Δύο νέα βιβλία απο τις εκδόσεις “Ροπή”. “Μάριτς Μίλεβα: στη σκιά του Αινστάιν” και “Άγνοια”.

28/3/18 | 0 σχόλια | 0 απαντήσεις | 570 εμφανίσεις

 Μάριτς Μιλέβα: Στήν σκιά του Αϊνσταϊν.

Μετάφραση :  Μαριάννα Τσάτσου

ISBN: 978-618-5289-14-0

Σελίδες: 352

€ 15 Τιμή με Φ.Π.Α 15,9

Μυθιστόρημα.

Περιγραφή:

Ποια είναι τα μυστικά που βρίσκονται καλά κρυμμένα πίσω από τη φήμη του Άλμπερτ Αϊνσταιν;

Το 1896 η χαρισματική Μιλέβα, ή αλλιώς «Μίτσα» Μάριτς ήταν η μόνη γυναίκα που σπούδαζε Φυσική στο Πολυτεχνείο τας Ζυρίχης. Πιο οικεία συντροφιά έμοιαζαν για εκείνη τα μαθηµατικά παρά κάποιος σύζυγος, μέχρι τουλάχιστον τη στιγμή που ερωτεύτηκε τον συμφοιτητή της Άλμπερτ Αϊνστάιν. Της υποσχέθηκε μια ζωή γεμάτη έρωτα και επιστημονικές επιτυχίες. μια ζωή που θα μοιράζονταν ως ίσοι. Όσο όμως η φήμη του πανέξυπνου Άλμπερτ μεγάλωνε, τόσο περιοριζόταν ο ρόλος της Μιλέβα – δεν χωρούσαν δύο διάνοιες σ’ αυτόν τον γάμο.

Πρόκειται για την άγνωστη ιστορία τις πρώτης συζύγου του Αϊνσταιν, μιας ευφυούς επιστήμονος. για την οποία έχουν ανακύψει εύλογοι προβληματισμοί στην επιστηµονική κοινότητα ως προς την ενδεχόμενη συµβολή της στην ειδική Θεωρία της Σχετικότητας.

Το βιβλίο Μιλέβα Μάριτς: Στη σκιά του Αϊνστάϊν επιχειρεί να φωτίσει τις άγνωστες πτυχές της ζωής αυτής της γυναίκας, που εγκατέλειψε τα όνειρά της για χάρη του διάσηµου συζύγου της.

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ – Σύντομο Βιογραφικό:

Η Marie Benedict είναι δικηγόρος με εμπειρία πάνω από δέκα χρόνια σε δύο από τις κορυφαίες δικηγορικές εταιρείες της χώρας. Είναι πτυχιούχος του Boston College με πτυχίο Ιστορίας και Ιστορίας της Τέχνης, και πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Βοστώνης. Ενώ εργαζόταν ως δικηγόρος, η Benedikt ονειρευόταν μια δουλειά που θα ξεχώριζε τις κρυμμένες ιστορικές ιστορίες των γυναικών και τελικά την βρήκε όταν προσπάθησε να γράψει η ίδια. Ξεκίνησε μια σειρά ιστορικών μυθιστορημάτων με το “Ο άλλος Αϊνσταιν”, το οποίο αναφέρει την ιστορία της πρώτης συζύγου του Άλμπερτ Αϊνστάιν, η οποία ήταν φυσικός και του ρόλου που έπαιξε στις θεωρίες του.

Απόσπασμα από το βιβλίο

4 Αυγούστου 1948

Huttenstrasse 62

Ζυρίχη

Τ ο τέλος πλησιάζει. Το νιώθω να με περικυκλώνει σαν μια σκοτεινή, πλάνα σκιά που θα καλύψει και το ελάχιστο εναπομείναν φως. Τα τελευταία αυτά λεπτά το παρελθόν στοιχειώνει το μυαλό μου.

