ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΡΜΠΑΣ: ποιό πανεπιστήμιο θέλουμε;

26/11/18 | 0 σχόλια | 0 απαντήσεις | 509 εμφανίσεις

45 χρόνια από το Πολυτεχνείο: Το Πανεπιστήμιο της μεταπολίτευσης περνά κρίση. Ποιο Πανεπιστήμιο θέλουμε;

Γιώργος Μπάρμπας*

Το κρίσιμο ερώτημα του τίτλου της σημερινής συζήτησης είναι «ποιο πανεπιστήμιο θέλουμε». Ο τίτλος θέτει το ερώτημα μετά τη διαπίστωση που κάνει ότι το πανεπιστήμιο της μεταπολίτευσης περνά κρίση. Εγώ θα αποφύγω να χρησιμοποιήσω την έκφραση «κρίση» όχι γιατί τα πράγματα δεν είναι άσχημα αλλά γιατί το φαινόμενο έχει μια μεγάλη χρονική διάρκεια και δεν είμαι σίγουρος ότι η λέξη «κρίση» το αποδίδει σωστά.

Ποιο πανεπιστήμιο θέλουμε; Η δική μου απάντηση στο ερώτημα είναι ότι θέλουμε το πανεπιστήμιο που έχουμε και έχουμε αυτό που θέλουμε. Αυτή την άποψη θα προσπαθήσω να εξηγήσω στη συνέχεια. Πρώτα όμως δύο διευκρινήσεις.

Πρώτη: Όταν αναφερόμαστε στο πανεπιστήμιο έχουμε υπόψη μας ότι μιλάμε για τη λειτουργία ενός φορέα σε πολλές διαστάσεις: την επιστημονική-ερευνητική, τη διδακτική, την παραγωγή δηλαδή νέων επιστημόνων, τη σχέση της επιστήμης με την κοινωνία και τις ανάγκες της, την οικονομική, την διοικητική-οργανωτική, κ.α. Δίχως να υποβαθμίζω τη σημασία καμίας από τις παραπάνω διαστάσεις ούτε να αγνοώ τις μεταξύ τους σχέσεις και αλληλεπιδράσεις, θεωρώ ότι το θέμα της σημερινής συζήτησης, μας καλεί να επικεντρωθούμε στη διοικητική-οργανωτική λειτουργία του πανεπιστημίου. Και εκεί θα σταθώ. Άλλωστε η επικαιρότητα μας πιέζει να δώσουμε απαντήσεις σε πολύ σοβαρά ζητήματα που αφορούν στη λειτουργία του.

Δεύτερη διευκρίνηση: Στη δική μου απάντηση το υποκείμενο του «θέλουμε» είναι οι πανεπιστημιακοί, τα μέλη ΔΕΠ, στην πλειονότητά τους. Η επισήμανση αυτή έχει να κάνει με την πολύ απλή διαπίστωση ότι η διοικητική-οργανωτική λειτουργία του πανεπιστημίου προσδιορίζεται πρώτα και κύρια από μας. Εμείς διοικούμε το πανεπιστήμιο μέσα από τα όργανα διοίκησης είτε τα συνολικά είτα τα επιμέρους. Βεβαίως η διοίκηση και οι αποφάσεις που παίρνουμε είναι ή οφείλουν να είναι μέσα στο θεσμικό πλαίσιο που αποφασίζεται από την κεντρική εξουσία. Και εκεί, υπάρχουν ευθύνες για τα κακώς κείμενα, ευθύνες που οφείλουμε να τις διακρίνουμε και να τις κατονομάζουμε συγκεκριμένα. Να πάρουμε όμως υπόψη μας ότι έχουμε και εμείς σημαντικό ρόλο στην ίδια τη διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου είτε άμεσα μέσα από τα όργανα των πανεπιστημίων είτε έμμεσα από συναδέλφους που βρίσκονται στα κέντρα λήψης αυτών των αποφάσεων. Εμείς όμως έχουμε την κύρια ευθύνη της διαχείρισης του θεσμικού πλαισίου και μάλιστα με αυξημένη -σε σχέση με άλλους φορείς- ανεξαρτησία λόγω του αυτοδιοίκητου. Η ζωή του πανεπιστημίου καθημερινά και σε βάθος χρόνου διαμορφώνεται κυρίως από επιλογές και αποφάσεις των οργάνων διοίκησης, από συμπεριφορές και πράξεις δικές μας, συλλογικές ή ατομικές.

