Η αυτοπροκαλούμενη ύφεση

13/9/19 | 0 | 0 | 188 εμφανίσεις
Η επόμενη υφεσιακή περίοδος θα είναι πολιτική -και με δυσκολότερη έξοδο από αυτήν
Το νέο κτήριο του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, τον Μάιο του 2010. Lucas Jackson / Reuters.
Περίληψη:

Το άγχος για την επόμενη ύφεση φαίνεται να αυξάνεται με κάθε νέο δασμό ή ανάρτηση στο Twitter που εκτοξεύει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κατά της Κίνας, στο πλαίσιο του εμπορικού πολέμου του, και όχι αδικαιολόγητα.

Ο JARED BERNSTEIN είναι ανώτερος συνεργάτης του Center on Budget and Policy Priorities και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στον αντιπρόεδρο Τζόζεφ Μπάιντεν.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στην 11η χρονιά μιας αδιάλειπτης οικονομικής επέκτασης, η ανεργία έχει φτάσει σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο, ενώ η ανάπτυξη, παρότι επιβραδύνεται, εξακολουθεί να βουίζει. Ωστόσο, το άγχος για την επόμενη ύφεση φαίνεται να αυξάνεται με κάθε νέο δασμό ή ανάρτηση στο Twitter που εκτοξεύει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κατά της Κίνας, στο πλαίσιο του εμπορικού πολέμου του -και για καλό λόγο. Οι πολιτικές του προέδρου βλάπτουν σαφώς τους εμπορεύσιμους τομείς της αμερικανικής οικονομίας, ιδιαίτερα τη μεταποίηση, οι οποίοι πρέπει να αντιμετωπίσουν το διπλό χτύπημα των αμερικανικών δασμών στις εισηγμένες εισροές και των κινεζικών δασμών στις εξαγωγές τελικών προϊόντων. Οι Αμερικανοί παραγωγοί οχημάτων, ηλεκτρονικών ειδών και γεωργικών προϊόντων, μεταξύ άλλων, αγωνίζονται να ξεμπερδέψουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους από την Κίνα. Αλλά το να το κάνουν είναι δαπανηρό και περίπλοκο και πολλοί από αυτούς υποφέρουν ως αποτέλεσμα.

13092019-1.jpg

Το νέο κτήριο του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, τον Μάιο του 2010. Lucas Jackson / Reuters
—————————————————————

Ο εμπορικός πόλεμος μπορεί να μην είναι αρκετός για να ρίξει μια κατά τα άλλα υγιή αμερικανική οικονομία σε ύφεση. Αλλά αν το κάνει, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βρίσκονται σε μια μοναδικά κακή θέση για να πολεμήσουν την έξοδό τους από αυτήν και πάλι. Η χώρα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εισέλθει στον επόμενο καθοδικό κύκλο με ιστορικά υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους. Αυτό είναι ανησυχητικό επειδή οι κυβερνήσεις σε τέτοια θέση δεν καταφέρνουν να εφαρμόσουν αρκετά μέτρα δημοσιονομικής τόνωσης (fiscal stimulus) -δηλαδή να ενισχύσουν την οικονομία μέσω αυξημένων δημοσίων δαπανών καθώς και έμμεσων μέτρων όπως οι φορολογικές περικοπές- για να εξουδετερώσουν τις οικονομικές κρίσεις. Ταυτόχρονα, τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια των ΗΠΑ είναι ήδη σχετικά χαμηλά, πράγμα που σημαίνει ότι θα υπάρχει περιορισμένο περιθώριο για την περικοπή τους -το άλλο βασικό εργαλείο που έχουν οι κυβερνήσεις για να αντιμετωπίσουν τις περιόδους ύφεσης.

