ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ

12/1/18 | 0 σχόλια | 0 απαντήσεις | 663 εμφανίσεις

Της ΕΛΕΝΗΣ ΣΤΟΥΜΠΟΥ-ΚΑΤΣΑΜΟΥΡΗ Αρχαιολόγου-σκηνοθέτριας στην Αρχαιολογική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού

Από ένα περιβάλλον που οι πληροφορίες ελέγχονταν σε διαδοχικά στάδια, ώστε να φτάνουν στον αποδέκτη διηθημένες και λιγοστές, σήμερα καταφθάνουν από παντού, από κάθε νευρική απόληξη του διαδικτύου. Η πρώτη κρισάρα θα πρέπει να ήταν ψυχολογικής φύσεως: η περιφρόνηση και η αλαζονεία. Οι επόμενες, πολιτικές και τεχνικές. Η έλευση του διαδικτύου τις σάρωσε όλες.

Από τις παλιές αναζητήσεις που έκανα για την πυρκαγιά του ’17 το 2012, κάνοντας την έρευνα για την ταινία “1917, η μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης”, οι μηχανές αναζήτησης με κράτησαν στα υπόψη και με τροφοδοτούν ενοχλώντας με να θυμηθώ. Γράμματα ξένων στατιωτών που περιγράφουν την πυρκαγιά στους δικούς τους, φωτογραφίες από τα ξεχασμένα κουτιά των προπαππούδων, άρθρα εφημερίδων που νομίζαμε χαμένες. Μετά από τόσες εκδηλώσεις και εκθέσεις για την πυρκαγιά – μερικές κατόπιν εορτής – θα ήθελα να συνεισφέρω δύο ακόμα πηγές. Έχουν τη σημασία τους γιατί μιλούν για τη διάδοχη κατάσταση, τη ζωή της προσφυγιάς. Κι έχουν πολλά κοινά με τη σημερινή ζωή μας: τα κλειστά μάτια απέναντι στο κακό του άλλου, την ανατροπή των κανόνων της ζωής σε περιβάλλον κρίσης και την καλή τύχη όσων έχουν υγιείς ανθρώπινους δεσμούς, που τους κρατούν για να μην πέσουν.

Θ’ αρχίσω με μια φωτογραφία, αδιάφορη ιστορικά. Δεν διακρίνεται ούτε κτίριο, ούτε φυσικό τοπίο που να μπορεί να ταυτιστεί. Ένας νεαρός άστεγος κοιμάται πάνω σ’ ένα τιποτένιο στρώμα από τσουβάλι πλάι σ’ ένα αδιευκρίνιστο χαμηλό τοίχο. Προστασία από τον αέρα από τη μιά μεριά. Τσουβάλι έχει και προσκέφαλο. Είναι ξυπόλυτος, τραυματισμένος στο πόδι, φοράει ρούχα φανερά πιο μικρά από το μπόι του κι έχει ζωστήρα από σκοινί. Το γεύμα του ήταν προφανώς η πεταμένη κονσέρβα που ξέπλυνε με νερό.

Παραθέτω μαζί απόσπασμα από σημείωμα που δημοσιεύτηκε στο τριμηνιαίο γαλλόφωνο περιοδικό “La Lette Sepharade” με τίτλο, «Έγγραφα που λάβαμε: πάντα η πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης». Ο διάσημος τραπεζίτης Gilbert de Botton στέλνει στο περιοδικό ένα κείμενο ενός προγόνου του εβραίου θεσσαλονικιού, που γράφηκε στα ισπανοεβραϊκά το 1919, με αφορμή τη δεύτερη επέτειο από την πυρκαγιά. Δημοσιεύτηκε πρώτα στην εφημερίδα “La Boz del Puevlo”. Aρχίζει μ’ ένα μακροσκελές ποίημα που συνοψίζει την πραγματικότητα δύο χρόνια μετά την συμφορά με τίτλο «Η απελπισία του εβραϊκού λαού της Θεσσαλονίκης», όπου δείχνει την απελπισία των πυρόπληκτων που ζούσαν ακόμα σε σκηνές και δεν είχε βρεθεί γι’ αυτούς κατάλυμα, με ελάχιστη βοήθεια, όπως σημειώνει, και παρά μόνο από το γαλλικό και το βρετανικό στρατό[1]. Ακολουθεί η αφήγηση ώρα προς ώρα της πυρκαγιάς, αναφέροντας ότι υπήρχαν ορισμένα θύματα που κάηκαν μέσα στα σπίτια τους, αντίθετα με τις επίσημες αναφορές. Ακολουθούν ακόμα τα ονόματα των αφοσιωμένων ανθρώπων, μάλλον σπάνιων, που ξόδεψαν για να βοηθήσουν τα θύματα και μια περιγραφή της δυστυχίας, υλικής και πνευματικής που επέφερε αξιοθρήνητες περιπτώσεις ληστειών και παιδικής πορνείας. Και επαναλαμβάνοντας τα λόγια του αφηγητή:

“Τί έκαναν οι πλούσιοι;

Τί έκανε η κοινότητα;

Απολύτως τίποτα ή σχεδόν τίποτα».

