«’POST-TRUTH’ ή Η Α-ΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ‘ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ’»

12/3/17 | 2 σχόλια | 0 απαντήσεις | 1,532 εμφανίσεις

 ΦΩΤΗΣ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗΣ

Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας Univ. de Paris, Συγγραφέας

8ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φιλοσοφίας «ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ»

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

6-8 Μαρτίου 2017

«Εν βυθώ γαρ η αλήθεια»

Δημόκριτος B 117 DK

Ο όρος «post truth» (μετά-αλήθεια) τον οποίο το λεξικό της Οξφόρδης πρότεινε ως λέξη του έτους 2016 χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια πολιτική όχι αναγκαστικά ως συνοδό της αλήθειας, αλλά μια πολιτική μεταξύ του ψέματος και της αλήθειας -και μάλλον υπέρ του ψέματος- και όπου τα γεγονότα, αν υπάρχουν, χρησιμοποιούνται για να υποστηριχθεί μια προσωπική άποψη αδιαφορώντας για την ανάδειξη της είδησης ως συμβάντος. Μπορεί, εξάλλου, το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η είδηση να μην έχει υπάρξει ποτέ παρότι εκφέρεται η είδηση του.

Η «Monde» είναι πιο κατηγορηματική: Η έκφραση, λέει, περιγράφει μία κατάσταση όπου η χρήση του ψέματος δεν ποινικοποιείται από μεταγενέστερες συνέπειες. Και συνεχίζει: «η ‘postverité αφορά καταρχήν εμάς τους δημοσιογράφους γιατί έχει, εκ θεμελίων, διασαλεύσει τις αξίες στις οποίες στηριζόμαστε επειδή, ακριβώς, στη βάση της δημοσιογραφικής εργασίας βρίσκονται τα γεγονότα, σε μία προσπάθεια να αναφανεί η αλήθεια».

Στην εποχή της πληροφορίας «post-verité», την οποία αποκαλεί, επίσης, «μετά-γεγονός» (post-fact), η αλήθεια δεν είναι πια θεμελιακή αξία. Τα γεγονότα δεν είναι σημαντικά. Οι πολιτικοί μπορούν πια να εκφέρουν ψευδείς ειδήσεις με πλήρη συνείδηση χωρίς καμιά έγνοια για την αλήθεια και χωρίς το κόστος της ενοχής. Παράδειγμα, η πληροφορία που εξαπέλυσε ο Trump ότι ο Obama γεννήθηκε στην Κένυα. Δεν είχε καμία απολύτως επίπτωση ως ψεύδος στην πολιτική ζωή του Trump. Το αντίθετο, συσπείρωσε κόσμο, έκανε τα media να στραφούν στο πρόσωπό του, ο ίδιος δε, δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη. Κι’ αυτό, γιατί όπως παρατηρεί η Butler, o Trump δεν ζει σ’ ένα κόσμο αποδείξεων και ως εκ τούτου είναι υπεράνω του νόμου, όπως και οι υπουργοί του: Το ψέμα της υπουργού μεταναστευτικής πολιτικής, στις 3/2, για τη σφαγή στο Κεντάκι βαφτίστηκε ένα «απλό λάθος». Σ’ αυτό, εξάλλου, βασίζεται και η δημοτικότητα τους: Η ταύτιση μαζί τους επιτρέπει στον μέσο αμερικανό, την ναρκισσική υπέρβαση της έννομης κοινωνίας.

Αυτό, λοιπόν, που διακυβεύεται σε μία κοινωνία «μετά-αλήθειας», λέει η «Monde», είναι η αξιοπιστία της πληροφορίας, πράγμα που βρίσκεται στην καρδιά της λειτουργίας της δημοκρατίας.

Αν όλα αυτά ακούγονται, ίσως, επικίνδυνα και ταυτόχρονα προφανή, ωστόσο, δεν είναι προφανές σε τι συνίσταται το δεύτερο μέρος της έκφρασης «μετά-αλήθεια», δηλαδή, η αλήθεια. Τι σημαίνει η αλήθεια των γεγονότων; Και κατά προέκταση σε τι συνίσταται η αλήθεια της ιστορίας και κατά συνέπεια η αλήθεια της ζωής μας;

Φυσικά, δεν έχω σκοπό να ανατρέξω στη διαχρονική θεώρηση της αλήθειας, δεν είναι σκοπός μου να κάνω μία ιστορική αναδρομή της αλήθειας. Ωστόσο, για να καταλάβουμε καλύτερα το μέγεθος του προβλήματος και ότι αυτό το θέμα δεν είναι τωρινό, θα μνημονεύσω αφενός τον Σέξτο τον Εμπειρικό και την άποψη του για τις διαφωνίες των Σχολών και αφετέρου την Αποφατική Θεολογία η οποία πάντα διακατεχόταν από την υπεράσπιση τής μη εξάντλησης της εκφοράς τής αλήθειας, τουτέστιν, το σημαίνον παρέμενε έρμαιο της αφήγησης. Θα έλεγα ότι όλο το παιχνίδι παίζεται στο παρμενίδειο «είναι»  το οποίο δεν μπορεί να «μην-είναι» αλλά και το «μη-είναι» ως αυτό που είναι δεν μπορεί να μην είναι «είναι». «Το σκεπτόμενο λέγειν» λέει ο Heidegger, o oποίος εννοεί τον εαυτό του συνεχιστή του Παρμενίδη επί του «είναι» «είναι η αλήθεια της τοπολογίας του ‘είναι’».