Και τα δύο προβλήματα -ο εμπορικός πόλεμος και η έλλειψη ετοιμότητας για την αντιστάθμιση των πιθανών αρνητικών [επιδράσεών] του- μοιράζονται ένα σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό: Είναι αυτοπροκληθείσες πληγές, αυτογκόλ που προκύπτουν από μοιραία πολιτικά λάθη τα οποία ήταν στην καλύτερη περίπτωση χωρίς έλεγχο και στην χειρότερη υποστηριζόμενα από μια πλειοψηφία στο Κογκρέσο των ΗΠΑ. Εξ ορισμού, όλες οι περιπτώσεις ύφεσης είναι αποτυχίες της αγοράς. Αλλά η επόμενη μπορεί να είναι και μια κυβερνητική αποτυχία επίσης. Και μια κυβέρνηση που προκαλεί μια ύφεση πιθανώς δεν είναι μια κυβέρνηση που πρέπει κάποιος να εμπιστευθεί ότι θα ηγηθεί μιας ανάκαμψης. Οι εμπρηστές είναι άθλιοι πυροσβέστες.

ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΓΚΟΛ

Παρ’ όλο το υφεσιακό άγχος που συσσωρεύεται -οι πρόσφατες τάσεις της Google [1] δείχνουν τις αναζητήσεις για την λέξη «ύφεση» να πλησιάζουν την κορύφωση της προηγούμενης υφεσιακής περιόδου- η οικονομία των ΗΠΑ εξακολουθεί να είναι σχετικά σταθερή, τουλάχιστον προς το παρόν. Η ανεργία είναι χαμηλή, οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται και ενώ η αύξηση της απασχόλησης έχει επιβραδυνθεί, εξακολουθεί να είναι αρκετά ισχυρή ώστε να πυροδοτήσει ισχυρές καταναλωτικές δαπάνες.

Ωστόσο, ο εμπορικός πόλεμος έχει επιφέρει ένα κόστος στη μεταποίηση, η οποία συρρικνώθηκε κατά 2% φέτος. Από τις αρχές του 2019, ο τομέας προσέφερε μόνο 44.000 θέσεις εργασίας, έναντι 170.000 κατά την ίδια περίοδο πέρυσι. Ο συνολικός αντίκτυπος στην οικονομία ήταν περιορισμένος, επειδή η παραγωγή αντιπροσωπεύει σήμερα ένα πολύ μικρότερο μερίδιο της αμερικανικής οικονομίας από όσο στο παρελθόν (11% σήμερα έναντι 27% το 1950). Αλλά οι επιπτώσεις του εμπορικού πολέμου μπορούν να γίνουν αισθητές πέρα από τον μεταποιητικό τομέα. Με τόση πολλή πολιτική αβεβαιότητα, ένα ευρύ φάσμα αμερικανικών επιχειρήσεων καθυστερούν ή αναβάλλουν τις επενδύσεις τους. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση για το ΑΕΠ [2] από το Υπουργείο Εμπορίου, οι επιχειρηματικές επενδύσεις μειώθηκαν κατά 0,6% το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Πρόκειται για μια σχετικά μικρή πτώση σε ένα ιστορικά ασταθές μέγεθος, αλλά είναι συνεπές με τις επιχειρηματικές έρευνες που δείχνουν την αβεβαιότητα της εμπορικής πολιτικής να αποθαρρύνει τις επενδύσεις.

Ο εμπορικός πόλεμος θα μπορούσε να «ξυρίσει» μια ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα αύξησης του ΑΕΠ των ΗΠΑ έως και το 2020, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις [3] των οικονομολόγων της Federal Reserve. Στα πρόσφατα τρίμηνα, η ανάπτυξη ήταν κατά μέσο όρο περίπου 2%, πράγμα που σημαίνει ότι ο εμπορικός πόλεμος θα μπορούσε να καταλήξει να μειώσει τον ρυθμό ανάπτυξης των ΗΠΑ στο μισό. Η ανάπτυξη 1% δεν είναι ύφεση, η οποία τυπικά ορίζεται ως δύο διαδοχικά τρίμηνα αρνητικής ανάπτυξης. Ωστόσο, είναι αρκετά αργή ώστε η ανεργία να αρχίσει να αυξάνεται, και αν υπάρξει κάποιο άλλο οικονομικό σοκ -μια φούσκα πιστώσεων που θα σκάσει, μια κυβερνητική στάση [πληρωμών] που θα διαρκέσει, μια πολύ μεγαλύτερη από την αναμενόμενη κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου- η οικονομία θα μπορούσε να εισέλθει σε ύφεση.