Λιγότερο επώδυνη ήταν η πραγματικότητα για μια θεσσαλονικιά εβραιοπούλα δεκατριών χρονών, της Εστερίνας Ασσέο, γεννημένης το 1904 σε συνέντευξή της στο ίδιο περιοδικό, που η οικογένειά της ανταπεξήλθε με αξιοπρέπεια χάρη στους οικογειακούς δεσμούς[2].

Ζούσαμε ήδη στην οδό Τσιμισκή, απέναντι από τη Συναγωγή των Ιταλιωτών. Πήγαινα σχολείο στον παράλληλο δρόμο, στο δεύτερο μώλο . H οδός Τσιμισκή και η Συναγωγή των Ιταλιωτών κάηκαν όπως και τα υπόλοιπα. Όμως το σπίτι μας είχε ήδη καεί δυό φορές από τότε που γεννήθηκα! Οι πυρκαγιές ήταν συχνές στη Σαλονίκη με εκείνα τα ξύλινα σπίτια.

Εμείς, αφήσαμε λοιπόν το σπίτι μας που δεν είχε πειραχτεί ακόμα, λαμβάνοντας τα μέτρα μας. Η πυρκαγιά δεν είχε φτάσει ακόμα σ’ αυτή τη γειτονιά, ήταν πολύ μακριά.

Γι’ αυτό οι θείοι μας κατέφυγαν σε μας, γιατί είχαμε την εντύπωση ότι ήμασταν απ’ έξω.

… Η μητέρα μου μου έδωσε ένα κουτί με γούνες που δεν έπρεπε να χάσω. Ο αδερφός μου ήταν μαζί μου. Περνώντας μπροστά από τη μεγάλη βιβλιοθήκη της Αλλιάνς, έβλεπα να πετούν τα βιβλία από το παράθυρο, έμεινε στη μνήμη αυτό. Ξαφνικά αισθάνθηκα δυό χέρια να με αρπάζουν και να με πετούν σ’ ένα φορτηγό. Ο πατέρας και η μητέρα μου είχαν εξαφανιστεί, καθώς έβλεπα στον αέρα τα βιβλία που με ενδιέφεραν να πέφτουν. Ο αδελφός μου Αλμπέρ, δυό χρόνια μεγαλύτερος από μένα, και τα δέματα, ήμασταν μαζί στο φορτηγό, μαζί με άλλους ανθρώπους. Ήμουν δώδεκα-δεκατριών χρόνων…

 Έκανε πολλή ζέστη και μας μετέφεραν μακριά από την πόλη, στην εξοχή. Περάσαμε τη νύχτα καθισμένοι καταγής. Το πρωί μας έδωσαν πεπόνι. Οι πυρόπληκτοι κοντά μας, βλέποντας παιδιά μόνα μας πρότειναν να μας πάρουν μαζί τους. Όχι, όχι, όχι.

Τα δύο παιδιά πηγαίνουν στον πρόχειρο καταυλισμό στο Πεδίον του Άρεως για να ψάξουν την οικογένειά τους.

… Ένα ακατάστατο πλήθος παντού, εκλιπαρώντας για καταφύγιο. Μας πρότειναν να πάμε στη διανομή σούπας που είχε οργανωθεί εκεί κοντά. Αντί γι’αυτό ο αδερφός μου και γω, ολομόναχοι, αποφασίσαμε να διασχίσουμε την εξοχή και να πάμε από άλλη μεριά, πάντα αναζητώντας τους γονείς μας, στη μεριά του Φλόκα, όπου μια αδερφή του πατέρα μου είχε μια μεγάλη βίλα. Βρήκαμε την Ίντα, με την όμορφη οικογένειά της, αλλά όχι τους γονείς μας ούτε το μικρό αδερφό μας το Ραφαέλ. Η νύχτα πέρασε, ίσως ακόμα μία ή δύο μέρες.

Μετά είδαμε να φτάνουν οι γονείς μας και δύο από τα αδέρφια μου, πάνω σ’ ένα κάρο. Ο μικρός αδερφός Ραφαέλ, που τον μάζεψε ένα άλλο φορτηγό και τον πήγε και γω δεν ξέρω πού, μας βρήκε και κείνος, χάρη σ’ένα οικογενειακό φίλο, που τον βρήκε στο δρόμο.

