ΠΑΤΑΤΕ ΤΗ ΧΛΟΗ

24/11/19 | 0 | 0 | 284 εμφανίσεις

Φώτης Καγγελάρης.

Με αφορμή την εκδήλωση της ΕΤΑΡΕΙΑΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΠΟΛΤΙΣΜΙΚΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ (ΕΜΠΕ)

ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ

Σπίτι της Κύπρου 16-12-2019/ 17-1-2020

 Επιτρέπεται

(το επιχείρημα)

«Εκείνος που είναι έτοιμος να θυσιάσει την ελευθερία του για λίγη  ασφάλεια δεν αξίζει ούτε το ένα ούτε το άλλο».

Roosevelt

«Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι κι ωστόσο είναι σχεδόν παντού αλυσοδεμένοι. Είναι ελεύθεροι να υποτάσσονται σε δικτατορίες, τυραννίες, ολιγαρχίες».

J. J. Rousseau

Επιτρέπεται… τα πάντα.

Είναι αδύνατον σε μια εποχή σαν την σημερινή να μην επιτρέπονται τα πάντα. Το αντίθετο φαίνεται παράδοξο, το απαγορεύεται.

Σ’ αυτή την εποχή όπου όλα είναι επιτρεπτά, να ψωνίσεις, να ταξιδέψεις, να κάνεις σεξ, να είσαι vegetarian ή vegan, ν’ ακούς hip hop, να ψηφίζεις, να μεθάς, να ορίζεις την έμφυλη σου ταυτότητα επιλέγοντας μία από τις 56, να βρίζεις τον πρωθυπουργό, να είσαι πλούσιος, να έχεις πρόσβαση στην ελεγχόμενη πληροφορία, να είσαι μόνος, να συμμετέχεις σε εκπομπές μαγειρικής, να ακούς τις ειδήσεις των 8, να έχεις ιδιωτική ασφάλιση, να κουρεύεσαι ή να ντύνεσαι όπως θέλεις, να επιλέγεις την δίαιτα που θέλεις (masher kleanse ή gossfit), να αποτεφρωθείς ή να θαφτείς, να επιλέξεις μεταξύ «Ικέα» και «Πράκτικερ», μεταξύ yahoo  και  gmail, να επιλέξεις την μάρκα των τσιγάρων σου και όποια μάρκα κινητού θέλεις, να κάνεις τατουάζ, να φορέσεις κρικάκια παντού, παντού, ναι, ναι ακόμα κι εκεί…

Σε αυτή την εποχή με την πληθώρα των προταγμάτων, «be yourself», «don’t worry-be happy», «no problem», το μόνο πράγμα που δεν επιτρέπεται είναι το απαγορεύεται.

Το αντίθετο, η εποχή (πείτε τα, κυρίαρχα σημαίνοντα), προστάζουν: δεν επιτρέπεται να μην επιτρέπεται.

Δεν επιτρέπεται, να μην «be yourself». Βρες τον εαυτό σου. Κάνε λίγη γιόγκα, πιλάτες, αρωματοθεραπεία, ρέικι, πάρε μέρος σ’ ένα διαγωνισμό τραγουδιού, σ’ ένα «τοπ-μόντελινγκ», κάνε κάτι, αφού, όλα επιτρέπονται.

Τι σου ζητούν, διάβολε;

Να είσαι ο εαυτός σου.

Αλλά, τι σημαίνει να είσαι ο «εαυτός σου»;

Τι σημαίνει να «είσαι»;

Τι σημαίνει η προστακτική;

Τι σημαίνει αυτή η μετατροπή της καντιανής κατηγορικής προσταγής από «πράττε ως» σε «επιτρέπεται ως»;

«Self», μήπως, σημαίνει αυτό που προκύπτει μέσα από το γενικότερο κλίμα μιας εντολής του πως να είσαι, το οποίο γενικότερο κλίμα και η εντολή διαμορφώνονται από τα media, την τηλεόραση, το facebook, το Google, όργανα στην υπηρεσία μιας πολιτικής σκοπιμότητας ενώ ταυτόχρονα συγκροτούν την ίδια την πολιτική σκοπιμότητα;

