Έχουμε συνηθίσει πολλές φορές να θεωρούμε την εξωτερική πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ως μια ακολουθία από στοιχήματα υψηλού ρίσκου και όχι ως μια πιο συνεκτική κίνηση. Είναι αλήθεια ότι αρκετές πλευρές της πρακτικής και της ρητορικής του τούρκου προέδρου παραπέμπουν σε κάτι τέτοιο. Είναι, επίσης, αλήθεια ότι κάποιες φορές οι τουρκικοί σχεδιασμοί όντως αποδείχτηκαν ιδιαίτερα υψηλού κόστους, όπως φάνηκε στην αρχική εμπλοκή στη συριακή κρίση. Όμως, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η τουρκική στρατηγική είναι απλώς μια σειρά από παράτολμα πονταρίσματα.

Σε αυτό το φόντο χρειάζεται να ξαναδούμε το πλαίσιο του τουρκικού σχεδιασμού για τη Λιβύη. Η απλή επίκληση της ιδιαίτερης ιστορικής σχέσης ανάμεσα στη Λιβύη και την Τουρκία που ανάγεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά και στην εποχή των Νεότουρκων δεν επαρκεί. Η Τουρκία ήθελε να αποκτήσει μια ειδική σχέση με μια κρίσιμη χώρα στη Βόρειο Αφρική, όχι μόνο για λόγους αναβάθμισης των άμεσων οικονομικών σχέσεων, αλλά και για λόγους ευρύτερης παρουσίας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Αυτό φάνηκε και από τη μεθόδευση για την από κοινού οριοθέτηση ΑΟΖ με την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Λιβύης στην Τρίπολη, στο πλαίσιο της συνολικότερης τουρκικής  προσπάθειας να κατοχυρώσει ότι οι δικές αξιώσεις ως προς τα ζητήματα ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας συμπίπτουν με αντίστοιχες θέσεις άλλων κυβερνήσεων της περιοχής, κάτι πολύ σημαντικό από τη στιγμή που το διεθνές δίκαιο δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο στοιχείο της διακρατικής συμφωνίας για την επίλυση τέτοιων διαφορών.

Η διεκδίκηση ρόλου στη Λιβύη

Όμως, προφανώς για να μπορέσει να εξασφαλίσει μια τέτοια συμφωνία, η Τουρκία έπρεπε να μπορέσει να διεκδικήσει ένα ρόλο συνολικότερου στηρίγματος της κυβέρνησης της Τρίπολης. Η τελευταία αντιμέτωπη με μια κλιμακούμενη επιθετικότητα από τη μεριά των δυνάμεων των οποίων ηγείται ο στρατηγός Χαφτάρ, αλλά και μια συσπείρωση δυνάμεων γύρω τους, την Αίγυπτο, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αλλά εμμέσως και τη Ρωσία, δεδομένης και της δράσης ρωσικής μισθοφορικής εταιρείας, μαζί με την αντιπαλότητα ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών, χρειαζόταν όντως μια πραγματική στήριξη, πέραν της τυπικής διεθνούς αναγνώρισης που έχει. Αυτό ακριβώς κάλυψε η Τουρκία, που μαζί με το Κατάρ (μια άλλη χώρα που εκπροσωπεί την πολιτική της Μουσουλμανικής Αδελφότητας), είναι τα βασικά της στηρίγματα, πέραν της τυπικής διεθνούς αναγνώρισης που απολαμβάνει.

Η εμπλοκή της Τουρκίας στο πλαίσιο της συμφωνίας αμυντικής συνεργασίας δείχνει να επιδιώκει να είναι σε δύο επίπεδα: μια περιορισμένη παρουσία τουρκικού στρατιωτικού προσωπικού σε ρόλο «συμβουλευτικό» και μια πιο ενισχυμένη παρουσία ενόπλων προερχόμενων από τις φιλοτουρκικές ένοπλες ομάδες της αντιπολίτευσης στη Συρία. Από ό,τι φαίνεται ο σχεδιασμός της Τουρκίας δεν είναι να εμπλακεί σε μια παρατεταμένη και μεγάλης κλίμακας πολεμική εμπλοκή στη Λιβύη, αλλά να μπορέσει να προσφέρει εκείνη την κρίσιμη στρατιωτική υποστήριξη στην κυβέρνηση της Τρίπολής που δεν θα την αφήσει να καταρρεύσει και θα ανοίξει το δρόμο για τη διαπραγμάτευση μιας ακόμη κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Μια τέτοια κυβέρνηση θα διατηρεί ένα βαθμό συνέχειας με την προηγούμενη και εκπροσώπηση όλων των πλευρών, ενώ θα διαμόρφωνε μια συνθήκη όπου η Τουρκία είναι τμήμα των δυνάμεων που εγγυώνται την ειρηνευτική διαδικασία και άρα θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα συνεχίσει να έχει αναβαθμισμένη παρουσία και άρα δυνητικά να διατηρήσει και το «κεκτημένο» της συμφωνίας για τις ΑΟΖ αλλά και τη συνολική πολιτική παρουσία.

