Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης Επίκουρος Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου
Νομική Σχολή ΑΠΘ. Απο τη “Μακεδονία της Κυριακής” 27 Ιανουαρίου 2019.
Από την στιγμή που η Συμφωνία των Πρεσπών εγκρίθηκε με απόλυτη πλειοψηφία από το ελληνικό Κοινοβούλιο ολοκληρώνεται και το τελευταίο στάδιο της χρονικής αλληλουχίας που περιγράφεται στο κείμενό της, ενώ παραμένει ακόμη σε εκκρεμότητα η υπογραφή και έγκριση του πρωτοκόλλου προσχώρησης στο ΝΑΤΟ. Με τη δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ., η Συμφωνία παράγει εντός της ελληνικής επικράτειας όλα τα αποτελέσματα που προβλέπονται στις διατάξεις της και φυσικά δεσμεύει τα όργανα της Ελληνικής Πολιτείας. Παράλληλα, μόλις η Συμφωνία τεθεί σε ισχύ, προβλέπεται (Άρθρο 20§§6 & 10) ότι θα ενημερωθεί σχετικά ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ με επιμέλεια οποιουδήποτε εκ των δύο μερών της Συμφωνίας και η τελευταία θα πρωτοκολληθεί στη Γραμματεία του ΟΗΕ. Η δε θέση της Συμφωνίας των Πρεσπών σε ισχύ τερματίζει αυτόματα και την Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία σταματά να παράγει έννομα αποτελέσματα. Πλέον, η Συμφωνία θα αναπτύσσει τη νομική δεσμευτικότητά της σε διεθνές επίπεδο, καθιστώντας την Ελλάδα δέσμια των υποχρεώσεων που αυτή επάγεται και –δυνητικά– υπόλογη σε περίπτωση παραβίασή τους.
Ένα κράτος μπορεί να μην συμμορφωθεί με τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνει σε διεθνές επίπεδο σε βάθος χρόνου, αποδεχόμενο τις συνέπειες αυτής της επιλογής. Εννοείται, ότι το κόστος μιας ενδεχόμενης μη συμμόρφωσης δεν είναι το ίδιο για όλα τα κράτη, είτε αυτό υπολογίζεται με βάση την ισχύ του είτε την παράδοση και προσήλωσή του στη διεθνή νομιμότητα. Σε κάθε περίπτωση, τα κράτη αποφεύγουν να παραβιάζουν τις συμφωνίες που συνομολογούν μεταξύ τους και προτιμούν να προσχωρούν στη διεθνή νομιμότητα, ενώ όσες φορές επιχειρήσουν να παρεκκλίνουν, χρησιμοποιούν δημιουργικές νομικές ερμηνείες για να περιορίσουν το κόστος της απόφασής τους ή κατασκευάζουν βολικές πραγματικότητες που οδηγούν σε τετελεσμένα γεγονότα, τα οποία συνήθως δεν ανατρέπονται. Με αυτόν τον τελευταίο τρόπο, τα αναθεωρητικά κράτη επιδιώκουν να προσαρμόσουν τους κανόνες και τις υποχρεώσεις τους στην εκτός πλαισίου νομιμότητας πραγματικότητα που κατασκευάζουν (π.χ. η Τουρκία, τα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη και οι ειρηνευτικές διαδικασίες).
Οι διεθνείς συμφωνίες που τα κράτη συνομολογούν, ρυθμίζονται νομικά από τη Διεθνή Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969). Με άλλα λόγια, οι νόμιμες ενέργειες που θα μπορούσαν να αναληφθούν σε περίπτωση κυβερνητικής αλλαγής για την ανατροπή της Συμφωνίας των Πρεσπών είναι συγκεκριμένες και αποτελούν την επιτρεπτή εξαίρεση στον θεμελιώδη κανόνα pacta sunt servanda, που σημαίνει ότι οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν τρεις τρόποι για τον μονομερή τερματισμό μιας διεθνούς συμφωνίας: α) η ακύρωση, β) η καταγγελία και γ) η λήξη/αναστολή εξαιτίας ουσιώδους παραβίασης μιας συνθήκης.