Θα μεταφερθώ, τώρα, κατευθείαν στη σύγχρονη εποχή και μάλιστα στην συνάντηση δύο εκ των πιο σύγχρονων φιλοσόφων, του R. Rorty και του P. Engel. Ο Rorty, λοιπόν, σε κείνη τη συνάντηση (Νοε 2002) λέει, ακριβώς, αυτό ότι η σκέψη και η γνώση δεν περιέχουν αναπαράσταση της πραγματικότητας. Άρα, δεν ισχύει η καρτεσιανή σχέση υποκειμένου – αντικειμένου. Η έννοια της αλήθειας ως θεωρίας της σκέψης για την αναπαράσταση της πραγματικότητας, λέει ο Rorty, στερείται νοήματος και, άρα, δεν αποτελεί αξία. Μάλιστα, κρίνει την αλήθεια και τον ορθό λόγο ως αρσενικές αξίες, ως υπολείμματα, δηλαδή, μιας αρσενικής σκέψης, βλέπε θεϊκής.

Αλλά, τι είναι η πραγματικότητα; Είναι ένα από τα ονόματα, λέει ο Rorty, που με δουλοπρεπή στάση αποδίδουμε στον Θεό. Είναι μία υπόκλιση σε μία ανθρώπινη εξουσία, υπόλειμμα δουλοπρέπειας που δεν εξάλειψε ο Διαφωτισμός. Και, ακριβώς, αυτό προσπαθούν να διορθώσουν ο Πραγματισμός του James και ο Υπαρξισμός του Sartre όταν προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν οφείλουμε να κατασκευάσουμε υποκατάστατα του Θεού που στην συγκεκριμένη περίπτωση αποκαλούμε «αλήθεια». Και, θα τονίσω εν παρόδω, το πόσο συνάδει αυτό, παρότι διαφέρει ουσιαστικά με το ότι ο «Mεγάλος Άλλος» ως εγγυητής της αλήθειας της επιθυμίας μου, καταρρίπτεται από την ίδια του την ερμηνεία, αφού μόνο ως Άλλος διαγεγραμμένος, Α̷, μπορεί να υπάρχει, ήτοι, ως ψευδής αλήθεια του αιτίου της επιθυμίας μίας ψευδούς συνείδησης, μίας δυστυχούς συνείδησης, θα έλεγε ο Hegel.

Το κύριο επιχείρημα στα παραπάνω είναι ότι δεν υπήρξε διαφορά στην Ηθική όταν ο Διαφωτισμός αποσύνδεσε την Ηθική από τον Θεό. Μας αρκούσε ο Kant και η «Δεύτερη Κριτική» του, το «Πράττε ως».

Ωστόσο, ο Rorty δεν ήταν ο πρώτος που έθεσε φιλοσοφικά τα θεμέλια της «μετά-αλήθειας» ως πολιτικής. Ο Koons, μέσω του «παραδείγματος» και του περίφημου σχήματος «κουνέλι ή πάπια», είχε ήδη υποστηρίξει τη σχετικότητα της αλήθειας ως μεταβλητής, δηλαδή, αυτό που ισχύει σήμερα, ενδεχομένως, να μην ισχύει αύριο. Ο Rorty, απλά, τον ακολουθεί κατά γράμμα όταν λέει ότι φιλοσοφία είναι η αντικατάσταση ενός λεξιλογίου από ένα άλλο και με αυτή την έννοια δεν υπάρχει «αλήθεια» ως κανονιστική αρχή.

Εξάλλου, για το σύνολο της Αναλυτικής Φιλοσοφίας η «αλήθεια» είναι μόνο μία λέξη επιβεβαίωσης αλλά όχι πραγματικής ιδιότητας. Αρκεί η τροποποίηση των λέξεων για να αναδειχθεί ένας νέος νοηματικός κόσμος, για να περάσουμε από τον Πλάτωνα στον Descartes και από εκεί στον Russel τού οποίου ο άξιος μαθητής, ο Wittgenstein έλεγε ότι δεν μπορούμε να εννοήσουμε εκτός του λόγου, για να δούμε εκτός του λόγου πρέπει να βρεθούμε εκτός του λόγου, συναντώντας αφενός τον Heisenberg όταν ήδη είχε πει ότι αν ο παρατηρητής είναι μέρος του πειράματος ή της παρατήρησης τότε αυτό που θεωρούμε ως αλήθεια είναι μόνο αυτό που θεωρούμε ως γνώση, και αφετέρου τον μεταγενέστερο  Carnap για τον οποίο όλη η Μεταφυσική είναι για πέταμα.