Γιατί έχασα τελικά τον δρόμο μου; Γιατί έχασα τη Λίζερλ;

Το σκοτάδι γίνεται όλο και πιο βαθύ. Στον λίγο χρόνο που έχω πια κάνω ανασκαφές στο παρελθόν, σαν σχολαστική αρχαιολόγος, ψάχνοντας γι’ απαντήσεις. Ελπίζω ν’ ανακαλύψω κάτι που αναρωτιέμαι εδώ και πολύ καιρό· αν ο χρόνος είναι πράγματι σχετικός.

Μιλέβα «Μίτσα» Μάριτς-Αϊνστάιν

«Νομίζω ότι θα δώσω σ’ αυτόν τον καινούργιο τον Βέμπερ την εργασία μας», είπε αφηρημένα. Είχα συνηθίσει τις ξαφνικές αλλαγές στα θέματα συζήτησης, πηδώντας απ’ την αγάπη μας στη δουλειά. Κατά σατανική ειρωνεία, ο ανώτερός του στο σχολείο του Βίντερτουρ λεγόταν και εκείνος Βέμπερ.

«Ποια ακριβώς;» ρώτησα χωμένη στην αγκαλιά του. Είχαμε συντάξει τόσες εργασίες και επεξεργαστεί τόσες θεωρίες τα τελευταία χρόνια· άσε που δεν με απασχολούσαν και πολύ οι εργασίες εκείνη τη στιγμή.

«Αυτή για τη μοριακή έλξη των ατόμων», αποκρίθηκε. Ο απόμακρος ήχος της φωνής του και ο χαλαρός τρόπος με τον οποίο μ’αγκάλιαζε πλέον μου έδειχναν ότι ο νους του ταξίδευε μακριά.

«Για τα συμπεράσματα από τα τριχοειδή φαινόμενα;» είπα και ανακάθισα. Σ’ αυτήν τη μελέτη διατυπώναμε τη θεωρία ότι κάθε άτομο σχετίζεται με ένα μοριακό ελκτικό πεδίο, ανεξαρτήτως της

θερμοκρασίας και του τρόπου με τον οποίο συνδέεται χημικά το άτομο με τα υπόλοιπα άτομα. Είχαμε αφήσει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο, και με ποιον τρόπο, σχετίζονται τα πεδία με τις βαρυτικές δυνάμεις.

«Ναι, αυτή».

Είχαμε φτάσει στην τελική εκδοχή της μελέτης μας τον περασμένο μήνα με σκοπό να την υποβάλουμε προς δημοσίευση σε κάποιο αξιόλογο περιοδικό φυσικής. Οι δημοσιεύσεις θα αύξαναν τις πιθανότητες να βρούμε δουλειά.

«Δεν θα ρωτήσει ποια είναι η άλλη συντάκτης της εργασίας; Ποια είναι η δεσποινίς Μάριτς;»

Έμεινε βουβός για λίγο.

«Θα σε πείραζε ν’ αναγράφαμε μόνο το δικό μου όνομα; Ελπίζω ότι αν τη διαβάσει και εντυπωσιαστεί τόσο όσο πιστεύω, θα μου προσφέρει μόνιμη θέση».

Δεν απάντησα. Η σκέψη να χαθεί η συγγραφική μου ιδιότητα απ’τη μελέτη μ’ ενοχλούσε· είχαμε εργαστεί σκληρά ως ισότιμοι συνεργάτες. Αν όμως επρόκειτο να τη δείξει στον καινούργιο Καθηγητή Βέμπερ για να τον εντυπωσιάσει, και ύστερα τη στέλναμε σε επιστημονικά περιοδικά και με τα δύο ονόματα, τότε ίσως να συμφωνούσα. Ήμουν διατεθειμένη να κάνω οτιδήποτε χρειαζόταν για να εξασφαλίσει ο Άλμπερτ μόνιμη εργασία.