Αρχικά, η επίκληση της ακυρότητας εδράζεται σε λόγους που ερμηνεύονται συσταλτικά από το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης στη Χάγη, το οποίο είναι το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο σύμφωνα με το Άρθρο 19§3 της Συμφωνίας των Πρεσπών για να επιλύσει οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει από την ερμηνεία και εφαρμογή της. Οι λόγοι ακυρότητας περιλαμβάνουν την πλάνη, την απάτη, τη δωροδοκία, την άσκηση βίας (ακόμη και ψυχολογικής) σε βάρος αντιπροσώπου του κράτους, την απειλή χρήσης ένοπλης βίας ή τη χρήση ένοπλης βίας σε βάρος κράτους, και την αντίθεση σε κανόνα επιτακτικού/αναγκαστικού δικαίου (jus cogens). Ωστόσο, κανείς από τους παραπάνω λόγους δεν υφίσταται, ώστε να αναδειχθεί κάποιο ελάττωμα στη βούληση της Ελλάδας να δεσμευθεί από τη Συνθήκη των Πρεσπών. Πολύ δε περισσότερο, οι αιτιάσεις για χρηματισμό βουλευτών σε Σκόπια και Αθήνα ή για πιέσεις από σκοτεινά ξένα κέντρα εξουσίας, ώστε να υπογραφεί η Συμφωνία των Πρεσπών, δεν μπορούν να θεμελιώσουν απολύτως καμία στέρεη, ούτε καν σοβαροφανή, νομική βάση για την ακύρωση της Συμφωνίας.
Περαιτέρω, υπάρχει η δυνατότητα της καταγγελίας μιας διεθνούς συμφωνίας, ώστε το ενδιαφερόμενο συμβαλλόμενο μέρος να αποδεσμευθεί από αυτήν. Ωστόσο, η Ελλάδα δεν μπορεί να καταγγείλει τη Συμφωνία των Πρεσπών, γιατί στο Άρθρο 20§9 προβλέπεται ότι «οι διατάξεις της παρούσας Συμφωνίας θα παραμείνουν σε ισχύ για αόριστο χρονικό διάστημα και είναι αμετάκλητες». Τα δύο κράτη επιδίωξαν να δεσμευθούν, αποποιούμενα τη δυνατότητα καταγγελίας, ενώ πλέον για να συμβεί το τελευταίο, θα πρέπει το ενδιαφερόμενο κράτος, σύμφωνα με το Άρθρο 56§1 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι υπάρχει δικαίωμα καταγγελίας που προκύπτει από τη φύση της Συμφωνίας. Πρόκειται για ένα εγχείρημα ιδιαίτερα σύνθετο και φυσικά πολύ δύσκολα θα μπορούσε να τελεσφορήσει.
Τέλος, σύμφωνα με το Άρθρο 60 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών υπάρχει η περίπτωση της λήξης ή αναστολής μιας διεθνούς συνθήκης εξαιτίας ουσιώδους παραβίασής της. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να επενδύεται διαρκώς διπλωματικό κεφάλαιο στην παρακολούθηση της συμπεριφοράς του άλλου κράτους, ώστε να εντοπίζονται οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσής του, οι οποίες όμως θα πρέπει να είναι ουσιώδεις για να εφαρμοστεί το παραπάνω Άρθρο. Πρακτικά, αυτό συνεπάγεται ότι η ουσιώδης παραβίαση αφορά σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης που είναι τόσο σοβαρές ώστε έχουν επίπτωση στη συμμόρφωση με το σύνολο της Συμφωνίας.