Θα λέγαμε, στο σημείο αυτό ότι από τον Hume και το «πώς ξέρω ότι είναι το πρόσωπό μου στον καθρέφτη όταν κοιτάζομαι;» στον Malkolm και στο «πώς ξέρω ότι ο σκύλος είναι σκύλος;» υπάρχει μία γνώση εκ των προτέρων και αυτή είναι που κατονομάζεται ως «αλήθεια». Αν δεν υπήρχε αυτή η γνώση δεν θα έβλεπα τίποτα, διότι δεν θα εννοούσα αυτό που θα έβλεπα, σαν ένας τυφλός που αποκτά όραση αλλά δεν βλέπει ή σαν ένας ψυχωτικός που έχει μάτια αλλά όχι όραση ή ένας υστερικός που έχει βλέμμα αλλά όχι μάτια. Δηλαδή, αν έλειπε  η προκατασκευασμένη γνώση θα έλειπε και η αλήθεια.

Ο Quine υπερθεματίζει ότι το «είναι» είναι «είναι», ας το προσέξουμε αυτό, ως τιμή μίας μεταβλητής ενός μεταβλητού τρόπου με τον οποίο αναφέρονται τα ονόματα στα πράγματα. Επίσης, στην αρχή του περασμένου αιώνα, ο γόνος της Αναλυτικής Φιλοσοφίας, ο Russel, στα «Φιλοσοφικά Δοκίμια» του, δυναμιτίζει την έννοια της «αλήθειας» σχετικοποιώντας την, λέγοντας ότι η αλήθεια για να είναι αλήθεια πρέπει να επιτρέπει την ύπαρξη του αντιθέτου της, του ψεύδους. Δηλαδή, μίας άλλης αλήθειας. Δεν υπάρχει αλήθεια η οποία να μην βασίζεται στην αναίρεσή της εκ των προσίδιων σπλάχνων που είναι το ψεύδος. Αν το λέγαμε διαφορετικά, θα λέγαμε ότι μια αφήγηση υπάρχει στην εν δυνάμει  αναίρεση της από μια άλλη αφήγηση. Κατά συνέπεια, η αντικειμενικότητα του «fact», του γεγονότος, να μην είναι παρά μια αφήγηση που δίνει τη θέση της σε μια άλλη. Μήπως αυτό, εξάλλου, δεν ισχυρίζεται η Μετανεωτερική σκέψη όταν λέει ότι η προσδοκία ενός καλύτερου κόσμου, είτε θρησκευτικού (θεολογία), είτε πολιτικού (Marx) ως αφηγήματα είναι ήδη νεκρά μαζί με το τέλος της ιδεολογίας και το τέλος της ιστορίας, δηλαδή, το τέλος της αφήγησης; Αγνοώντας, ενδεχομένως, ότι η ίδια αυτή  πρόταση είναι πρόταση αφήγησης.

Θα μπορούσαμε αυτό να το αναλογιστούμε καλύτερα αν σκεφτούμε ότι η αλήθεια του Γαλιλαίου συμπίπτει με το μυθιστόρημα, δηλαδή, απάντηση μέσω της πολυπλοκότητας του κόσμου, έναντι της μίας αλήθειας του Γαλιλαίου. Το ίδιο συμβαίνει και με τη δόξα του μυθιστορήματος,  τον 19ο αιώνα, που συμπίπτει με τη δόξα των μεγάλων σιδηροδρομικών σταθμών ως απάντηση, ως ψεύδος,  ως «post- trouth» αν θέλουμε να το εννοήσουμε έτσι, στην εκβιομηχάνιση της εποχής. Αλλά, μήπως και ο Ρομαντισμός δεν ήταν το ψεύδος ως απάντηση -«δεν θέλουμε άλλη αλήθεια, θέλουμε περισσότερη μαγεία», έλεγε ο Schelling-, στην αλήθεια  των εγκυκλοπαιδιστών, του Diderot και του d’ Alambert, του La Mettrie και του d’ Holbach; Όπως, επίσης,  το κάλεσμα της επιθυμίας από τον Freud δεν ήταν ένας αντίλογος στη νευτώνεια ηθική της βαρύτητας; Μα, και η χεγκελιανή «δυστυχής συνείδηση», εντός αυτής τούτης της «Φαινομενολογίας του πνεύματος» δεν είναι μια αφήγηση προς υπέρβαση, της ίδιας της πορείας του πνεύματος, προς την πραγμάτωση του; Και υπάρχει, άραγε, περίπτωση το «κάτι» να υπάρχει εάν δεν έχει σχετικοποιήσει κάτι άλλο για να σχετικοποιηθεί το ίδιο, εν συνεχεία; Θα μπορούσε να ίπταται η ντεριντιανή εκκρεμότητα του σημαίνοντος αν δεν έφερε δομικά την ίδια της την αναίρεση ως ανέφικτη ανάγνωση;  Ας δοκιμάσουμε ν’ απαντήσουμε στην ανησυχία του Leibniz για το «κάτι και το τίποτα», για να το διαπιστώσουμε.

Μιλάμε, ήδη, για έναν σχετικισμό (δεν υπάρχει άλλη αλήθεια παρά αλήθεια για μένα) απότοκο του Berkeley ο οποίος εκβάλλοντας στην χουσσερλιανή «εποχή», σε μία φαινομενολογική παρουσία που κάνει τον κόσμο να υπάρχει ως συνείδηση της συνείδησης, έχει ήδη στρώσει το χαλί στον Rorty και κατά πρoέκταση στον Trump. Trump (11/2): «Οποιαδήποτε αρνητική δημοσκόπηση για μένα είναι ψευδής είδηση».