«Υποθέτω ότι αν του την έδινες μόνο για να τη διαβάσει…» είπα χαμηλώνοντας βαθμιαία τη φωνή μου. Δεν πίστευα ότι χρειαζόταν να επιμείνω ν’ αναφέρονται και τα δύο ονόματα, όταν τελικά

θα τη δημοσιεύαμε. Ο Άλμπερτ φρόντιζε πάντοτε για το συμφέρον μου.

«Φυσικά, κοριτσάκι μου», είπε. «Φαντάσου πόσο γρήγορα θα μπορούσαμε να παντρευτούμε αν εξασφάλιζα μια θέση ως καθηγητής»…

 

ΑΓΝΟΙΑ

Τίτλος: Άγνοια: Πώς οδηγεί την επιστήμη.

Μετάφραση : Σταυρούλα Βεργοπούλου

ISBN : 978-618-5289-19-5

Σελίδες: 272

€ 13 Τιμή με Φ.Π.Α 13.78

Περιγραφή:

Η γνώση είναι σπουδαία υπόθεση, ισχυρίζεται σε αυτό το βιβλίο ο Stuart Firestein, αλλά η άγνοια είναι σπουδαιότερη. Γιατί η άγνοια –και όχι η γνώση– αποτελεί την πραγματική κινητήριο δύναμη της επιστήμης.

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε στρεβλή εικόνα για την επιστήμη, θεωρώντας πως αποτελεί μια διαδικασία που χαρακτηρίζεται από βεβαιότητα – ένα σύνολο προσεκτικών βημάτων τα οποία θα μας δώσουν σίγουρα απαντήσεις για τη λειτουργία του κόσμου μας.

Στην πραγματικότητα, η επιστήμη ως διαδικασία είναι σαν να ψάχνεις σε ένα σκοτεινό δωμάτιο μία μαύρη γάτα, πολλές φορές χωρίς καν να γνωρίζεις αν όντως υπάρχει γάτα στο δωμάτιο. Η αναζήτηση επιστημονικών απαντήσεων συχνά μοιάζει με τη ρίψη ενός βέλους στα τυφλά, εφόσον δεν μπορείς να είσαι εκ των προτέρων σίγουρος για το αποτέλεσμα.

Αλλά αυτή ακριβώς η «έλλειψη γνώσης», αυτός ο αινιγματικός χαρακτήρας της επιστήμης, κάνει τους ερευνητές να παθιάζονται με την έρευνά τους, περνώντας ατέλειωτες ώρες στο εργαστήριό τους. Ο Firestein δείχνει πώς οι επιστήμονες στηρίζονται στην άγνοια προκειμένου να προγραμματίσουν την έρευνά τους, να επιλέξουν τα επόμενα βήματα και την κατεύθυνση στην οποία θα επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους. Συζητά για το πώς η άγνοια, συνειδητά ή υποσυνείδητα, οδηγεί στην απάντηση καθημερινών ερωτημάτων για τον κόσμο μας.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με τέσσερα παραδείγματα από τη γνωστική ψυχολογία, τη θεωρητική φυσική, την αστρονομία, και τις  νευροεπιστήμες – προσφέροντας σαφέστερη εικόνα για τον ρόλο της άγνοιας, για τη μάχη η οποία καθημερινά συντελείται στα εργαστήρια αλλά και στο μυαλό των επιστημόνων καθώς αναζητούν επίμονα απαντήσεις. Η άγνοια ανοίγει ένα νέο παράθυρο που μας βοηθά να αντιληφθούμε την αληθινή φύση της έρευνας. Ένα βιβλίο για όσους θέλουν να κατανοήσουν πώς λειτουργεί η επιστήμη.