Στην ερώτηση αν θυμάται τι έλεγε ο κόσμος για την πυρκαγιά αυτή, όταν πια τελείωνε, η Εστερίνα απαντά:

Έλεγαν ότι οι Γερμανοί ήταν πολύ κοντά στην πόλη, ότι είχαν ήδη καταλάβει τις Σέρρες και ότι έπρεπε να βρουν καμένη γη αν έμπαιναν στη Σαλονίκη. Είχε υπερβολικά πολύ στρατό μέσα στην πόλη με το Σαράιγ και τους Γάλλους, τους Ιταλούς, του Ινδούς, τους Σενεγαλέζους, τους Ανναμίτες. Ήμουνα μικρό κορίτσι και φοβόμουν κάπως όλο αυτό το πλήθος.

Η δημοσιογράφος αναφέρει τον υπερπληθυσμό που προκαλούσε λειψυδρία, και το ότι η πυρκαγιά άρχισε Σάββατο, που ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί το πυροσβεστικό σώμα. Ό,τι κι αν  ήταν, πολλοί παρατηρητές είναι πεπεισμένοι σήμερα, αναφέρει η δημοσιογράφος, ότι εκείνη η πυρκαγιά ωφέλησε πιθανώς το γαλλικό στρατό και ασφαλώς την ελληνική κυβέρνηση, που ήταν ευχαριστημένη που απαλλάχθηκε από μια δυσκίνητη εβραϊκή κοινότητα.

H απάντηση της Εστερίνας: Η συγκατοίκηση μεταξύ ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής δεν ήταν δύσκολη: οι γείτονές μας στην Τσιμισκή ήταν Έλληνες για παράδειγμα και βασίλευε γενικά η αρμονία.

Μετά από δυό μέρες η οικογένεια επανενώνεται και για ενάμιση χρόνο ζουν κάπως στριμωγμένα σε σπίτι που τους παραχώρησαν συγγενείς.

Με την οικογένειά μου, ζούσαμε τέσσερα άτομα μαζί, πολύ καλύτερα από άλλους ανθρώπους, που συχνά ήταν αναγκασμένοι να κοιμούνται πέντε ή έξι άτομα στο ίδιο δωμάτιο. Με στενοχωρούσε το γεγονός ότι οι γονείς μου δεν ήταν άνετα, όμως δεν ήμουν δυστυχισμένη, καθώς ζούσα με τις ξαδέρφες μου που πριν δεν τις έβλεπα σχεδόν καθόλου, και πήγαινα στο σχολείο.

Ο μεγαλύτερος αδερφός είχε μεταναστεύσει στη Νάπολη από το 1916. Ο επόμενος αδελφός ακολουθεί το 1918 και στη συνέχεια η υπόλοιπη οικογένεια. Μετά από παραμονή τεσσάρων χρόνων στη Μερσίνα, στην Τουρκία, όπου ο άνδρας της Εστερίνας διευθύνει εκκοκιστήριο, μια πυρκαγιά τους αναγκάζει να φύγουν κι από κει και καταλήγουν κοντά στους συγγενείς του άνδρα της, στο Παρίσι, όπου και η συνέντευξη, όταν η Εστερίνα κοντεύει τα 90, στις 3 Οκτωβρίου 1993.

Σπαράγματα από μια ξεχασμένη ιστορία. Δεν υπάρχουν οι αυτόπτες μάρτυρες, όμως ο αέρας του διαδικτύου φέρνει τα σκόρπια φύλλα που ακουμπούν συνεχώς στο τραπέζι. Καταυλισμοί προσφύγων. Θα ζήσουν κι αυτοί καλά. Κάποιοι, οπωσδήποτε.

[1] Toujours l`incendie de Salonique, La Lettre Sepharade en ligne/La revue par numero/Numero 10, 10 Ιουνίου 1994, σ. 3-4.

[2] Mémoire : Entretien avec Esterina Asséo, La lettre sepharade en ligne/La revue par numero/Numero 8, 1η Δεκεμβρίου 1993, σ. 8-10.

 

Category: Πολιτισμός, Προτεινόμενα άρθρα

Leave a Reply

Το σχόλιο της ημέρας

    19/7/18 | (1 σχόλια)
    Όπως θα γνωρίζετε στις 20 Ιουλίου είναι η θλιβερή επέτειος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι υπήρξε προδοσία. Θα διαβάσετε, αρκετά, αυτές τις ημέρες. Ως κύριο θέμα δημοσιεύουμε σήμερα στις "Ανιχνεύσεις" ένα κείμενο του αντιστρατήγου ε.α. ...

Ροή ειδήσεων




Καιρός


Το σκίτσο της ημέρας