώ ωστόσο αναφύεται ένα παράδοξο. Πώς δηλαδή ένα έθνος που ανέδειξε τόσους φιλόσοφους και ποιητές και έναν αξιοζήλευτο πολιτισμό, κατέληξε να λατρεύει ή υποτάσσεται σε έναν Χίτλερ. Δεν είναι φυσικά το μόνο παράδειγμα. Φτάνει κανείς να αναρωτηθεί, τι νόημα εμπεριέχει ο πολιτισμός και πώς νοείται αυτός, για να είναι πράγματι πολιτισμός, ως ανώτερη μορφή ανθρώπινης ύπαρξης. Παρουσιάζεται το ανεξήγητο κατά τα άλλα φαινόμενο η ανθρωποσφαγή που αποτελεί μόνιμο φαινόμενο στις σχέσεις των ανθρώπων και των κοινωνιών, να μην έχει αλλάξει στην ουσία, αλλά απλώς μόνο στα τεχνικά μέσα. Από την αρχαιότητα έως σήμερα δεν έχουν σταματήσει οι πόλεμοι και οι αλληλοσπαραγμοί. Είναι δηλαδή και αποτελεί εγγενές φαινόμενο της ανθρώπινης κοινωνίας, σύμφωνα και με την ρήση του Ηράκλειτου: «Πόλεμος πάντων πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς…».

Όμως αυτή η αντίθεση ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη, εμπεριέχεται στο πρόβλημα της σχέσης ελευθερίας και ισότητας. Δεν αποτελεί δηλαδή την βασική αντίθεση της ανθρωπότητας. Υπερκείμενη της αντίθεσης του πολέμου -ειρήνης είναι η αντίθεση ελευθερίας – ισότητας. Φαίνεται ότι οποιαδήποτε προσέγγιση του προβλήματος αυτού, χωρίς την διαμεσολάβηση της δικαιοσύνης είναι αδύνατη. Επιπλέον πρέπει να τονιστεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη, χωρίς δικαιοσύνη.

Ο φιλόσοφος Πλάτων εξαίροντας την σημασία της δικαιοσύνης αποφαίνεται: π­σ τε ­πι­στ­μη χω­ρι­ζο­μ­νη δι­και­ο­σ­νης κα τς λ­λης ­ρε­τς πα­νουρ­γ­α, ο σο­φ­α φα­­νε­ται».[4] Κοντά στην δικαιοσύνη προσθέτει ο ίδιος συμπληρωματικά και την αρετή, την οποία αντιδιαστέλει προς την πανουργία. Για να κατανοήσω την σημασία που δίνει ο Πλάτων στην δικαιοσύνη, θα ερμηνεύσουμε την πανουργία, στην οποία αναφέρεται ο φιλόσοφος, με την διάπραξη άδικων έργων, δηλαδή πράξεων που δεν έχουν σχέση με την δικαιοσύνη. Από κει και πέρα χρειάζονται και βοηθητικές αρετές, που συμπληρώνουν το έργο της δικαιοσύνης.

Θα το κάνουμε κατανοητό, αν πάρουμε ως βάση τα δύο κοινωνικά συστήματα που αντιπαλεύουν μεταξύ τους για επικράτηση τους δύο τελευταίους αιώνες: Ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός. Στον καπιταλισμό έχει την τάση η ελευθερία, στην απόλυτή της μορφή, να εξαφανίζει την ισότητα, φτάνοντας στα ακραία φαινόμενα της πλήρους ασυδοσίας), ενώ στον σοσιαλισμό, (αυτόν της θεωρίας και της πρακτικής της εφαρμογής) τείνει η ισότητα να εξαφανίζει την ελευθερία, όπως λίγο πολύ ανέλυσε αυτή την σχέση με άλλη διατύπωση ο Νορμπέρτο Μπόμπιο.

Για να το εκφράσουμε πιο απλά μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ελευθερία χωρίς ισότητα είναι εκμετάλλευση, ενώ ισότητα χωρίς ελευθερία  είναι καταπίεση. Γι’ αυτό και ο Κινέζος φιλόσοφος Κομφούκιος είχε πει κάποτε: «Ο ανώτερος άνθρωπος σκέφτεται μόνο τη δικαιοσύνη. Ο κατώτερος άνθρωπος σκέφτεται μόνο τα συμφέροντά του». Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι το συμφέρον δεν μπορεί να έχει σχέση με τη δικαιοσύνη.
Ασφαλώς η έλλειψη της μιας ή άλλης συνιστώσας είναι άδικη. Για πολλούς ωστόσο η αλληλεγγύη αποτελεί την λύση της εξίσωσης, όμως δεν επαρκεί, γιατί καλύπτει ένα μέρος μόνο της αδικίας.  Γνωστό είναι το βασικό σύνθημα της γαλλικής επανάστασης του 1789: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα (“Liberte, Egalite, Fraternite”).