Χαρακτηριστικό όσο και επίκαιρο παράδειγμα το πρόβλημα της διακίνησης ναρκωτικών και των επιθέσεων κατά της ζωής ή περιουσίας μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους. Η ανάδειξη για άλλη μια φορά του ζητήματος του ασύλου. Το οξύτατο αυτό πρόβλημα δεν είναι αποκομμένο από τη γενικότερη λειτουργία του πανεπιστημίου. Είναι περισσότερο μία από τις κορυφές του παγόβουνου, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια.

Κανείς δεν διαφωνεί ότι το θεσμικό πλαίσιο έχει ασάφειες που δημιουργούν εμπόδια. Επίσης κανείς δεν φαίνεται να διαφωνεί ότι το άσυλο δεν μπορεί να καλύπτει παράνομες πράξεις και μάλιστα σαν αυτές που ανέφερα. Αλλά είναι επίσης σαφές ότι εμείς δεν είχαμε ποτέ καθαρό λόγο προς την κοινωνία και την πολιτική εξουσία. Να πούμε δηλαδή με τον πιο καθαρό και επίσημο τρόπο ότι το άσυλο δεν καλύπτει εγκληματικές πράξεις, πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου και ιδιαίτερα όσες στρέφονται κατά της ζωής και περιουσίας των πολιτών. Να δηλώσουμε καθαρά ότι θέλουμε ο νόμος να ισχύει και να λειτουργεί μέσα στο πανεπιστήμιο όπως και σε οποιονδήποτε άλλο κοινωνικό χώρο. Και πως αυτό σημαίνει ότι τα εντεταλμένα όργανα για την τήρηση του νόμου (αστυνομία και δικαστική εξουσία) θέλουμε και ζητάμε να λειτουργούν μέσα στο πανεπιστήμιο όπως επιβάλλεται να λειτουργούν σε κάθε γωνιά της ελληνικής επικράτειας, άμεσα, δίχως να περιμένουν την πρόσκληση του πρύτανη. Γιατί μπορεί η όποια καθυστέρηση, η όποια γραφειοκρατία να έχει ολέθριες συνέπειες στη ζωή πολιτών. Και την άδεια αυτή τους την δίνουμε από τώρα, από τα πριν. Γιατί νόμος, κανόνας θεσπισμένος, δίχως συνέπειες από τη μη τήρησή του δεν είναι κανόνας. Κανόνας δίχως συνέπειες είναι μια άχρηστη και επικίνδυνη ρητορεία. Αυτά θα έπρεπε να τα είχαμε πει. Να είχαμε βγει όλοι, συντεταγμένα και να τα δηλώσουμε. Να είναι αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων των τμημάτων πάνω στις οποίες θα πατούσε η σύγκλητος και θα έβγαζε μιαν ανάλογη απόφαση και πάνω σ’ αυτήν θα λειτουργούσε η πρυτανική αρχή. Κι αυτό μέχρι να τροποποιηθεί ο νόμος και να ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες. Μια τέτοια στάση συνολική, από όλα τα πανεπιστήμια, από την πλειονότητα των τμημάτων και των σχολών, από την πλειονότητα δηλαδή των πανεπιστημιακών, θα ήταν δυνατόν να αγνοηθεί από την πολιτική ηγεσία, από τους δικαστικούς λειτουργούς, από την αστυνομία, από τις τοπικές κοινωνίες; Και είμαι σίγουρος ότι αν το θέλαμε και το είχαμε κάνει, ο νόμος θα είχε ήδη αλλάξει.

Δεν το έχουμε κάνει. Χρόνια τώρα. Παρά μόνο κάθε φορά που ζούμε ένα τέτοιο συμβάν δείχνουμε με το δάκτυλο την ασάφεια του νόμου και την αδράνεια της πολιτικής ηγεσίας. Και βεβαίως αυτή έχει τις πολύ σοβαρές ευθύνες της. Αλλά την ίδια στιγμή εμείς κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλο που υψώνουμε. Και δηλώνουμε ότι δεν έχουμε ευθύνη. Πλάνη. Έχουμε και πολλή μεγάλη. Αλλά αποφεύγουμε να την αναγνωρίσουμε. Γιατί δεν θέλουμε ή δεν αντέχουμε να πάρουμε την ευθύνη. Γιατί φοβόμαστε να συγκρουστούμε με κατεστημένες νοοτροπίες, φοβόμαστε ότι θα μας κατηγορήσουν ότι είμαστε αντιδραστικοί, δεξιοί, ότι απαρνιόμαστε κατακτήσεις του δημοκρατικού κινήματος και μάλιστα μιας τόσο δημοφιλούς κατάκτησης όπως το άσυλο.