Υπάρχουν επίσης παγκόσμιες επιπτώσεις που πρέπει να εξεταστούν. Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης και η πιο εξαγωγικά προσανατολισμένη της ηπείρου, ίσως ήδη να βρίσκεται σε ύφεση -εν μέρει λόγω του εμπορικού πολέμου του Trump και εν μέρει επειδή η γερμανική κυβέρνηση, όπως συνηθίζει, απέφυγε τις αντικυκλικές δαπάνες που χρειάζεται η οικονομία. Η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία και η Κίνα, οι οποίες όλες εξαρτώνται εμπορικά πιο πολύ από τις Ηνωμένες Πολιτείες, βιώνουν βραδύτερη ανάπτυξη. Και επειδή η οικονομία των ΗΠΑ συνδέεται με όλες αυτές τις χώρες, όχι μόνο μέσω του εμπορίου αλλά μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών, υπάρχει ο κίνδυνος ενός φαύλου κύκλου αρνητικής ανατροφοδότησης. Σε μια ολοένα και περισσότερο διασυνδεδεμένη παγκόσμια οικονομία, οι δυσκολίες σε οποιαδήποτε από τις μεγάλες οικονομίες του κόσμου είναι πιθανό να γίνουν αισθητές στις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΑΝΤΕΣΤΡΑΜΜΕΝΟΣ ΚΕΫΝΣΙΑΝΙΣΜΟΣ

Είτε ο εμπορικός πόλεμος είτε κάποια άλλη αρνητική εξέλιξη πυροδοτήσει την επόμενη ύφεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σαφώς απροετοίμαστες να οργανώσουν μια ανάλογη δημοσιονομική και νομισματική απάντηση. Όσον αφορά την δημοσιονομική πλευρά, το πρόβλημα δεν είναι οικονομικό˙ είναι πολιτικό. Μεταξύ των πιο απερίσκεπτων αποφάσεων της διοίκησης Trump ήταν να προωθηθεί μια τεράστια, υπέρ των υψηλών εισοδημάτων (regressive) φορολογική περικοπή που χρηματοδοτήθηκε από το έλλειμμα. Εκτός από την επιδείνωση της ανισότητας, οι φορολογικές περικοπές θα στερήσουν το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών από 1,9 τρισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα τα επόμενα δέκα χρόνια, αυξάνοντας έτσι τα επίπεδα του εθνικού χρέους.

Ως αποτέλεσμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πιθανό να εισέλθουν στην επόμενη ύφεση με λόγο χρέους προς ΑΕΠ που υπερβαίνει το διπλάσιο του ιστορικού μέσου όρου (περίπου 80% έναντι 35%). Με τα επίπεδα χρέους και ελλείμματος ήδη σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, η Ουάσιγκτον ίσως να αισθάνεται ότι έχει περιορισμένη ικανότητα να αντιμετωπίσει μια ύφεση μέσω κινήτρων (stimulus). Αυτό ήταν πράγματι το ιστορικό μοντέλο [4]: Οι κυβερνήσεις που εισέρχονται σε ύφεση με υψηλά επίπεδα χρέους εφαρμόζουν λιγότερες κεϋνσιανού στυλ αντικυκλικές πολιτικές σε σχέση με τις κυβερνήσεις με χαμηλά επίπεδα χρέους. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί περισσότεροι άνθρωποι καταλήγουν να υποφέρουν από απώλειες θέσεων εργασίας και εισοδήματος από ό, τι όταν θεσπίζονται ισχυρές δημοσιονομικές απαντήσεις.

Και η σκληρή ειρωνεία είναι ότι η λιτότητα συχνά αποφέρει όλο τον πόνο και καθόλου κέρδος, αποτυγχάνοντας να μειώσει τα επίπεδα του χρέους και του ελλείμματος. Η εφαρμογή πολύ λίγων μέτρων τόνωσης κατά την διάρκεια μιας ύφεσης θα σημαίνει βραδύτερη ανάπτυξη και μια βαθύτερη και μακρύτερη ύφεση, κάτι που όλα ρισκάρουν [5] την αύξηση των επιπέδων χρέους. Αντίθετα, ακόμη και με σχετικά υψηλά επίπεδα χρέους, οι δαπάνες τόνωσης [της οικονομίας] βοηθούν στην αποκατάσταση της ανάπτυξης, η οποία με την σειρά της ενισχύει τα δημόσια έσοδα και καθιστά δυνατή τη μείωση του χρέους και του ελλείμματος. (Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν το κόστος δανεισμού μιας κυβέρνησης είναι χαμηλό).