Φαίνεται ότι η μεγαλύτερη δυνατή προσέγγιση έγινε κατορθωτή στην αθηναϊκή δημοκρατία, όπου επεκράτησε αυτό που είπε ο Αριστοτέλης: «Πολίτης δ’ απλώς ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής».[5] Ο ίδιος φυσικά είχε πει ότι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι: «Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων».

Στο σημείο αυτό γίνεται αναφορά στην έννοια της δικαιοσύνης. Ο Αριστοτέλης θέτει το πρόβλημα της ελευθερίας στη βάση της άσκησης εξουσίας από τους πολίτες στα πλαίσια της άμεσης δημοκρατίας, όπου το θέμα της ελευθερίας και ισότητας εξασφαλίζεται σε ένα υψηλό επίπεδο. Όπου συζητούν και συναποφασίζουν όλοι οι πολίτες το επίπεδο της ελευθερίας και της ισότητας εξασφαλίζεται στο ανώτατο δυνατό βαθμό από τη δικαιοσύνη, η οποία εφαρμόζεται.

 

ΙΙ. Η προσέγγιση του δίπολου: Ελευθερία – ισότητα με βάση τους φυσικούς νόμους

 

Τώρα μερικές παρατηρήσεις πάλι γενικές, βγαλμένες από τη δική μου φιλοσοφία, όπως την έχω αναλύσει στα βιβλία μου, τόσο στο Δημοκρατικός Σοσιαλισμός, όσο και στο Ο Μαρξ, ο Λένιν, ο Γκράμσι και η πολιτισμική ηγεμονία της Αριστεράς, καθώς και στο πρώτο κεφάλαιο του έργου μου Παγκοσμιοποίηση, Νέα Τάξη, Ελληνισμός.

Πάντοτε πρέπει να ξεκινούμε από την φιλοσοφία και κυρίως την πολιτική φιλοσοφία, μιας και η πολιτική είναι η δύναμη εκείνην που καθορίζει τις εξελίξεις σε όλους τους τομείς, σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Ο άνθρωπος ρέπει, όπως αναφέρει και ο διαχρονικός δάσκαλος Θουκυδίδης, προς το κακό, με βάση την ισχύ, όπου καταργείται κάθε έννοια δικαιοσύνης. Γνωστή είναι η ρήση του, που εξηγεί ότι το μόνο κριτήριο που ρυθμίζει τις σχέσεις των ανθρωπίνων πραγμάτων ήταν είναι και θα είναι το δίκαιο του ισχυρού, μέσω της επιβολής των ισχυρών επί των αδυνάτων, με τη γνωστή λογική ότι «ο ισχυρός επιβάλλει, ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί, όσο του επιβάλλει η αδυναμία του» [6] Για να ενισχύσει ωστόσο ακόμη περισσότερο τον ανωτέρω ισχυρισμό του προχωρά σε έναν απόλυτο αφοριστικό ορισμό, που επέχει την ισχύ φυσικής νομοτέλειας: «Απ’ ό,τι μπορεί κανείς να εικάσει για τους θεούς και απ’ ό,τι είναι βέβαιο για τους ανθρώπους, πιστεύουμε ότι και οι θεοί και οι άνθρωποι ακολουθούν πάντα έναν απόλυτο νόμο της φύσης, να επιβάλουν πάντα την εξουσία τους, αν έχουν τη δύναμη να το επιτύχουν».[7] Τι μας λέει δηλαδή ο Θουκυδίδης, ο οποίος αναφερόμενος ακόμη και στους θεούς, διασαφηνίζει ότι βασικά δεν υφίσταται δικαιοσύνη στις ανθρώπινες σχέσεις, μα το ίδιο ισχύει και για τους θεούς, χωρίς να αφήνει κανένα απολύτως περιθώριο, ότι οι θεοί διέπονται από άλλους κανόνες, που έχουν σχέση με την ηθική, δηλαδή με την ελευθερία επιλογής Γιατί ηθική υπάρχει μόνο εκεί που υπάρχει δυνατότητα ελεύθερης επιλογής. Θεώρησε λοιπόν ότι ακόμη και οι θεοί υπακούν στους σιδερένιους νόμους της φύσης.

Με τη βιομηχανική επανάσταση του 19ου  αιώνα και πολύ πριν απ’ αυτήν και την αντίστοιχη ανάδειξη και απολυτοποίηση  (θεοποίηση) των θετικών επιστημών δημιουργήθηκε στις κοινωνιολογικές επιστήμες η πεποίθηση ότι και το κοινωνικό γίγνεσθαι και όχι μόνον η υλική ζωή, εξηγούνται μ’ έναν  νομοτελειακό, όπως και στη φύση, εξελικτικό τρόπο. Υπάρχει δηλαδή μια ευθύγραμμη ανάπτυξη των ανθρώπινων κοινωνιών, που περικλείει μια εσχατολογική εξέλιξη με αρχή και τέλος, με Γένεση και Παρουσία και που τελικά οδηγεί αναπότρεπτα σ’ ένα ευτυχές αποτέλεσμα, δηλαδή στην αταξική κοινωνία (κομμουνισμό). Μ’ άλλα λόγια, σ’ έναν παράδεισο επί της γης, αντί εν τοις ουρανοίς!