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ – Σύντομο Βιογραφικό:

Ο Stuart Firestein είναι Καθηγητής και Πρόεδρος του Τμήματος Βιολογικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης. Μεταξύ των μαθημάτων που διδάσκει είναι και αυτό για την “Άγνοια”, στο πλαίσιο του οποίου προσκαλεί ερευνητές από διαφορετικά πεδία να παρουσιάσουν στους φοιτητές όσα δεν γνωρίζουν και προσπαθούν να μάθουν μέσω της έρευνάς τους. Ο Firestein αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς εκλαϊκευτές της επιστήμης. Είναι σύμβουλος του ιδρύματος Alfred P. Sloan για την επικοινωνία της επιστήμης ενώ το 2011 του απονεμήθηκε το Βραβείο Lenfest του Πανεπιστημίου Columbia ως αναγνώριση του διδακτικού του έργου.

Ιστορικά Άγνοιας

1. ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ;

Υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο από το να γνωρίζουμε τι συμβαίνει στο μυαλό κάποιου άλλου; Τι σκέφτεται, τι αισθάνεται, τι αντιλαμβάνεται; Ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι το κόκκινο χρώμα είναι ίδιος με τον τρόπο που το αντιλαμβάνεται κι αυτός; Πώς θα ήταν, αν ήμουν εκείνος; Άραγε υπάρχει κάτι για το οποίο να είμαστε ακόμα πιο αβέβαιοι; Ναι. Το τι συμβαίνει στο μυαλό άλλων ζώων. Ακριβώς εκεί, λοιπόν, αναζητά η Ντιάνα Ράις την άγνοια. Η γνωστική ψυχολόγος Δρ. Ντιάνα Ράις αναρωτιέται αν άλλα νοήμονα ζώα έχουν ανώτερες νοητικές ικανότητες, παρόμοιες με τις δικές μας.

Η Δρ. Αϊρίν Πέπερμπεργκ του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Μασαχουσέτης θέτει το ίδιο ερώτημα για τα ζώα με πολύ μικρότερους εγκεφάλους – συγκεκριμένα, για τον εγκέφαλο των πουλιών. Το βαθύτερο ερώτημα και των δύο είναι εάν υφίσταται μία ομαλή εξέλιξη της νοητικής λειτουργίας στην αλυσίδα των ειδών ή, λόγω μιας μυστηριώδους ασυνέχειας, η νοητική λειτουργία εμφανίζεται μόνο στον άνθρωπο.

Μπορούμε να κατανοήσουμε τον νου των ζώων; Έχουν τα ζώα νου, για να τον κατανοήσουμε; Εδώ και πολλά χρόνια, στην πραγματικότητα εδώ και πολλούς αιώνες, επικρατούσε η δογματική θέση πως τα ζώα και οι άνθρωποι διαφέρουν θεμελιωδώς, όσον αφορά τη γνωστική λειτουργία, τον νου.

Μπορεί η καρδιά, το συκώτι, τα νεφρά και άλλα όργανά μας να έχουν ταυτοποιηθεί ως παρόμοια, αν όχι πανομοιότυπα. Μπορεί η φυσιολογία και η βιοχημεία μας να είναι θεμελιωδώς ίδιες. Μπορεί οι αναπαραγωγικές και διατροφικές μας ανάγκες να είναι σχεδόν ολόιδιες. Όσον αφορά, όμως, τον νου, υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Από ιστορική σκοπιά, αυτή η διαφορά ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την έννοια της ψυχής, κάτι που εμείς οι άνθρωποι αναμφίβολα διαθέτουμε, ενώ τα άλλα ζώα πιθανότατα δεν έχουν (ή μάλλον ελπίζουμε να μην έχουν).

Για πολλούς, αυτό το ζήτημα παραμένει καίριας σημασίας. Για τους επιστήμονες, έχει πλέον ξεπεραστεί.