Να, μόλις πρόσφατα υπήρξε ακόμα μια μαρτυρία κατόπιν έρευνας για Google και facebook ότι είναι στην υπηρεσία της κυβέρνησης και μεγάλων εταιρειών, με το 87% των εσόδων τους να προέρχεται από έσοδα από πακέτα πρόβλεψης καταναλωτών. Και, φυσικά, όπως συμβαίνει στον ελεύθερο κόσμο όπου τα πάντα επιτρέπονται, πάντα  κάποιος  είναι έτοιμος να καταφύγει στην καταστρατήγηση του άρθρου του Συντάγματος για το απόρρητο της επικοινωνίας, κάποιος άλλος επιτρέπεται να κάνει χρήση των νευροεπιστημών στο νευρομάρκετινγκ και να καθορίζει την αγορά του προϊόντος πριν αυτό γίνει αντιληπτό από τον καταναλωτή.

Ένας εποπτεύων καπιταλισμός, «surveillance capitalism», όπως μερικούς αιώνες πριν, ο θρησκευτικός επίτροπος επόπτευε από τα χωρίς κουρτίνες παράθυρα το εσωτερικό των σπιτιών, το «εσωτερικό» των μελών της οικογένειας. Όχι, δεν πρόκειται για την γνωστή διπολική διαταραχή «απαγορεύεται-επιτρέπεται» που ταλάνισε την παιδική ηλικία της ανθρωπότητας. Πρόκειται για ένα παρανοϊκό επιτρέπεται του οποίου το σημαινόμενο δεν παραπέμπει στο σημαίνον. Η τεχνολογική ορθολογικότητα έχει μετατραπεί σε πολιτική ορθολογικότητα που παράγει μια άνετη, ομαλή, δημοκρατική ανελευθερία», έλεγε ο Μarcuse. Η βία της βιοπολιτικής ασκείται «ανεπαισθήτως» και ενδεχομένως καλαισθητικά.  Προς τούτο, έχει σύμμαχο το ίδιο το θύμα το οποίο συναινεί στην εξαγορά της επιθυμίας του έναντι της ασφάλειας ενός κατασκευασμένου κινδύνου και στο ανήκειν μιας κοινότοπης καλοπέρασης. Πάει πια ο καιρός που ο Machiavelli συμβούλευε τον Ηγεμόνα να κυβερνά δια φόβου. Σήμερα, ο κόσμος κυβερνάται μέσω του ελέγχου της επιθυμίας: όποιος ελέγχει την επιθυμία ελέγχει τον κόσμο. Το άτομο ενοχοποιείται, απαξιώνεται, εξορίζεται αν δεν ξεπουλήσει την επιθυμία του για τα αγαθά της ασφάλειας και του μέσου όρου. Ο θυσιαστικός άνθρωπος οφείλει να θυσιάσει την επιθυμία του, να ευνουχίσει την υποκειμενικότητα του, να ακρωτηριάσει την ελευθερία του. Ο «Homo Sacer» οφείλει διαρκώς οφείλει, οφείλει να οφείλει  και γι’ αυτό οφείλει να είναι πάντα έτοιμος για θυσίες: στις αποδοχές του, στις θέσεις εργασίας, στις κατασχέσεις, στην εκπαίδευση, στην υγεία, στη ζωή του. Προσέξτε πόσες φορές επαναλαμβάνεται η λέξη «θυσία» σε όλα τα πολιτικά διαγγέλματα, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση. Ναι, είναι σίγουρο, η θυσία επιτρέπεται, όλα επιτρέπονται όταν πρόκειται περί θυσίας. Μπορείς και ν’ αυτοκτονήσεις, μόνο κάνε το κομψά, και κυρίως μυστικά, όπως αρμόζει σε μια κουλτούρα που ενώ είναι καταχρεωμένη στο θάνατο, προσποιείται ότι τον αγνοεί.