Ο ιστορικός υλισμός του Μαρξ έχει τις ρίζες του σ’ αυτή τη θεωρία, που αναδείχτηκε σε πανάκεια και που στην ουσία του έχει ιουδαιοχριστινιακή προέλευση, όσο παράξενο κι αν φαίνεται αυτό. Ό,τι αποφαινόταν η θετική επιστήμη ήταν πια θέσφατο και για τις κοινωνικές επιστήμες και μ’ αυτή την έννοια δεν επιδεχόταν καμία απολύτως αμφισβήτηση.

Ο Μαρξ, ως κορυφαίος επιστήμονας, θεώρησε με λίγα λόγια ότι και τα κοινωνικά φαινόμενα, δηλαδή αυτά που έχουν σχέση με τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες κοινωνίες, υπάγονται σ’ αυτή την εξελικτική πορεία (προτσές), όπως αντιστοίχως και τα φυσικά φαινόμενα. Βασίστηκε στις θεωρίες των φυσιοκρατών φιλοσόφων του 6 αιώνα προ Χριστού και αντιστρέφοντας την ιδεαλιστική θεωρία του Χέγκελ στην εποχή του.

Διαμόρφωσε λοιπόν τη θεωρία του διαλεκτικού υλισμού και την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων, αναλογικά προς την ερμηνεία των φυσικών φαινομένων. Έτσι δημιουργήθηκε η λεγόμενη εξελικτική θεωρία, που πήρε έντονα ντετερμινιστικό χαρακτήρα, για τον απλούστατο λόγο ότι οι «σιδερένιοι νόμοι» της φύσης καθόριζαν «σε τελευταία ανάλυση», όπως συνήθιζε να λέει ο Ένγκελς, και τις ανθρώπινες πράξεις. Με πολύ εμπεριστατωμένο τρόπο αναλύει ο φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Παναγιώτης Κονδύλης αυτό το φαινόμενο στη φιλοσοφική – οντολογική του διάσταση, Λέει συγκεκριμένα: «Απέναντι στη νομοτελή Φύση ο Άνθρωπος μπορούσε να συμπεριφερθεί ως Θεός (και με αυτή την έννοια η ανθρωπολογία εκτοπίζει την θεολογία από την κορυφή των θεωρητικών ενδιαφερόντων), δηλαδή μπορούσε, χάρη στη γνώση των νόμων της, να την χειρισθεί ως τεχνικός, τεχνικός εμπνεόμενος από το πρωτείο του ενεργού βίου. Όμως από την άλλη πλευρά ο ίδιος αυτός Άνθρωπος, ως φυσικό ον, υπαγόταν στη φυσική νομοτέλεια και δεν μπορούσε να εξαιρεθεί απ’ αυτήν, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο ολόκληρη η οντολογική ανατίμηση της Φύσης, την οποία οι Νέοι Χρόνοι χρειάζονταν επειγόντως, τόσο κοσμοθεωρητικά όσο και πρακτικά-τεχνικά. Από έναν Άνθρωπο υπαγόμενο ολότελα στη φυσική νομοτέλεια δεν μπορεί όμως να αναμένεται ελεύθερη βούληση και ηθική πράξη stricto sensu. Οι Νέοι Χρόνοι αναπτύσσουν ποικίλα επιχειρηματολογικά στρατηγήματα για να ξεπεράσουν την αντίφαση μεταξύ αιτιώδους και κανονιστικής θεώρησης, που τους ταλανίζει από τον 16ο ακόμα αιώνα και παροξύνεται ακριβώς την εποχή του Διαφωτισμού με αποτέλεσμα την εμφάνιση ακραίων μηδενιστικών τάσεων. Η κρίση των αξιών επιτείνεται ακριβώς στον βαθμό όπου, με βάση τις παραπάνω κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις, διευρύνεται η κυριαρχία πάνω στη Φύση».[8]

Ο Παναγιώτης Κονδύλης με τη φράση «αιτιώδους και κανονιστικής θεώρησης» εννοεί ακριβώς την διαφορετική ερμηνεία των ανθρωπίνων πράξεων. Κατά πόσο δηλαδή αυτές διέπονται από τους νόμους που ισχύουν και στην φύση (αιτιοκρατική ερμηνεία) ή από τους νόμους που καθορίζονται από την ψυχολογία και την ηθική, με βάση την ελευθερία (κανονιστική) και τι συνέπειες έχει η μία ή άλλη θεώρηση.