Είναι αδύνατο να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν αυτή ή κάποια μελλοντική διοίκηση των ΗΠΑ θα επιλέξει την λιτότητα έναντι της τόνωσης όταν η δεύτερη είναι σαφώς απαραίτητη, αλλά το πρόσφατο ιστορικό είναι ανησυχητικό. Ακόμη και με μια (ελαφρώς) πιο λειτουργική κυβέρνηση υπό τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, οι ΗΠΑ στράφηκαν από τις δαπάνες τόνωσης προς την μείωση του ελλείμματος πολύ πριν ο ιδιωτικός τομέας ήταν έτοιμος να αναπτυχθεί από μόνος του. Το αποτέλεσμα ήταν μια ανάκαμψη από την οικονομική κρίση του 2007-08 που ήταν αρχικά αρκετά αδύναμη. Δεδομένης της λυσσαλέας κομματικοποίησης και της επιδείνωσης της κατάστασης από τότε, ο κίνδυνος μιας ανεπαρκούς δημοσιονομικής αντίδρασης έχει μόνο αυξηθεί.

Το πρόβλημα της πολιτικής βούλησης εκτείνεται πέρα από τα τυποποιημένα πακέτα τόνωσης ή διάσωσης. Κατά την τελευταία ύφεση, η κυβέρνηση των ΗΠΑ προσέφερε στους εργαζομένους εκτεταμένες αποζημιώσεις ανεργίας, αυξημένη διατροφική υποστήριξη, και επιδοτούμενα προγράμματα απασχόλησης. Παρείχε επίσης δημοσιονομική βοήθεια σε πολιτειακές κυβερνήσεις, ένα ζωτικό μέτρο για όσους νομικά απαιτείτο να εξισορροπήσουν τους προϋπολογισμούς τους. Καμία από αυτές τις αντιδράσεις δεν θα ενεργοποιηθεί αυτόματα όταν φθάσει η επόμενη ύφεση. Αντίθετα, θεωρούνται προγράμματα διακριτικής ευχέρειας, πράγμα που σημαίνει ότι το Κογκρέσο πρέπει να ψηφίζει υπέρ τους και να διανέμει τα κεφάλαιά τους. Ειδικά εάν η επόμενη ύφεση είναι βαθιά και διαρκής, το να αναμένεται από την διοίκηση και το Κογκρέσο να ενεργήσουν, πιθανότατα θα επιβάλει σοβαρά βάρη στους οικονομικά ευάλωτους ανθρώπους και θα καθυστερήσει την έναρξη μιας ανάκαμψης.

ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΠΕΡΙΚΟΠΕΙ

Οι κεντρικές τράπεζες αντιμετωπίζουν ένα διαφορετικό σύνολο περιορισμών. Σε αντίθεση με ορισμένες κυβερνήσεις τις οποίες υπηρετούν, οι κεντρικές τράπεζες στις προηγμένες οικονομίες παραμένουν ως επί το πλείστον άκρως λειτουργικές και πολιτικά ανεξάρτητες. Αν και ο Trump διεξήγαγε μια κακόβουλη εκστρατεία εναντίον του προέδρου της Federal Reserve, Jerome Powell, ο θεσμός, προς τιμήν του, φαίνεται ότι σε μεγάλο βαθμό τον εμπόδισε. Αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι το κύριο όπλο της Fed ενάντια στην ύφεση -το επιτόκιο των ομοσπονδιακών κεφαλαίων, που είναι σήμερα μεταξύ 2% και 2,25% με καθοδική τάση- θα μπορούσε να είναι πολύ χαμηλό για περικοπές επιτοκίων ώστε να κάνει μεγάλη διαφορά όταν χτυπήσει η επόμενη ύφεση, ειδικά εάν η ύφεση αυτή είναι σχετικά βαθιά. Στο παρελθόν, η Fed είχε μειώσει τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια κατά πέντε έως έξι ποσοστιαίες μονάδες κατά την διάρκεια περιόδων ύφεσης. Στην επόμενη, είναι πολύ πιθανό να έχει λιγότερο από το μισό χώρο για ελιγμούς. (Η Fed έχει δείξει μια ιστορική αποστροφή για τα αρνητικά επιτόκια).