Έχει νόημα, λοιπόν, να ρωτήσω τον Rorty (αν με ακούει εκεί που είναι, γιατί, με την «μετά-αλήθεια» όλα είναι δυνατά): «Πες μου, Rorty, τι είναι η αλήθεια για να την συνδέσω με την πολιτική;». Αλήθεια είναι η λέξη «αλήθεια», απαντά ο Rorty, ως αφαίρεση των εισαγωγικών στη γνωστή φράση του Tarsky. Αφαιρέστε τα εισαγωγικά που η εκφερόμενη πρόταση απαιτεί ως εκφερόμενη πρόταση και έχετε, όχι την αλήθεια αλλά τη λέξη αλήθεια. Και η αλήθεια; Ε, η αλήθεια είναι η λέξη. Aυτό, ίσως, έχει μια ιστορικότητα που εκκινεί από τον Saussure όταν ισχυρίζεται ότι το σημείο είναι συμβατικό, δηλαδή, προσυμφωνημένο. Αλλά, προφανώς, η συμβατική ιδιότητα του σημείου δεν νομιμοποιεί την «αλήθεια» του Rorty γιατί  το προσυμφωνημένο αφορά  το σημαίνον. Να αναρωτηθούμε αν το σημαίνον «αλήθεια» έχει σημαινόμενο; Μήπως είναι ένα κατά Ηjelmslev σημαίνον το οποίο δεν έχει σημαινόμενο;

Αλλά, αυτά δεν έλεγε και ο Wittgenstein όταν η απάντηση στο πώς ξέρω ότι το τραπέζι είναι κόκκινο, είναι ότι «ξέρω ελληνικά»;

Όχι, δεν πρόκειται για παιχνίδι λόγου. Είναι όλα αυτά που προετοιμάζουν την γέννηση της «post-truth» ως πολιτικής. Η έννοια της αλήθειας ως αντικειμενικής πραγματικότητας (και τι σημαίνει άραγε αυτό;) έχει ήδη υπονομευτεί από τη φράση του Descartes: υπάρχω μέσω της σκέψης μου, είμαι η σκέψη μου, είμαι όχι αυτός που σκέφτεται αλλά είμαι αυτό που σκέφτομαι. Π.χ. το 2×2=4 είναι αιτιακά καθορισμένο όχι όμως και αληθές. Η φράση «η φράση αυτή είναι ψευδής» ισχύει ως φράση γιατί στηρίζεται στην αλήθεια της ότι είναι ψευδής. «Όλοι οι κρητικοί είναι ψεύτες και εγώ είμαι κρητικός», αναιρεί την αλήθεια της φράσης ως ψεύδος. Το ότι λέω ψέματα είναι μία αλήθεια ότι λέω ψέματα.

Όταν κάποιος απορρίπτει την αλήθεια δεν επιβεβαιώνει την αλήθεια του δικού του λόγου;  Από τους οπαδούς της Αναλυτικής Φιλοσοφίας μέχρι τους εραστές με τη γνωστή επιμονή τους «πες μου την αλήθεια, που ήσουν, με ποιον ήσουν;», δεν υποστηρίζουν την αλήθεια της άποψής τους όταν διαπραγματεύονται την κατάρριψη της αλήθειας; Γιατί δημοσιεύεται ένα κείμενο αν ο συγγραφέας δεν είναι πεπεισμένος από τον ίδιο του τον εαυτό και τους βιβλιογραφικούς του φίλους ότι, έστω, υπό κρίση, είναι σωστό αυτό που λέει, πραγματικό, αληθές;

Ακούω μία ένσταση. Άλλο αλήθεια και άλλο πραγματικότητα. Το υποκείμενο, κατ’ αυτό, λέει αλήθεια, δηλαδή νοηματοδοτεί χωρίς να γνωρίζει αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Παράδειγμα, το «παράδειγμα» του Koοns. Αλλά, και τι άλλο μπορεί να είναι η πραγματικότητα  ειμή μόνο το νόημά της; Τι άλλο μπορεί να είναι η πραγματικότητα παρά ο κόσμος του νοήματος, της ερμηνείας, του συμβολικού, αφού το «πράγμα» διαρκώς διαφεύγει, αφού όποτε πάμε να το συλλάβουμε ως έσχατη και πρώτη αλήθεια έχουμε κλείσει στις παλάμες μας μία μαρτυρία του συμβολικού;  Το πολύ- πολύ να έχουμε μία σύλληψη, τύπου καντιανού «καθ’ εαυτό».