Στην αρχαία Ελλάδα διαπιστώνουμε ότι υπάρχει μια εξελικτική πορεία στην φιλοσοφία ή οποία ξεκινά από τους  φυσιοκρατικούς φιλοσόφους, κυρίως του  6ου αιώνα π.Χ. συνεχίζει με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και καταλήγει στον Σωκράτη, ως τον κατ’ εξοχήν φιλόσοφο της ηθικής, στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω.

Η φιλοσοφία του Μαρξ στηρίχτηκε κατά βάση, όπως ανέφερα προηγουμένως, στους φυσιοκρατικούς φιλοσόφους της αρχαιότητας, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγεται και ο Αναξίμανδος, ο οποίος διατύπωσε μια άποψη, που επέχει την έννοια αξιώματος.  «ναξίμανδρος (…) ρχήν (…) ερηκε τν ντων τό πειρον (…), ξ ν δε γένεσίς έστι τος οσι, καί τήν φθοράν ες τα τα γίνεσθαι κατά τό χρεών διδόναι γάρ ατά δίκην καί τίσιν λλήλοις τς δικίας κατά τήν το χρόνου τάξιν, ποιητικωτέ ροις οτως νόμασιν ατά λέγων»

Ο Αναξίμανδρος γράφει σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, και οι ιδέες του ριζώνουν σε αυτές τις φαντασιακές σημασίες. Η ερμηνεία αυτής της φράσης του Αναξίμανδου δεν είναι ούτε εύκολη ούτε δεδομένη. Εδώ παραθέτουμε μια ερμηνεία που επιχείρησε ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστoριάδης, που λέει τα ακόλουθα:

«Τα όντα αποδίδουν μεταξύ τους δικαιοσύνη και πληρωμή για την βριν τους και για το λόγο αυτόν, κατά το δέον, σύμφωνα με την ίδια αναγκαιότητα, την ίδια αρχή, γεννιούνται και καταστρέφονται. Ποια είναι λοιπόν αυτή η αρχή; Απλούστατα – και εδώ έγκειται η τελική αντιστροφή – η ίδια η ύπαρξη αποτελεί, κατά μία έννοια, δικίαν ή βριν, παράβαση. Η αδικία δεν είναι, όπως ειπώθηκε, το εμμένειν στην ύπαρξη πέραν του καθορισμένου χρόνου, το πλό πέρ μοραν. Εδώ ο Αναξίμανδρος πηγαίνει πιο μακριά από τον Όμηρο: αδικία είναι η ίδια ύπαρξη. Και αυτή η ύπαρξη πρέπει να καταστραφεί σύμφωνα με την ίδια την αρχή που τη γεννά. Επικρατεί τελικά ένα είδος οντολογικής δικαιοσύνης, η οποία την βριν την προερχόμενη από κάθε ιδιαίτερη ύπαρξη. Ίσως  εδώ ακριβώς να βρίσκεται η πρωταρχική σημασία, διότι, δεδομένου ότι κάθε ιδιαίτερη ύπαρξη υπόκειται σε περιορισμό, πέρας, τέλος, οφείλει να επιστρέφει πάντα στο απροσδιόριστο».[9]

Αυτή η ερμηνεία του Καστοριάδη μπορεί να παραλληλιστεί με την άποψη του Χέγκελ, ο οποίος, όπως λέει ο Μαρξ « συνέλαβε την ανθρώπινη ιστορία σαν μια διαδικασία αλλοτρίωσης και εξάλειψης της αλλοτρίωσης αυτής». Η αλλοτρίωση μπορεί να ταυτιστεί με την αδικία, η οποία πρέπει να καταστραφεί, για να επικρατήσει η δικαιοσύνη, ώστε να επανέλθει η  ισορροπία, δηλαδή να εξαλειφθεί η αντίφαση.

Η θεωρία του Αναξίμανδρου σε τελευταία ανάλυση εντάσσεται μέσα στις φυσιοκρατικές θεωρίες, τις οποίες με διάφορες μορφές ανέπτυξαν οι φυσιοκρατικοί φιλόσοφοι του 6 αιώνα π.Χ. και που εξελίχτηκαν με διάφορους τρόπους και διάφορες εκφάνσεις έκτοτε, ξεκινώντας στην νεότερη εποχή κυρίως με τον Μπέικον (Bacon).

 

ΙΙΙ. Η προσέγγιση του δίπολου: ελευθερία – ισότητα με βάση την ηθική

 

Την εποχή του Σωκράτη έχει γίνει μια σοβαρή, πρωτόγνωρη τομή. Στην συζήτηση των φιλοσόφων μπαίνει για πρώτη φορά το θέμα της ηθικής με την έννοια της έρευνας του προβλήματος της ελευθερίας επιλογής στις ανθρώπινες πράξεις. Αυτή η ελευθερία επιλογής αποτελεί την ουσία της ηθικής. Είναι αδιανόητο, όπως τονίσαμε και προηγουμένως, να υπάρξει ηθική χωρίς ελευθερία και ελευθερία χωρίς ηθική. Όπως είναι αδιανόητο να αποδεχτούμε παιδεία χωρίς ελευθερία επιλογής.