Υπάρχει πρόβλημα με την ελευθερία του λόγου σήμερα στα πανεπιστήμια; Βεβαίως και υπάρχει. Αλλά όχι αυτό που καλείται να προστατέψει το άσυλο. Δεν κινδυνεύουμε από χαφιέδες ή ασφαλίτες που εργάζονται για λογαριασμό της κεντρικής εξουσίας. Αυτό ήταν μια πραγματικότητα που τερματίστηκε πριν μισό αιώνα. Είναι αστείο και να το αναφέρει κανείς σήμερα. Σήμερα ο κίνδυνος είναι εντός των τειχών. Η εναντίωση ενός χαμηλόβαθμου συναδέλφου απέναντι σε έναν υψηλόβαθμο μπορεί να του κοστίσει στην εξέλιξή του. Όλοι μας ζούμε καταστάσεις περιστολής ή περιορισμού της ελευθερίας του λόγου μέσα σε γενικές συνελεύσεις των τμημάτων προς χάριν συντεχνιακών συμφερόντων. Το γνωστό «τα εν οίκω, μη εν δήμω». Πόσο καλλιεργούμε την ελευθερία της έκφρασης στους φοιτητές μέσα από τα μαθήματά μας; Πόσο αντέχουμε και ανεχόμαστε την άλλη – αντίθετη άποψη από αυτούς και την κριτική τους απέναντί μας; Γιατί λοιπόν μας παραξενεύει όταν φοιτητές – μέλη συνήθως κομματικών παρατάξεων με τον αέρα του ισχυρού (λόγω κομματικής πλάτης) φέρονται σε άλλους και σε μας με πράξεις ή λόγια βίας; Είναι γνωστό ότι στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο σπάνια συναντούμε την θετική αποδοχή των διαφωνιών ακόμα και σε επιστημονικά ζητήματα. Αποστρεφόμαστε δηλαδή ό,τι πιο φυσικό και φυσιολογικό, ό,τι πιο δημιουργικό και ελεύθερο.

Από αυτούς τους κινδύνους περιορισμού της ελευθερίας του λόγου, κανένας νόμος για το άσυλο δεν μας προστατεύει. Η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης κινδυνεύει από μια εγωκεντρική συμπεριφορά, από την αίσθηση του μη ελέγχου, μιας και είμαστε αυτοδιοίκητοι, από την αίσθηση μιας ισχύος που μας δίνει η θέση μας, από τον μη σεβασμό του άλλου, του συναδέλφου, του φοιτητή, του εργαζόμενου. Διδάσκουμε με την πράξη μας την αυθαιρεσία της εξουσίας ή στον αντίποδα της, την θρασυδειλία. Ποιος ασχολήθηκε ποτέ σοβαρά με αυτά τα προβλήματα; Τυπικά υπάρχουν διαδικασίες που διασφαλίζουν όποιον θίγεται. Αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι σπάνια κάποιος καταφεύγει σ’ αυτές από τον φόβο των μελλοντικών αντεκδικήσεων. Άλλωστε τις περισσότερες φορές ο συναδελφικός περίγυρος προσπαθεί να συγκαλύψει αυτές τις συμπεριφορές και σε περίπτωση καταγγελίας να υποστηρίξει τον «θιγόμενο» θύτη.

Δύο ακόμα παραδείγματα.

Να θυμηθούμε τι έγινε με τον νόμο Διαμαντοπούλου. Δεν θα ανοίξω την συζήτηση για τον ίδιο τον νόμο. Δεν έχει νόημα αυτή τη στιγμή. Θέλω να σταθώ σε δύο διαπιστώσεις. Ο νόμος ακυρώθηκε στην πράξη από μας πριν ξηλωθεί βήμα – βήμα από τους διαδόχους της κ. Διαμαντοπούλου στο υπουργείο παιδείας, τρεις μάλιστα εκ των οποίων ανήκουν στη συντεχνία μας. Η δεύτερη διαπίστωση είναι ότι ο νόμος απορρίφθηκε δίχως να υπάρχει αντιπρόταση. Η απόρριψη του νέου πλαισίου είχε στόχο τη διατήρηση των πραγμάτων ως είχαν. Δεν θέλαμε –όπως και δεν θέλουμε- να αλλάξει τίποτε.