Η Ρωσική εμπλοκή

Από τη μεριά της η Ρωσία, έχει μεν δώσει έμμεση στήριξη στην πλευρά Χαφτάρ, όμως κυρίως διεκδικεί να κατοχυρώσει και εδώ έναν ρόλο δύναμης που μπορεί να εγγυηθεί ειρηνευτικές διαδικασίας, αυτό που δηλαδή που δείχνουν να αδυνατούν να κάνουν οι ΗΠΑ αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ούτως ή άλλως, η Ρωσία έχει ακολουθήσει μια προσεκτική πολιτική στη λιβυκή κρίση, καθώς η έμμεση στήριξη στην πλευρά Χαφτάρ έχει συνδυαστεί και με τη διατήρηση σχέσεων με την κυβέρνηση της Τρίπολης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Μόσχα προσπαθεί να εκμεταλλευτεί και το μερικό κενό που αφήνει η δυσκολία της ΕΕ να παίξει έναν ανάλογο ρόλο μέσα στην ειρηνευτική διαδικασία στη Λιβύη.

Η συμφωνία Πούτιν και Ερντογάν για εκεχειρία

Μέσα σε ένα τέτοιο φόντο, η συμφωνία Πούτιν και Ερντογάν για κατάπαυση του πυρός από τις 12 Ιανουαρίου εξυπηρετεί μια σειρά σκοπιμοτήτων. Διαμορφώνει ένα κλίμα ανακοπής των πολεμικών επιχειρήσεων, ιδίως και μετά την κατακραυγή που προκλήθηκε από την πολύνεκρη επίθεση των δυνάμεων του Χαφτάρ σε στρατιωτική σχολή στην Τρίπολη και με δεδομένο ότι μια επιχείρηση πλήρους ανακατάληψης της Τρίπολης θα ήταν επίσης πολύ αιματηρή. Επιδιώκει να διαμορφώσει τους όρους ώστε οι αντιμαχόμενες πλευρές να προσέλθουν σε έναν ακόμη κύκλο διαπραγματεύσεων για την ειρήνευση, κάνοντας σχετικά πιο πιθανό και το ενδεχόμενο κάποιας παραλλαγής κυβέρνησης εθνικής ενότητας, καθώς μια λύση όπου απλώς η μία πλευρά θα κατίσχυε στρατιωτικά απλώς θα διατηρούσε τον κίνδυνο νέων συγκρούσεων. Κατοχυρώνει ότι και η Ρωσία και η Τουρκία, παρά τη διαφορετική τοποθέτηση ως προς την ίδια τη σύγκρουση, παραμένουν δυνάμεις που μπορούν να παίξουν ρόλο εγγυητή της τελικής σταθερότητας στην περιοχή.

Το γεγονός ότι αυτή η ανακοίνωση συνέπεσε με την επίσκεψη του πρωθυπουργού της κυβέρνησης της Τρίπολης Φαγιέζ αλ Σαράτζ στις Βρυξέλες όπου συναντήθηκε τόσο με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ρομπέρ Μισέλ αλλά και τον γερμανό υπουργό Εξωτερικών Χάικο Μάας, δείχνει τη διπλωματική κινητικότητα γύρω από το θέμα. Όμως, την ίδια στιγμή το γεγονός ότι ο Σάράτζ αναγκάστηκε να ματαιώσει τη συνάντηση με τον ιταλό πρωθυπουργό Τζουζέπε Κόντε, μετά τη συνάντηση του τελευταίου με τον στρατηγό Χαφτάρ δείχνει και τον τροποποιούμενο συσχετισμό γύρω από λιβυκή κρίση.

Τουρκία και Ρωσία δεν ταυτίζονται στο σχεδιασμό

Βέβαια παρά την προσπάθεια συμπόρευσης Ρωσία και Τουρκία δεν έχουν τα ίδια διακυβεύματα στη Λιβύη. Η Ρωσία κυρίως ενδιαφέρεται να κατοχυρωθεί ως δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί πολιτικές διαδικασίες και προφανώς να διατηρήσει καλές οικονομικές σχέσεις και την επόμενη μέρα. Αυτό αποτυπώνεται στην προσεκτική της εμπλοκή στη σύγκρουση που δείχνει να είναι σχεδιασμένη ώστε να αποφέρει οφέλη και ταυτόχρονα να την προστατεύσει από κόστη. Αντίθετα, η Τουρκία έχει βγει πολύ πιο ανοιχτά ως η δύναμη που υποστηρίζει τη μία από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, έχει συνδέσει τα όποια πολιτικά οφέλη με τι θα συμβεί με την κυβέρνηση της Τρίπολης και είναι πιο εκτεθειμένη στο να έχει κόστος εάν ο πραγματικός συσχετισμός κινηθεί στην αντίθετη από το σχεδιασμό της κατεύθυνση.

Επιπλέον, η Ρωσία είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να λειτουργήσει ως εγγυητής των τουρκικών συμφερόντων. Θα λάβει υπόψη της τις θέσεις της Τουρκίας, αλλά προφανώς και θα θελήσει να λάβει υπόψη της και τα συμφέροντα των άλλων δυνάμεων που εμπλέκονται στη λιβυκή σύγκρουση, τόσο των ευρωπαϊκών χωρών, όσο και σημαντικών δυνάμεων όπως η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Θα λάβει υπόψη της και τον πραγματικό συσχετισμό που θα έχει διαμορφωθεί και στην ίδια τη Λιβύη. Το γεγονός ότι αρκετές χώρες έχουν πάρει αρνητική θέση απέναντι στις τουρκικές πρωτοβουλίες σε σχέση με τις οριοθετήσεις ΑΟΖ στη ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, σημαίνει ότι δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η Τουρκία, ακόμη και εάν κατοχυρώσει ρόλο στη μεταπολεμική Λιβύη, θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει την όποια νέα ειρηνευτική διαδικασία για την πλήρη εξασφάλιση των «στενών» συμφερόντων της.

Το Βήμα