Πιθανόν η ηθική να εφαρμόζεται στις προχωρημένες κοινωνίες και όχι τις πρωτόγονες, του προ -κοινωνικού ανθρώπου, όπου επικρατεί η φύση και η φυσική βία βασικά. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την κατάσταση του ανθρώπου ως ζώου, που διακατέχεται από ένστικτα επιβίωσης και επικράτησης, που κατασπαράσσει άλλα ζώα για να επιζήσει, έχοντας ως κίνητρο τον νόμο της φυσικής  επιβίωσης και συνεπώς της υπαγωγής της ανθρώπινης συμπεριφοράς στους αιτιοκρατικούς νόμους της φύσης

Αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος ξεπερνά, απ’ ότι μπορεί να εικάσει κανείς, όπως λέει και ο Θουκυδίδης, όταν υπερβαίνει το επίπεδο της αγέλης, όπου επικρατούν ακόμη οι φυσικοί νόμοι. Στις κοινωνίες ωστόσο, που έχουν κατά κάποιο τρόπο ξεπεράσει το πρωτόγονο αυτό επίπεδο της ύπαρξης, όπου το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είναι καθοριστικό, εφαρμόζονται κανόνες συμβίωσης, που  βασικό τους θεμέλιο έχουν τη δικαιοσύνη, η οποία με τη σειρά της καθορίζει τα συντάγματα,  ως γενικό νόμο και τους επί μέρους νόμους, που απορρέουν απ’ αυτόν και ρυθμίζουν την κοινωνική ζωή.

Το κοινωνικό συμβόλαιο είναι ένα είδος συντάγματος ρύθμισης των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, ώστε να αποτρέπεται στο μέτρο του δυνατού η βία, δηλαδή η επιβολή του ισχυρού επί του αδυνάτου. Στο πρόβλημα αυτό παρεμβαίνει πάλι ο Νορμπέρτο Μπόμπιο για να διευκρινίσει πώς κατανοεί ο ίδιος την δικαιοσύνη. Λέει τα εξής: «Δικαιοσύνη δεν είναι, λοιπόν απλώς ισότης -αφηρημένο κριτήριο – αλλά ισότητα αναφερόμενη στην ελευθερία – συγκρινόμενο κριτήριο. Δεν είναι, δηλαδή απλώς και μόνο ισότητα, αλλά ισότης εν ελευθερία, ή καλύτερα και ειδικότερα, ίσες δυνατότητες από μέρους κάθε ανθρώπου χρήσης της ελευθερίας του.

Εδραιώνοντας λοιπόν με αυτό τον τρόπο ως θεμέλιο αποτίμησης της δικαιοσύνης την ελευθερία, το πρόβλημα της δικαιοσύνης μετατίθεται: περνούμε από μία αντίληψη της δικαιοσύνης ως αφηρημένης ισότητας σε μια αντίληψη της δικαιοσύνης ως ισότητας εν ελευθερία, δηλαδή ως ισότητας στην ελεύθερη έκφραση της προσωπικότητάς μου.

Με το κριτήριο αυτό δικαιοσύνη δεν σημαίνει, ότι εγώ είμαι ίσος με σένα, αλλά ότι εγώ είμαι ίσος με σένα στη δυνατότητά να κάνω να λειτουργήσει η προσωπικότητά μου. Έτσι η αφηρημένη ισότης γίνεται συγκεκριμένη εν τη ελευθερία».[10]

Θα παρατηρούσαμε ότι η ερμηνεία αυτή αναλύει λεπτομερέστερα την έννοια της ισότητας, όπως την εξέφρασε ο Αριστοτέλης, δίνοντάς της σαφέστερο περιεχόμενο. Βασικά χωρίς την προϋπόθεση της δικαιοσύνης ισότητα δεν υπάρχει.