Το επόμενο παράδειγμα αφορά στην εξωτερική αξιολόγηση των πανεπιστημιακών τμημάτων. Θα θυμάστε, όσοι είστε συνάδελφοι, ότι στην αρχή, οι συνελεύσεις των τμημάτων απέρριπταν μαζικά την εξωτερική αξιολόγηση με επιχειρήματα παρόμοια αυτών που είχαν ήδη διατυπωθεί σε άλλους χώρους δημοσίων υπαλλήλων. Κοινός παρονομαστής ήταν η εναντίωση στον έλεγχο της εξουσίας και ο κίνδυνος ακόμα μεγαλύτερης περιστολής της ελευθερίας των ελεγχόμενων υπαλλήλων. Μόνο που αυτή η «επανάσταση» αποδείχτηκε πολύ γρήγορα «κούφια». Μόλις μας κοινοποιήθηκε ότι η συμμετοχή στα όποια προγράμματα, ευρωπαϊκά ή άλλα, προϋπόθετε την αποδοχή της εξωτερικής αξιολόγησης, αμέσως υποστείλαμε την επαναστατική σημαία και αποδεχτήκαμε την αξιολόγηση.

Τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν είναι ενδεικτικά μιας κατάστασης που επικρατεί στη λειτουργία του πανεπιστημίου. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν έχουμε μια εικόνα των προβλημάτων, καταγεγραμμένη με ειλικρίνεια, πληρότητα, αξιοπιστία, δίχως στρογγυλέματα και ωραιοποιήσεις. Γι’ αυτό και η συναγωγή ολοκληρωμένων συμπερασμάτων είναι δύσκολη. Η συνόψιση κατά συνέπεια που θα επιχειρήσω θα αφήσει απ’ έξω πολλά και σημαντικά ζητήματα. Αυτά όμως που θα περιέχει θεωρώ ότι είναι υπαρκτά και σοβαρά.

Φόβος ανάληψης ευθύνης, μετάθεση ευθυνών, αυθαιρεσία ή κατάχρηση στην άσκηση της όποιας εξουσίας, μη σεβασμός του άλλου, συντεχνιακή νοοτροπία, διεκδίκηση δικαιωμάτων δίχως αντίστοιχη δέσμευση σε υποχρεώσεις, βόλεμα, να μην αλλάξει τίποτα (εκτός από αυτά που μας συμφέρουν), είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που έχουν ριζώσει στη λειτουργία μας, που εντάσσονται στην παθογένεια της συμπεριφοράς μας.

Μέσα από όλα όσα ζούμε και φάνηκαν στα παραδείγματα, αναδεικνύεται ένα σοβαρό έλλειμμα στην έννοια της ελευθερίας. Η ελευθερία νοείται ακόμα ως διεκδίκηση δικαιωμάτων για τον εαυτό μας ή την ομάδα στην οποία ανήκουμε. Η αντίληψη αυτή ριζώνει σε μια γενικότερη νοοτροπία της ελληνικής κοινωνίας και ενισχύθηκε σε προγενέστερες περιόδους, όπου όντως το κύριο πρόβλημα ήταν η απειλή των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων από την κρατική εξουσία. Αυτός ο κύκλος έκλεισε με τη μεταπολίτευση, εδώ και 40 περίπου χρόνια

Σήμερα δεν τίθεται έτσι το θέμα της ελευθερίας. Δίχως να έχουν εκλείψει οι κίνδυνοι περιορισμού των ελευθεριών από την κρατική εξουσία, το κύριο ερώτημα έχει μετατεθεί στη λειτουργία των θεσμών και της κοινωνίας. Η νοοτροπία της περιχαράκωσης του καθενός μέσα σε μια ομάδα, η υπεράσπιση των συμφερόντων μας μέσα στο πλαίσιο μιας ομάδας απέναντι σε άλλες, είναι το κύριο γνώρισμα της κοινωνίας. Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι η πρόσληψη της ελευθερίας ως διεκδίκησης δικαιωμάτων, δεν περιέχει μέσα της την ευθύνη για αντίστοιχη ανάληψη υποχρεώσεων και ευθυνών έναντι των άλλων. Διεκδικούμε αυτό που θεωρούμε ότι δικαιούμαστε ως ομάδα και μας το στερούν ή απειλείται να στερηθεί. Καμία ευθύνη, καμία υποχρέωση. Αυτό όμως δεν χτίζει μια ενιαία κοινωνία αλλά ένα συνονθύλευμα ομάδων που συνυπάρχουν μέσα από τον ανταγωνισμό τους.