Τελικά, μήπως το επιτρέπεται είναι συνώνυμο του «σε παρακολουθώ» για να δω αν εφαρμόζεις το επιτρέπεται αφού ξέρεις ότι δεν επιτρέπεται να μην επιτρέπεται; Πρέπει να επιτρέπεται, σε διατάζω να επιτρέπεται, σου απαγορεύω να μην επιτρέπεται. Επιτρέπεται, επιτρέπεται, επιτρέπεται, σου λέω. Επωφελήσου, κλείσου στο κλουβί σου, όπου σου επιτρέπεται να πετάς όπως θέλεις. Είσαι ύποπτος αν δεν επιτρέπεται. Πρέπει να επιτρέπεται να επιτρέπεται. Επιτρέπεται από μόνο του. Δεν υπάρχει πια το υποκείμενο. Σαν να μην υπάρχει κανείς που το υπαγορεύει. Το ρήμα είναι απρόσωπο, σαν το «βρέχει». Ένας αόρατος big brother επιβάλλει το επιτρέπεται.

Απαγορεύεται ν’ απαγορεύεται. Απαγορεύεται να μην απαγορεύεται να απαγορεύεται. Όλα επιτρέπονται, η απόλαυση είναι δική σου. Εγώ, μόνο, σε διατάζω να απολαμβάνεις. Απαγορεύεται να μην απολαμβάνεις. Απαγορεύεται να μην είσαι καλά. Απαγορεύεται να μην θέλω να είμαι καλά: «νέος-υγιής-πετυχημένος». Απαγορεύεται και το double bind «απαγορεύεται να απαγορεύεται»  της ιλαρής και ευφρόσυνης μπητλικής  δεκαετίας του ’60.

Δεν επιτρέπεται να μην θέλω να είμαι ο εαυτός που πρέπει να είμαι. Δεν επιτρέπεται να επιθυμώ προσωπικά. Τι να την κάνω την δική μου επιθυμία κι  ας λέει ο Spinoza ότι ο άνθρωπος είναι η επιθυμία του. Κι ας λέει ο Lacan ότι ανήθικος είναι αυτός που κάνει πίσω στην επιθυμία του. Δεν μας νοιάζει πια τι κάνει η «Αντιγόνη» και η «Νόρα». Τελειώσαμε μ’ αυτά.

Και αν κάποιος νοσταλγεί τον Θεό της προ νιτσεϊκής εποχής, γιατί ο Θεός απαγόρευε (οι 8 από τις 10 εντολές εμπεριέχουν ή αρχίζουν με το «ου»-«ουκ») δίνοντας έτσι την δυνατότητα να γνωρίσει κάποιος την επιθυμία του, να εναντιωθεί στην αλλοτρίωση της έτοιμης επιθυμίας, στην επιταγή του κυρίαρχου σημαίνοντος, ο σημερινός Θεός-Αγορά δεν δίνει την δυνατότητα της απαγόρευσης, αλλά μια σαδιστική εντολή όπου  ο Θεός- Αγορά επιβάλλει την δυνατότητα να είσαι ελεύθερος-σκλάβος της απόλαυσης. Μια σαδιστική εντολή να μην μπορείς παρά ακατάπαυστα, μέχρι εξάντλησης, εξάρθρωσης, διάλυσης, μέχρι θανάτου να απολαμβάνεις, ούτως ώστε αυτό που είχες επιλέξει αλλά που στην πραγματικότητα άλλος είχε επιλέξει για σένα, να μην μπορεί παρά να καταλήγει στο να  απολαμβάνεις.

Δεν επιτρέπεται να μην επιτρέπεται, δεν επιτρέπεται να μην απολαμβάνεις. Απαγορεύεται να μην απολαμβάνεις. Και, φυσικά, επιτρέπεται αυτό που σε διατάζω: το επιτρέπεται.

Ένα κύμα απαγόρευσης σκεπάζει τον πλανήτη, ένας «furor prohibendi» φορώντας την μάσκα του επιτρέπεται.

Όλα επιτρέπονται, όσα πρέπει να επιθυμείς, όσα πρέπει να ποθείς για να είσαι κανονικόμορφος.

Ας φωνάξουμε όλοι μαζί : ζήτω η κανονικότητα!

Ένυλη περίπτωση των ανωτέρω είναι το Μετρό της πρωτεύουσας.