Εδώ αναφύεται και το θέμα της ηθικής, όχι με την τρέχουσα σημασία του όρου, αλλά με την έννοια της ελευθερίας. Ας σκεφτούμε τον Ηρακλή, όταν είναι να αποφασίσει τον δρόμο της αρετής ή της κακίας. Δηλαδή η δυνατότητα της επιλογής. Αυτό σημαίνει ηθική κατά βάση. Να έχεις τη δυνατότητα να διαλέξεις ανάμεσα στο καλό και το κακό. Το καλό για τον άνθρωπο είναι φυσικά ο δίκαιος νόμος, που προσπαθεί να συνδυάσει την ελευθερία με την ισότητα. Όσο δηλαδή ο νόμος φέρνει πιο κοντά την ελευθερία και την ισότητα, τόσο πιο ευδαίμων είναι μια κοινωνία, αν αποδεχτούμε ότι η ευδαιμονία είναι το ανώτατο αγαθό του ανθρώπου. Εκείνοι που κατάφεραν μάλιστα να επιλέξουν ελεύθερα τον θάνατο, όπως ο Χριστός και ο Σωκράτης, για να αναφέρουμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα, έχουν καταφέρει να απελευθερωθούν και από την αναγκαιότητα του θανάτου, την οποία ξεπερνούν με την θέλησή τους. Γι’ αυτό τους θαυμάζουμε και τους θεωρούμε πρότυπα. Θα λέγαμε ότι νίκησαν τον θάνατο, που είναι η απόλυτη αναγκαιότητα. Δηλαδή η ελευθερία τους μέσω της ελεύθερης επιλογής του θανάτου, θανάτωσε και αυτήν την αναγκαιότητα των φυσικών νόμων. Με αυτή την έννοια αντιστρέφουν ολοκληρωτικά ή  εν μέρει την ρήση του Θουκυδίδη και όσων ασπάζονται την ύπαρξη και ισχύ των σιδερένιων νόμων της φύσης, δημιουργώντας ίσως έναν συνδυασμό, τον οποίο μάλιστα εκφράζει σαφώς το Ευαγγέλιο με την φράση: «Ουκ επάρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος».[11]

Πέρα λοιπόν από τις βασικές υλικές ανάγκες, τις οποίες φυσικά δεν μπορεί να αγνοεί κανείς, υπάρχουν στις ανθρώπινες κοινωνίες ψυχολογικές και πνευματικές αξίες, οι οποίες είναι σύμφυτες με τον άνθρωπο και τις οποίες δεν μπορεί να αγνοεί κανείς, αν δεν θέλει να περιπέσει εις την ύβριν και την κάθαρσιν.

Όλα αυτά τα φαινόμενα που περιγράψαμε, αφορούν  τις κοινωνίες εκείνες, όπου εφαρμόζεται η ηθική, δηλαδή στις προχωρημένες κοινωνίες και όχι τις πρωτόγονες, του προ -κοινωνικού ανθρώπου, όπου επικρατεί η φύση και η φυσική βία βασικά. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την κατάσταση του ανθρώπου ως ζώου, που διακατέχεται από ένστικτα επιβίωσης και επικράτησης, όπως το ζώο, που κατασπαράσσει άλλα ζώα για να επιζήσει, έχοντας ως κίνητρο τον νόμο της φύσης για επιβίωση.

 

IV. Ορισμένα άλυτα ερωτήματα. Ο ρατσισμός ως απόκλιση από την δικαιοσύνη.

 

Πώς μπορεί να εξηγήσει κανείς τις εμφύλιες συρράξεις και τους παγκόσμιους πολέμους, που διεξάγουν κοινωνίες που θεωρούνται πολιτισμένες και στις οποίες τέτοια φαινόμενα θα έπρεπε προ πολλού να είχαν εξαλειφθεί; Είναι κι αυτό ένα δύσκολο ερώτημα που έρχεται σε αντίθεση με την έννοια των πολιτισμένων κοινωνιών, όπου δεν ισχύουν θεωρητικά οι νόμοι της φύσης, όπως στο υπόλοιπο ζωικό βασίλειο, αλλά οι νόμοι της ηθικής εφαρμογής μέσω της δικαιοσύνης.

Ποια φιλοσοφική θεώρηση μπορεί να δώσει απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα;

Ο ρατσισμός βασίζεται ουσιαστικά στην άποψη ότι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι εκ γενετής ίσοι, αλλά ότι αντιθέτως υπάρχουν φυλές ανθρώπων ανώτερες και κατώτερες κληρονομικά. Δημιουργήθηκαν για το λόγο αυτό διάφορες θεωρίες, οι οποίες θέτουν υπό αμφισβήτηση την γενική αρχή της δικαιοσύνης στα ανθρώπινα πράγματα. Η δικαιοσύνη δηλαδή σε μια κοινωνία που θεωρείται ανώτερη, δεν είναι η ίδια με αυτήν που αρμόζει και πρέπει να ισχύει και σε μια κατώτερη κοινωνία. Αυτή είναι η επικρατούσα άποψη εκεί, όπου κυριάρχησε αυτή η θεωρία και τελικά ιδεολογία. Σε ορισμένες κοινωνίες η αντίληψη αυτή, ακόμη κι αν δεν είναι εμφανής, όμως μπορεί και συνειδητά και υποσυνείδητα να ρυθμίζει τις πράξεις των ανθρώπων και των κρατών. Η άποψη αυτή για κληρονομικότητα της διαφοράς ανάμεσα στους λαούς βρήκε την εφαρμογή της κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας, αλλά  ακόμη και στον Α΄ και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας έχουν άμεση σχέση με αυτό το φαινόμενο. Η διάκριση σε ανθρώπους και υπανθρώπους αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχτηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να μην ανατρέξουμε σε παλαιότερες εποχές.