Το θέμα έχει πολλές πτυχές και προφανώς δεν μπορεί να εξαντληθεί με μια επισήμανση. Ωστόσο θεωρώ ότι είναι σημαντικό να τεθεί. Η αντίδραση στους θεσμοθετημένους μηχανισμούς ελέγχου, η συντεχνιακή νοοτροπία και συμπεριφορά, η διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν και μας βολεύουν κρύβουν μια νοοτροπία που διατηρεί στον πυρήνα της την παρωχημένη αντίληψη της ελευθερίας ως διεκδίκησης δικαιωμάτων. Μιας ελευθερίας που δεν περιέχει τη σχέση με τον άλλο. Τον άλλο ως πρόσωπο, ως άλλη κοινωνική ομάδα, ως κοινωνία συνολικά. Δεν περιέχει την ευθύνη για την ελευθερία και τον σεβασμό του άλλου ταυτόχρονα με την προστασία της ελευθερίας και του σεβασμού του εαυτού μας. Κι όταν η πραγματικότητα μας βάζει απέναντι στην αντίφαση του εγώ και του άλλου, του εγώ και του εμείς, έχουμε σημαντικές δυσκολίες να την απαντήσουμε. Δεν έχουμε μάθει, δεν έχουμε αποκτήσει δεξιότητες διαχείρισης αυτής της αντίφασης. Να μπορούμε να ισορροπήσουμε ανάμεσα στην ικανοποίηση του εαυτού (των επιθυμιών, των προσδοκιών, των αναγκών) και στην αρμονική συνύπαρξη με τον άλλο (τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες), τον διαφορετικό άλλο που δεν ανήκει στην ομάδα μας, τον άλλο ως κοινωνία συνολική.

Αυτή η μερική αντίληψη του εαυτού ως μέλους μιας επιμέρους ομάδας και όχι ως μέλους μιας ενιαίας κοινωνίας θα μπορούσε να εντοπιστεί πίσω από όλες αυτές τις συμπεριφορές που αναφέρθηκαν. Δεν αποτελεί ιδιαίτερο γνώρισμα της πανεπιστημιακής κοινότητας. Αλλά σε μας εκδηλώνεται με μεγαλύτερη ένταση, καθώς μέσα από το αυτοδιοίκητο, διαμορφώνεται ένα ευνοϊκό πεδίο για την έκφρασή του και την καταγραφή του ως αυθαιρεσία στην άσκηση της δικής μας εξουσίας ή ως κατάχρηση εξουσίας.

Η υπέρβαση αυτής της μερικότητας στην κοινωνική μας συγκρότηση και λειτουργία, είναι  το αναγκαίο βήμα για την απάντηση στις παθογένειες της πανεπιστημιακής ζωής. Μας λείπουν όμως δύο βασικά στοιχεία.

Το ένα είναι η αναγνώριση του προβλήματος ως πρώτο αναγκαίο βήμα για να αναλάβουμε την ευθύνη της επίλυσής του.

Το δεύτερο είναι η ικανότητα να διαχειριστούμε την αντίθεση – αντίφαση ανάμεσα στο «εγώ» (το κοινωνικό εγώ με τις προσδοκίες, επιθυμίες ανάγκες που αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας ή στην ομάδα μας) και στο «εμείς» (το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας, το σύνολο της κοινωνίας).

Το στοίχημα είναι δύσκολο και θα μας πάρει πολύ χρόνο να το κερδίσουμε, αν καταφέρουμε ποτέ να το κερδίσουμε.

*Ομιλία του Γιώργου Μπάρμπα στην εκδήλωση του Συλλόγου Αποφοίτων ΑΠΘ στις 19 Νοεμβρίου στον “Αλέξανδρο” με θέμα: ποιό πανεπιστήμιο θέλουμε.

Category: Πολιτισμός, Προτεινόμενα άρθρα

Leave a Reply

Το σχόλιο της ημέρας

    16/12/18 | (0 σχόλια)
     ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ Υ​​πάρχουν θετικές και αρνητικές εκτιμήσεις (πιθανολογήσεις και προγνωστικά) για την εξέλιξη της εξέγερσης των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία. Εχει την ιδιαιτερότητα να είναι μια εξέγερση χωρίς ιδεολογία (χωρίς κίνητρα ή προσχήματα θεωρητικών πεποιθήσεων ή «οραμάτων»). Την κινεί μόνο ...

Ροή ειδήσεων




Καιρός


Το σκίτσο της ημέρας