Το αληθές, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το εγγύτερο του «πράγματος»; Το αληθές και το νόημά του και όχι η αλήθεια, η οποία εκτός  του να είναι μία λέξη, όχι, απαραίτητα, με την έννοια του Rorty, τι άλλο μπορεί να είναι; Και μέσα στα ίδια μου τα λόγια δεν υπάρχει, άραγε, μία αντίφαση αφού αυτό που παρουσιάζω τώρα ως αλήθεια είναι αυτό που απορρίπτω ως αλήθεια;

Ο Αgamben, σ’ ένα εξαιρετικό δοκίμιο του, υποστηρίζει ότι αν η σκέψη δεν αποφασίσει ν’ αναμετρηθεί με το «ακυβέρνητο»,- το «πραγματικό», θα λέγαμε-, κάθε συζήτηση για τη Δημοκρατία καταλήγει σε φλυαρία. Μια αναμέτρηση με το «πραγματικό» και την ανάδυση του ως «συμβάντος», θα έλεγε ο Badiou. Όμως, η υπαγόρευση και ταυτόχρονα η υπονόμευση του «συμβάντος» από το ίδιο το «πραγματικό» το καθιστούν έωλο προς χειραγώγηση.

Αυτό που υποστηρίζω αυτή τη στιγμή, αυτό που σας προτείνω ως αλήθεια, φίλοι εισηγητές, φίλοι ακροατές, δεν αντιφάσκει με την ίδια του την προσπάθεια να είναι αληθές αν, τελικά, η αλήθεια διαφεύγει μέσω του «πράγματος» διαρκώς; Για ποια αλήθεια μιλάμε; Υπάρχει αλήθεια εκτός της λέξης, δηλαδή, εκτός του κόσμου, εκτός του συμβολικού άξονα; Ή το πολύ- πολύ, εκτός του ορισμού του Hartmann, που πολλοί αποδίδουν στον Heidegger; Και κατά συνέπεια, για ποια σχέση «Αλήθειας και Πολιτικής» να μιλήσουμε όταν ο πρώτος όρος είναι απών;

Ωστόσο, ο P. Engel επισημαίνει: «Γιατί ενώ δεν πιστεύουμε στην αλήθεια διψάμε γι’ αυτή»;

Πώς θα το προσεγγίσουμε αυτό;

Ας αρχίσουμε με κάτι που γνωρίζουμε όλοι. Την ερώτηση του Πιλάτου στον Χριστό: «Τι εστίν αλήθεια;» (Ιωάννης 18:38) έναντι της οποίας ο Χριστός σιωπά. Ο Χριστός, ωστόσο, ως αλήθεια ο ίδιος, έχει πει: «Εγώ ειμί η αλήθεια…» (Ιωάννης:14:6). Σιωπά, λοιπόν, έναντι της ερώτησης του πολιτικού. Η αλήθεια σιωπά έναντι της πολιτικής. Η σχέση εγκαθίσταται εν απουσία του πρώτου όρου: «…  και Πολιτική». Και είναι, ακριβώς, στη θέση του πρώτου όρου που μπορούμε να βάλουμε ότι θέλουμε: Ηθική, Αλήθεια, «Post-Truth».

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι είναι ο πολιτικός που ρωτά: «Ποια είναι η σχέση μου μαζί σου; Έχω σχέση μαζί σου ή όχι»; Η αλήθεια ξέρει εκ των προτέρων ότι δεν υπάρχει ερώτηση και ως εκ τούτου δεν υπάρχει απάντηση. Ουσιαστικά, δεν υπάρχει σχέση, δεν υπάρχει καν θέμα προς συζήτηση. Σαν να είναι μάταιο και το θέμα του Συνεδρίου μας.

Κι όμως, εγώ, υπερασπίζομαι την άποψή μου σαν να λέω αλήθεια για κάτι. Τι λέω; Μήπως θα μπορούσα κι εγώ να σιγήσω; Η αλήθεια, μας λέει ο Lacan, δεν λέγεται, μάλλον, το πολύ-πολύ, «μισολέγεται». Είναι «midite». Λέω την αλήθεια κάθε φορά που μιλώ για την αλήθεια, δηλαδή, κάθε φορά που η αλήθεια μου διαφεύγει. Η αλήθεια εκφέρεται πάντα μέσα σε μισόλογα (ή με ταρσκικά εισαγωγικά).

Ωστόσο, λίγο καιρό πριν τη συνάντηση του Χριστού με τον Πιλάτο, ο Χριστός είχε ήδη διατρανώσει, όπως είπαμε, ότι «Εγώ ειμί η αλήθεια …». Άρα, η σιωπή δεν αφορά την αλήθεια γενικά, οντικά, φιλοσοφικά αλλά την αλήθεια στη σχέση της με την εξουσία. Γιατί, πολιτική δεν μπορεί παρά να σημαίνει εξουσία. Ο Πιλάτος το ήξερε, δεν περίμενε απάντηση, γι’ αυτό και δεν επέμενε. Δεν θεωρούσε τον Χριστό αφελή όπως οι πολιτικοί μας θεωρούν εμάς, δείτε τα πρωτοχρονιάτικα και προεκλογικά μηνύματα τους και την αλήθεια που μας προσφέρουν. Είναι ρητορική η ερώτηση του Πιλάτου, το να ερωτά ένας πολιτικός για αλήθεια. Η αλήθεια του Χριστού, η αλήθεια της Αλήθειας, έναντι του πολιτικού είναι η σιωπή.