Μικρό αντι-εγκώμιο στο Μετρό

ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΩΣ «ΜΕΤΑΦΟΡΑ» ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ

Αλήθεια, έχουμε σκεφτεί την γλώσσα που χρησιμοποιεί το Μετρό; Την σχέση με το φουκωϊκό εποπτικό όπου η κύρια σημασία είναι ότι μιλάω κι εσύ καταλαβαίνεις ότι σε βλέπω ενώ δεν με βλέπεις;

Ποιος μιλά από τα μεγάφωνα του Μετρό; Ποιος άλλος από την φωνή του Κυρίου.

Όλα γίνονται με ψυχρή ευγένεια, αποστειρωμένα, σοβαρά, βαριά, ατσαλάκωτη φωνή, πάντα η ίδια, μονότονη, ακούραστη, αναλλοίωτη στον αιώνα τον άπαντα, σαν τη φωνή του Θεού η οποία μιλάει, οριοθετεί, διατάζει, κυρίως διατάζει. Χρήση της καθαρεύουσας απαραίτητη, («των θυρών του συρμού…»), το Μετρό σού απευθύνεται με επίσημο τρόπο, δεν είναι «παίξε -γέλασε», για να εννοήσεις την σημασία του παραπτώματος, αν βέβαια εσύ, ο νομοταγής πολίτης διανοηθείς κάτι τέτοιο: την πάτησες φιλαράκο, αυτό που ακούς δεν είναι η φωνή του Μετρό, είναι η φωνή του Νόμου, του Κράτους, της Εξουσίας, της Εκκλησίας. Δεν σου θυμίζει, άραγε, την επίσημη εκκλησιαστική γλώσσα και την γλώσσα που είναι γραμμένος ο Ποινικός Κώδικας; Μία πομπώδης φωνή που επικαλείται το δέος, και την αταραξία, που θέλει να θυμίζει το «τρομερό» του καντιανού «υψηλού»;

Και όπως στην τέχνη το ωραίο είναι η απαρχή του τερατώδους, λέει ο Rilke, μήπως, ανάλογα, το επιτρέπεται αντιφωνεί ένα τερατώδες απαγορεύεται; Μήπως το επιτρέπεται είναι το δέλεαρ για την κατάποση του απαγορεύεται όπου ο έλεγχος πια θα ασκείται εκ των έσω, όπου ολόκληρο το σώμα γίνεται ένα απαγορεύεται ενώ το άτομο νομίζει ότι κολυμπάει στα νερά του επιτρέπεται; Έτσι δεν είναι που «επινοείται μια νέα μορφή δουλείας, το να είσαι δούλος του εαυτού σου»; διερωτώνται οι Deleuze-Guattari.  Δηλαδή, ουσιαστικά, δούλος του ενσωματοθέντος συστήματος το οποίο νομίζεις ότι πολεμάς ή ότι δεν σε αφορά αφού βρίσκεσαι μέσα στην περιοχή του επιτρέπεται, του  οποίου, τα καινούργια γυαλιά ηλίου δεν  σου επιτρέπουν  να αντιλαμβάνεσαι το συρματόπλεγμα του επιτρέπεται, νομίζεις ότι η στομαχική δυσφορία που έχεις ενίοτε, ότι οφείλεται στο ότι ήπιες λίγο παραπάνω χθες και όχι στο δέλεαρ του επιτρέπεται που έχεις καταπιεί.

Η φωνή του Μετρό, μια απρόσωπη φωνή στις στάσεις όπως στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Δημιουργεί έτσι ένα ευνοϊκό κλίμα για ένα ουδέτερο, αποξενωμένο περιβάλλον, όπου ακριβώς το φυσικό είναι το αποστειρωμένο, το χωρίς συναίσθημα μέσα στο οποίο ο μόνος κόσμος που μπορεί να υπάρξει είναι ο κόσμος της απρόσωπης εντολής. Ω, πόσο Kafka έχει άραγε μελετήσει το Μετρό; Έχετε προσέξει ότι ο χάρτης με τις διαδρομές σχηματίζει τις λέξεις «Πύργος» και «Δίκη»;

Γίνεται, έτσι, ένας ερειπωμένος τόπος, μια εκχερσωμένη γη όπου μέσα σου δεν έχεις να ακουμπήσεις πουθενά. Γιατί, το έξω έχει γίνει ένα στέρεο, παγωμένο περιβάλλον, ψυχρό, ήρεμο, με διασωληνωμένη  αναπνοή.