Είναι αλήθεια ότι, κατά την τελευταία κρίση, οι κεντρικοί τραπεζίτες έκαναν περισσότερα από το να μειώσουν τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια˙ χρησιμοποίησαν μεγάλης κλίμακας αγορές ομολόγων ή ποσοτική χαλάρωση για να μειώσουν τα μακροπρόθεσμα επιτόκια που δεν βρίσκονταν υπό τον άμεσο έλεγχό τους. Αλλά στο τέλος της ημέρας, όλες οι προσπάθειές τους έχουν σχεδιαστεί για να μειώσουν το κόστος της πίστωσης. Και όπως κάνει σαφές το πρόσφατο ιστορικό των προηγμένων οικονομιών, τα πολύ χαμηλά επιτόκια -ακόμα και τα αρνητικά- μπορεί να είναι ανεπαρκή για να κάνουν τις παραπαίουσες οικονομίες να κινηθούν ξανά. Εκτός από την επίδραση της νομισματικής πολιτικής γα την δημιουργία πιστώσεων, οι οικονομίες σε ύφεση χρειάζονται την επίδραση της δημοσιονομικής πολιτικής για την πλευρά της ζήτησης. Από μόνες τους, ούτε η δημοσιονομική πολιτική ούτε η νομισματική πολιτική είναι επαρκείς. Μαζί, αποτελούν μια ισχυρή αντι-υφεσιακή διπλή γροθιά.

Στην επόμενη ύφεση, ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύουν να μην μπορούν να βασιστούν σε καμιά [από τις ανωτέρω πολιτικές]. Η διοίκηση του Τραμπ φουντώνει τις οικονομικές αντιξοότητες με τον εμπορικό της πόλεμο, ενώ οι φορολογικές πολιτικές της σπαταλούν πόρους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν πιο παραγωγικά στην επόμενη κάμψη. Και με τα επιτόκια ήδη χαμηλά, η Fed θα έχει περιορισμένη ικανότητα να αναζωογονήσει την ανάπτυξη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ανακάμψει από προηγούμενες υφέσεις μέσω διακομματικού πολιτικού σχεδιασμού, συνεργασιών και πολιτικών λύσεων, τα οποία ήταν αντίστοιχα του προβλήματος. Αυτή την φορά, η χώρα θα κολλήσει με τα οικονομικά του αυτογκόλ, και η πρόγνωση δεν είναι καλή.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2019-09-10/self-inflicted-recession

Σύνδεσμοι:
[1] https://trends.google.com/trends/explore?date=all_2008&geo=US&gprop=news…
[2] https://www.bea.gov/system/files/2019-08/gdp2q19_2nd_0.pdf
[3] https://www.federalreserve.gov/econres/notes/feds-notes/does-trade-polic…
[4] https://eml.berkeley.edu/~dromer/papers/Romer&RomerCrisesandPolicyRevise…
[5] https://ideas.repec.org/p/nbr/nberwo/23789.html

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Category: Κυριο Θεμα, Προτεινόμενα άρθρα

Leave a Reply

 

Το σχόλιο της ημέρας

    10/12/19 | (1 σχόλια)
    Τον καλό καιρό του ψυχρού πολέμου οι Εργατικοί στη Βρετανία και το SPD στη Γερμανία είχαν μια πολύ καλή και ενδιαφέρουσα πολιτική και κυβερνητική παρουσία. Διακριτή απο τους δεξιούς συνασπισμούς. Παρόλο που η πολιτική τους ήταν σαφώς διαφοροποιημένη απο ...

Διαφήμιση

Ροή Ειδήσεων




Εφημερίδες


Φωτογραφία της ημέρας