Υποσυνείδητα μάλιστα παρεισφρέει με αδιαφανείς τρόπους και στις σημερινές συγκρούσεις ανάμεσα σε διάφορους λαούς. Όταν μιλά κανείς για λαούς «pigs) διακρίνει τις κοινωνίες σε δύο κατηγορίες, τους ανώτερους και τους κατώτερους, στους οποίους τελικά συνειδητά ή υποσυνείδητα δεν αναγνωρίζεται η ανθρώπινη ύπαρξη. Η προπαγάνδα που επικρατούσε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να φανατίζει τους στρατιώτες, ώστε να διαπράττουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας είχε ως υπόβαθρο αυτήν την θεωρία. Οι Γερμανοί Ναζί και οι Ιάπωνες φασίστες σκότωναν τους εχθρούς τους, χωρίς να έχουν τύψη ότι διαπράττουν εγκλήματα, γιατί αυτούς που σκότωναν, για να το πούμε με υπερβολή, ήταν υπάνθρωποι, δηλαδή δεν ήταν κατά βάση άνθρωποι.

Επιπροσθέτως η άκριτη, έως δογματική λατρεία του Μαρξ στην Ελλάδα και κατ’ ακολουθία και του Ένγκελς, δεν έχει επιτρέψει να διαβαστούν κριτικά όχι μόνον οι θεωρητικές τους θέσεις, αλλά και οι συγκεκριμένες απαράδεκτες θέσεις τους για τα Βαλκάνια, αλλά και για μία σειρά από θέματα που αφορούν ιστορικούς λαούς, όπως ο ελληνικός, αλλά και λαούς του τρίτου κόσμου, όπως οι τοποθετήσεις τους για τους πολέμους του οπίου, την Ινδία, τον Μπολιβάρ κ.λπ.

Είναι γνωστό ότι ο Μαρξ και ο Έγκελς, σε αντίθεση με την Ρόζα Λούξεμπουργκ, ήταν ορκισμένοι εχθροί της επανάστασης του 1821, χαρακτηρίζοντας τους Έλληνες, μαζί με τους άλλους βαλκανικούς λαούς ως «άθλια συντρίμμια», «λαοσυρφετός», «νανοφυλές», που πρέπει να μείνουν κάτω απ’ τους Τούρκους κατακτητές. Γιατί επιπλέον περνούσαν καλά στην «πατρική» και «ανεκτική» Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Απορίας άξιο είναι το πώς ο Μαρξ καταφέρεται εναντίον ορισμένων λαών κατ’ αυτόν τον τρόπο, που στην ουσία είναι εναντίον της θεωρίας του, αν σκεφτούμε ότι θεωρητικά είναι υπέρ της απελευθέρωσης των λαών. Κανένας λαός δεν πρέπει να διαχωρίζεται με αυτόν τον τρόπο.  Ουαί και αλίμονο, αν κάνουμε τέτοιους διαχωρισμούς! Τότε πραγματικά μπορούμε να μιλήσουμε το ολιγότερο για ρατσισμό. Είναι απαράδεκτο για έναν μαρξιστή να χρησιμοποιεί τέτοιες απαξιωτικές εκφράσεις για τους λαούς, σε  οποιοδήποτε πολιτιστικό επίπεδο κι’ αν βρίσκονται αυτοί, έστω κι’ αν οι απόψεις αυτές εκφράζονται σε όχι καθαρά επιστημονικές μελέτες και μάλιστα για έναν κατ’ εξοχήν ιστορικό λαό, όπως ο ελληνικός. Είναι ασύλληπτο ο Μαρξ να είναι τόσο ανιστόρητος. Ούτε ο χωρισμός σε ιστορικούς και μη ιστορικούς λαούς είναι λογικός. Τέτοιες απόψεις θυμίζουν φυλετικές διακρίσεις.

Φέρνουμε αυτό το χαρακτηριστικό παράδειγμα για να δείξουμε ότι τέτοιες και παρόμοιες απόψεις που δικαιολογούν κληρονομικά χαρακτηριστικά ενός λαού και όχι το πολιτιστικό στάδιο εξέλιξής της ύπαρξής τους, αναπτύχθηκαν κατά καιρούς, ως υπόστρωμα για πράξεις βίας εναντίον τους και επιπλέον καταδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος.

Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ορισμένοι λαοί, παρ’ όλο που έχουν αναπτύξει έναν υψηλό πολιτισμό, γαλουχήθηκαν με μια τέτοια νοοτροπία, η οποία κατά κάποιο τρόπο τους έγινε δεύτερη φύση. Τέτοια φαινόμενα συναντούμε ακόμη και σήμερα στην Γερμανία, στην Ιαπωνία πιο έκδηλα, και εν μέρη και στο Ισραήλ ακόμη, παρ’ όλο που το τελευταίο ιδιαίτερα φαίνεται εκ πρώτης όψεως απίθανο και εξωπραγματικό. Πώς είναι δυνατόν ένας λαός, ο εβραϊκός εν προκειμένω, να διαπνέεται με μια όμοια ή παρόμοια νοοτροπία, τη στιγμή που υπήρξε θύμα μιας τέτοιας νοοτροπίας (ιδεολογίας); Αν λάβουμε υπόψη μας την εβραϊκή θρησκεία για τον επιούσιο λαό του Γιεχωβά, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι υπάρχουν στοιχεία στην κουλτούρα τους που τους δίνουν το δικαίωμα να αισθάνονται ανώτεροι από τους γειτονικούς λαούς.