Από τα προεκτεθέντα γίνεται κατανοητό πως από τη στιγμή που η Ελλάδα δεσμεύεται με τη Συμφωνία των Πρεσπών, οι δυνατότητες για την ανατροπή της είναι πάρα πολύ περιορισμένες. Φυσικά, αυτό δεν προδικάζει την εξέλιξη των πραγμάτων, αφού αργότερα, θα μπορούσαν οι κυβερνήσεις των δύο κρατών –προφανώς, διαφορετικές από τις σημερινές– να συμφωνήσουν τον τερματισμό της Συμφωνίας ή να διαπραγματευθούν μια νέα. Βέβαια, στην τελευταία περίπτωση η Ελλάδα θα έχει ήδη απωλέσει τα διαπραγματευτικά χαρτιά του ΝΑΤΟ και της έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, και συνεπώς θα ήταν απίθανη η σύναψη μιας καλύτερης συμφωνίας, εκτός αν οι εξελίξεις είχαν αποδυναμώσει περαιτέρω το γειτονικό μας κράτος. Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει τουλάχιστον να απαντήσει στη ρηματική διακοίνωση με τις συνταγματικές τροποποιήσεις που έλαβε, γνωστοποιώντας ότι δεν αναγνωρίζει «μακεδονικό λαό». Όλα αυτά, βέβαια, εφόσον επιθυμεί να περισώσει κάτι, και εφόσον αντιλαμβάνεται το εθνικό συμφέρον με όρους συνέχειας στον χρόνο, και όχι ως πολιτικό παίγνιο.
“Μακεδονία της Κυριακής” 27 Ιανουαρίου 2019.



ΠΕΡΙ ΠΟΛΕΜΟΥ
Ο πατέρας του πολιτικού ρεαλισμού, ο Θουκυδίδης, μας υπενθυμίζει πως ο ισχυρός παίρνει ότι του επιτρέπει η ισχύς του και ο ασθενής υποχωρεί όσο του επιβάλει η αδυναμία του.
Ποια είναι η εικόνα της Ελλάδας, μετά την υποχώρηση, απέναντι σε ένα υποκείμενο του διεθνούς δικαίου, μικρότερης ισχύος από την ίδια; Η υπογραφή της συμφωνίας, τι μήνυμα στέλνει στις άλλες κρατικές οντότητες;
Ο πρόεδρος Τραμπ, ακύρωσε τη συμφωνία ΗΠΑ Ιράν του προκατόχου του, γιατί δεν τη θεωρούσε επωφελή και προχώρησε σε εμπάργκο, εκ νέου. Ασφαλώς η Ελλάδα, δεν έχει το μέγεθος των ΗΠΑ, αλλά νομίζω, πως αξίζει να προσεγγίσουμε σε θεωρητικό επίπεδο, τις δυνατότητες αντίδρασης.
Εάν το πολιτικό σύστημα, θεωρεί πως η σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό είναι η ενδεδειγμένη λύση και το πρόβλημα έγκειται στη γλώσσα και την υπηκοότητα, τότε στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής των Σκοπίων, με τη απειλή χρήσης βέτο, μπορεί να προσπαθήσει να πετύχει, σύνθετους προσδιορισμούς, βορειομακεδόνας, νοτιοσλαβική γλώσσα κτλ
Με δεδομένες τις τελεσίδικες αποφάσεις, της γερμανικής δικαιοσύνης, για την υπόθεση Siemens, αντιλαμβανόμαστε τους βαθμούς ελευθερίας, του παλιού πολιτικού συστήματος, να επαναδιαπραγματευθεί με επιτυχία.
Νέα κυβίστηση προ των πυλών;
Εάν το πολιτικό σύστημα θεωρεί, πως εάν τα Σκόπια, θέλουν να έχουν ευρωπαϊκή πορεία, θα πρέπει να προσαρμοστούν με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και κατά το πρότυπο του Βελγίου και τις Ελβετίας, να επιλέξουν μία ουδέτερη ονομασία, που θα σέβεται τη διεθνική του σύσταση τους, τότε η στρατηγική της Ελλάδας, θα πρέπει να είναι άλλη.
Ο Πρώσος στρατηγός ο Κλαούζεβιτς, θεωρεί πως ο πόλεμος, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συνέχιση των πολιτικών σχέσεων, με τη συνδρομή άλλων μέσων.