Μετρό ίσον μέτρο της ζωής και της τάξης. Πως θα μπορούσε η γλώσσα του να μην είναι η καθαρεύουσα; Στο Μετρό μπαίνεις ρυπαρός και βγαίνει καθαρός και εξαγνισμένος (έχετε προσέξει ότι δεν υπάρχουν graffiti σε αντίθεση με τον «λαϊκό»  ηλεκτρικό;), θεραπευμένος από το ηλεκτροσόκ των γραμμών. Σε ξεβράζει στον κόσμο, έτοιμος να αποδεχθείς τα πάντα. Προσοχή, ο έλεγχος στα  εισιτήρια είναι για τα μάτια, στην πραγματικότητα ελέγχονται η κανονικότητα, η προσαρμογή, η αποδοχή του συστήματος: προσαρμοστείτε, υπακούστε, αποδεχθείτε. Δεν είναι ότι δεν μπορεί κάποιος να ταξιδέψει  αν δεν προσφέρει τον οβολό του, είναι ότι πρέπει να τιμωρηθεί, να διαπομπευθεί, να επιπληχθεί για την απερισκεψία ή την αντίδραση στο σύστημα και να υποταχθεί στον τρόπο της εξουσίας.

Προσοχή, μην το πάρετε αψήφιστα, δεν είναι τρενάκι τρόμου, είναι όχημα εξουσίας.

Τα ηχεία καλύπτουν τα πάντα, ανοίγουν στοές, σε οδηγούν απρόσωπα.

Λόγος αποπροσωποποιημένος, το μέσο συγκοινωνίας γίνεται μέσο εξουσίας, σε μεταφέρει όπου νομίζεις ότι θέλεις να πας παρότι είναι η εξουσία εκείνη που σε μεταφέρει εκ των προτέρων εκεί που θέλει αυτή, πριν αποφασίσεις που θέλεις να πας.

Καμία αντίδραση.

Ίσως ακόμα, λίγο καλύτερα από το Βερολίνο, όπου κανείς δεν κουνιέται μπροστά στις ανοιχτές πόρτες πριν ακουστεί η διαταγή «κατεβείτε» ή «ανεβείτε». Ίσως όμως, όχι και τόσο μακριά.

(Βέβαια, ο τόνος φωνής  και η χρήση καθαρεύουσας είναι παρόμοια με τα αντίστοιχα του πλοίου: «παρακαλούνται οι κύριοι επισκέπτες όπως εξέλθουν, το πλοίο είναι έτοιμο προς άμεση αναχώρηση». Μα, το πλοίο το συγχωρούμε γιατί έρχεται από ένα μακρινό, ίσως νοσταλγικό, παρελθόν όπου η επισημότητα της γλώσσας ήταν ένας τρόπος απόδοσης σημαντικότητας στην ταυτότητα του υποκειμένου. Το πλοίο κολάκευε τον επισκέπτη ή τον επιβάτη, με το «εντός ολίγου», τον έκανε να μην αισθάνεται υποτιμημένος με το «μία ολίγη» που έπαιρνε στο εστιατόριο του πλοίου).

Ο κόσμος και ιδιαίτερα οι νέοι υπακούν, πηγαίνοντας τα σαββατοκύριακα να διασκεδάσουν, ακούν τον λόγο της εξουσίας, υπακούν σε μια «μεταφορά» νομίζοντας ότι ξέρουν τον λόγο που βρίσκονται στο Μετρό, τον λόγο που πάνε να διασκεδάσουν, τον λόγο που έχουν δουλέψει όλη την βδομάδα, τον λόγο που ζουν.

Θα γίνουν υπάκουοι, προσαρμοσμένοι, δεν θα αμφισβητήσουν, θα προτιμήσουν να αυτοκτονήσουν παρά να διαδηλώσουν.