Έτσι, παρότι η αλήθεια μας διαφεύγει, θα έλεγα ότι απόλυτη αλήθεια είναι αυτό που δεν κατέχουμε, όπως το «πράγμα», δομεί, ωστόσο, ως διαφυγή, τη σχέση μας με την πολιτική, άρα με την εξουσία. Ποια είναι, λοιπόν, η σχέση της με την εξουσία; Ο Foucault, όταν απερίφραστα μας λέει ότι κάθε αλήθεια είναι όργανο εξουσίας και αφού κάθε εξουσία είναι κακή τότε, κάθε αλήθεια είναι βλαβερή, μήπως, ουσιαστικά, μιλάει για την αφήγηση, μήπως, καταδικάζει κάθε αφήγηση αφού κάθε αφήγηση είναι το άλλο όνομα της αλήθειας;

Ο πρώτος διδάξας την Πολιτική Φιλοσοφία στην Αμερική, ο James, έλεγε: «Αληθές είναι κάτι σε επίπεδο πίστης για συγκεκριμένους λόγους». Το ίδιο και ο Dewey : «Οι ιδέες εάν επιτυγχάνουν είναι αξιόπιστες και αληθείς». Μ’ άλλα λόγια η διαχείριση της μιας κάποιας αλήθειας. Δεν είναι αλήθεια, για να επανέλθουμε στο παράδειγμα που λέγαμε πριν, ότι ο Obama δεν είναι Αμερικανός. Είναι ψευδές, και παρότι ο Trump το παραδέχεται δεν ζητά ποτέ συγγνώμη ούτε και διώκεται: δεν συκοφαντεί, είπε μόνο την αλήθεια του. Ωστόσο, η συγκεκριμένη φιλοσοφία δεν είναι ίδιον μόνο του Πραγματισμού. Ήδη στη γερμανική ακολουθία ο Goethe διατεινόταν ότι αυτό που είναι παραγωγικό είναι και αληθινό. Ο δε Nietzsche στη «Γενεαλογία» του επισημαίνει ότι αληθές είναι το χρήσιμο για την ανθρώπινη ύπαρξη. Και ο Hegel  έλεγε ότι η υπηρεσία της αλήθειας είναι υπηρεσία στο Θεό. Η αλήθεια δεν υπάρχει παρά μόνο στην τέχνη, στη θρησκεία και τη φιλοσοφία. Αρκετές δεκαετíες αργότερα ο Lacan έγραφε ότι στη βάση των τριών αυτών οντοτήτων υπάρχει το «κενό» η διαχείριση του οποίου και τις αποδίδει. Συγκεκριμένα, η θρησκεία θεμελιώνεται στην απόπειρα διαφυγής του «κενού» του «πράγματος», η τέχνη θεμελιώνεται στο «κενό» του «πράγματος» και η φιλοσοφία στη διαχείριση του «κενού» του «πράγματος» ως κατοχή της αλήθειας.

Έτσι, το ίδιο, μπορούμε να πούμε και για τα πυρηνικά όπλα που τελικά δεν βρήκε ο Bush στο Ιράκ. Το ίδιο, μπορούμε να πούμε, και για το κορεατικό αεροπλάνο που καταρρίφθηκε την δεκαετία του ’80 από τους τότε Σοβιετικούς. Μήπως, το ίδιο μπορούμε να πούμε για το Pearl Harbor ή για τους «Δίδυμους Πύργους»; Όταν ο Hegel κατέληγε να πει για την αλήθεια της περιπέτειας του Πνεύματος ότι καταλήγει στο κράτος και σε αυτόν τον ίδιο, αυτό για τον Hegel ήταν αλήθεια όπως επίσης αλήθεια ήταν και η διαχείριση αυτής της αλήθειας από τον Κάιζερ και τον Χίτλερ. Η διαχείριση της αλήθειας είναι εξίσου χρήσιμη με τον ορισμό της. Εξάλλου, για ποιόν άλλο λόγο να ορίσουμε τη σχέση της με την πολιτική παρά για την πολιτική της χρήση;

Και μ’ αυτήν την έννοια, παρότι μόνο ο παρανοϊκός κατέχει την απόλυτη αλήθεια, λέει ο Lacan,  δεν θα μπορούσαμε, άραγε, να μιλήσουμε για τον ηγέτη ως αλήθεια; «Ο Διάβολος ωχριά μπροστά στον άνθρωπο που λέει ότι κατέχει την αλήθεια», έλεγε ο Cioran.  Όπως συνέβη με την περίπτωση Στάλιν, Μάο, Φράνκο, Παπαδόπουλο; Αλλά επίσης, τηρουμένων των αναλογιών, όσον αφορά την εκφορά της αλήθειας, όπως συνέβη με την περίπτωση Τσίπρα, Μητσοτάκη, Κουτσούμπα; Ποια είναι η διαφορά αυτών όλων με, ας πάρουμε π.χ. την περίπτωση Μητσοτάκη όταν λέει ότι θα πούμε την αλήθεια ως κάτοχος της αλήθειας ο ίδιος, την οποία θα εκφέρει στον διψασμένο για αλήθεια λαό, τον οποίο θα οδηγήσει μέσω της οικονομικής ερήμου στη γη της επαγγελίας, όπως, ακριβώς, τον οδήγησε και ο προκάτοχος του, ο Τσίπρας, ποια η διαφορά του από τον Μωυσή και τον Ααρόν ή τον ίδιο τον Θεό όταν λέει  «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου. Ουκ έσσονται σοι θεοί έτεροι, πλην εμού»; Δεν κοντεύουν κάποιοι να πειστούν ότι το Ολοκαύτωμα δεν υπήρξε; «Λέγε, λέγε…», έλεγε ο Goebbels.