Στο πλαίσιο της εκστρατείας για την απόδειξη του «Νόμου ότι δεν είμαστε και τίποτα ιδιαίτερο», φαίνεται πως εκτός του ότι δεν αποτελούμε το κέντρο κανενός κοσμολογικού συστήματος (π.χ. στο κέντρο του ηλιακού συστήματος, του γαλαξία, του σύμπαντος, του πολυσύμπαντος…), δεν είμαστε και τόσο ξεχωριστοί ούτε σε σχέση με τα υπόλοιπα έμβια όντα που ζουν στον μικρό, απομονωμένο, γήινο πλανήτη μας.

Οι εγκέφαλοί μας, παρόλο που είναι μεγαλύτεροι από τους περισσότερους (αλλά όχι όλους τους) εγκεφάλους άλλων όντων και πιο περίπλοκοι (εκτός κι αν δεν έχουμε εξετάσει τόσο προσεκτικά άλλους περίπλοκους εγκεφάλους), έχουν θεμελιωδώς περισσότερες ομοιότητες με τους εγκεφάλους των υπόλοιπων θηλαστικών, παρά διαφορές.

Το πρόβλημα ξεκινάει όταν συζητάμε για την έννοια της συνείδησης – ή για το πού εντοπίζεται η ικανότητα της ενσυναίσθησης.

Τον 4ο αιώνα π.Χ., ο Αριστοτέλης προβληματιζόταν για όλες τις παραπάνω διαφορές, καταλήγοντας σε αυτό που ονόμασε Ιεραρχική Κλίμακα των Έμβιων Όντων ή αλλιώς Scala de Naturalia, σύμφωνα με τη λατινική απόδοση.

Βάσει αυτού του συστήματος, τα φυτά διαθέτουν μόνο τη θρεπτική ψυχή, για την αναπαραγωγή και την ανάπτυξη, τα ζώα (με εξαίρεση τον άνθρωπο) διαθέτουν επιπλέον την αισθητική ψυχή, η οποία αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσω των αισθήσεων, ενώ οι άνθρωποι διαθέτουν, εκτός από αυτές τις δύο, και τη διανοητική ψυχή, που τους παρέχει τη δυνατότητα της σκέψης και του αναστοχασμού.

Είτε ονομαστεί ψυχή είτε συνείδηση, δεν πιστεύουμε πλέον πως βρίσκεται στο στήθος ή στην καρδιά ή ακόμα και στην επίφυση (όπως πρότεινε ο Καρτέσιος), αλλά καταλήξαμε πως βρίσκεται στον εγκέφαλο. Είναι το «ιδιαίτερο καρύκευμα» που προσδίδει στον εγκέφαλο συνείδηση, καθιστώντας τον κάτι παραπάνω από μια καλή υπολογιστική μηχανή, που κάνει τον οργανισμό να λειτουργεί με προβλέψιμο, αν και μαγικό τρόπο.

Αν τα ζώα έχουν εγκέφαλο σαν τον δικό μας, έχουν και ψυχή; Ακόμα κι αν ο εγκέφαλός τους είναι μόνο κατά το ήμισυ τόσο εξελιγμένος όσο ο δικός μας, δεν θα διαθέτει και το αντίστοιχο ποσοστό ψυχής; Έχουν τα ζώα αισθήματα; Μπορούν να πληγωθούν και με άλλον τρόπο, εκτός από τον σωματικό; Νιώθουν πραγματικά τον πόνο (ή απλώς τον υφίστανται); Ο τρόπος που σκέφτεστε πάνω σε αυτά τα ερωτήματα θα επηρεάσει την ηθική σας οπτική για τον κόσμο σε όλα τα επίπεδα, από τον εμβολιασμό, την κατανάλωση κρέατος, τη διακοπή της κύησης και την ανησυχία για το κλίμα, μέχρι τον τρόπο που σκέφτεστε τον θάνατο. Αν και δεν καίγονται πλέον άνθρωποι στην πυρά, διακυβεύονται πολλά όταν εγείρονται τέτοια ερωτήματα.

Category: Βιβλιοκρισιες

Leave a Reply

Το σχόλιο της ημέρας

Ροή ειδήσεων




Καιρός