Σε αυτό το σημείο, θα παρακαλούσα τους αναγνώστες, να μην έχουν στο μυαλό το τους, διαβάζοντας αυτήν την θεωρητική προσέγγιση, τις πιθανές κατηγορίες περί μιλιταρισμού, που θα μπορούσαν να απευθύνουν οι οπαδοί του Σαακασβίλι και εκκολαπτόμενου Λεχ Βαλέσα, ο οποίος ήθελε να πουλήσει χιλιάδες βλήματα του πυροβολικού, στη Σαουδική Αραβία, για να τα χρησιμοποιήσει στο πόλεμο κατά του φτωχού λαού της Υεμένης. Εξάλλου η αξία του βραβείου μετά τη βράβευση Ομπάμα είναι ακόμα μικρότερη.
Ο πόλεμος λοιπόν κατά τον Κλαούζεβιτς, είναι μία πράξη βίας, προορισμένη στο να καταναγκάσει τον αντίπαλο, να εκτελέσει τη θέληση μας. Πρέπει όμως να θυμόμαστε, πως κατά τον Σουν Τσου, ο στρατηγικός θρίαμβος, είναι να υποτάσεις τον αντίπαλο, χωρίς μάχη. Η καλύτερη νίκη, είναι με το σπαθί στη θήκη, μας τονίζει ο κινέζος στρατηγιστής. Ο Κλαούζεβιτς μας επισημαίνει, πως για να υποταχθεί ο αντίπαλος στη θέληση μας, πρέπει να τον οδηγήσουμε σε μία κατάσταση, δυσμενέστερη από αυτή που του ζητάμε. Η δυσμενέστερη κατάσταση, θα μπορούσε να είναι ένα εμπάργκο, σε συνδυασμό με μία ζώνη ασφαλείας, κατά μήκος των συνόρων πχ ενός χιλιομέτρου βάθους, κατά το πρότυπο της Τουρκίας στη Συρία (32 χιλιόμετρα βάθος). Η απομυθοποίηση της ασφάλειας, που παρέχει το ΝΑΤΟ, είναι ζωτικής σημασίας (βρείτε τα μεταξύ σας).
Ο Σουν Τσου μας επισημαίνει, πως σε ένα περικυκλωμένο στρατό, πρέπει να αφήνουμε πάντα μία οδό διαφυγής (Ελβετία, Βέλγιο), δεν πρέπει να πιέζουμε υπερβολικά, έναν απελπισμένο στρατό. Ο Κλαούζεβιτς μας τονίζει, πως πολύ συχνά, το νικημένο κράτος, βλέπει στην ήττα του (Ελβετία, Βέλγιο) μάλλον ένα πρόσκαιρο κακό, στο οποίο μπορούν να προσφέρουν θεραπεία, οι μεταγενέστερες πολιτικές περιστάσεις. Κατά τον Κλαούζεβιτς, ο πόλεμος δεν είναι μία πράξη τυφλού πάθους, αλλά μία πράξη, που κυριαρχείται από ένα πολιτικό σχέδιο. Και πως είναι μεγάλο σφάλμα, η πεποίθηση, πως μία απερίσκεπτη έφοδος, θριαμβεύει πάντα επί της συνετής επιδεξιότητας.
Η ιστορία φαίνεται, πως θα δώσει μία ευκαιρία, στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Κύριε πρόεδρε, τι είστε;
Μήπως είστε Αλέξανδρος;
Μήπως είστε Φρειδερίκος;
Μήπως είστε γιος του πατρός σας;
Αλέξανδρος είναι σπάνιο να γεννηθεί κανείς. Μήπως είστε Φρειδερίκος, που για την εξασφάλιση της Σιλεσίας, με επιχειρήσεις που δεν υπερβαίνουν τις δυνάμεις σας, θα κάνετε εκείνο που πρέπει, για την επίτευξη του σκοπού σας; (υπηρετώντας ποια στοχοθεσία;) Μήπως πιστεύετε πως η λήθη, θα λύσει το πρόβλημα; Σε δέκα χρόνια κανείς δεν θα το θυμάται!
Μήπως είστε «εγγονός» του Ελευθέριου; Ο καιρός θα δείξει.