Ας ακούσουμε, στο σημείο αυτό, τον Deleuze: «Δεν υπάρχει καμία επιχείρηση, κανένας βιομηχανικός ή χρηματοοικονομικός μηχανισμός που να μην αποκαλύπτει την τρέλα της καπιταλιστικής μηχανής και τον παθολογικό χαρακτήρα της ορθολογικότητάς του. Δεν υπάρχει κίνδυνος η μηχανή να τρελαθεί γιατί είναι τρελή εξαρχής. Και είναι ως τρελή που βρίσκει την ορθολογικότητά της. Τα πάντα είναι λογικά στον καπιταλισμό εκτός από τον ίδιο τον καπιταλισμό». Το λογικό, λέει ο Deleuze, δηλαδή το νόημα, η αλήθεια είναι πάντα η ορθολογικότητα του παράλογου. Ή, όπως  λέει ο Rancière, με την πνευματική χειραφέτηση μπορούν οι άνθρωποι να παραλογίζονται λογικά.

Ποια είναι, λοιπόν, η σχέση αλήθειας και πολιτικής; Υπάρχει σχέση; Μήπως, το «και» δεν έχει θέση; Μήπως, μία παύλα μεταξύ των όρων θα ήταν καλύτερα; Ή ακόμα καλύτερα να λείπει η λέξη «αλήθεια»;

«Η απάντηση είναι η δυστυχία της ερώτησης», έλεγε ο Blanchot. Και, θα λέγαμε στο σημείο αυτό ότι ο άνθρωπος δεν διερωτάται για να φυλακιστεί μέσα στην απάντησή του- ο άνθρωπος είναι ον της ερώτησης, έλεγε ο Gadamer- για να φυλακιστεί μέσα στη μια αλήθεια, αλλά για να δομήσει τον κόσμο του, ν’ ακούσει από το ίδιο του το στόμα στα ίδια του τα αυτιά περί του «ερριμένου» όντος του Heidegger, ν’ ακούσει ότι είναι χωρίς προορισμό, χωρίς νόημα, χωρίς αλήθεια παρότι όλοι οι προορισμοί, όλα τα νοήματα, όλες οι αλήθειες είναι δικές του, ακόμα και η έλλειψη νοήματος, ακόμα και η έλλειψη αλήθειας. Αυτό δεν είναι το νόημα, το ζωτικό ψέμα, που στοιχειώνει τα έργα του Ibsen, που δομεί τα έργα του ως το ανάλογο της ζωής; Που κάνει τον συνομήλικο του, τον Nietzsche  να ισχυρίζεται ότι το νόημα, δηλαδή η αλήθεια, είναι εφεύρεση της χρεοκοπίας της φιλοσοφίας, έχουμε, απλώς, ανάγκη το ψέμα και την τέχνη για να ζήσουμε. Αλλά και τον Deleuze να μας λέει να είμαστε καχύποπτοι απέναντι στο νόημα. Μόνο η θρησκεία είναι σε θέση να προσφέρει διαρκώς νόημα, λέει ο Lacan (γι’ αυτό και είναι αιώνια).

Και, μήπως, ο Trump, αγαπητοί φίλοι, δεν είναι παρά ένας αμφισβητίας του αφηγήματος της παγκοσμιοποίησης; Μήπως, ο Trump τσαλαβουτάει σε θολά προοδευτικά νερά; Μήπως, ο Trump είναι το, νόμιμα, παραχθέν υβρίδιο που υλοποιήθηκε στο εργοτάξιο της φιλοσοφίας μιας διανόησης που καταποντιζόταν με απόγνωση στη χειραφέτηση της και παρέσυρε μαζί της την αντίσταση του υποκειμένου; Μήπως, ο Trump κατασκευαζόταν επί χρόνια, στο εργαστήριο ιδεών του Δόκτορος Calligari ως ένας Φρανκεστάιν,  ως μια ασθένεια που υπέκρυπτε τα συμπτώματα της τα οποία τώρα, απλώς, εκδηλώνονται και αυτονομούνται; Μήπως, ο κόσμος πάει να γίνει μια συμπαντική σούπα όπου βράζουν μαζί αδιάκριτα η εξέλιξη της φιλοσοφίας και η συντήρηση της πολιτικής; Το γνωστό σύνθημα «αλήτες-ρουφιάνοι- δημοσιογράφοι» δεν θα μπορούσε, άραγε, να ταιριάζει στα χεíλη του θυμωμένου με τους δημοσιογράφους, Trump;