Το Μετρό, όχημα εξουσίας του μέλλοντος, καθαρό, υπερφωτισμένο, σαν νοσοκομείο ή σαν νεκροτομείο θεραπεύει τον άνθρωπο της πόλης, του δίνει μικρές άδειες για να βγει έξω και να επιστρέψει ξανά εκεί. Το Μετρό είναι ο τόπος αναφοράς του λαβύρινθου του λόγου και της εξουσίας. Το Μετρό είναι ο βασικός τόπος διαμονής, εκεί πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι, το έξω είναι μια περιστασιακή έξοδος, μια άδεια εξόδου από το στρατόπεδο με διανυκτέρευση.

Χωρίς σκοπό,  προετοιμάζει για την εξουσία του μέλλοντος, όπου θα είμαστε εξοικειωμένοι με την φωνή που θα διατάζει χωρίς πρόσωπο και τον έλεγχο που θα μας ασκείται ενώ δεν θα πηγαίνουμε πουθενά, παρά μόνο θα είμαστε η εμπράγματη απόδοση της αόρατης μηχανής της Wallstreet.

Το Μετρό… επιτρέπεται. Παρακαλώ, περάστε. Μπορείτε να πάτε όπου θέλετε, στις προκαθορισμένες στάσεις βέβαια, μπορείτε να κάνετε όποια διαδρομή θέλετε μέσα στις προκαθορισμένες στοές της ζωής σας.

Επιτρέπεται να κατέβεις σε όποιο σταθμό θέλεις ή να ανέβεις. Χωρίς να γίνεται αντιληπτό, είναι ήδη προκαθορισμένο το που θα ανέβεις ή θα κατέβεις, οι σταθμοί της ζωής σου έχουν οριστεί πριν από σένα, χωρίς εσένα, για εσένα.

Achtung-Achtung, kontrolle, όλα επιτρέπονται. Προσοχή στο τυχαίο, προσοχή στο καινό μεταξύ συρμού και επιθυμίας, προσοχή στα καλώδια υψηλής τάσης για ανυπακοή, το σήμα κινδύνου με την νεκροκεφαλή με τα οστά χιαστί είναι καθρέφτης προειδοποίησης,  το οικόσημο του κόσμου του επιτρέπεται. Σε περίπτωση ανυπακοής «αι θύραι κλείνουν αυτομάτως».

Επιτρέπεται, επιτρέπεται, επιτρέπεται, επιτρέπεται, επιτρέπεται, επιτρέπεται… « Άσκοπος χρήσις διώκεται ποινικά».

Κύριε Μετρό, πολυχρονεμένε Άρχοντα του Κάτω Κόσμου, που ο Θεός να μας κόβει χρόνια και να σου δίνει σταθμούς, μια ερωτησούλα, μπορώ να κάνω μια ερωτησούλα, παρακαλώ: κι αν θέλω να μην είμαι καλά, να είμαι άρρωστος; Κι αν θέλω να μου απαγορεύεται; Αν όλα επιτρέπονται, επιτρέπεται να διαφωνώ, να τρελαθώ, να ανυπακούσω, να ορίσω την ζωή μου; Επιτρέπεται να μην θέλω να επιτρέπεται, να καθορίζεται η ζωή μου από ένα επιτρέπεται;

Επιτρέπεται να μην συμμαχώ με την κανονικότητα; (Δηλαδή, ποια κανονικότητα; Ο Lacan δεν έλεγε ότι όλος ο κόσμος είναι τρελός; Τέλος πάντων…αυτή που θεωρείται εσείς).

Κύριε Μετρό, δοξασμένε Αφέντη των Υπογείων Διαδρομών, που ο Θεός να μας κόβει επιθυμίες και να σου δίνει στοές, μια τελευταία ερωτησούλα, μόνο μία: επιτρέπεται ν’ ακούω το έτερον της ψυχής μου; Το έτερον του κόσμου;

Αθήνα, Νοέμβριος 2019

για την ΕΜΠΕ

Φώτης Καγγελάρης

Category: Κυριο Θεμα, Πολιτισμός, Προτεινόμενα άρθρα

Leave a Reply

 

Το σχόλιο της ημέρας

Διαφήμιση

Ροή Ειδήσεων




Εφημερίδες


Φωτογραφία της ημέρας