Μπορούμε τέτοια και παρόμοια γεγονότα να τα εντάξουμε στα περίεργα, ανεξήγητα και αξεδιάλυτα φαινόμενα της ιστορίας; Κάποια απάντηση είμαστε ωστόσο υποχρεωμένοι να δώσουμε για να λύσουμε το αίνιγμα στο μέτρο του δυνατού.

Άλλο είναι να παραδέχεται κανείς ότι υπάρχουν και θα υπάρχουν λαοί σε διάφορες βαθμίδες της πολιτιστικής εξέλιξης, με την έννοια ότι κάποιοι λαοί μπαίνουν τώρα στην ιστορία και στην ιστορική εξέλιξη και άλλο να θεωρείς ότι υπάρχουν λαοί που λόγω κληρονομικότητας είναι κατώτεροι από άλλους λαούς στον αιώνα τον άπαντα και γι’ αυτό τον λόγο δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν το επίπεδο προηγμένων πολιτιστικά λαών. Στην περίπτωση αυτή καταλύεται κάθε έννοια δικαιοσύνης, γιατί ουσιαστικά καταλήγουμε στους φυσιοκρατικούς νόμους, όπως τους αναλύσαμε στα προηγούμενα. Η εξελικτική θεωρία του κοινωνικού δαρβινισμού δεν έχει άμεση σχέση με το φαινόμενο αυτό, όμως δίνει λαβές για μια διάκριση των ανθρώπων που μπορεί να έχει κληρονομικά χαρακτηριστικά

Καταλήγουμε εν τέλη στην άποψη ότι η αναζήτηση της δικαιοσύνης και η μέγιστη δυνατή εφαρμογή της, δημιουργεί τις προϋποθέσεις προσέγγισης της ελευθερίας προς την ισότητα, σε μια ανθρώπινη κοινωνία που κυριαρχείται από αντιθέσεις.

 

 

 



[1] Νορμπέρτο Μπόμπιο, ισότης εν ελευθερία, απόσπασμα από την Αυτοβιογραφία του, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, εκδ. «Εκκρεμές», Αθήνα 1999. Οι δύο παραθέσεις είναι από αυτό το απόσπασμα. Αναδημοσιεύεται στο: Λουκάς Αξελός, Schripta manent, εγχειρίδιο πολιτικής παιδείας, Αθήνα 2013, σ. 71.

[2] Νορμπέρτο Μπόμπιο, ό.π. σ.71

[3] Νορμπέρτο Μπόμπιο, ό.π., σ. 71

[4] Πλάτωνος, “ Μενέξενος”  347a

 

[5] Πολιτικά, βιβλίο τρίτο, 1275α25.

[6] Θουκυδίδου, Ιστορία Ε΄ (89-91). Το ανωτέρω χωρίο αναφέρεται από του Αθηναίους εναντίον των κατοίκων της Μήλου.

[7] Θουκυδίδου, Ιστορία Ε΄ (103-105).

 

[8] Βλ. Παναγιώτης Κονδύλης περιοδικό «Διαβάζω», ό.π.

[9]  Σεμινάριο Καστοριάδη της 16ης Φεβρουάριου 1983

 

[10] Το «Ισότης εν ελευθερία» είναι παρμένο από τον τόμο Νερμπερτο Μπόμπιο, Αυτοβιογραφία, μτφ. Μπάμπης Λουκούδης, εκδ. «Εκρεμές», αθήνα 1999. Βλ. Skripta Manent, εκδόσεις «Στοχαστής», Αθήνα 2013.

[11] Κατά Λουκάν, 3. 30 – 4. 5

Category: Πολιτισμός

( 1 σχόλια )

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. 1
    Ο Λούμπεν says:

    Τίποτε δικαιότερο του κλήρου!

Back to Top

Leave a Reply

Το σχόλιο της ημέρας

    10/12/17 | (2 σχόλια)
    "Καθημερινή" Ευτυχώς χωρίς άλλες επιπλοκές ολοκληρώθηκε χθες η επίσκεψη του κ. Ερντογάν, μολονότι στην Κομοτηνή μίλησε ουσιαστικά σε ανοικτό χώρο, παρά τα συμφωνηθέντα. Αν πάντως προέκυψε κάτι θετικό από την επίσκεψη αυτή, είναι ότι δεν υπάρχουν πια αμφιβολίες για ...

Ροή ειδήσεων




Καιρός


Το σκίτσο της ημέρας