Μήπως, τελικά, το υποκείμενο και η κοινωνική του απελευθέρωση ανήκουν στο μουσείο των ιδεών; Μήπως, δεν χρειάζεται να σκεφτόμαστε, δεν χρειάζεται να επιθυμούμε;  Ήδη, από το 1935, η φιλοσοφική οξυδέρκεια του Horkheimer παρατηρούσε  την οικονομική αυτορρύθμιση και αυτονομία του οικονομικού μηχανισμού ανεξάρτητα από τις κοινωνικές ομάδες. Αλλά, αυτό δεν απαιτεί και ένα θεωρητικό όργανο υποστήριξης, έστω για τα μάτια του κόσμου, το οποίο θα υποστηρίζει μια αλήθεια που θα προκύπτει από μια επίσης φιλοσοφική αυτορρύθμιση, κατά το δοκούν, δηλαδή μια φιλοσοφική προπηλάκιση, ένα φιλοσοφικό τραμπουκισμό προάγγελο του Τrumpουκισμού; Επί τέλους, μια «post-truth»…

Δεν γκρινιάζω. Αν ο κόσμος και η ιστορία τείνουν κατά κει, θα το υποστώ. Αλλά, όχι αδιαμαρτύρητα.

«Η αλήθεια αναδύεται μέσω της εξάρθρωσης της ίδιας της τάξης που την έκανε να υπάρχει» λέει ο Badiou.

Ο Deleuze μας δίνει τον εξαιρετικό στοχασμό ότι η οργάνωση της εξουσίας είναι η ένωση της επιθυμίας με την οικονομική υποδομή. Για να   συμπληρώσει: «Η πραγματική ιστορία είναι η ιστορία της επιθυμίας».

Με συνέπεια, λέει ο Guattari, η καπιταλιστική οικονομία να έχει ακραίες ασθένειες: τους σχιζοφρενείς. Αλλά, και ακραίες συνέπειες: τις επαναστάσεις.

Στη θέση της «post- trouth» απαιτείται μια ρήξη.

Αγαπητοί φίλοι, αγαπητοί σύνεδροι, αν καταπιανόμουν να γράψω για το θέμα «Αλήθεια και Πολιτική», από το σημείο αυτό θα το άρχιζα.

Category: Αναλύσεις, Κυριο Θεμα, Πολιτισμός, Προτεινόμενα άρθρα

( 2 σχόλια )

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. 1
    anixneuseis says:

    Διαβάστε μια πολύ ενδιαφέρουσα εισήγηση του Δρ. Ψυχοπαθολογίας Φώτη Καγγελάρη στο 8ο Πανελλήνιο Συνέδριο Φιλοσοφίας με θέμα: Αλήθεια και Πολιτική. Την οργάνωση του Συνεδρίου υπέγραψε ο ακάματος καθηγητής Φιλοσοφίας Σωκράτης Δεληβογιατζής. Αρνητικό σημείο του συνεδρίου, το οποίο με την παρέμβασή του διόρθωσε ο κ. Δεληβογιατζης, ήταν η παρέμβαση συνδιοργανωτή, υπεύθυνου περιοδικού, μετά την ομιλία του κ. Καγγελάρη, τον οποίο κατηγόρησε ότι καταφέρθηκε κατα του Τσίπρα. Εγείρονται δύο ζητήματα. Πρώτον, αφού διαβάσετε την εισήγηση θα διαπιστώσετε ότι μια απλή νύξη, μεταξύ πολλών άλλων, έγινε για τον κ. Τσίπρα. Είναι δυνατόν να μην καταλαβε τι ειπώθηκε ο διευθυντής φιλοσοφικού περιοδικού; Αλλά, το σπουδαιότερο είναι το άλλο. Απο πότε σε ένα φιλοσοφικό συνέδριο, με θέμα, μάλιστα, Αλήθεια και Πολιτική, δεν επιτρέπεται η κριτική στην πολιτική εξουσία; Μήπως ορισμένοι νομίζουν πως ζούμε σε ένα αυταρχικό, ολιγαρχικό καθεστώς; Ατυχής, ατυχέστατη η παρέμβαση του εκδότη του, κατά άλλα, ενδιαφέροντος περιοδικού.

  2. 2
    α.α. says:

    731
    η αλήθεια πρίν

    καί η αλήθεια μετά
    726

    Μία η Αλήθεια(καί η Οδός καί η Ζωή, έ;!) νύν καί αεί καί κολοκοτρωναίϊκια,
    Πρόσωπον, η Αλήθεια

    Ιησούς Χριστός!

    «γιατί εορτάζουμε τήν έναρξη τής σύγκρουσης κι όχι τό τέλος της, όπως οί άλλοι λαοί;»,
    ρωτάει τό αριστεροδέξιο γραικογαλλικό υβρίδιο τής ψώρας εισαγωγής τού Κοραή,
    η κάθε ψυχοδιανοητικά διαστρεβλωμένη χαρακτηροδομή,
    ό/η μάλαξ ίν μπρίιφ καί άνευ επιστημοσύνης, έ;!…

    γιατί είμαστε οί Πτολεμιστές
    μέσα στήν ξεπεσούρα τής ιστορίας τών ανθρώπων,
    βεβαιωμένα!

    Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας Univ. de Paris
    μέ ψυχή ή άνευ;

Back to Top

Leave a Reply

Το σχόλιο της ημέρας

Ροή ειδήσεων




Καιρός